Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010





Invictus


Out of the night that covers me,
Black as the pit from pole to pole,
I thank whatever gods may be
For my unconquerable soul.

In the clutch of circumstance
I have not winced nor cried aloud.
Under the bludgeoning of chance
My head is bloody, but unbowed.

Beyond this place of wrath and tears
Looms but the Horror of the shade,
And yet the menace of the years
Finds and shall find me unafraid.

It matters not how strait the gate,
How charged with punishments the scroll,
I am the master of my fate:
I am the captain of my soul.


"Invictus" είναι ο τίτλος της πρόσφατη κιν/κής ταινίας του Κλιντ Ίστγουντ και αναφέρεται στο ποίημα του Άγγλου ποιητή Ουίλλιαμ Έρνεστ Χένλεϋ. Γράφτηκε το 1875 και πρωτοεκδόθηκε το 1888 στο "Βιβλίο των Στίχων" του ποιητή. Αρχικά δεν είχε τίτλο παρά μόνο την αφιέρωση "στον R.Τ.Η.Β." - αναφορά στον Ρόμπερτ Τόμας Χάμιλτον Μπρους, έναν επιτυχημένο Σκοτζέζο έμπορο αλεύρων που ήταν παράλληλα και λογοτεχνικός πάτρωνας. Ο τίτλος "Invictus" προστέθηκε απο τον Άρθρουρ Κουίλερ-Κουτς όταν συμπεριέλαβε το ποίημα αυτό στο "Βιβλίο Αγγλικής Ποίησης" του Όξφορντ. Απολαύστε εδώ την επιβλητική απαγγελία του από τον Άλαν Μπέιτς. Και μετά, δείτε την ταινία γνωρίζοντας αυτό που κράτησε σώο στην ψυχή και αβλαβή στο πνεύμα τον Νέλσον Μαντέλα στα 27 χρόνια της φυλάκισης που τον καταδίκασε το καθεστώς του άπαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010





Ξενοδοχείο Lutetia

Προσπαθώ να βρω έναν τίτλο για τούτη την ανάρτηση αλλά δυσκολεύομαι. Είναι γεγονός ότι όταν μου αρέσει κάτι πολύ, δεν αποδίδω! Και το Ξενοδοχείο Lutetia (Πόλις, 2006, μτφρ. Σπύρος Παντελάκης) μου άρεσε πολύ. Όχι μόνο γιατί ο συγγραφέας, Πιερ Ασσουλίν, με μετέφερε στην ατμόσφαιρα μιας σαγηνευτικής για μένα εποχής -αυτής του Μεσοπολέμου- αλλά και διότι το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα είναι μία δυνατή αφήγηση που "σκαλίζει" σημαντικά ιστορικά γεγονότα και τα κάνει να μένουν στη μνήμη.

Το Lutetia είναι ένα ξενοδοχείο-σύμβολο του Παρισιού. Χτισμένο στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, το πρώτο δείγμα Αρ Ντεκό αρχιτεκτονικής κι ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία της γαλλικής πρωτεύουσας ακόμη και σήμερα είναι αναμφισβήτητα ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος - το ύφος και η προσωπικότητα του κτηρίου διαπνέουν μέχρι τέλους τις σελίδες και κυριαρχούν και στα τρία μέρη που είναι χωρισμένο το βιβλίο.

Το πρώτο μέρος, Ο Κόσμος Πριν, είναι το πιο ανάλαφρο. Το ξενοδοχείο είναι στις δόξες του και ο κοσμοπολιτισμός του υποβλητικός. Οι φιλοξενούμενοί του όσο και οι επισκέπτες καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων: αριστοκράτες, επιφανείς εμιγκρέδες, ιδιόρρυθμοι μικροαστοί, πολιτικοί αλλά και άνθρωποι του πνεύματος και των Τεχνών. Ματίς, Τόμας Μαν, Αντρέ Ζιντ, Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, Σάμιουελ Μπέκετ είναι μόνο μερικοί από αυτούς που παρουσιάζονται. Ο συγγραφέας αφιερώνει 8 σελίδες στον Τζαίημς Τζόυς που είναι από τις πιο τρυφερές σε όλο το βιβλίο. Βρισκόμαστε στο 1938-'39, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου και κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί τι μέλλεται να συμβεί - παντού φυσά μια ευθυμία και μια εκλεπτυσμένη τρυφηλότητα. Είναι αυτό που ο αφηγητής αποκαλεί "γλυκιά ζωή".

Το δεύτερο μέρος, Στο μεταξύ, εκτυλίσσεται στο διάστημα της κατοχής. Το Lutetia επιτάσσεται από τους Γερμανούς και γίνεται κέντρο της Άμπβερ - η υπηρεσία αντικατασκοπείας της Γκεστάπο. Η ζωή στο ξενοδοχείο αρνείται να αλλάξει ρυθμούς αν και επιβάλλονται αυστηροί περιορισμοί και λογοκρισία. Η παλιά αίγλη και η πολυχρωμία του δίνουν την θέση τους στην ομοιομορφία των στρατιωτικών στολών και των άψογων γυαλισμένων αρβυλων των αξιωματικών του γερμανικού στρατού. "Παρ' όλα αυτά δεν τα κατάφεραν να μας κλέψουν τα όνειρά μας. Μπορούσαν να μας εμποδίσουν να έχουμε μυστικά, αλλά δεν μπορούσαν να καταργήσουν την εσωτερική μας πατρίδα. Χωρίς αμφιβολία, ποτέ άλλοτε δεν ονειρευτήκαμε όσο κατά τη διάρκεια της κατοχής."

Το τρίτο μέρος, Η ζωή μετά, είναι το πιο συγκινητικό καθώς μετά την Απελευθέρωση του Παρισιού, το 1944, το ξενοδοχείο μετατρέπεται σε κέντρο υποδοχής των εκτοπισμένων, των ανθρώπων δλδ που γυρνούσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ίσως σ' αυτό το σημείο σκεφτεί κανείς ότι θα υπάρχουν σοκαριστικές αφηγήσεις ανθρώπων που γύρισαν από την κόλαση των στρατοπέδων αλλά δεν είναι έτσι. Οι περιγραφές, οι άπειρες μικρές ιστορίες, των τραγικών αυτών μορφών γίνονται με ήπιο τόνο κι ετούτη η αντίστιξη είναι που τονίζει περισσότερο την φρίκη και την τερατώδη "έμπνευση" των Ναζί. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η συμπεριφορά ορισμένων από αυτά τα "δείγματα" ανθρώπων που δεν έχουν χάσει το σθένος, την αξιοπρέπεια και την υπόστασή τους - στάση που με έκανε να νιώσω δέος και σεβασμό απέναντί τους έστω κι αν τώρα βρίσκονταν τυπωμένοι στο χαρτί.

Ανάμεσα σε αυτό το πλήθος των χαρακτήρων και την εναλλαγή των χρόνων κινείται ο Εντουάρ Κιφέρ, ο διακριτικός υπεύθυνος ασφαλείας του ξενοδοχείου και ο βασικός δεύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος.

Πιο ταιριαστό θα ήταν αν έγραφα "στέκεται" γιατί ο Αλσατός στην καταγωγή Κιφέρ δίνει την εντύπωση του άκαμπτου, του ακίνητου - η αίσθηση ευθύνης που τον διακατέχει τον κάνει τυπικό και απρόσιτο στους άλλους. Προφανώς αυτή η αίσθηση έχει εισχωρήσει στα τρίσβαθα της ψυχής του και δεν τον αφήνει να συμμετέχει και ο ίδιος στη ζωή παρά να την παρατηρεί στους άλλους και να καταγράφει τα στοιχεία και τις κινήσεις τους στις μικρές λευκές καρτέλες που κρατά στο αρχείο του "... κάτι σαν ιδιόμορφο προσωπικό ημερολόγιο.... Είναι απίστευτο πόσα όνειρα μπορείς να συσσωρεύσεις σε ένα τέτοιο καταφύγιο". Η μοναχικότητά του είναι χαρακτηριστική, τα πραγματικά του "θέλω" ανεξιχνίαστα "...το ράγισμα το κρατούσε καλά κρυμμένο μέσα του..." Η επιστροφή της επί χρόνια εξαφανισμένης μητέρας του και οι εξηγήσεις για την απουσία της δεν τον συγκινούν. Ακόμη κι αυτή η αυτοκτονία της δεν θα τον βγάλει από το κέλυφός του. Η αποστασιοποίηση αυτή δεν του επιτρέπει να εκδηλωθεί ούτε στην κόμισσα Κλαρύ, τη Ν., παιδική του φίλη και μυστικό, βαθύ έρωτα της ωριμότητας αν και "... αυτή και μόνο αυτή, είχε πετύχει να δώσει ποιητική διάσταση στη ζωή μου." Παρ' όλο που σε όλο το διάστημα του πολέμου -και του βιβλίου- παλεύει και υπερασπίζεται την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του, καταλύτης του θα είναι η Απελευθέρωση του Παρισιού - σαν να επρόκειτο για τη δική του απελευθέρωση. Έχει ήδη βρει τον τρόπο να "έρθει σε συμφωνία" με την συνείδησή του και έχει δώσει απάντηση στο ερώτημα που τον βασανίζει: "μέχρι που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του;" Στο τέλος τέλος, η ζωή τον υπερβαίνει και δίνει τις δικές της απαντήσεις. Και η Ναταλί, έχοντας επιστρέψει ζωντανή από την κόλαση των στρατοπέδων, θα φύγει με την οικογένειά της αφήνοντάς του ένα αδύναμο χαμόγελο και μία αφιέρωση σε μία καρτ ποστάλ από τη λίμνη Γκάρντα. "Η θέα της απέπνεε ηρεμία, γαλήνη, ευτυχία. Τη γύρισα ανάποδα.

Στην αφιερώνω, μπορεί όμως κανείς να αφιερώσει μια
φωτογραφία σε έναν άνθρωπο στον οποίο θα ήθελε να

αφιερώσει τη ζωή του; θα τα πούμε σύντομα καρδιά μου.

Ναταλί"




Σημειώσεις:
Ο πρώτος πίνακας είναι το "Ντεκό Πάρτυ" του Νικ Γκαετάνο. Η φωτογραφία δείχνει το Lutetia την περίοδο που ήταν κέντρο υποδοχής των εκτοπισμένων και την αλίευσα από εδώ. Το πορτραίτο είναι του πρίγκηπα Έριστοφ από την Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα, αντιπροσωπευτική περσόνα και ζωγράφο της Αρ Ντεκό. Η τέταρτη εικόνα είναι το γραμματόσημο που έχει εκδώσει το ξενοδοχείο για φέτος καθώς γιορτάζει τα εκατό χρόνια από την δημιουργία του. Στα πλαίσια του εορτασμού δε, διοργανώνονται και λογοτεχνικά απογεύματα κάθε Σάββατο...

Για το βιβλίο έχουν γράψει ήδη ο Librofilo, η anagnostria και ο οικοδεσπότης του Πανδοχείου.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010






"Πρέπει να τολμήσεις να μάθεις"



Ένας λόγος που μου αρέσουν τα διηγήματα και οι νουβέλες είναι η λιτότητα και η συντομία με τις οποίες διατυπώνονται οι σκέψεις και η ζωή των ηρώων της κάθε ιστορίας δίχως αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για στεγνά κείμενα. Κάθε άλλο. Ο Γιενς Κρίστιαν Γκρόνταλ είναι ένας συγγραφέας που το αποδεικνύει με κομψό τρόπο και τρυφερότητα στο "Βιρτζίνια" (Πόλις, 2007, μτφρ. Λύο Καλοβυρνάς).

Το καλοκαίρι του '43, εν μέσω πολέμου, μία δεκαεξάχρονη κοπέλα φιλοξενείται από την οικογένεια ενός δεκατετράχρονου αγοριού. Οι δύο έφηβοι κάνουν πολύ παρέα και "οργώνουν" την εξοχή με τα ποδήλατά τους. Όταν καταρρίπτεται ένα βρετανικό αεροπλάνο στην περιοχή τους, η κοπέλα βρίσκει τον Άγγλο πιλότο να κρύβεται σε μια καλύβα στους αμμόλοφους. Τα δύο βράδυα που τον φροντίζει μυστικά είναι αρκετά για να τον ερωτευτεί. Το αγόρι, παρακινούμενος από περιέργεια ή ίσως από τη ζήλεια που νιώθει καθώς η κοπέλα αδιαφορεί για τον πόθο του, την ακολουθεί. Την ίδια στιγμή όμως, εμφανίζονται και οι Γερμανοί που ερευνούν το μέρος για τον Άγγλο. Ο πιλότος εξαφανίζεται, η κοπέλα επιστρέφει στο σπίτι της έχοντας μαζί μία ταμπακέρα που της έδωσε ο Άγγλος και το αγόρι μένει να αναρωτιέται αν όντως ήταν εκείνο που τον πρόδωσε, άθελά του. "... έπρεπε να κάνει κάτι γιατί, ακόμα κι αν τα έκανε χειρότερα, θα ήταν προτιμότερο από το να μην κάνει τίποτα..."

Το αγόρι μεγαλώνει και γίνεται ο αφηγητής της ιστορίας, ποτέ όμως δεν θα ξεκαθαρίσει μέσα του τι ήταν εκείνο που τον έκανε να μην πάρει ιδιαίτερες προφυλάξεις όταν παρακολουθούσε τον πιλότο και την φίλη του. Ακόμη και σαράντα τόσα χρόνια μετά, όταν θα συναντηθεί πάλι με την φίλη του στο Παρίσι, δεν θα τολμήσει να την ρωτήσει τίποτα σχετικό. Γράφοντας ετούτη την ανάρτηση, λοιπόν, σκεφτόμουν ότι αν δεν τολμήσεις να ρωτήσεις και να μάθεις αυτό που θέλεις, αυτό που σε "τρώει", οι αναπολήσεις σου θα έχουν πάντα την πικρή γεύση της ήττας. Ή την στυφή γεύση που έχει ο καπνός ενός τσιγάρου, σαν κι εκείνου που πέφτει πάνω στο γόνατο του αφηγητή καθώς, χρόνια μετά, καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο Virginia του πιλότου. Όπως και να'χει όμως, για τον ηλικιωμένο τώρα πια άντρα οι αναπολήσεις αυτές γίνονται αφορμή για να γνωρίσει μιαν άλλη πλευρά του εφηβικού του έρωτα κι αυτή η πλευρά με τη σειρά της να τον οδηγήσει σε καινούργιες σκέψεις και γνωριμίες στο παρόν.

Ο Δανός συγγραφέας "πότισε" τις λιγοστές σελίδες του με νοσταλγία, εφηβικό ρομαντισμό και ανθρωπιά. Ίσως ετούτο να είναι, ξανασκέφτομαι, και το θετικό του να μεγαλώνεις - κι όχι να γερνάς: να μπορείς να κοιτάς πίσω σου με επιείκια, να μετατρέπεις την κάθε "ήττα" -με ή χωρίς εισαγωγικά- σε δύναμη και να προχωρείς μπροστά. Γερνάς μόνο όταν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Κι ετούτος είναι ακόμη ένας λόγος που μου αρέσουν οι νουβέλες - το πόσο ζεστά φορτισμένο/η σε αφήνουν αυτά τα "μικρά" βιβλία όταν τα κλείνεις.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010





" ......."



"... οι μεγάλες παύσεις σε μια συζήτηση δεν τον φόβιζαν,
γιατί δεν ταύτιζε τη σιωπή με το κενό."


Πιερ Ασσουλίν


Από το προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα και δημοσιογράφου Πιερ Ασσουλίν "Ξενοδοχείο Lutetia"(Πόλις, 2006) που διαβάζω σιγά σιγά για να απολαύσω την γοητευτική του ατμόσφαιρα. Μόλις το τελειώσω θα γράψω την σχετική ανάρτηση, προς το παρόν όμως "ανεβάζω" την φωτογραφία του προσώπου που μου ήρθε στο νου όταν είδα την πιο πάνω πρόταση - του αγαπημένου Μαρσέλ Μαρσό που (πρέπει να) αγαπούσε τις μεγάλες παύσεις, πολύ περισσότερο δε, τις σιωπές των λέξεων.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010





Mauvaise foi


Η τελευταία ταινία που είδα το 2009 ήταν αισιόδοξη αν και η σύνοψη που διάβασα στην εφημερίδα προϊδέαζε για κάτι αιχμηρό.

Η Κλάρα, εβραϊκής καταγωγής και ο Ισμαήλ, άραβας, ζουν μαζί για καιρό κι έχουν μια ευτυχισμένη κι αρμονική σχέση. Όταν η Κλάρα μένει έγκυος η σχέση τους περνά σε άλλο επίπεδο και αυτό τους προκαλεί φόβο και αμηχανία. Δεν τους προβληματίζουν στιγμή οι φυλετικές διαφορές τους - και μόνο το γεγονός μιας καινούργιας ζωής είναι αρκετό.


Αποφασίζουν να κρατήσουν το μωρό και ξεκινούν το στήσιμο της οικογένειάς τους. Η Κλάρα μετακομίζει στο σπίτι του Ισμαήλ και η επόμενη κίνηση είναι να το ανακοινώσουν στις οικογένειές τους. Οι γονείς της Κλάρα, εύποροι συντηρητικοί αστοί, σοκάρονται και με πολύ κομψό τρόπο εναντιώνονται στον γάμο τους. Ο Ισμαήλ, από την άλλη, συνεχώς το αναβάλλει ψάχνοντας να βρει την κατάλληλη στιγμή για να το εκμυστηρευτεί στην χήρα μητέρα του. Στο μεταξύ, παρ' όλο που κανείς από τους δύο δεν ασχολείται με θρησκεύματα και συμβολισμούς -του ιουδαϊσμού και του ισλαμισμού αντίστοιχα- αρχίζουν και χρησιμοποιούν τα σύμβολα και τις παραδόσεις της δικής του θρησκείας ο καθένας γιατί έτσι πιστεύουν ότι είναι πιο σωστό για την ανατροφή του παιδιού που θα έρθει. Αναπόφευκτα, η σχέση τους δυσκολεύει πολύ καθώς τίθεται και το "ακραίο" τελεσίγραφο "αν το παιδί είναι αγόρι θα πάρει το όνομα του πατέρα μου και θα γίνει μουσουλμάνος". Η Κλάρα, άτομο ανεξάρτητο και διαλλακτικό, επιστρέφει στο πατρικό της αντιμέτωπη με την νέα πραγματικότητα - το μωρό ή η σχέση;


Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το τέλος της υπόθεσης - "η αγάπη όλα τα νικά" κι έτσι πρέπει να είναι, στην τελική. Το ενδιάμεσο όμως μέρος θα μπορούσε να είναι σαφώς καλύτερο. Το "Λάθος Πίστη" είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν σου τραβούν την προσοχή και δικαίως γιατί δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο ούτε από εικαστική προσέγγιση ούτε από σεναριακή επεξεργασία. "Χαϊδεύει" σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως αυτά της προκατάληψης, της ανεξιθρησκείας και της αποδοχής παραμένοντας politically correct. Είναι όμως μια ταινία κωμική και ειλικρινής - ακριβώς ό,τι είχα ανάγκη να δω την προηγούμενη Τρίτη. Αν ήθελα κάτι διαφορετικό θα επέλεγα να δω σε DVD το πιο παλιό "Ένα τρυφερό φιλί" του Κεν Λόουτς που είναι κλάσεις ανώτερο και χτυπά συνέχεια στο καρφί κι όχι μόνο στο πέταλο.