Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011







Ποιός βλέπει το πρόσωπο καλύτερα;
ο φωτογράφος, ο καθρέφτης ή ο ζωγράφος;





Το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κανείς με το άκουσμα της λέξης καθρέφτης είναι η ματαιοδοξία των ανθρώπων για την εξωτερική τους εμφάνιση. Ωστόσο, ο "Καθρέφτης",  του  Γιάννη Ευσταθιάδη (΄Υψιλον, 2010) δεν συγκρατεί μόνο τα αναγκαία. Στην χάρτινη επιφάνεια των σελίδων αυτού του βιβλίου πολύ περισσότερο καταγράφονται  βίοι, συναισθήματα, χρόνος και μνήμη. Οι αντανακλάσεις τους δεν είναι άλλο από είκοσι δύο παραλλαγές βλέμματος σ' ένα θέμα.

Στάσου μπροστά στον καθρέφτη και χαμογέλασε.
Στάσου μπροστά στον καθρέφτη και συνοφρυώσου.
Σκοτείνιασε.
Οργίσου.
Σήκωσε το φρύδι.
Ζάρωσε τα χείλια.
Κλείσε τα μάτια.
Άνοιξέ τα πάλι.
Κάνε γκριμάτσες.
Γέλασε.
Να κλάψεις μην καταδεχτείς.
Αυτοσχεδίασε, παρώδησε, αφουγκράσου, χωρίς ήχο, μα με 
κινήσεις του στόματος εξιστόρησε.
Τρεμόπαιξε τα βλέφαρα από συνήθη φόβο.
Λάβε την τιμή να αυτοπαρουσιαστείς.
Συστήσου.
Ο εαυτός σου -φευ!- δεν σε γνωρίζει ακόμα.
Μετά, πλησίασε πιο κοντά, βγάλε τη γλώσσα σου.
Ζήσε με την ψευδαίσθηση πως κοροϊδεύεις.
Άκουσε να σου απαντά:
"Είναι άσπρη... Μήπως είσ' άρρωστος, αγόρι μου;"

Ο Γιάννης Ευσταθιάδης είναι ένας πολύ ιδιαίτερος συγγραφέας - έχει συγγράψει ποίηση, πεζά, δοκίμια, πολύ δηκτικά και απολαυστικά ομολογουμένως κείμενα για την γαστρονομία καθώς και υπέροχα παιδικά και το κάθε ένα από τα βιβλία του αποτελεί ξεχωριστό δείγμα λεπταίσθητου χειρισμού των λέξεων, των εικόνων και των συμβολισμών. Ωστόσο, εκτός από την συμπύκνωση των εννοιών και την αυστηρότητα του ρυθμού, όλα τα βιβλία του Γ.Ευσταθιάδη ξεχωρίζουν και για δύο άλλα πολύ έντονα χαρακτηριστικά του. Το πρώτο είναι η μικρή φόρμα που τόσο πιστά υπηρετεί και που τόσο όμορφα αναδεικνύει την λεπτομέρεια.        
                                                                                                                     
Το δεύτερο είναι η ιδιαίτερη σχέση του συγγραφέα με την μουσική – είναι πλέον γνωστό ότι για χρόνια διατηρούσε  την τακτική στήλη “Αντιστίξεις” στην “Καθημερινή”. Τούτο, λοιπόν, το πάθος του για την μουσική διαπερνά τα κείμενά του σε όποια κατηγορία κι αν ανήκουν. Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και στο “Καθρέφτης”.  Εκτός, όμως, από την  συνομιλία του με τον κόσμο του  Βάγκνερ, του Μότσαρτ, του Ραβέλ  και της cumparsita, ο  Γιάννης Ευσταθιάδης αυτή τη φορά συνδιαλέγεται επίσης και με τον Παπαδιαμάντη, τον Εμπειρίκο, τον Λουίς Κάρολ, τον Αντρέι Ταρκόφσκι, τον Μπόρχες - θα έλεγε κανείς πως η επιρροή του τελευταίου δίνει μια αέρινη μεταφυσική επίγευση στην ανάγνωση τούτων των ποιητικών αφηγημάτων. Μπορείς να τα πεις και πεζοποιήματα - το ύφος και η αισθητική της γραφής του δύσκολα εντάσσονται σε μια κατηγορία.

Πόση νύχτα υπάρχει στους καθρέφτες του! Ένας μγάλος μαύρος 
ύπνος που αχνοφέγγει στο ανοιχτό και στο σκούρο της τονικότητας, 
όχι θλίψη, ούτε χαρά, μια παρωδία μόνο των μορφών, 
μια ανατομία της σκιάς που είμαστε.

Τι περίεργο όμως. Από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα δεν έπαψα να σκέφτομαι πως τα συγκεκριμένα κείμενα είναι μεστά θεατρικά κομμάτια  έτοιμα για το σανίδι - σφύζουν από την ήσυχη δραματικότητα ενός Μπάστερ Κίτον  και την εύγλωττη εκφραστικότητα ενός Μαρσέλ Μαρσό. Η μοναδική ατμόσφαιρά τους με απορρόφησε και άρχισα να αναμοχλεύω διάφορες σκέψεις και αισθήσεις αδιαφορώντας εντελώς για την απάντηση στο ποιός τελικά "βλέπει" το ανθρώπινο πρόσωπο καλύτερα. Μου δημιουργήθηκε όμως η βεβαιότητα πως ο Γιάννης Ευσταθιάδης ξέρει να διευθύνει επιδέξια με την πένα του  τόσο τις λέξεις του όσο και τις αποχρώσεις του φωτός. Όπως επίσης και την ανθρώπινη ματαιότητα που επιμένει να διεκδικεί αναδρομικά εκείνο  το διαφεύγον που στέκεται ανάμεσα στο φθαρτό σώμα και τον άυλο εαυτό.



Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι του Eugene Carriere κι έχει τίτλο Between me. 

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011





Σημείο καμπής




Το  “Μετά το σεισμό” του Χαρούκι Μουρακάμι (Ωκεανίδα, 2009, μετάφραση  από τα αγγλικά Βασίλης Κιμούλης)  είναι μια συλλογή έξι διηγημάτων που γράφηκαν κατά παραγγελία μετά τον καταστροφικό σεισμό του Κόμπε, στην Ιαπωνία, το 1995 που άφησε πίσω του περίπου έξι χιλιάδες νεκρούς.  Εκείνη την εποχή ο συγγραφέας  είχε ήδη εγκατασταθεί μόνιμα στις ΗΠΑ και ως writing fellow σε αμερικανικά πανεπιστήμια  γράφει το "Κουρδιστό Πουλί" και το “Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου”.  Συγκλονισμένος από το γεγονός, επιστρέφει στην πατρίδα του όπου,  αφήνοντας κατά μέρος τις αγαπημένες  του μεταφυσικές ανησυχίες που συναντούμε σε όλα τα υπόλοιπα έργα του, επικεντρώνεται στις γήινες και πολύ  ρεαλιστικές επιπτώσεις που έχει μία τόσο βίαιη φυσική καταστροφή στον ψυχισμό καθημερινών ανθρώπων. "Θέλω να γράψω ιστορίες διαφορετικές απ' αυτές που έγραφα μέχρι τώρα, θέλω να γράψω γι' ανθρώπους που ονειρεύονται και περιμένουν να τελειώσει η νύχτα, που λαχταρούν το φως για ν' αγκαλιάσουν αυτούς που αγαπούν" αναφέρει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. 

Και πράγματι. Οι πρωταγωνιστές του Μουρακάμι  είναι πολύ συνηθισμένοι άνθρωποι οι οποίοι όμως δεν πλήττονται άμεσα από τον καταστροφικό σεισμό αλλά έμμεσα - παρακολουθώντας το τραγικό γεγονός από την βολή του σπιτιού τους. Αν μη τι άλλο, ο σεισμός εκτός από την φυσική δύναμη της γης απελευθερώνει επίσης το κενό που είναι καλά θαμμένο μέσα τους.  

Θα ήθελα να σχολιάσω περισσότερο όμως δεν έχω γυρίσει  ακόμη την τελευταία σελίδα και μάλλον θα μου πάρει λίγο - είμαι περίπου προς το τέλος του βιβλίου και δεν μπορώ να ξεκολλήσω το μυαλό μου από  ένα παλιό σκίτσο του Μορδίγιο – εκείνο όπου στο πρώτο καρέ στο πάνω μέρος της σελίδας, σε ένα πολύχρωμο δάσος ένα από τα χαρακτηριστικά ανθρωπάκια του σκιτσογράφου, κυνηγά με μια απόχη μία πολύχρωμη πεταλούδα ενώ στο επόμενο,  δεύτερο καρέ, στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας, οι ρόλοι έχουν αλλάξει. Είναι τώρα μια γιγάντια πεταλούδα που κυνηγά  με την απόχη ένα μικρό, ασπρόμαυρο ανθρωπάκι.



UpDate: Μια ουσιαστική παρουσίαση του βιβλίου -δίχως να κολλά στα φυσικά φαινόμενα- κάνει ο Lou Read εδώ.



Σημείωση: Η εικόνα είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου