Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011





Κατόπιν εορτής


Μετά τον Πινόκιο, ο Συρανό ντε Μπερζεράκ είναι η πιο διάσημη μύτη στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η ιστορία του γνωστή: ο Συρανό είναι ανίατα ερωτευμένος με την Ρωξάνη, την επιπόλαιη ξαδέρφη του η οποία δεν τον βλέπει παρά μόνο σαν τον πάντοτε πιστό φίλο που ικανοποιεί τις απαιτήσεις της. Ο Συρανό νιώθει ανυπέρβλητο το ελάττωμα της μεγάλης μύτης και παραιτείται  από κάθε διεκδίκηση της Ρωξάνης και ελπίδα  ότι θα τον ερωτευθεί. Δέχεται να βοηθήσει τον όμορφο μα εντελώς πεζό κι άχαρο Κριστιάν να την κατακτήσει γράφοντας στίχους και επιστολές που θα απευθύνονται σ΄αυτήν.

Εκείνο όμως που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως ο Εντμόν Ροστάν, ο συγγραφέας του πιο πάνω θεατρικού, έγραψε το έργο το 1897 κατά παραγγελία του Κοκλέν, ενός ηθοποιού που επρόκειτο να παίξει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ήρωας του έργου θα ήταν ένας μάλλον άγνωστος ποιητής στην Γαλλία του 17ου αιώνα, ο Συρανό ντε Μπερζεράκ.  Κάτι ο ενθουσιασμός μου για την παράσταση που θα προλάβαινα τελικά  να δω, κάτι μια ηθελημένη διάθεση να αφεθώ σ' ένα κλασικό κείμενο και "όπου με βγάλει", πήγα στο Εθνικό αγνοώντας αυτές τις βασικές πραγματολογικές πληροφορίες. Όπως και κάθε άλλη γνώμη και εντύπωση για το έργο. Ήμουν δηλαδή εντελώς απροετοίμαστη.

Γιός αστού δικηγόρου, ο Σαβινιάν ντε Συρανό, όπως ήταν το αληθινό του όνομα, γεννήθηκε το 1619 στο Παρίσι και σπούδασε στο Κολέγιο του Μπωβαί όπου είχε καθηγητή τον γνωστό παιδαγωγό της εποχής Ζαν Γκρανζέ. Τελειώνοντας τις σπουδές του το 1638, περνά το χρόνο του στα καμπαρέ και τα καπηλειά του Παρισιού, παίζοντας τζόγο και πίνοντας. Μαζί με άλλους ποιητές και λιμπερτίνους συγγραφείς της εποχής, γνωρίζει από κοντά το πιο κακόφημο κομμάτι της πόλης ενώ αργότερα, μαζί με τον φίλο του Λε Μπρε, κατατάσσεται στη φρουρά, πολεμά στη μάχη της Μπουζόν και του Αρράς, και αποκτά τη φήμη δεινού ξιφομάχου. Τα τραύματα που  απέκτησε στις μάχες τον έκαναν να τερματίσει τη σταδιοδρομία του στο στρατό και να ασχοληθεί με τη συγγραφή δίχως ποτέ του, όμως, να γίνει διάσημος γι' αυτή. Ωστόσο, οι τολμηρές, “αιρετικές” για την εποχή ιδέες που περιγράφει στο έργο του, γίνονται βάσεις για πολλούς συγγραφείς, σύγχρονους και επερχόμενους: ο Μολιέρος, στις "Κατεργαριές του Σκαπίνου", σχεδόν αντιγράφει μία ολόκληρη σκηνή από τον "Εξαπατημένο σχολαστικό" του και ο Φοντενέλ θα βρει στέρεο έδαφος για να βασίσει το μετέπειτα διάσημο έργο του. Δάνεια θα εντοπιστούν και στα έργα  του Βολταίρου, του Τζόναθαν Σουίφτ, του Κορνέιγ και του Πό(ε). Ο Θεόφιλος Γκωτιέ, που αποκαθιστά την λογοτεχνική φήμη του Συρανό, υποστηρίζει πως ο Γάλλος συγγραφέας είχε πρώτος επινοήσει το αερόστατο στο βιβλίο του "Ταξίδι στη Σελήνη" και είχε μάλιστα περιγράψει την παράξενη αίσθηση της έλλειψης της βαρύτητας. Ο Συρανό πέθανε το 1655 χτυπημένος από ένα δοκάρι που έπεσε στο κεφάλι του. Ήταν τριάντα πέντε.

Εκ των υστέρων, λοιπόν, διαπίστωσα πως μικρά κομματάκια από τον άγνωστο  βίο του Συρανό είχαν ενσωματωθεί στην παράσταση κάνοντάς την πολύ ενδιαφέρουσα. Όπως για παράδειγμα η παρουσία του Μονφλερύ, ηθοποιού και συγγραφέα, ανταγωνιστή του Συρανό.  Στην έναρξη της παράστασης, ο Μονφλερύ -τον υποδύεται ο χαρισματικός Άγγελος Παπαδημητρίου- εμφανίζεται να παίζει κάποια σκηνή από ένα θεατρικό και ο Συρανό, που τον θεωρούσε κάκκιστο τόσο ως ηθοποιό όσο  και ως συγγραφέα, τον κατεβάζει από τη σκηνή με το ζόρι.
 
Μου έκανε, επίσης, εντύπωση η συνεχής αναφορά σε λουκούλεια γεύματα και την γαλλική γαστριμαργία τη στιγμή που οι Γασκώνοι στρατιώτες λιμοκτονούσαν επί σκηνής - ανεκπλήρωτη γαστριμαργία κι ανεκπλήρωτος έρωτας...  Ειδικά στη δεύτερη και την τέταρτη πράξη όπου τα πάντα μεταφράζονται με όρους τροφής, βρέθηκα να παρακολουθώ γοητευμένη ένα είδος γαστρονομικού παραμυθιού αν και ομολογώ ότι προς στιγμήν με "κατέβαλε" η προσπάθεια να καταλάβω το λόγο που ο Γάλλος ζαχαροπλάστης Ραγκενό (υπέροχος ο Κοσμάς Φουντούκης) φορούσε ένα πολύ κομψό γιαπωνέζικης επιρροής  κοστούμι. 

Παρ' όλο που το όλο στήσιμο της παράστασης ήταν αντισυμβατικό, νεωτερικό κατά άλλους, ένοιωσα πως δεν ήταν ξένο προς το πνεύμα του κειμένου. Τίποτα απολύτως δεν ενοχλούσε το συναίσθημα, τίποτα δεν "σκάλωνε" στο μάτι. Όταν, μετά από λίγο, έπαψα να προσέχω το σχεδόν άδειο σκηνικό με τα στρώματα στην θέση πλοίων  και τις ακρυλικές φλοράλ κουβέρτες που έγιναν  κοστούμια αριστοκρατών και τα οποία σου τραβούσαν εγωιστικά την προσοχή από το πρώτο λεπτό, επικεντρώθηκα στο σανίδι όπου εκτυλίσσονταν μια πραγματική γιορτή εικόνων και διαθέσεων.

Οι δέκα Γασκώνοι στρατιώτες, ένας ιδιότυπος αρχαίος χορός, όργωναν τη σκηνή - πότε χόρευαν και τραγουδούσαν, πότε έπαιζαν τους ρόλους τους και πότε τα μουσικά όργανα της ορχήστρας που συνόδευε την πλοκή. (Διαβάζω πως όλοι τους, καθώς και οι δύο άλλοι γυναικείοι χαρακτήρες του έργου έμαθαν  όχι μόνο την μουσική αλλά κι από ένα μουσικό όργανο ειδικά για την παράσταση!) Η έντονη, αλέγκρα, θεατρικότητα του Άγγελου Παπαδημητρίου είχε ισχύ και στον δεύτερο ρόλο που κρατούσε στο έργο, εκείνον του κακού Ντε Γκις - που  μόνο κακό δεν τον εμφάνισε. Ο Χρήστος Λούλης απέδωσε σωματικά τον αδέξιο κι άγαρμπο Κριστιάν ενώ η Ρωξάνη της Λένας Κιτσοπούλου, μακριά από την αιθέρια ύπαρξη του κειμένου, θα ήταν, νομίζω, πιο ταιριαστή με λιγότερους ακκισμούς.

Ο Νίκος Καραθάνος, ως σκηνοθέτης ανέδειξε τον ρομαντισμό, την θλίψη, την μοναξιά,  την απόγνωση και το μέγεθος ενός άντρα "διαφορετικού". Ενός εκκεντρικού που τολμά να ζήσει κόντρα στην κατάπτωση της κοινωνίας της εποχής του υπερασπίζοντας τις παλιές ανθρώπινες αξίες της φιλίας, του έρωτα, της αυταπάρνησης, της ψυχικής ομορφιάς, της ρώμης, του αλτρουισμού μέχρι το τέλος του. Και αυτό το έκανε με έναν θαυμάσιο τρόπο - σε όλη την διάρκεια του έργου τονίζει τον στρατιωτικό χαρακτήρα του Γάλλου λιμπερτίνου ενώ αφήνει τον ερωτευμένο ψυχισμό του ποιητή να αναδυθεί κατά στάγδην και με αυξανόμενη ροή για να κορυφωθεί στα τελευταία πέντε λεπτά της παράστασης. Εκεί, ο Συρανό του λάμπει μέσα από τον απλό κι έμμετρο λόγο της (εξαιρετικής) μετάφρασης της Λουίζας Μητσάκου σε έναν μονόλογο που δύσκολα σε αφήνει ασυγκίνητο. Στην πραγματικότητα, δεν μπορείς να πάψεις να έχεις μέσα σου αυτό το τίποτα που, τελικά, είναι το παν...








Σημείωση: Δείτε εδώ μία επτάλεπτη βερσιόν του έργου.

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011





Ευχές για 


Καλό Πάσχα!




Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι δημιουργία παιδιού (το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται) που συμμετείχε στα πασχαλινά εργαστήρια του Μουσείου Ελληνικής Παιδικής Τέχνης.  

Διόρθωση: Το έργο ανήκει στην 10χρονη Νικόλ Λυμαδοπούλου κι από ελεύθερο συνειρμό συμπέρανα πως συμμετείχε στα εργαστήρια. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποθέτω, πως βρίσκεται στα αρχεία του ΜΕΠΤ.
 

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011











φυλάξτε τη μικρή φλόγα μέσα σας
αναμμένη...




Σημειώσεις: Αυτή η ανάρτηση προοριζόταν για το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ, μιας και η ιστορία του Τσέχωφ αναφέρεται ακριβώς σ' αυτήν. Πολλοί θα ασχολείστε με άλλα, πιο όμορφα και γήινα πράγματα εκείνη την ώρα γι' αυτό, κάντε κλικ στον τίτλο της ανάρτησης για να διαβάσετε το ομότιτλο διήγημα όσο (και όσοι) ακόμη βρίσκεστε εδώ.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011






Μια μπλουτζίν Πασχαλιά




"1988. Μεγάλη Εβδομάδα. Η άνοιξη σε όλο της το μεγαλείο: νερά που από χιόνι γίνονται τρεχούμενα, καινούργιες μυρωδιές της γης, φρέσκα χρώματα, βελάσματα ζώων που η μοίρα τους το 'χει να καταλήξουν στο αίμα. 
     Βαδίζουν σ' έναν δρόμο γεμάτο λάσπες. Ο άντρας με σηκωμένα τα μανίκια,  ξερακιανός, μια στυφή πίκρα στο μάτι, το μπόι του ένα κεφάλι κάτω απ' τον ήλιο. Στον ώμο έχει το αρνί - αυτός το έσφαξε, με τα ίδια του τα χέρια. Δίπλα ένα αδύνατο αγόρι. Αμίλητο κι αυτό, αγωνίζεται να τον φτάσει στο δρασκέλισμα και στο ύψος. Στα χέρια κρατάει μια νάιλον σακούλα με τη συκωταριά και τα εντόσθια. Προxωράει, μα ο νους του είναι αλλού: δεν βλέπει την ώρα να συναντηθεί με τους φίλους του, να βγουν στο λόγκο για να κόψουν ξύλα, που τα θέλουν να κάψουν τον "Ιούδα" το απόγευμα της Λαμπρής. Φαντάζεται τη σκηνή και χαμογελάει. Σκέφτεται τη φωτιά που θα μπουμπουνίσει τον προδότη και δεν νοιώθει ούτε κούραση ούτε βάρος στα χέρια. 
    Έχουν φτάσει στα πρώτα σπίτια  του χωριού. Ασβεστωμένα όλα, οι κήποι φίσκα στο λουλούδι. Μονάχα ένα δίπατο ξεχωρίζει. Απεριποίητο, η αυλή χορταριασμένη, τα παραθυρόφυλλα κλειστά, ξεραμένος κι ο ασβέστης στους τοίχους.Ο άντρας κόβει λίγο το βήμα και λοξοκοιτάει. Το παιδί σκύβει κι άλλο το κεφάλι. Προχωρούν ένα δυο βήματα και ύστερα κοντοστέκονται. Το βλέμμα του παιδιού συνεχίζει να μένει καρφωμένο στο χώμα. Στ' αυτιά του έχει το πείραγμα από τ΄άλλα παιδιά στο σχολείο: "Ρε σύ, να το μούλικο η αδερφή σου!" Και με κακία του δείχνουν ένα κορίτσι με μεγάλα και πράσινα μάτια. Μεγάλα και πράσινα σαν του...
    Του πατέρα του. Μόνο τα μάτια του πατέρα του έχουν το σχήμα και το χρώμα του άγουρου αμύγδαλου. Απ' αυτόν τα κληρονόμησε η Αγγελικούλα, δικά του είναι. Του πατέρα, που, όταν πριν από χρόνια εγκαταστάθηκε στο χωριό του η "ξένη" , βρήκε απάγκιο στα σκέλη της. Όταν γεννήθηκε η μικρή, τότε ήταν που το χωριό ήρθε και βούιξε. Η μάνα του πήρε να μαραζώνει, και η μία και η άλλη η γιαγιά ως και μάγια έριξαν στην ποίξα και στη δείξα. Το αγόρι άκουγε τα κλάματα, τις κατάρες, τους ολονύχτιους καβγάδες. Έτσι μεγάλωσε και με τέτοια σκοτεινιά στην καρδιά ανηφόρισε τα έντεκα χρόνια της ζωής του.

    (...)

    Το περασμένο καλοκαίρι χτύπησε την πόρτα τους μια γειτόνισσα. "Το και το" τους είπε. Και ύστερα σιγανά μα χαιρέκακα: "Όλα εδώ πληρώνονται!" Ποιά; Βρήκαν οι γιατροί στο αίμα της "ξένης" κάτι κακό και δεν της έμενε ακόμα πολύς καιρός. Το ίδιο βράδυ, την ώρα του φαγητού, όλοι κρυφοκοίταζαν τον πατέρα να δουν πως θα αντιδράσει:με χαρά, όπως λίγο πολύ και οι υπόλοιποι άντρες του χωριού, ή μήπως με οργή και ταραχή;
    Τίποτα. (...) ... και τώρα, στα ξαφνικά, να ο πειρασμός και η κακιά στιγμή: οι δυό τους έξω από το διαολεμένο σπίτι.
    Ο πατέρας πήρε σιγά σιγά ν' απομακρύνεται, δεν ήταν καιρός για πισωγυρίσματα. Κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι να δει που είναι και τι κάνει το παιδί. Ο μικρός είχε καρφωμένα τα μάτια στο σπίτι και δεν έλεγε να κουνηθεί από τη θέση του. Μα τι στο καλό συνέβαινε;
    Τις επόμενες κινήσεις του γιου του ο άντρας τις είδε και τις έζησε όπως σε μεγάλο πυρετό. Δίχως άλλη κουβέντα, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει ή να ζητήσει τη γνώμη του, το αγόρι άνοιξε το βήμα, μπήκε στην ξένη αυλή, προχώρησε ανάμεσα στα αφρόντιστα παρτέρια και πήρε να ανεβαίνει βιαστικά τη σκάλα. Σταμάτησε έξω από την πόρτα. Σήκωσε το χέρι και χτύπησε. Πέρασε ένα λεπτό, δύο, ένας ολόκληρος αιώνας. Ακούστηκε η σκουριασμένη πόρτα να τρίζει και εμφανίστηκε ένα κοριτσίστικο πρόσωπο με μάτι τσάγαλο. Έμειναν βουβά τα δυο παιδιά, το ένα να κοιτάζει το άλλο. Ύστερα κάτι είπε το αγόρι και έκανε μια κίνηση σκύβοντας.  Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, πήγε και στάθηκε δίπλα του λαχανιασμένο. Ο άντρας δεν γύρισε να το κοιτάξει. Συνέχισαν το δρόμο αμίλητοι. 

    (...)

   Την  τρίτη μέρα του Πάσχα κατέβηκαν με το αγροτικό στην πόλη. Ξάνοιγε ο καιρός και θα 'πρεπε να προμηθευτούν υλικά για το φράχτη, σπόρους για τον μπαξέ, κλωστές και νήματα η μάνα. 
    Λίγο πριν από μεσημέρι βρήκε την ευκαιρία και τον τράβηξε μέσα σ' ένα μαγαζί με ρούχα αντρικά. 
    Ο Αντρέας ήταν το πρώτο αγόρι στο Γλυφονέρι που φόρεσε Levi's 501, πεντάτσεπο, εφαρμοστό, με ραφές στο πλάι. (...)
    Άντρας πια, τόσα χρόνια μετά και το 'χει φυλαγμένο. Κειμήλιο πολύτιμο.



Σημείωση: Το απόσπασμα είναι από το ομότιτλο διήγημα του Κώστα Ακρίβου από την συλλογή διηγημάτων του "Τελετές ενηλικίωσης" (Μεταίχμιο, 2009)

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011





April of all seasons



It's spring and yet, 
there is summer in the sun and winter in the shadows. 
Some autumn feel was coming from behind the bar...






Σημείωση: Ο πίνακας είναι του J.S.Levitz. Τα παραπάνω λόγια θα μπορούσαν να είναι του Charles Dickens - είναι όμως φυλλο-σοφίες που σκεφτόμουν περιμένοντας τον σερβιτόρο σ' ένα καφέ χθες το πρωί, λίγο μετά τις 11 και μισή. Έπαιζε το πιο πάνω κομμάτι που, τελικά, αλίευσα από την ατμοσφαιρική λίστα του Τσαλαπετεινού.

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011







Οι σκιές των λέξεων
φωτίζουν την σκέψη μας 



Διάβασα το "Με λένε Ευρώπη" (Λιβάνης, 2010) του Γκαζμέντ Καπλάνι με αρκετή περιέργεια - ήθελα να δω  αφενός μεν την ματιά ενός "ξένου" για μας τους ντόπιους κι αφετέρου το ζήτημα της μετανάστευσης "εκ των έσω".  Δεν σας κρύβω πως όταν άρχισα να το ξεφυλλίζω ήμουν αρκετά επιφυλακτική για το περιεχόμενό του διότι το εξώφυλλο μου έφερνε στο νου μια ταινία του Θάνου Αναστόπουλου η οποία είχε ιδιαίτερα στενόχωρο θέμα, πράγμα που η διάθεσή μου εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να αντέξει.

Βασικός κορμός της αφήγησης είναι ένας ηλικιωμένος Αλβανός μετανάστης που μετά από πενήντα περίπου χρόνια επιστρέφει στα Τίρανα. Η επιστροφή του αυτή θα πυροδοτήσει την μνήμη και ο γηραιός αφηγητής θα αρχίσει να αναθυμάται την ζωή του στην Ελλάδα. Όταν γνώρισε και ερωτεύτηκε την Ευρώπη, μια συμφοιτήτριά του και μαζί της έκανε "εντατικά μαθήματα" ελληνικής πραγματικότητας -  η βιοπάλη από την μια, το πανεπιστήμιο από την άλλη. Στο ενδιάμεσο, η γραφειοκρατική μιζέρια, "τα σοκαριστικά ελληνικά για αρχάριους που έμαθε ξεκοκκαλίζοντας το  'Φοβερό βήμα' του Ταχτσή" και διάφορες άλλες εμπειρίες που κάλλιστα στοιχειοθετούν τον όρο "μαγικός παραλογισμός". Ή, αν προτιμάτε "εφαρμοσμένος νεο-μικροαστικός υπερρεαλισμός".
 

Θα έλεγα πως πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο αλλά αντίθετα με ότι συμβαίνει στο πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, το "Μικρό ημερολόγιο συνόρων" όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας διακρίνονται πιο καθαρά, εδώ τα όρια αυτά είναι δυσδιάκριτα. Ωστόσο, πολύ ευκρινές, αν όχι κυρίαρχο, είναι το μέλημα του αφηγητή  (και του συγγραφέα, υποθέτω) για την γλώσσα. Βρήκα αξιοθαύμαστη την χρήση και τους ελιγμούς που κάνει ο Καπλάνι με την ελληνική γλώσσα και θα ήθελα πολύ να σχολιάσω το υποδόριο χιούμορ του με την ειρωνική/αυτοσαρκαστική υφή του αλλά δεν θα το κάνω - κάποια πράγματα είναι καλύτερα να τα ανακαλύπτει κανείς μόνος. Εξαιρετική, επίσης, είναι η ικανότητά του να εμβαθύνει στο συναίσθημα και να μοιράζεται με τον αναγνώστη την σχέση του με την "ξένη" γλώσσα.

"Το να αφηγείσαι σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου είναι σαν να αρχίζεις την αφήγηση της ζωής σου από την αρχή. Γι' αυτό ένιωθα τα ελληνικά σαν  καινούργια παπούτσια που με προκαλούσαν την επιθυμία να τρέξω. Αφηγούμενος σε μια "ξένη"γλώσσα, ένιωθα όχι μόνο συμμέτοχος, αλλά και θεατής των βιωμάτων μου. Τα ελληνικά μου χάρισαν ένα άλλο στιλ και ρυθμό στην αφήγηση. Αλλά κυρίως μου χάρισαν την απόσταση που είχα τόσο ανάγκη για να αναπλάθω και να διαβάζω ξανά τα προηγούμενα και τα τωρινά μου βιώματα και αυτή η απόσταση είναι σωτήρια, καμιά φορά για τον αφηγητή. Ίσως γιατί μεταμορφώνει τα οικεία σε ανοίκεια. Η "ξένη" γλώσσα δεν κουβαλά το ιστορικό βάρος που κουβαλά η μητρική σου. Αφηγούμενος σε μια  "ξένη" γλώσσα, ειδικά για πράγματα βιωματικά, νιώθεις σαν να έχεις αποκτήσει μια ασπίδα που σε προστατεύει από την συντριβή και το αφόρητο βάρος των δικών σου βιωμάτων."

Το "Με λένε Ευρώπη"  είναι ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα - τα όρια που διαφεύγουν, το παιχνίδι με τον χρόνο (το παρόν της αφήγησης είναι τα Τίρανα του 2040 όπου αναπαριστάται με αρκετή ακρίβεια η νεοπλουτίστικη Αθήνα του 2000) ακόμη και το εύρημα του ονόματος της ερωμένης του αφηγητή που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως όχημα για να μιλήσει για τον κόσμο, ο γρήγορος (έως αβίαστα καταιγιστικός) ρυθμός και το σφιχτοδεμένο κείμενο μετέτρεψαν την επιφυλακτικότητά μου σε ενθουσιασμό. Πολύ περισσότερο δε το γεγονός ότι όταν ο αφηγητής μιλά για την μετανάστευση το κάνει με έναν τρόπο ευθύβολο κι απλό, απαλλαγμένο από κάθε μοιρολατρία ή ναρκισσισμό. 


Γυρνώντας, όμως, και την τελευταία από τις 367 σελίδες του βιβλίου, ήμουν κάπως αμήχανη - εντάξει με την δοκιμιακή χροιά που δίνει ο συγγραφέας στο κείμενο παραθέτοντας τις σκέψεις και τις αναλύσεις του για την γλώσσα, αλλά οι συνεντεύξεις των μεταναστών είναι λογοτεχνία; Αναρωτιόμουν γιατί στην βασική αφήγηση της ιστορίας παρεμβάλλονται είκοσι τέσσερις συνεντεύξεις τις οποίες πήρε ο ίδιος ο Γκαζμέντ Καπλάνι από  αλλοεθνείς μετανάστες (όχι μόνο Αλβανούς αλλά και Νιγηριανούς, Αρμένιους, Αφγανούς, κ.ά.), ή και ομοεθνείς μας που η τύχη τούς πήγε στο εξωτερικό.  Είχα ήδη διαβάσει τις περισσότερες από αυτές στη στήλη του στα ΝΕΑ και στην αρχή μού φάνηκαν αναλώσιμες. Ωστόσο, διαβάζοντάς τες για ακόμη μία φορά, ενταγμένες όπως ήταν σε ένα νέο, μυθιστορηματικό, πλαίσιο, διαπίστωσα πως  οι συγκεκριμένες μαρτυρίες δίνουν μια πολύ σαφή, νατουραλιστική, εικόνα της κατάστασης που επικρατεί στην χώρα μας για τους μετανάστες, πράγμα που απομακρύνει τον συγγραφέα από την πιθανότητα να γίνει μελοδραματικός ή λυρικά πικρός στην προσπάθειά του να μιλήσει για όλο αυτό. Βιβλίο-δημοσιογραφικό ντοκουμέντο, λοιπόν; 

Σε τούτο το σημείο, τα λόγια της Σοφίας Νικολαΐδου έβαλαν τα πράγματα στην θέση τους. "... δεν νοείται λογοτεχνία έξω από την γλώσσα. Η γλώσσα δεν είναι απλώς διεκπαιρεωτής, ένα ακόμα συγγραφικό εργαλείο. Είναι τρόπος θέασης και παράστασης - του κόσμου."  Και ο κόσμος του Γκαζμέντ Καπλάνι είναι ένας τόπος φωτισμένος, πολυφωνικός και χωρίς τείχη - τουλάχιστον όχι από το είδος εκείνο που δεν καταρρίπτεται.








Μικρό βιογραφικό: Ο Γκαζμέντ Καπλάνι γεννήθηκε σε μια κωμόπολη της Αλβανίας, τη Λούσνια, κι έφτασε στην Ελλάδα το 1991 με ένα καραβάνι μεταναστών. Έκανε όλες τις δουλειές που κάνουν συνήθως οι μετανάστες για να επιβιώσουν: μεταξύ άλλων, οικοδόμος, λαντζιέρης, περιπτεράς. Παράλληλα, σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του  Πανεπιστημίου Αθηνών ενώ γίνεται Διδάκτορας στο Πάντειο και τακτικός δημοσιογράφος στα ΝΕΑ όπου διατηρούσε μέχρι πρόσφατα τη δική του στήλη. Το μπλογκ του είναι αυτό.

Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό θέμα είναι λεπτομέρεια από πίνακα του Ζωρζ ντε λα Τουρ ενώ το τρίτο είναι το "Ο ανάποδος καθρέφτης"  του Ρενέ Μαγκρίτ. Στη φωτογραφία ο ίδιος ο συγγραφέας.