Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012













Entre aimer et abimer...


Ένα βιβλίo που έχει περάσει μέχρι στιγμής απαρατήρητo είναι το "Η ιστορία του έρωτα" (Διόπτρα, 2006 - μτφρ Πόλυ Μοσχοπούλου)  πράγμα που μου προκάλεσε μεγάλη απορία διότι, εκτός του ότι η συγγραφέας του συγκαταλέγεται ανάμεσα στους 20 πιο υποσχόμενους συγγραφείς της Αμερικής κάτω των 40 ετών, πρόκειται για ένα συγκινητικό βιβλίο με λογοτεχνικές αρετές και "προκλητικά"  τεχνάσματα που κρατούν τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Δλδ,  δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου πριν γυρίσεις και την τελευταία σελίδα.

Η Nicole Krauss "δανείζεται" τον τίτλο του βιβλίου της από ένα άλλο βιβλίο, το ομότιτλο “η ιστορία του έρωτα” που έγραψε ο Λέοπολντ Γκρούτσκι, ο Πολωνός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός της,  όταν ήταν είκοσι χρονών. Ο Λέο γράφει για τον έρωτά του για την Άλμα Μερεμίνσκι, την συμμαθήτρια με την οποία ήταν ερωτευμένος. Ο έρωτάς  τους αυτός θα διακοπεί με την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία. Οι γονείς της Άλμα την  στέλνουν  στην Αμερική παρά την θέλησή της και δίχως να γνωρίζει κανείς τους (ούτε οι γονείς, ούτε ο Λέο ή η ίδια) πως είναι έγκυος  Για να σώσει το γραπτό του, ο Λέο το εμπιστεύεται στον φίλο του Ζβι Λίτβινοφ ο οποίος έχει ήδη νόμιμα χαρτιά και φεύγει για την Αμερική ενώ ο ίδιος μένει πίσω και καταφεύγει στο δάσος δίπλα στο Σλόνιμ, “μια πόλη που πότε ανήκε στην Πολωνία και πότε στην Ρωσσία”. Για να επιβιώσει τρώει ρίζες, ζωύφια, μικρά ζώα και ό,τι μπορεί να κλέψει από τα κελάρια των άλλων. Ο Λέο θα  παραμείνει "αόρατος" στο δάσος για τριάμισι χρόνια αλλά με την εισβολή των ρώσικων τεθωρακισμένων θα βρεθεί σε στρατόπεδο εκτοπισμένων για έξι μήνες. Όταν θα βγει, θα ψάξει να βρει επαφές στην Αμερική και θα ταξιδέψει με σκοπό να βρει την Άλμα του. Και την βρίσκει. Η Άλμα, ωστόσο, έχει γεννήσει τον γιο τους και θεωρώντας τον νεκρό έχει παντρευτεί τον γιο του αφεντικού της στο εργοστάσιο όπου δούλευε και έχει ήδη δημιουργήσει οικογένεια μαζί του. Ο Λέο της προτείνει να πάνε -η Άλμα και ο γιος τους Ισαάκ- μαζί του αλλά η Άλμα αρνείται. Ο Λέο τότε αναζητά το βιβλίο του, το μόνο που του απέμεινε από εκείνη. Επικοινωνεί με τον Ζβι αλλά η γυναίκα του, η Ρόζα, τον ενημερώνει πως το χειρόγραφό του δεν υπάρχει γιατί καταστράφηκε σε μια πλημμύρα. 


Ο Λέο αφηγείται την ιστορία του όντας σε μεγάλη ηλικία. Είναι ογδόντα, έχει κλείσει το κλειδαράδικο που διατηρούσε και δεν εργάζεται πλέον αλλά συνεχίζει να γράφει - μόλις ολοκλήρωσε το τέταρτό του βιβλίο (το "η ιστορία του έρωτα" είναι το τρίτο. Τα δύο που προηγήθηκαν τα πέταξε διότι η Άλμα που τα διάβασε  του είπε πως δεν ήταν καλά.) Εκτός από την μοναξιά του και τον Μπρούνο Σουλτς, τον μοναδικό φίλο που έχει και που συνάντησε κατά τύχη, εκείνο που απασχολεί κυρίως τον Λέο είναι ο φόβος του μήπως πεθάνει μια μέρα δίχως να τον δει κανείς. Γι' αυτό κάθε, μα κάθε, μέρα σκαρφίζεται διάφορα καψόνια για να τραβά την προσοχή των ανθρώπων, άγνωστών του τις περισσότερες φορές: του υπαλλήλου στο κατάστημα με τα αθλητικά που τον στέλνει να του φέρει διάφορα παπούτσια  ή του ντιλιβερά με το κινέζικο τον οποίο κάνει να περιμένει στην πόρτα ώσπου να βρει τάχα το πορτοφόλι του. Μέχρι που ποζάρει γυμνός σε σχολή ζωγραφικής ως μοντέλο.


Πίσω στην δεκαετία του '60 (αν δεν κάνω λάθος), ο Ντέιβιντ Σίνγκερ, ένας Ισραηλινός που  έχει φύγει από το κιμπούτζ και ταξιδεύει για να βρει τον  προσανατολισμό του, θα “ξετρυπώσει” ένα ταλαιπωρημένο βιβλίο σ'ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στην Χιλή και θα το δωρίσει στην  αγαπημένη του Σάρλοτ. Είναι το “η ιστορία του έρωτα” του Ζβι Λίτβινοφ και είναι γραμμένο στα ισπανικά. Η Σάρλοτ, που έχει αφήσει τις σπουδές της στην Οξφόρδη για να είναι κοντά στον Ντέιβιντ, μαθαίνει  ισπανικά και διαβάζει λίγο-λίγο το βιβλίο. Οι δύο τους θα λατρέψουν το ιδιότυπο μυθιστόρημα και θα δώσουν στην κόρη τους το όνομα της Άλμα Μερεμίνσκι. Είναι ήδη εγκαταστημένοι μόνιμα στις ΗΠΑ όταν, λίγο αργότερα, ο Ντέιβιντ πεθαίνει. Η μικρή Άλμα είναι τεσσάρων χρονών και ο αδελφός της, Μπερντ, αρκετά μικρότερος. Τα δυο παιδιά μεγαλώνοντας θα προσπαθήσουν με διάφορους τρόπους να καλύψουν την απουσία του πατέρα τους. Η μικρή Άλμα, που στο βιβλίο την βρίσκουμε στην ηλικία των 15 χρόνων, θα αρχίσει να κρατά ημερολόγιο που το ονομάζει "Πως να επιβιώσεις στη Φύση" ενώ ο  Μπερντ αγγιστρώνεται από την θρησκεία και πότε νομίζει ότι είναι ένας από τους τριάντα έξι αγίους του Ιουδαϊσμού που κρατούν τον κόσμο ενωμένο και πότε ότι είναι η ενσάρκωση του Μεσσία. Είναι τόσο αφοσιωμένος σε τούτη την πίστη που για μήνες ολόκληρους πουλά σπιτική λεμονάδα με σκοπό να μαζέψει αρκετά χρήματα για να αγοράσει το εισιτήριο που χρειάζεται για να πετάξει στην Ιερουσαλήμ. Η Σάρλοτ παραμένει εντός πραγματικότητας μόνο λόγω δουλειάς - έχει γίνει μεταφράστρια.

Κάποια στιγμή η Σάρλοτ θα δεχθεί μια παραγγελία για να μεταφράσει το κείμενο από τα ισπανικά στα αγγλικά από έναν άγνωστο σ' αυτήν συγγραφέα, τον Τζάκομπ Μάρκους. Η πρόταση αρχικά τής φαίνεται ύποπτη διότι το ποσό της αμοιβής της είναι μεγάλο ($100.000) συμφωνεί όμως για την μετάφραση μετά την αιτιολογία που της εξομολογείται ο Τζ. Μάρκους: το βιβλίο έχει μεγάλη συναισθηματική αξία γι' αυτόν διότι τού το διάβαζε η μητέρα του όταν ήταν μικρός. Η Άλμα Σίνγκερ που διαβάζει το γράμμα του Τζ. Μάρκους μπαίνει αμέσως σε περιπέτειες: αφενός προσπαθεί να φέρει τον άγνωστο συγγραφέα σε επαφή με την μητέρα της με σκοπό οι δυο τους να δημιουργήσουν μια ρομαντική σχέση κι έτσι η Σάρλοτ να βγει από την κατάθλιψή της. Και κατόπιν, όταν θα διαβάσει τα μεταφρασμένα κεφάλαια του βιβλίου, συμπεραίνει πως η  Άλμα Μερεμίνσκι είναι υπαρκτό πρόσωπο και αποφασίζει να την βρει.


Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της Νικόλ Κράους κι έκανε μεγάλη αίσθηση με την κυκλοφορία του - πολλές εγκωμιαστικές κριτικές και μία θέση στην μικρή λίστα του Orange Prize for Fiction. Η ίδια, ωστόσο, λέει πως η συγγραφή του βιβλιου ήταν τόσο έντονα προσωπική  που αναρωτιόνταν εάν η ιστορία θα άρεσε  και σε κάποιον άλλο εκτός από την ίδια. Είναι φανερό πως η συγγραφέας, ένα από τα χρυσά παιδιά του Στάνφορντ με σπουδές και στην Οξφόρδη, άντλησε υλικό από την οικογένειά της - το βιβλίο άλλωστε φέρει στην πρώτη σελίδα αφιέρωση "Στους παππούδες και τις γιαγιάδες μου".  Η γιαγιά της, από την πλευρά του πατέρα της, όπως η ίδια διηγείται, ήταν στην Νυρεμβέργη και από εκεί κατέληξε σ' ένα στρατόπεδο εκτοπισμένων στην Πολωνία όπου συνάντησε έναν γιατρό. Εκείνος την βοήθησε να φτιάξει τα χαρτιά της για να βγει από το στρατοπέδου ως συνοδός στην τελευταία μεταφορά παιδιών στο Λονδίνο. Οι γονείς της πέθαναν και υπέθεσε πως πέθανε και ο γιατρός. Χρόνια αργότερα (αφότου η γιαγιά της Κράους είχε παντρευτεί και μετοικήσει στις ΗΠΑ) έλαβε γράμματά του από την Νότιο Αμερική. Η γιαγιά της ποτέ δεν απάντησε σ'εκείνα τα γράμματα του γιατρού, επιλέγοντας να μην περιπλέξει την αφοσίωσή της στη νέα της οικογένεια. Είναι μία επιλογή που προκαλεί στην Κράους θλίψη αλλά και θαυμασμό.

Από την μια, λοιπόν, διαβάζουμε για την  ταπεινή πραγματικότητα ενός ανθρώπου που επέζησε από το Ολοκαύτωμα, τη φθορά της ζωής, την μοναξιά, το ανεκπλήρωτο, την απώλεια και τον θάνατο που κάνει την εμφανισή του παντού: από την οικογένειά του Λέο στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής, περνά στον πατέρα της μικρής Άλμα, στην ίδια την μεγάλη Άλμα, στον Ισαάκ και φτάνει μέχρι τον ίδιο τον Λέο. Και από την άλλη  υπάρχει ο έρωτας. Ή η αγάπη, πείτε το όπως θέλετε - στην αγγλική γλώσσα η λέξη  "love" αποδίδει και τις δύο έννοιες. Στο βιβλίο άλλωστε υπάρχουν όλες οι αποχρώσεις της: η αγάπη μεταξύ φίλων, εκείνη μεταξύ συγγενών, μεταξύ αδελφών και φυσικά μεταξύ εραστών και συντρόφων. Ωστόσο, entre aimer et abimer, il n'y a qu'une lettre de difference, le petit “b” de la beaute - και η Νικόλ Κράους περιγράφει καθαρά τούτη την ομορφιά των αληθινών συναισθημάτων και της ανθρώπινης υπόστασης. Δίνει με μεγάλη τρυφερότητα, χιούμορ και  οξυδέρκεια λεπτομέρειες και σκηνές που αποτυπώνουν την επιμονή, τη δράση και το θράσος των πολύ προηγούμενων γενεών για τη ζωή, κάτι που μπορούμε κι εμείς να διαπιστώσουμε από τους "προπολεμικούς" συγγενείς μας.  Η Κράους ασχολείται ακόμη και με τις πολλές εκδοχές του  ψέματος. "Μ' ενδιαφέρει η έννοια του αναπόφευκτου ψέματος, εκείνου που λες για να αποζημιώσεις κάποιον για την σκληρότητα του κόσμου" λέει.


Οι δύο παράλληλες αφηγήσεις πλέκονται όμορφα αλλά εύκολα τις διακρίνει κανείς από τις μικρές εικόνες που χρησιμοποιούνται σε κάθε κεφάλαιο - μία καρδιά για του Λέο και μία πυξίδα για εκείνη της μικρής Άλμα. Ανάμεσα σ' αυτές τις αφηγήσεις παρεμβάλλονται κεφάλαια από το "η ιστορία του έρωτα", το μυθιστόρημα του Λέο. Τα αποσπάσματα αυτά είναι πραγματικά ξεχωριστά διότι αν μη τι άλλο έχουν ένα εντελώς διαφορετικό ύφος γραφής - μαγικός ρεαλισμός έως υπαρξιακός ιμπρεσιονισμός από έναν άνθρωπο που γνώρισε κι επέζησε της Γερμανικής θηριωδίας.

Ο μικρός Μπερντ θα παίξει κι αυτός έναν σημαντικό ρόλο στην πλοκή. Όταν λείπει η Άλμα από το σπίτι, μιλά στο τηλέφωνο με τον Τζάκομπ Μάρκους ο οποίος του δίνει ένα μήνυμα για την αδελφή του γεμάτο πληροφορίες που αποκαλύπτουν μέσες-άκρες βασικά στοιχεία της έρευνας της Άλμα. Μέσα στην σύγχυσή του, ο Μπερντ θα βρει αφορμή για να κάνει μια καλή πράξη δίχως να το ξέρει κανείς - στέλνει από μία επιστολή στον  Λέο Γκρούτσκι  και στην αδελφή του ορίζοντας την ώρα και τον τόπο συνάντησής τους. Έτσι ο Λέο και η Άλμα Σίνγκερ θα συναντηθούν, τελικά, σ'ένα πάρκο αν και μέχρι να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο και να καταλάβουν το πως και γιατί, η όλη συνάντηση θα κινδυνεύσει με αποτυχία. 

Το “η ιστορία του έρωτα” είναι ένα κείμενο, ή καλύτερα πολλά κείμενα συρραμένα με εξαιρετικό και πρωτότυπο τρόπο. Δίχως ίχνος μελοδραματισμού είναι ένα βιβλίο από τα πιο γενναιόδωρα που έχω διαβάσει. Καθόλου τυχαίο που -τηρουμένων των αναλογιών- μου θύμησε το "Στο τέλος της γης". Ειλικρινά όμως,  η ελληνική έκδοσή του το αδικεί. Ελπίζω το πιο πρόσφατο βιβλίο της Nicole Krauss, το Great House,  που αναμένεται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά εντός του Φεβρουαρίου να τύχει καλύτερης αντιμετώπισης, εκδοτικής και αναγνωστικής.








Σημείωση: Αν και απέχω από τις συγκρίσεις μεταξύ βιβλίων και κινηματογραφικών μεταφορών τους ωστόσο, είμαι αρκετά περίεργη να δω την κινηματογραφική μεταφορά αυτού του βιβλίου που θα βγει στις αίθουσες -σύμφωνα με τις ανακοινώσεις- το 2012. Θα τη σκηνοθετήσει ο Αλφόνσο Κουαρόν ο οποίος έχει στο παλμαρέ του το "Μεγάλες Προσδοκίες" κι αυτό προνηνύει κάτι ιδιαίτερο. Ο πρώτος πίνακας είναι το "Σύννεφο"  και ο τρίτος το "Εραστές στο δάσος" - και τα δύο του Γκέρχαρντ Ρίχτερ. Ο δεύτερος πίνακας είναι το "Πορτραίτο ενός γηραιού κυρίου" και ανήκει στον Ίγκον Σίλε ενώ ο τέταρτος πίνακας είναι το "Ανθρώπινη συνθήκη" του Ρενέ Μαγκρίτ. Στην ασπρόμαυρη φωτό  η συγγραφέας.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012





     

"To have access to literature, world literature, was to escape the prison of national vanity, of philistinism, of compulsory provincialism, of inane schooling, of imperfect destinies and bad luck. Literature was the passport to enter a larger life; that is, the zone of freedom.
    Literature was freedom. Especially in a time in which the values of reading and inwardness are so strenuously challenged, literature is freedom."

                           Susan Sontag
                        Frankfurt Book Fair speech (2003)





Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012









Happiness depends upon ourselves 

Aristotle


Εάν υπήρχε κάποιο βραβείο καλών προθέσεων θα έπρεπε σίγουρα να απονεμηθεί στο “Η υπόσχεση της ευτυχίας” του Justin Cartright (Πάπυρος, 2008 - μτφρ. Διονυσία Ρώντα) κι αυτό διότι αν κι έχει όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να το κάνουν ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα, κάπου το εγχείρημα προδίδει ένα είδος αστάθειας κι ευκολία.

Η υπόθεση του βιβλίου περικλείει όλα  τα  μέλη μιας μεσοαστικής αγγλικής οικογένειας στο Λονδίνο των '00 η οποία προσπαθεί να χειριστεί με ψυχραιμία το γεγονός της αποφυλάκισης της μεγαλύτερης κόρης. 

Η Τζούλιετ, η χαϊδεμένη κόρη του Τσαρλς και της Δάφνης Τσαντ, η Τζου-Τζου τους, το παιδί-υπόδειγμα με την άριστη διαγωγή και τις σπουδές στα καλύτερα ακαδημαϊκά ιδρύματα και ινστιτούτα της χώρας, μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες στον χώρο της τέχνης και ειδικός στα βιτρώ του Τίφφανυ, καταδικάστηκε πριν δύο χρόνια σε φυλάκιση με την κατηγορία της κλεπταποδοχής και πώλησης ενός διάσημου έργου τέχνης. Από εκείνη τη στιγμή, η οικογένεια ζει στην σκιά του γεγονότος και  ο πατέρας της Τζούλιετ το θεωρεί την αιτία της πτώσης τους από την κορυφή της μεσοαστικής πυραμίδας όπου βρίσκονταν. Στην πραγματικότητα, όμως, η ηθική πτώση της οικογένειας συνέπεσε με την αρχή της επερχόμενης οικονομικής κρίσης όταν ο Τσαρλς, λογιστής σε μία από τις μεγαλύτερες λογιστικές εταιρείες του Λονδίνου με το αντίστοιχο κύρος και (οικονομικές) παροχές, απολύεται λόγω συγχώνευσης της εταιρείας και των περικοπών που επιβάλλονται. Εγκαταλείπει, τότε, τη ζωή του στο βόρειο Λονδίνο και μετακομίζει με την γυναίκα του σ'ένα χωριό της Κορνουάλης  όπου περνάει τον καιρό του παίζοντας γκολφ και “μαλώνοντας” με τα κουνέλια της περιοχής που βρίσκουν καταφύγιο στον κήπο του. Η Δάφνη, πρότυπο της comme il faux μητέρας και συζύγου, δέχεται αδιαμαρτύρητα την αλλαγή και προσπαθεί να αντλήσει ευχαρίστηση από την ανθοδετική και τον ανθοστολισμό της τοπικής εκκλησίας όταν δεν κάνει -αποτυχημένες- απόπειρες μαγειρικής.

Η αποφυλάκιση της Τζούλιετ από τις αμερικανικές φυλακές και η επιστροφή της στην πατρίδα (η Τζούλιετ ζούσε κι εργάζονταν στην Νέα Υόρκη) γίνεται η αφορμή για την επανασύνδεση της οικογένειας. Γίνεται επίσης δυναμικός καταλύτης στην ζωή τους που αλλάζει για ακόμη μία φορά. Ο Τσαρλς αρχίζει και τα χάνει από το άγχος και την πικρία που νιώθει για το ότι η αγαπημένη του Τζου-Τζου τους κατέστρεψε - κάνει ατέλειωτες μοναχικές πορείες στα τριγύρω μονοπάτια βάζοντας σε κίνδυνο την ζωή του με διάφορες απερισκεψίες και "ανακουφίζεται" στον τάφο του διάσημου ποιητή Μπέτζεμαν αδιαφορώντας για τον περίγυρο. Η  Δάφνη καταπιέζει τις ανησυχίες της και βρίσκει νόημα στο να σχεδιάζει την ομαλή ένταξη της Τζούλιετ στη ζωή του χωριού χρησιμοποιώντας γι' αυτό τον γάμο του γιου τους. Και η Σόφι, η μικρότερη κόρη, θα εγκαταλείψει την αναρχία που ζει καθώς θα συνειδητοποιήσει ότι δεν την ικανοποιεί πλέον, δεν τη βγάζει πουθενά - στα είκοσι τρία της εργάζεται σε μια διαφημιστική εταιρεία στο Λονδίνο διατηρώντας σχέση με τον κατά πολύ μεγαλύτερό της και παντρεμένο εργοδότη της. Έχει ήδη προλάβει να αποβληθεί από την σχολή που φοιτούσε λόγω παραβατικής συμπεριφοράς, βλ. χρήση ναρκωτικών,

Εκείνος που επιβιώνει από αυτήν την δίνη της Πτώσης είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας που θα αποδειχθεί στυλοβάτης της και θα αποκαταστήσει το χαμένο κύρος. Αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας στα 28 του και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια  (η εταιρία του κάνει χρυσές δουλειές πουλώντας κάλτσες μέσω διαδικτύου), ο  Τσάρλι είναι εκείνος που θα παραλάβει την Τζούλιετ από την φυλακή και θα φροντίσει με πολύ διακριτικότητα και τρυφερότητα την επανασύνδεση της αδερφής του με το καινούργιο παρόν.


Το “Η υπόσχεση της ευτυχίας” θεωρήθηκε η ευρωπαϊκή απάντηση στις “Διορθώσεις” του Αμερικανού Τζόναθαν Φράνζεν και αυτός είναι ένας λόγος που το διάβασα. Δίχως να  έχω διαβάσει -ακόμη-  τις "Διορθώσεις" για να το διαπιστώσω μπορώ να πω ότι "Η υπόσχεση..." δίνει αρκετή τροφή για σκέψη. Διαθέτει πάρα πολλές ιδέες και παρατηρήσεις για την ηθική, την οικογένεια, την θρησκεία, την τέχνη, την δικαιοσύνη, την συμβίωση, την αγάπη και τον έρωτα και μπορεί άνετα να θεωρηθεί μία καίρια καταγραφή της πορείας και των ηθών μιας μέσης βρετανικής οικογένειας -και μέσω αυτής της ίδιας της κοινωνίας στην Βρετανία και κατ' επέκταση και της υπόλοιπης Ευρώπης- βάσει των στοιχείων της καθημερινότητας και των λεπτομερειών της. Ο Τζάστιν Κάρτραϊτ περιγράφει με ιδιαίτερη επιμονή την αποσύνθεση της "βρετανικότητας", την γρήγορη κοινωνική ανέλιξη, την ματαιότητα της απόκτησης -μόνο- υλικών αγαθών. Θίγει το θέμα ταμπού του ερωτικού συναισθήματος που νιώθει ο Τσαρλς για την  πρωτότοκη κόρη του και ασχολείται -μεταξύ άλλων- με την θέση της γυναίκας, την διαφορετικότητα των φύλων, την (γενική) έλλειψη επικοινωνίας, το χάσμα των γενεών έως και την σημερινή αποξένωση των νέων από τα εγκόσμια με την "βοήθεια", βεβαίως, του διαδικτύου.

Το βιβλίο διαθέτει επίσης μια αίσθηση αστυνομικού μυθιστορήματος μιας και το έγκλημα που διέπραξε η Τζούλιετ αποκαλύπτεται σε όλη του τη διάσταση λίγο λίγο - ενώ αρχικά η Τζούλιετ παραδέχεται πως  ό,τι έκανε το έκανε για να βοηθήσει τον Ρίτσι, έναν τριτοκλασάτο γκαλερίστα με τον οποίο είχε σχέση, να μην χρεοκοπήσει, ο συγγραφέας, με φλασμπακς που σου εντείνουν την περιέργεια,  αποκαλύπτει την  πραγματική αιτία πίσω από πράξη της αυτή όπως επίσης φανερώνει την κακοδικία της υπόθεσης και τους διάφορους εξωδικαστικούς παράγοντες που οδήγησαν την Τζούλιετ στην φυλακή (πχ. η άμετρη φιλοδοξία ενός ντετέκτιβ για προαγωγή τον  έκανε να διαστρεβλώσει τα στοιχεία εναντίον της).

Ο Τζάστιν Κάρτραϊτ  δημιουργεί ένα ζεστό κι αληθινό πορτραίτο της οικογένειας και σε κάνει να ενδιαφερθείς για τον καθένα τους διαβάζοντας με όρεξη το παρακάτω. Η γραφή του, που θα πρέπει να είναι προσεγμένη στο πρωτότυπο (η ελληνική μετάφραση μου έδωσε την αίσθηση ότι ήθελε κι άλλη επιμέλεια), και το χιούμορ συμβάλλουν, επίσης, πολύ σε μια ανάγνωση χωρίς εμπόδια - οι σουρρεαλιστικοί διάλογοι και η γλώσσα των νέων έχουν μια φρεσκάδα  και απαλύνουν τις πραγματικά δύσκολες στιγμές της πλοκής. Ωστόσο. Αρκετές φορές ένιωσα πως ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε το χιούμορ ως μέσο διαφυγής από αυτές ακριβώς τις στιγμές, ήταν γι' αυτόν κάτι σαν μοχλός επέμβασης εκεί που θα περίμενε κανείς πως θα εμβαθύνει. Ειλικρινά, όμως, δεν ξέρω αν τούτη η εμφανής αμηχανία του Κάρτραϊτ είναι που με ενόχλησε περισσότερο ή ο κατευναστικός επίλογος.

Το βιβλίο τελειώνει με την αισιόδοξη παραδοχή πως η ευτυχία είναι κάτι το απολύτως απτό κι εφικτό. Μετά από τις απαραίτητες εξηγήσεις που δίνονται μεταξύ των μελών της οικογένειας, οι πικρίες διαλύονται και ο καθένας κάνει τις επιλογές του: η Σόφι επιλέγει να ακολουθήσει έναν πιο κατασταλαγμένο, σταθερό, τρόπο ζωής, η Τζούλιετ βρίσκει και πάλι την θέση της στον κόσμο και στην αγάπη δίπλα στον Ντέιβις και ο Τσάρλς και η Δάφνη οργανώνουν τον τέλειο γάμο για τον Τσάρλυ και την έγκυο συμβία του.

Και  ναι μεν συμφωνώ με το ότι η επικοινωνία είναι μια δύσκολη υπόθεση αλλά αναγκαία και πως η ευτυχία είναι στο χέρι μας, ωστόσο,  το γεγονός ότι στο τέλος ο Τσάρλυ παντρεύεται έχοντας σοβαρές αντιρρήσεις (από τις πολυέξοδες και φανταχτερές διακοσμήσεις έως τον τρόπο που φέρεται η κοπέλα του, κάτι που μπορεί να μεταφραστεί και ως αμφιβολία για εκείνη που θα παντρευτεί) χωρίς όμως να τις εκφράσει σε εκείνους που τους αφορούν ή να κάνει κάτι γι' αυτό που δεν εγκρίνει, με κάνει να αναρωτιέμαι για τo πόσο η ευτυχία, τελικά, εξαρτάται από τους άλλους.






Σημείωση: Η πρώτη εικόνα είναι το διαφημιστικό πόστερ της βραβευμένης ταινίας "Junebug" που πραγματεύεται από άλλη, αμερικανική, οπτική -και πιο επιτυχημένα νομίζω- τα ίδια σχεδόν θέματα (δλδ οικογένεια-τέχνη-θρησκεία-έρωτας-εαυτός-συμβίωση). Η εικαστική εγκατάσταση της δεύτερης φωτογραφίας ανήκει στην Δήμητρα Πανουργιά,  έχει τίτλο "Λαβύρινθος - Τριαντάφυλλο" και αποτελεί σχόλιo της εικαστικού για την ανθρώπινη κατάσταση. Μια εκδοχή της βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012







Στιγμιότυπα



...του σώματος  μπορούν να θεωρηθούν τα 36 διηγήματα της Έλενας Πέγκα που βρίσκονται συγκεντρωμένα σ' ένα βιβλίο με τον τίτλο "Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα"  (Άγρα, 2011).
 
Μπαρόκ. Βρίσκεσαι στο Τορίνο. Τριγυρνάς με το ποδήλατο μέσα στην πόλη, κοιτάζεις κήπους πίσω από καγκελόπορτες.Θυμάσαι; Το Τορίνο είναι μπαρόκ πόλη. Βλέπεις παντού παλιά κτίρια, αρμονικά, σαν κοσμήματα, σαν δαντέλα. Εικόνες σαν μέσα από παλιές κιτρινισμένες καρτ-ποστάλ.
   Μπαρόκο στα πορτογαλέζικα σημαίνει ακανόνιστου σχήματος μαργαριτάρι, όχι σφαιρικό. Στην Φιλοσοφία, Μπαρόκο σημαίνει απατηλός συλλογισμός. Χρησιμοποιείς καμπύλες και τολμηρούς απροσδόκητους συνδυασμούς αντιθέτων, με στόχο μια αίσθηση αρμονίας.
    Με το ποδήλατο κάνεις βόλτες γύρω γύρω. Σταματάς, κοιτάς, συνεχίζεις. Γυρίζεις γύρω γύρω αργά πολύ αργά σε ένα φλας μπακ μέσα.  Η ταινία έχει κιτρινίσει. Όλα έχουν παλιώσει. Ένα ποτήρι άδειο. Δύο. Δύο άνθρωποι τώρα τώρα συναντήθηκαν, δαγκώνουν το ένας τα χείλη του άλλου, φιλιούνται τώρα τώρα. Σταματάς, κοιτάς. Ένα ηλιοβασίλεμα, ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα σε ένα κίτρινο ποτάμι. Βάρκες στο κίτρινο ποτάμι, γλιστρούν ήσυχα, αργά πολύ αργά σε ένα φλασ μπακ μέσα. Η ταινία έχει κιτρινίσει. Όλα έχουν παλιώσει. Δες τί πολλά φορέματα. Φόρεσέ τα όλα, φόρεσέ τα.  Το ένα πάνω στο άλλο. Ανέβα έτσι πάνω στο ποδήλατο. Συνέχισε. Δεν μπορείς να σταματήσεις. Φόρεσε τη ζώνη. Σφίξ' τη γύρω από τα φορέματα. Κάνε ποδήλατο γύρω από σένα, από τα φορέματα, γύρω από τη ζώνη. Σφίξ' τη. Κοίτα το ποτάμι. Σφίγγει την πόλη. Συνέχισε. Δεν μπορείς να σταματήσεις.


Η Έλενα Πέγκα είναι περισσότερο γνωστή ως θεατρική συγγραφέας και σκηνοθέτης γι' αυτό ξαφνιάστηκα που είδα το όνομά της στο εξώφυλλο. Ωστόσο, αυτή η συλλογή διηγημάτων είναι η τρίτη της εμφάνιση στο λογοτεχνικό "σανίδι".  Η γλώσσα της γι' αυτό είναι πυκνή και κατά έναν τρόπο οριοθετημένη, ίσως από τον χρόνο που σε ένα θεατρικό έργο είναι δεδομένος - στο κείμενο ο λόγος είναι κοφτός και  κυλά γρήγορα από το ένα καρέ στο άλλο, από τον ένα τόπο στον άλλο - από τη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, στο Μεξικό, στους άδειους δρόμους του Βόρειου Λονδίνου, στη γειτονιά της Βαστίλης και στο κέντρο της Αθήνας, στο Βελιγράδι, στο Βερντούνο (ένα χωριό στην Ιταλία), σ΄ένα καράβι στο Βόσπορο.
  
(....) Και έπειτα είναι και τόσες άλλες αποστάσεις. Διάδομοι εκατοντάδων ετών φωτός. Δρόμοι που διασχίζει μία πέτρα για να γίνει κυκλαδίτικο ειδώλιο, για να γίνει μια γυναίκατου Πικάσσο. Και να μείνει έτσι. Γλυπτό που εκπέμπει τις συναντήσεις που είχε άλλοτε, όταν ήταν πέτρα, και τις σχέσεις που είχε πριν γίνει γλυπτό.

Το ότι το ύφος της είναι έντονα θεατρικό δεν αφαιρεί από τα κείμενα τον ερωτισμό τους, τη μουσικότητα, την συνοχή του λόγου. Η συγγραφέας συλλαμβάνει ανθρώπινα σώματα  σε στιγμές κενού αλλά και πληρότητας, σε άγονους εσώτερους τόπους αλλά και σε συνθήκες υγρασίας. Εστιάζει στην απόσταση που έχουν από αυτό που ζουν, στις σκέψεις και τα συναισθήματα που προκαλούν. Στις συνεχείς στάσεις και απορίες που εκφράζουν για την ανθρώπινη ύπαρξη, τον χρόνο, την μνήμη. Για την διαχείριση της αποτυχίας, της καθημερινότητας και εκείνων των καταστάσεων που απλώς δεν βγάζουν νόημα.

 (...) Οι κερασιές στον κήπο του γείτονα έχουν χρόνια  να δώσουν καρπούς. Μπαίνουν τέσσερις άντρες με βέργες. Μπαίνουν στον κήπο του γείτονα τώρα, μαζί με τη βροχή. Ήρθαν να πειθαρχήσουν τα δέντρα με σκοπό να τα κόψουν αν δεν ανθίσουν. Βλέπω τους άντρες να χτυπούν τα δέντρα. Βλέπω τη βροχή να χτυπά τους άντρες. 

Διάβασα τα κείμενα αυτά με μια ανάσα γιατί τα περισσότερα είναι συνειρμικά και σύντομα. Μου άρεσαν διότι είναι, επίσης, αντισυμβατικά και αν μη τι άλλο,  δείχνουν ότι η ζωή είναι μια διαρκής κίνηση.



UpDate: Διαβάστε εδώ μια συνέντευξη/παρουσίαση της Έλενας Πέγκα από τον Πανδοχέα.




Σημείωση: Η εικόνα είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου. Το πρώτο απόσπασμα  είναι το διήγημα "Τη ζώνη", το δεύτερο κείμενο είναι απόσπασμα του διηγήματος "Διάδρομοι" και το τρίτο από το διήγημα "Ροζ εφιαλτικό".

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012





"...letters mingle souls; for, thus 
friends absent speak". 
  
John Donne 



Η πρώτη ανάρτηση της χρονιάς είναι για ένα βιβλίο που σφύζει από ζωή κι αυτό διότι είναι αδύνατον να αναφερθείς στο 84, Charing Cross Road (Πόλις, 2004) ή να προσπαθήσεις να περιγράψεις το περιεχόμενό του δίχως να μιλήσεις για την ζωή της συγγραφέως του, της Helen Hanff. Ο λόγος απλός: το βιβλίο τούτο είναι η ίδια η ζωή της. Για την ακρίβεια, πρόκειται για την αλληλογραφία που αντάλλαξε η συγγραφέας με το παλαιοβιβλιοπωλείο Marks & Co στο Λονδίνο, που βρίσκονταν κάποτε στην πιο πάνω διεύθυνση απ' όπου πήρε τον τίτλο του το βιβλίο.

Η Αμερικανίδα Χέλεν Χανφ ξεκίνησε την πορεία της με την φιλοδοξία να γίνει θεατρικός συγγραφέας και για αρκετά χρόνια έγραφε θεατρικά έργα αλλά χωρίς αντίκρυσμα. Κάποια στιγμή κέρδισε το φημισμένο διαγωνισμό θεατρικού έργου του Theater Guild of New York ωστόσο, παρ' όλο που τα γραπτά της εγκωμιάσθηκαν και από θεατρικούς παραγωγούς του Broadway, ποτέ δεν ανέβηκαν στο σανίδι. Έτσι η Χανφ στράφηκε στην συγγραφή τηλεοπτικών σειρών, εγκυκλοπαιδικών άρθρων και ιστορικών βιβλίων για παιδιά για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.  Δεοδομένων της βιβλιοφιλίας  και της οικονομικής στενότητάς της, η Χέλεν Χανφ ψάχνει για σπάνια λογοτεχνικά βιβλία που η τιμή τους δεν θα είναι απαγορευτική. Σ' ένα περιοδικό διαβάζει την αγγελία των Marks & Co κι αποφασίζει να τους γράψει.

          “(...) Είμαι μια φτωχή συγγραφέας που αγαπά τα παλιά βιβλία, όμως είναι  αδύνατον να βρω όλα όσα χρειάζομαι στα εδώ βιβλιοπωλεία – εκτός κι αν καταφύγω σε πανάκριβες σπάνιες εκδόσεις ή στα θλιβερά, καταλερωμένα σχολικά αντίτυπα που διαθέτουν οι Barnes & Nobles.
         Εσωκλείω έναν κατάλογο με τις πιεστικές μου ανάγκες. Αν έχετε μεταχειρισμένα (αλλά σε καλή κατάσταση) αντίτυπα των βιβλίων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, σε τιμή όχι μεγαλύτερη των 5 δολαρίων το ένα, έχετε την καλοσύνη να θεωρήσετε την επιστολή μου ως παραγγελία και να μου τα στείλετε;”


Η επιστολή στάλθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1949 και θα αποτελέσει την αρχή μιας πολύχρονης αλληλογραφίας όπου μεταξύ της Χέλεν Χανφ και του Φρανκ Ντοέλ, του υπεύθυνου πωλήσεων του καταστήματος και "προσωπικού βιβλιοπρομηθευτή" της, γίνεται λόγος (και οι αντίστοιχες παραγγελίες σε βιβλία) για πλήθος Άγγλων κλασικών  κυρίως λογοτεχνών και ποιητών αλλά και ζωγράφων και συνθετών. Ωστόσο, η ολιγοσέλιδη αυτή νουβέλα δεν είναι κάτι βαρύ ή δυσανάγνωστο.

Αντίθετα, πρόκειται για ένα από τα πιο "ζωντανά" και πηγαία βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ μου - οι επιστολές δεν έχουν υποστεί την παραμικρή επεξεργασία, λογοκρισία ή  εξωραϊσμό για την έκδοσή τους, πράγμα που σημαίνει πως η γλώσσα και οι εκφράσεις της Χέλεν Χανφ, του Φρανκ Ντοέλ και των υπολοίπων που αλληλογραφούν σποραδικά με την συγγραφέα είναι αυθεντικές και αντανακλούν την εποχή τους - μια εποχή με στερήσεις σε όλα τα επίπεδα, πολύ περισσότερο δε σε βασικά είδη διατροφής. Αυτό όμως δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν από τους δύο κι έτσι, εκτός από το ειλικρινές πάθος τους για τα βιβλία και τις παλιές εκδόσεις, η Χέλεν και ο Φρανκ "συζητούν", μεταξύ άλλων, για τους Μπρούκλιν Ντότζερς και το πώς φτιάχνεται η πουτίγκα Γιόρκσιρ, σχολιάζουν την στέψη της Βασίλισσας Ελισάβετ ΙΙ και την επανεκλογή του Ουίνστον Τσώρτσιλ στην πρωθυπουργία της Βρετανίας, και μοιράζονται καθημερινές κι ασήμαντες λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής τους. Κι όλα τούτα διατυπώνονται με έναν τόσο αλέγκρο, σπινθηροβόλο και παιγνιώδη λόγο από την μεριά της Χέλεν που κάνει τον Φρανκ να φαίνεται αστείος μέσα από τα γεμάτα βρετανική τυπικότητα γράμματά του.

Η τελευταία επιστολή έχει ημερομηνία Οκτώβριος 1969 και πληροφορεί την Χέλεν για τον αναπάντεχο θάνατο του Φρανκ. Το νέο έρχεται σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής της συγγραφέως η οποία αμφισβητεί τον εαυτό της,  τον έχει  σχεδόν εκμηδενίσει - το κέφι της έχει χαθεί και το βάλάντιό της δεν της επιτρέπει κάποια βιβλιοφιλική αγορά. Στρέφεται, τότε, στα γράμματά της με την σκέψη να τα εκδώσει ως ένα είδος φόρου μνήμης στον Φρανκ και στην μακράς διαρκείας φιλία τους.  Η σκέψη της θα πάρει σάρκα και οστά μέσα σε λίγους μήνες και θα την αφήσει έκπληκτη με την ενθουσιώδη ανταπόκριση που έχει από το κοινό. Όχι μόνο το αναγνωστικό αλλά και το θεατρικό μιας και το βιβλίο, κατάλληλα διασκευασμένο, θα ανέβει με μεγάλη επιτυχία στο West End. Αργότερα, θα διασκευαστεί και για την τηλεόραση και για τον κινηματογράφο. Θαυμάσιο twist of fate, δεν νομίζετε;



Στην διάρκεια αυτών των είκοσι χρόνων που μεσολαβούν μέχρι την τελευταία επιστολή που ανταλλάσσουν, η Χέλεν Χανφ θα συνδεθεί προσωπικά, έστω και δι'αλληλλογραφίας, και με το υπόλοιπο προσωπικό του παλαιοβιβλιοπωλείου νιώθοντας ένα είδος οικειότητας και φροντίδας γι' αυτούς που θα της δώσει το θάρρος να τους στέλνει συνεχώς πακέτα με νάυλον καλσόν και φαγώσιμα, κυρίως αβγά και κρέας - στην μεταπολεμική  Βρετανία τα πάντα μοιράζονταν με κουπόνια και οι αποστολές της Χανφ είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτες από τους Λονδρέζους φίλους της. Τα γράμματά τους, γράμματα που μαρτυρούν μια εποχή στην κυριολεξία περιορισμένη, είναι έκφραση ειλικρινούς ευγνωμοσύνης.

Η νουβέλα είναι ουσιαστικά ένα βιβλίο που μιλά για την έλλειψη και την επάρκεια - βιβλίων ή και αγαθών. Για την προσμονή και την ανταπόκριση - οι λευκές σελίδες που παρεμβάλλονται είναι σαν να μαρτυρούν την ανυπομονησία της Χέλεν για την επόμενη απάντηση/αποστολή βιβλίων και είναι αυτές που υποβάλλουν το ίδιο συναίσθημα και στον αναγνώστη για το τι θα γίνει παρακάτω. Η ψυχική γενναιοδωρία είναι παραπάνω από έκδηλη στις σελίδες του και το ανεπιτήδευτο της γλώσσας είναι τόσο δυνατό και  απολαυστικό που οι επιστολές διαβάζονται "νεράκι". Με τον ίδιο τρόπο διαβάζεται και το εξαιρετικό επίμετρο της Κατερίνας Σχινά που "κλείνει" την έκδοση. 

Πάνω απ' όλα όμως, το 84, Charing Cross Road είναι ένα τέλειο βιβλιοφιλικό βιβλίο. Το Newsweek έγραψε χαρακτηριστικά ότι " ...είναι ένα από εκείνα τα cult βιβλία που δανειζόμαστε από τους φίλους μας και τα δανείζουμε σε άλλους με τη σειρά μας, ένα βιβλίο, που μεταμορφώνει τους αναγνώστες του σε μέλη της ίδιας μυστικής κοινότητας". Μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί μια (γραπτή) απόδειξη τού πως η ζωή και η βιβλιοφιλία μπορούν να κάνουν μια ειλικρινή φιλία να υπάρξει. Ίσως, τώρα, κάποιοι διαβάζοντάς το να διαπιστώσουν και την υπόνοια μιας έντονης τρυφερότητας, ενός έρωτα αν θέλετε, μεταξύ της Χέλεν και του Φρανκ αλλά καθώς οι δυό τους δεν συναντήθηκαν ποτέ, αυτό θα παραμείνει ανάμεσα στις γραμμές. Προσωπικά, δεν διέκρινα κάτι τέτοιο. Ωστόσο, εκείνο που ευδιάκριτα εκπέμπουν όλες οι γραμμές του βιβλίου είναι μια πραγματική όρεξη για "παρακάτω", μια διάθεση που βρήκα παραπάνω από ευεργετική όταν οι συνθήκες ήταν ασφυκτικά πιεστικές.  






Σημείωση: Ήδη έχω γράψει πάρα πολλά για μια τόσο ολιγοσέλιδη έκδοση μα δεν μπορώ να παραλείψω και την εξής πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία: εδώ μπορείτε να δείτε φωτογραφίες και να διαβάσετε για το πραγματικό παλαιοβιβλιοπωλείο, τους ιδιοκτήτες και το προσωπικό του ιδίως όλους εκείνους που εργάστηκαν στο διάστημα που η Χέλεν Χανφ αλληλογραφούσε με τον Φρανκ Ντοέλ.