Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

...









Πολύ τρυφερό και συγκινητικό, παρ' όλο το τραγικό του θέμα είναι το πολυσυζητημένο  βιβλίο της Emma Donoghue  "Το Δωμάτιο" (Ψυχογιός, 2011 - σε ωραία, "δημιουργική" μετάφραση της Έφης Τσιρώνη). Από τις πρώτες σελίδες του (όπως έγραφα σε προηγούμενη ανάρτησή μου) κράτησα τις αποστάσεις μου μην ξέροντας αν πρόκειται για ένα από εκείνα τα βιβλία-θρίλερ με εκτενή περιγραφές κακοποίησης παιδιών και βιασμών ή όχι. Ευτυχώς, δεν είναι.

Το υποψήφιο για το Man Booker Prize 2010 βιβλίο της Ντόναχιου σε εκπλήσσει με την πρώτη: έχει ως κύριο αφηγητή ένα πεντάχρονο αγόρι, τον Τζακ,  που γεννήθηκε και μεγαλώνει φυλακισμένο σε ένα δωμάτιο μόλις έντεκα τετραγωνικών μέτρων. Το Δωμάτιο ήταν μία αποθήκη κήπου την οποία ηχομόνωσε και θερμομόνωσε πλήρως ο απαγωγέας της Μαμάς του - ο ΣαταΝίκ, όπως τον λέει ο Τζακ εξαιτίας των άσχημων χαρακτηριστικών του προσώπου του, την απήγαγε καθώς αυτή πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Ήταν μόλις 19. Μετά από αλλεπάλληλους βιασμούς, η Μαμά φέρνει στον κόσμο τον Τζακ και βάζει όλη της την ενέργεια και προσοχή για να τον μεγαλώσει με όσο το δυνατόν πιο φυσιολογικό τρόπο - τηρούν ένα σταθερό καθημερινό πρόγραμμα με αυστηρούς κανόνες προσωπικής υγιεινής και υγιεινής διατροφής, κι έχοντας παράλληλα πολύ παιχνίδι, ασκήσεις γυμναστικής -σώματος και μυαλού-, τραγούδια, αναγνώσεις βιβλίων και αφηγήσεις παραμυθιών και ό,τι άλλο σκαρφίζεται η Μαμά επιτόπου για να διασκεδάσει τον Τζακ. Βλέπουν και τηλεόραση   αλλά λίγο "για να μην χαλάσει το μυαλό τους".

Στα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, "Δώρα" και "Ξεψέμματα" που εκτυλλίσονται ανάμεσα στους τοίχους του Δωματίου ο Τζακ ζει την καθημερινότητά του σχεδόν ανέμελα μιας και για κείνον το Δωμάτιο είναι το πιο ασφαλές μέρος του κόσμου που επιπλέον του επιτρέπει να  έχει τη Μαμά δίπλα του κάθε μέρα όλη μέρα. Αν εξαιρέσουμε τον κτηνώδη λόγο για τον οποίο βρίσκεται φυλακισμένος στο Δωμάτιο, είναι όμορφο να διαβάζεις για τον κόσμο ενός παιδιού όπως τον βλέπει εκείνο και το πως, ελλείψει άλλων ανθρώπων, τα πάντα  παίρνουν ανθρώπινη διάσταση - το κρεβάτι γίνεται Κρεβάτι, η καρέκλα Καρέκλα, η Μπανιέρα, ο Φεγγίτης, η Μοκέτα κι όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα που οι δυό τους χρησιμοποιούν αποκτούν συναισθήματα για να μπορεί ο Τζακ να συνομιλεί μαζί τους. Η Ντουλάπα εκτός από κρυψώνα έχει μετατραπεί στο δικό του, ιδιαίτερο υπνοδωμάτιο. Ξαπλωμένος εκεί, ο Τζακ δεν έχει καμμία απολύτως επαφή με τον ΣαταΝίκ όταν τους επισκέφτεται κάθε βράδυ. Προσπαθεί να κλείσει τα μάτια του σφιχτά και να κοιμηθεί αλλά συνήθως περιμένει να σταματήσει το τρίξιμο στο κρεβάτι της Μαμάς για να ησυχάσει.

Για την Μαμά όμως τα όρια του Δωματίου ολοένα και στενεύουν καθώς σκέφτεται πως ο Τζακ δεν μπορεί να μεγαλώσει άλλο κάτω από αυτές τις συνθήκες.  Στο τρίτο κεφάλαιο, το "Πεθαμός" αρχίζει να αφυπνίζει τον Τζακ εξηγώντας του ότι αυτά που βλέπουν στην τηλεόραση είναι μέρος του αληθινού κόσμου που βρίσκεται Έξω από το Δωμάτιο. Ο Τζακ αντιστέκεται σ' αυτήν την αλλαγή του κόσμου του αλλά η Ντόναχιου σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος φροντίζει να αντικρούει, μέσω της Μαμάς, την  αντίδραση και την καλοπροαίρετη εύνοια που έχει ο μικρούλης για το Δωμάτιο και τον ΣαταΝίκ. Οι δυό τους, Μαμά και Τζακ, στο τέλος συνεργάζονται παρά τους φόβους του μικρούλη και καταστρώνουν μαζί το σχέδιο της απόδρασής τους. Δεν θα είναι εύκολο αλλά θα πετύχει.


Λέγεται πως η  Ντόναχιου  εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα από την απεχθή υπόθεση Φριτζλ όμως εμένα μου θύμισε το εξίσου απεχθές περιστατικό της απαγωγής της Νατάσα Κάμπους. Η ίδια η συγγραφέας διευκρινίζει  πως " ... Τα άρθρα της εφημερίδας για τον πεντάχρονο Φέλιξ Φριτζλ (τον γιο της Ελίζαμπεθ), που βγήκε σ' έναν κόσμο για τον οποίο δεν ήξερε τίποτα, έβαλε την ιδέα στο κεφάλι μου. Η εικόνα του παιδιού με  τα ορθάνοιχτα μάτια που αναδύεται στον κόσμο σαν ένας Αρειανός που έρχεται στη γη, με αιχμαλώτισε"  Δεν θα είναι υπερβολή να πω ότι την ίδια επίδραση έχει και η μυθιστορηματική μορφή του Τζακ. Ο λόγος του σε αιχμαλωτίζει. Είναι πραγματικά αξιομνημόνευτη η γλώσσα  που η Ντόναχιου έχει αναπαράξει - διαθέτει θαυμάσια πιστότητα και η προφορικότητά της σε ξεγελά, σε κάνει να αισθάνεσαι πραγματικός ακροατής ενός πεντάχρονου. Για την ακρίβεια, είναι σαν να το κρυφακούς.  "Κρυφακούγοντας", λοιπόν, τον Τζακ μού ήρθε αμέσως στο νου ο Χόλντεν Κόλφιλντ του J.D.Salinger  και σκέφτηκα πως οι δυο τους μπορούν κάλλιστα να σταθούν μαζί στο ίδιο λογοτεχνικό βάθρο μιας και οι δύο περπάτησαν "τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο" - ίδια πρωτοτυπία και αυθεντικότητα του αφηγηματικού ύφους  σε σχέση με το πρόσωπο της αφήγησης. Αφοπλιστική απλότητα και ευφυές στήσιμο της ιστορίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως μοιάζουν. Οι διαφορές τους είναι αρκετές και αναφέρω κάποιες: ο Τζακ είναι πολύ μικρότερος του Χόλντεν, οι συνθήκες διαβίωσής του είναι κατά πολύ δυσκολότερες και, επιπλέον, ο Τζακ επιδεικνύει μια πιο υπεύθυνη, τολμώ να πω ενήλικη, στάση σε ότι του συμβαίνει.
      "Νιώθεις φοβισμένος", λέει η Μαμά, "φέρεσαι όμως σαν γενναίος".
      "Ε;"
      "Είσαι φοβισμογενναίος".
      "Φοβαίος".
      Οι λεξόπιτες πάντα την κάνουν να γελάει, εγώ όμως δεν έκανα αστείο.

Το μυθιστόρημα έχει, επίσης, αρκετό χιούμορ, όπως ακριβώς συμβαίνει και με ένα αληθινό παιδί - η πραγματικότητα, οι ήρωες των παραμυθιών και των ιστοριών και οι στίχοι των τραγουδιών  μπερδεύονται στο μυαλό του Τζακ με κωμικό τρόπο. Χιούμορ, λοιπόν, κι απίστευτη ευαισθησία για ένα τόσο δύσκολο θέμα κάνουν το βιβλίο εξαιρετικά ευανάγνωστο και αναπάντεχα απολαυστικό.

Έχει, ωστόσο, κι έναν άλλο, "ξεβολευτικό", όπως θα έλεγε κι ο Τζακ, στοιχείο - το μυθιστόρημα τούτο θέτει σοβαρά ζητήματα σχετικά με την ανάπτυξη του παιδιού -γνωσιακή, σωματική και ψυχική-, την δύναμη την γλώσσας, της διήγησης και της δημιουργικότητας, την μητρότητα και την γονική αγάπη. Για την ακρίβεια, η σχέση γονέα-παιδιού είναι εκείνη που κυριαρχεί στο βιβλίο και μέσω αυτού θίγονται, επίσης, και τα όρια του Εαυτού - ενόσω βρίσκονταν στο Δωμάτιο, η Μαμά ένιωθε και ήταν η προέκταση του παιδιού της, έχοντας παραμερίσει ολοκληρωτικά τον εαυτό της για χάρη της ανατροφής του. Ο Τζακ από την πλευρά του αντιλαμβάνεται τον εαυτό του με τον ίδιο τρόπο - μόνο και πάντα σε σχέση με τη Μαμά. Τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, τα "Μετά" και "Ζωή" κάνουν τα θέματα αυτά να φαίνονται πιο έντονα  - μόλις ήρθαν σε επαφή με τον  έξω κόσμο, τα όρια της Μαμάς κατέρευσαν (με τη "βοήθεια" μιας τηλεοπτικής συνέντευξης που δεν είχε καλό τέλος) με αποτέλεσμα τόσο η ίδια να παλεύει μεταξύ κατάθλιψης και επιβίωσης μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας, και ενεργού συμμετοχής στη ζωή όσο και ο Τζακ να νιώθει αποξενωμένος και μπερδεμένος. 

Το μυθιστόρημα  τελειώνει αισιόδοξα με την Μαμά και τον Τζακ να ξεκινούν μια δική τους, αυτόνομη ζωή. Γυρνώντας όμως και την τελευταία σελίδα του δεν μπορείς να μην σκεφτείς όλα εκείνα που η Έμμα Ντόναχιου επέλεξε να μην γράψει. Κι εύχεσαι τέτοιες ιστορίες να μένουν μόνο στο χαρτί.





Σημειώσεις: Μπορείτε να δείτε εδώ, στο επίσημο site του βιβλίου, μια ζωγραφική αναπαράσταση του Δωματίου καθώς και άλλες πληροφορίες που αφορούν τόσο σ' αυτό όσο και στην συγγραφέα του. Ο πίνακας είναι το "Δωμάτιο στην ΄Αρλ" του Vincent Van Gogh.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012







Requiem




 But democracy isn't a state of perfection. It has to be improved, 
and that means constant vigilance.
 







Υστερόγραφο: Θα ήθελα να σχολιάσω την συγγραφική παρουσία του Antonio Tabucchi και το έργο του αλλά η γνωριμία μου μαζί του έγινε σχετικά πρόσφατα, μόλις πέρυσι τέτοιες μέρες, με έναν διαφορετικό από την λογοτεχνία τρόπο - έτυχε να ξετρυπώσω από το ράφι ενός βιβλιοπωλείου την  ολιγοσέλιδη έκδοση της Άγρας "Είκοσι φωτογράμματα για τον Πέδρο Αλμοδοβάρ" (2006, μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη). Εδώ, ο Αντόνιο Ταμπούκι γράφει μία σύντομη μελέτη  για τον κινηματογράφο του Πέδρο Αλμοδοβάρ και οι είκοσι παράγραφοί του, με λόγο σαφή και στητό, συνοδεύουν έντεκα  νυχτερινές,  ασπρόμαυρες, φωτογραφίες του γιου του Michele Tabucchi   που τραβήχτηκαν κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας "Volver"

Σημείωση: Ο τίτλος της ανάρτησης ανήκει στο ομώνυμο βιβλίο του Α.Τ. που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδυσσέας (1994). Το σκίτσο είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου του "Δύο ελληνικά διηγήματα" (Άγρα, 2000, μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη).

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012







"Ice burns, and it is hard 
to the warm-skinned to distinguish 
one sensation, fire, from the other, frost"




Είναι μέρες τώρα που τελείωσα το "Ιστορίες του Χαλ" (Κίχλη, 2011, με σχέδια του Χρήστου Μητά) και η πρώτη εντύπωση διαρκεί ακόμη - τα τρία διηγήματα  με τα οποία κάνει  το συγγραφικό του ντεμπούτο ο  Γιώργος Μητάς συνθέτουν ένα σύγχρονο και καλογραμμένο, στιβαρό βιβλίο που γεννά προσδοκίες.

Ο Έλληνας αφηγητής των ιστοριών κάνει το μεταπτυχιακό του στην αγγλική πόλη Κίνγκστον απόν Χαλ. Τον πρώτο καιρό προσπαθεί να εγκλιματιστεί και, με την απόσταση και την περιέργεια που του δίνει η άγνοια του καινούργιου, παρατηρεί τα πάντα και τους πάντες γύρω του. Στο πρώτο διήγημα, μας συστήνει την συνταξιούχο κυρία Ρότζερς που εργάζεται ως ταξιθέτρια στην Κινηματογραφική Λέσχη της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Χαλ. Εκεί, η κυρία Ρότζερς γνωρίζει τον Λουίς, έναν νεαρό Ισπανό φοιτητή που είναι τακτικός θεατής των προβολών. Αρχίζει και νιώθει κάτι πολύ ζεστό και ξεχασμένο να αναβλύζει από μέσα της κι ενώ θέλει, δειλιάζει να τον καλέσει για τσάι.  Ένα ατύχημα  που έχει με την μέση της την κάνει να συνειδητοποιήσει το βάρος της μοναξιάς της και το πόσο ανάγκη έχει, εντέλει, τούτη την συντροφιά και την συμμετοχή στην ζωή. "...Αλλά χωρίς την Κινηματογραφική Λέσχη, χωρίς τις Κυριακές της, χωρίς το ποδήλατο και τις διαδρομές της, η ζωή της θα συρρικνωνόταν σε τέτοιο βαθμό, που δεν ήξερε  αν θ' άξιζε να συνεχίσει. Η γρήγορη όμως βελτίωση της κατάστασής της την έκανε ν' αναθαρρήσει και, για πρώτη φορά μετά την πτώση της, άρχισε να ελπίζει ξανά. Κι αν μπορούσε να ξαναπιάσει το νήμα από κει που το είχε αφήσει,  έστω λίγο πιο συντηρητικά; Αν περιόριζε τις δραστηριότητές της, αν φρόντιζε να μην κουράζει το πόδι της, μειώνοντας τις ημέρες στη δουλειά, παίρνοντας αραιά και πού το ποδήλατο;" 
       (....) Απομακρύνθηκε γρήγορα, ποδηλατώντας γερά,  αφήνοντάς τον εμβρόντητο στην άκρη του πεζοδρομίου. Αργότερα, ενώ η έξαψή της καταλάγιαζε και η καρδιά επανερχόταν στον κανονικό της ρυθμό, μπόρεσε ν' ανακαλέσει στην μνήμη της το απορημένο του πρόσωπο καθώς την αναγνώριζε, την έκπληξή του όταν άκουσε την πρότασή της. Δεν του είχε δώσει χρόνο ν' αρθρώσει λέξη."

Ο Ντόναλντ σχεδόν μονοπωλεί το ενδιαφέρον του αφηγητή στο δεύτερο διήγημα "Ντόναλντ και Τζόυ". Οι δύο φοιτητές γνωρίζονται στο εστιατόριο του πανεπιστημίου όπου ο ξανθός Βέλγος εντυπωσιάζει τον αφηγητή με την πολύ νεανική εμφάνισή του που έρχεται σε αντίθεση με την βαθιά αρρενωπή φωνή του. Μεγαλύτερη εντύπωση τού κάνει όμως η φυσικότητα με την οποία ο Βέλγος κινείται σε χώρους μεγάλους και σχετικά άγνωστους σ' αυτόν μιας και ο Ντόναλντ είναι τυφλός. Σε μια έξοδό τους σ΄ένα μπαράκι, ο Ντόναλντ θα ερωτευθεί μια συμφοιτήτριά του. Ο αφηγητής μαζί με  με την Τζόυ, τον σκύλο-συνοδό του Ντόναλντ, τους  παρακολουθούν να μιλούν, να πίνουν και να χορεύουν. Διαβάζοντας το χρονικό της βραδιάς και των ημερών που ακολούθησαν, δεν μπορείς να μην νιώσεις την αγωνία του Ντόναλντ για την κοπέλα και το φιλί της που ποθούσε :"Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι; Γύρισα, προτού προλάβω να απωθήσω ένα συναίσθημα ενοχής - ήταν στραμμένος προς το μέρος μου, απόμακρος, μισός λουσμένος στο φως των αστραπών και μισός στο σκοτάδι. Η Τζόυ ήταν κολλημένη στο πόδι του. Φοβήθηκα την ερώτηση που είδα να ανεβαίνει στα χείλη του, αλλά όταν αυτή εκφράστηκε, μ'έναν τόνο που άφηνε να διαφανεί η κρυφή αγωνία, αποτέλεσμα μιας άλλης, βουβής θύελλας που μαινόταν στην καρδιά του, με βρήκε τελείως απροετοίμαστο: ''Θα μπορούσες να βεβαιωθείς για τα αισθήματα κάποιου αν δεν μπορούσες να δεις τα μάτια του;"

Στο τρίτο διήγημα, ο αφηγητής μας συστήνει τον Τούρκο φοιτητή Αζίζ που νοικιάζει ένα δωμάτιο στο σπίτι του ντόπιου Στηβ, μια γραφική φιγούρα Άγγλου πενηντάρη γεροντοπαλίκαρου με ροκ καταβολές και εύθυμη, καυχισιάρικη, συμπεριφορά - βαρύ παραπέτασμα, τελικά, μιας οδυνηρής μοναξιάς. Με το τέλος της πρώτης εξεταστικής, ο Αζίζ αποφασίζει να δει τι κρύβεται πίσω από τον γεμάτο διηγήσεις και εμπειρίες Στηβ και το άδειο από φωτογραφίες κι αναμνηστικά σπιτικό του. "Δεν ήταν δύσκολο να τον παρακολουθήσει, μιας και ο γιγαντόσωμος Άγγλος δεν σήκωνε το κεφάλι να κοιτάξει γύρω. Περπατούσε αργά, με μεγάλα βήματα, το κεφάλι κάτω, με ρυθμό σταθερό, αδιάφορος για το τσουχτερό κρύο, με το δερμάτινο μπουφάν ξεκούμπωτο πάνω από το καρώ πουκάμισο και τ' άσπρα μαλλιά έρμαιο στα κέφια του ανέμου.
      Ήταν μια μακριά, θλιβερή βόλτα. (....)  Έμεινε ακίνητος, έκπληκτος, με το στόμα ανοιχτό. Λίγα μέτρα πιο κάτω, η πόρτα με το νούμερο δώδεκα πρέπει να είχε ανοίξει και κλείσει ακόμα μια φορά, γιατί δεν ήταν πια μόνος στο δρόμο. ΟΣτηβ βρισκόταν και πάλι μπροστά του, η πλάτη και οι γερτοί του ώμοι λούζονταν στην πένθιμη λάμψη του φεγγαριού. Δεν είχαν περάσει ούτε δεκαπέντε λεπτά της ώρας. Ήταν πολύ νωρίς, η επίσκεψη είχε διαρκέσει ελάχιστα. Πού πήγαινε τώρα ο παράξενος συγκάτοικός του; Ποτέ δεν είχε γυρίσει τόσο νωρίς στο σπίτι. Αν αυτή ήταν η καθημερινή του ρουτίνα, τί έκανε μετά, μέχρι αργά τη νύχτα, που επέστρεφε στην Vermond Street; Η περιέργεια του Τούρκου φοιτητή μεγάλωνε, το ίδιο και η ανησυχία του. Πάλεψε να αποδιώξει την ανάγκη του για ανάπαυση, ζεστασιά και ασφάλεια, σφίχτηκε κι άλλο στο μακρύ παλτό του και ξανάρχισε την παρακολούθηση μέσα στο ανυπόφορο κρύο. Για πού και για πόσο ακόμα; Ο Αζίζ δεν μπορούσε να φανταστεί."  

Η γραφή του Μητά είναι στέρεη -δεν έχει και δεν δημιουργεί κενά- και σε παρασύρει σε περιγραφές, σκέψεις κι αντιθέσεις έντονες: οι νέοι και οι ηλικιωμένοι, το κρύο του χειμώνα και η ζέστη ενός τζακιού και μιας φιλίας, ο σκοπός στη ζωή και το άσκοπο, η ίδια η ζωή και το τέλος της. Τα κινηματογραφικά τοπία με την παγωμένη τους γαλήνη και η εσωτερική πάλη που δίνεται με την θέρμη και την δραματική αμεσότητα ενός θεατρικού έργου. Διαβάζοντας τα διηγήματα αυτά αισθανόμουν ότι είχα στα χέρια μου πολύ περισσότερες από τις 140 σελίδες του βιβλίου - υποθέτω πως σωματοποίησα τις προσδοκίες που αναφέρω πιο πάνω. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα βαρύ ή αργόσυρτο βιβλίο. Η ανάγνωση ρέει με γρήγορο, σταθερό ρυθμό αν και ο συγγραφέας φροντίζει να ξεβολέψει τον αναγνώστη αφήνοντας τους ήρωές του να περάσουν από την μία ιστορία στην άλλη μ' έναν τρόπο ανεπαίσθητο - μόλις το αντιληφθείς, ψάχνεις να τους βρεις πριν ακόμη το δεις γραμμένο.

Οι  "Ιστορίες του Χαλ" μου θύμησαν τον τρόπο των  συγγραφέων (πολύ) παλαιότερων εποχών στα έργα των οποίων τίποτα δεν βιάζεται να συμβεί. Ο Γιώργος Μητάς παίρνει τον χρόνο του για να περιγράψει το πολικό ψύχος που επικρατεί στο Χαλ, τόσο στην ατμόσφαιρα όσο και στον ψυχισμό των κατοίκων του.  Και δεν είναι εύκολο, τελικά, να διακρίνεις ποιό είναι το πιο διαβρωτικό - η παγωνιά και η υγρασία του καιρού ή η μοναξιά; Ή ακόμη περισσότερο ο φόβος της μοναξιάς; Οι άνθρωποι του Μητά ωστόσο, ενάντια σε τούτες τις πραγματικά σκληρές συνθήκες, διεκδικούν ένα τρυφερό άγγιγμα, ένα φιλί, εκείνο το μικρό ουσιώδες κάτι που θα κάνει την μοναξιά τους να ομορφύνει. Κι αυτό είναι σίγουρα το κυρίαρχο.



UpDate: Ο Γιώργος Μητάς βραβεύτηκε από το περιοδικό "Διαβάζω" με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για το 2012. Δείτε εδώ την βράβευσή του και διαβάστε εδώ μια μετέπειτα συνέντευξή του στην Όλγα Σελλά. Στο ίδιο άρθρο, ακολουθεί και η επίσης σύντομη συνέντευξη του βραβευμένου (από το ίδιο περιοδικό)  με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή  Γιάννη Δούκα.



Σημείωση: Το εικαστικό θέμα ανήκει στον Βέλγο ζωγράφο και γραφίστα Leon SpilliaertΈχει τίτλο  "Femme au bord del'eau"

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012









Τhe room in the book




Υπάρχουν πολλοί τρόποι να επιλέξεις το επόμενο βιβλίο: από την σκέψη να διαβάσεις την υπόλοιπη βιβλιογραφία ενός συγγραφέα που μόλις γνώρισες και σε συνάρπασε, την αντιστοιχία του με τις τρέχουσες εξελίξεις, τις προτάσεις ενός φίλου, την περιέργεια ή το όμορφο εξώφυλλό του μέχρι την εντελώς τυχαία επιλογή του για  λόγους που δεν μπορείς, ούτε και θα σε ενδιέφερε να εξηγήσεις.  Τις περισσότερες φορές, όμως,  εμπιστεύομαι το ένστικτο και την διάθεσή μου σε συνδυασμό ίσως με την εμφάνιση κάποιας στιγμιαίας παρόρμησης.

Με αυτόν τον τελευταίο τρόπο επέλεξα "Το Δωμάτιο" (Ψυχογιός, 2011, μτφρ. Έφη Τσιρώνη).  Ωστόσο, παρά το αισιόδοξο τέλος του, τις μεγάλες πωλήσεις και τις αρκετές θετικές κριτικές που συγκέντρωσε, δίσταζα να το ανοίξω κι αυτό διότι οτιδήποτε έχει να κάνει με άσκηση βίας ειδικώς σε παιδιά και γυναίκες με θυμώνει και με αποσυντονίζει. Και "Το Δωμάτιο" έχει ακριβώς αυτό το θέμα: ένα μικρό αγόρι μεγαλώνει φυλακισμένο με την μητέρα του σε ένα υπόγειο διαμέρισμα μόλις δώδεκα τετραγωνικών όπου κρατούνται από έναν άντρα ο οποίος ασκεί βία πάνω τους. Δεν είναι τυχαία η ομοιότητα της ιστορίας με την αποτρόπαιη υπόθεση του Ελβετού Φριτζλ που ήρθε στην επιφάνεια πριν λίγα χρόνια - ο Φριτζλ κρατούσε φυλακισμένη για 24 χρόνια την κόρη του, την οποία κακομεταχειριζόταν και βίαζε επανειλημμένως με αποτέλεσμα η γυναίκα να φέρει στον κόσμο επτά παιδιά. Η Emma Donoghue  εμπνεύστηκε  από αυτήν ακριβώς την υπόθεση, εξού και το πλήθος αντιδράσεων που προκάλεσε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Είναι από τις λίγες φορές που κρατώ αποστάσεις από το βιβλίο που διαβάζω. Η υπόθεση είναι από τη φύση της δύσκολη και κλειστοφοβική - εάν εγώ, που αυτή τη στιγμή είμαι υποχρεωμένη να μείνω στο σχετικά ευρύχωρο σπίτι μου για λίγες μέρες νιώθω ασφυκτικά, τι μπορεί να νιώθει κάποια που είναι φυλακισμένη για χρόνια; Πολύ περισσότερο δε, μια μάνα που μεγαλώνει το παιδί της; Το βιβλίο, εκτός από  την σχέση μητέρας-παιδιού που θίγει, θέτει πολλά διλήμματα ψυχολογικής φύσεως που, υποθέτω, θα τα ανακαλύψω στην συνέχεια. Είμαι ακόμη στις πρώτες σελίδες και το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ο πεντάχρονος Τζακ  είναι ένα γοητευτικός αφηγητής - είναι τόσο ευθύς και αυθόρμητος ο τρόπος που περιγράφει τη ζωή με την Μαμά στον δικό τους, πολύ δικό τους, κόσμο που με αφοπλίζει - δεν νομίζω ότι θα μείνω για πολύ εκτός.  Ίδωμεν.




Σημείωση: Το σκίτσο ανήκει στον George Braque και είναι το " l' oiseau bleu et gris".