Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012






Ce qui embellit le désert,




dit le petit prince, c'est qu'il cache un puits quelque part...
                                    
               
Antoine de Saint-Exupery
Le petit prince (1946)





  
Σημείωση: Ο πίνακας είναι ο "Μαγικός Κήπος" (1926) του Πάουλ Κλέε

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012







"Η σοφία...



δεν σου δίνεται, πρέπει να την ανακαλύψεις μόνος ύστερ' από μια διαδρομή στην οποία κανένας δεν μπορεί να πάρει τη θέση σου κι απ' την οποία κανείς δεν μπορεί να σε απαλλάξει, γιατί είναι ένα προσωπικό κοίταγμα πάνω στα πράγματα. Οι ζωές που θαυμάζετε, οι στάσεις που θεωρείτε ανώτερες, δεν οργανώθηκαν από τον πατέρα της οικογενείας ή από τον παιδαγωγό, για να υπάρξουν χρειάστηκε να πρoηγηθούν πολύ διαφορετικά ξεκινήματα, επηρεασμένα απ' όση κακία κι απ' όση κοινοτοπία βασίλευε γύρω τους. Αντιπροσωπεύουν έναν αγώνα και μία νίκη."


Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, 
ΙΙ Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσiών,
μτφρ. Παύλος Α. Ζάννας







Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012









“The past is not dead. 
In fact, it's not even past.”




Το "Μακρυά από που" (Καστανιώτης, 2011, σε μτφρ. του Τάσου Ψαρρή) συνδυάζει κινηματογραφική συνοχή με δοκιμιακό λόγο και φιλοσοφικές αναζητήσεις του Εαυτού. Ο Edgardo Cozarinsky εκτός από συγγραφέας είναι και κινηματογραφιστής κι αυτό γίνεται φανερό στον ρυθμό της γραφής του. Υποθέτω πως η χρόνια γνωριμία του με τους Μπόρχες, Κασάρες και Σόνταγκ δεν τον έχουν αφήσει, επίσης, ανεπηρέαστο.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Εδγάρδο Κοζαρίνσκι βρίσκεται η Ιστορία και η υπόθεση του βιβλίου στηρίζεται σ' ένα "καρέ" της: ανάμεσα στο 1946 και 1952, γύρω στους 12.000 Γερμανούς  κατέφυγαν στην Αργεντινή. Ανάμεσα σ' αυτούς τους εμιγκρέδες είναι και η ηρωίδα του Κοζαρίνσκι το πραγματικό όνομα της οποίας δεν θα μάθουμε ποτέ. Η νεαρή Αυστριακή εργάζεται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς χωρίς να την ενοχλεί η φρίκη που διαδραματίζεται εκεί. Την ενδιαφέρει μόνο η απλή διεκπαιρέωση του καθήκοντος και ο Γερμανός γιατρός του στρατοπέδου τον οποίο θαυμάζει για τις γνώσεις και τη "δημιουργικότητα" του. Βλέποντας πως δεν θα αργήσει η προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων και για να γλιτώσει τα χειρότερα, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το πόστο της.  Καθώς είναι υπεύθυνη για την διατήρηση της τάξης στο στρατόπεδο κι έχοντας πρόσβαση στα διαβατήρια των Εβραίων αιχμαλώτων, παίρνει το διαβατήριο της Εβραίας Τάουμπε Φίσμπαϊν, μιας γυναίκας που είχε μπει  στον θάλαμο αερίων τον προηγούμενο μήνα, και φεύγει. Είναι Ιανουάριος του 1945.

Από την Πολωνία απ' όπου θα ξεκινήσει φορώντας μια βαριά στρατιωτική χλαίνη  θα φτάσει στη γενέτειρά της, τη Βιέννη όπου θα ανταλλάξει τα είκοσι κιλά χρυσά δόντια που έχει ράψει στην φόδρα της χλαίνης με ένα εισιτήριο για Γένοβα κι από 'κει, μέσω ενός δικτύου βοήθειας της εκκλησίας, θα κατευθυνθεί στο Μπουένος Άιρες "...που από την Ευρώπη το είχε φανταστεί πρωτίστως ως καταφύγιο, στο τέλος θα μετατραπόταν σε κάτι παρόμοιο μ'ένα σπίτι. Ένα σπίτι μακριά απ΄το σπίτι...".  Στο Μπουένος Άιρες θα ζήσει ως Εβραία, θα εργαστεί σκληρά  κρατώντας ίσως γι' αυτό τη ζωή της άχρωμη και αδιάφορη, και θα φέρει στον κόσμο  τον γιο της Φεδερίκο, αποτέλεσμα του ομαδικού βιασμού που υπέστη ένα βράδυ επιστρέφοντας από το μαγειρείο όπου δούλευε. Ο όμορφος και μοναχικός Φεδερίκο θα μεγαλώσει στο δωμάτιο της πανσιόν της φράου Ντορς όπου μένει η μητέρα του. Οι μόνες διεξόδοι που έχει είναι οι πεζοπορίες στην πόλη, το διάβασμα και ο κινηματογράφος απ' όπου προσπαθεί ν' αντλήσει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί για να σχηματίσει την ταυτότητά του. Κάπου στην αρχή της ενήλικης ζωής του κι ενώ το πραξικοματικό καθεστώς της Αργεντινής σκληραίνει ολοένα και πιο πολύ, ο Φεδερίκο θα ξεκινήσει μια αντίστροφη πορεία προς το παρελθόν της μητέρας του  ελπίζοντας να βρει τις απαντήσεις που ποτέ δεν του έδωσε εκείνη.


Εκτός από την αναζήτηση της ταυτότητας, η κατασκευή της Ιστορίας απασχολεί, επίσης,  τον Κοζαρίνσκι. Χρησιμοποιεί την διάσημη φωτογραφία που υποτίθεται πως τραβήχτηκε την ημέρα της απελευθέρωσης του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό για να σχολιάσει το ποιόν της Ιστορίας - ο Σοβιετικός φωτογράφος Γεβγκένι Χαλντέι παραδέχτηκε πως ο ίδιος σκηνοθέτησε τον Ρώσο στρατιώτη να υψώνει το σφυροδρέπανο στο Ράιχσταγκ, τρεις μέρες μετά την κατάληψη του κτηρίου και πως πρόσθεσε στο αρνητικό της μαύρο καπνό στο βάθος του ουρανού διότι "αυξάνει το δραματικό αποτέλεσμα. Συμβάλλει στην πρωτοτυπία." Η τόσο χαρακτηριστική αυτή ιστορία ενσωματώνεται στο κυρίως σώμα του μυθιστορήματος εγείροντας το ερώτημα της πραγματικής ταυτότητας - της Ιστορίας ή της Τάουμπε δεν έχει μεγάλη σημασία όταν πρόκειται για τον ορισμό της αλήθειας και των ορίων της.

Το ταξίδι της μνήμης θα κλείσει τον Δεκέμβριο του 2008 στο μέρος απ' όπου ξεκίνησε, δλδ στην Γερμανία, κάπου κοντά στην πόλη 'Αουσβιτς. Ο Φεδερίκο, κουρασμένος 55άρης συναντά σ' ένα μπαρ εκείνο που πιθανότατα είναι το παρελθόν της μητέρας του - φεύγοντας από το Άουσβιτς η Αυστριακή γυναίκα άφησε πίσω της τον έρωτά της για τον Γερμανό γιατρό του στρατοπέδου και το μωρό που απέκτησε μαζί του, το οποίο μη μπορώντας και μη θέλοντας να το αναθρέψει μόνη της το έδωσε σ' ένα ζευγάρι Πολωνών χωρικών οι οποίοι στη συνέχεια το υιοθέτησαν. Ο Φεδερίκο δεν το γνωρίζει αυτό μια και η μητέρα του κράτησε καλά κρυμμένη την πρότερη ζωή της. Δεν μπορεί καν να διανοηθεί πως η παρακμιακή φιγούρα της 63χρονης γυναίκας πίσω από το μπαρ θα μπορούσε να είναι αδερφή του. Προσπερνά το παρόν του και απομακρύνεται μέσα στην νύχτα.

Αν και μόλις 141 σελίδων, το μυθιστόρημα του Κοζαρίνσκι είναι χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια-σταθμούς της ζωής εκείνης που ξέρουμε ως Τάουμπε Φίσμπαϊν και του Φεδερίκο. Τα μεγάλα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούν καλύπτονται από τον πυκνό, πλούσιο λόγο του συγγραφέα που δεν αφήνει κενά ή ασάφειες. Η μικρή φόρμα του μυθιστορήματος είναι επίσης πλεονέκτημα της αφήγησης. Ωστόσο, το "Μακριά από που" είναι ένα βιβλίο που δημιουργεί απόσταση - η  τριτοπρόσωπη αφήγηση  που χρησιμοποιεί εκτεταμμένα ο Κοζαρίνσκι  έχει μια ψυχρή χροιά που δεν σε αφήνει να ταυτιστείς. Τουλάχιστον αυτό συνέβη σ' εμένα - παρ' όλη την προσπάθεια που κατέβαλλα δεν  βρήκα κάτι  να με συγκινήσει. Δεν μπόρεσα να συμπαθήσω την δεύτερη Τάουμπε Φίσμπαϊν όπως έγινε, πριν από καιρό, με την Χάννα Σμιτς του Μπέρνχαρντ Σλινκ. Ήταν κι εκείνη η αίσθηση της νύχτας, ή μάλλον μια  αίσθηση που μοιάζει με σκοτάδι, που κυριαρχεί στο μυθιστόρημα...



Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από εδώ. Η εγκατάσταση από τον Richard Long

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012







Λεπτομέρεια



  Δεν μου είπε ποτέ πως να ζήσω. Ζούσε όπως πίστευε
και μ' άφηνε να τον παρατηρώ...






Σημείωση: Παγκόσμια ημέρα του Πατέρα, σήμερα. Το σκίτσο είναι από εδώ.

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012







Όαση


Μία από τις πιο πολύχρωμες κι αισιόδοξες ταινίες της χρονιάς που πέρασε είναι και η γαλλική ταινία "Η πηγή των γυναικών". Πρόκειται για μια κινηματογραφική απόδοση της  "Λυσιστράτης" του Αριστοφάνη και θα μπορούσε να είναι μία ταινία μόνο για την πάλη των δύο φύλων. Είναι, όμως, κάτι πολύ περισσότερο απ' αυτό.

O Ρουμανικής καταγωγής Radu Mihaileanu  τοποθετεί την Λυσιστάτη του στις ορεινές περιοχές του Μαρόκο, σ΄ένα χωριό που ναι μεν διαθέτει κινητά τηλέφωνα αλλά δεν έχει ούτε καν ηλεκτρισμό και οι κάτοικοι του ζουν, μεταφορικά και κυριολεκτικά, στο σκοτάδι - χωρίς ουσιαστική μόρφωση και με γνώμονα μια παράδοση που επιτάσσει τα κορίτσια τα παντρεύονται στα 13 με 14 τους  και στη συνέχεια να γεννούν  πολλά παιδιά, τα περισσότερα από τα οποία πεθαίνουν.

Η Λέιλα, η"ξενόφερτη" νύφη του χωριού επαναστατεί σ' αυτή την παράδοση όταν  η νεαρή έγκυος φίλη της, στην επιστροφή από την πηγή όπου έχουν πάει  για να φέρουν νερό, γλιστρά και αποβάλλει. Στο χαμάμ του χωριού όπου θα βρεθούν συγκεντρωμένες όλες οι γυναίκες, η Λέιλα θα τους ζητήσει να μιλήσουν στους άνδρες τους για να αναλάβουν εκείνοι την μεταφορά του νερού μιας και δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να κάθονται στην κυριολεξία όλη μέρα στο καφενείο - η χρόνια ξηρασία έχει πλήξει τις καλλιέργειες και καταργήσει τις δουλειές τους. Οι μόνοι άνδρες που δουλεύουν είναι ο ιδιοκτήτης του καφενείου, ο στωικός πεθερός της Λέιλα, ο οποίος καθημερινά μαζεύει ασφόδελους πιθανόν για να τους πουλήσει συμβάλλοντας με τον τρόπο του στην οικιακή οικονομία και ο Σάμι, ο δάσκαλος του χωριού.

Για να έχει αποτέλεσμα ο λόγος τους, η Λέιλα προτείνει ερωτική αποχή μέχρι οι άντρες να ανταποκριθούν στο αίτημά τους. Ως γνωστόν, όμως, κάθε απόπειρα αλλαγής της παράδοσης θεωρείται απειλή κι έτσι η Λεϊλα θα δεχθεί τα πυρά όλου του χωριού - ανδρών και γυναικών. Οι νέες κοπέλες, ωστόσο, θα την πιστέψουν και θα συμμαχήσουν μαζί της, κάτι που θα κάνει και ο άντρας της, ο Σάμι. Μορφωμένος κι ανοιχτόμυαλος, ο Σάμι θα την στηρίξει αδιαπραγμάτευτα σε όλη την διάρκεια της αποχής και θα την βοηθήσει - θα της διδάξει, μάλιστα, αποσπάσματα του Κορανίου για να αντιμετωπίσει  τον ιμάμη του χωριού ο οποίος θα κληθεί από τους άντρες για να συνετίσει τις γυναίκες και να τις επαναφέρει στον δρόμο του Αλλάχ.


Η ταινία έχει χιούμορ και δραματική ένταση και οι ερμηνείες των ηθοποιών ισορροπούν θαυμάσια ανάμεσά τους. Η ταινία έχει, επίσης, μερικούς αξιοσημείωτους χαρακτήρες όπως αυτός της γηραιάς Vieux Fusil - μιας χήρας που όλοι σέβονται. Με την  λογική που έχει της έχουν δώσει ο χρόνος και οι κοινές εμπειρίες που μοιράζεται με τις συγχωριανές της (την πάντρεψαν στα 13 της κι αναγκάστηκε να γεννήσει 19 παιδιά από τα οποία επέζησαν τα 7) αναγνωρίζει το δίκαιο στα λόγια  της Λέιλα και την βοηθά: μιλά στις άλλες γυναίκες και τους συμβουλεύει πως να βγουν από το φόβο τους και να αντιμετωπίσουν τη βία των ανδρών τους και την δική τους ανάγκη για έρωτα.

Η Φάτιμα είναι η πεθερά της Λέιλα και η ισχυρότερη αντίπαλος της. Καταπιεσμένη και πληγωμένη το ίδιο όπως και οι υπόλοιπες, επιλέγει ωστόσο με πείσμα το μέρος της άγραφης παράδοσης και της αντιπαράθεσης με το καινούργιο. Ακόμη κι αν αυτό πληγώνει την οικογένειά της.

Ο Σούφιαν είναι ο δημοσιογράφος/καταλύτης της υπόθεσης. Με πρόσχημα μια έρευνα για τα έντομα και την ξηρασία φτάνει στην περιοχή αναζητώντας τη Λέιλα που εγκατέλειψε όταν ήταν 15. Προκαλώντας ένταση στην σχέση της Λέιλα και του Σάμι, στο τέλος θα παραιτηθεί από την διεκδίκηση του νεανικού του έρωτα και θα ταχθεί στον αγώνα της - γράφει ένα δριμύ άρθρο στην εφημερίδα που εργάζεται το οποίο "ενοχλεί" την κυβέρνηση κι έτσι, οι ενέργειες του Σάμι για τον αγωγό του νερού θα έχουν άμεσο αποτέλεσμα - ο αγωγός του νερού θα φτάσει στο χωριό με συνοπτικές διαδικασίες.


Η ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το 2011 στο τμήμα Ένα κάποιο βλέμμα  κι ενθουσίασε το κοινό. Και πως να μην το κάνει; Μέσα από έναν καταιγισμό χρωμάτων κι εξωτικής, μαροκινής μουσικής, και μ' ένα καστ γνωστών κι αξιόλογων ηθοποιών που "σβήνουν" το άνυδρο τοπίο, προβάλλονται με δύναμη η πίστη των γυναικών για ένα καλύτερο μέλλον και η διεκδίκησή τους για μια πιο ανθρώπινη, αξιοπρεπή ζωή.

Και όσο θλιβερό κι αν είναι  το γεγονός ότι εκείνο που εμείς στον 21ο αιώνα θεωρούμε δεδομένο, άλλοι λαοί πρέπει να παλέψουν για να το αποκτήσουν, δεν μπορείς να μην αισιοδοξήσεις με τη νεαρή Εσμεράλδα, η οποία σαν άλλη Ρήνη του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και  της Τώνιας Μαρκετάκη, αποφασίζει να πάρει την ζωή στα χέρια της φεύγοντας από το χωριό - δεν ξέρει που θα πάει ούτε τι θα βρει στην πορεία της αλλά είναι αποφασισμένη να κατακτήσει το μέλλον και την αγάπη που δικαιούται.






Σημείωση: Μπορείτε να πάρετε μία γεύση της ταινίας από το τρέιλερ

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012








Της Ζωρζ...



Γνώρισα την Ζωρζ Σαρή  πίσω στο 1985, όταν πρωτοδιάβασα το "Το ψέμα". Αργότερα, τα εφηβικά απογεύματά μου τα σημάδεψε ο τηλεοπτικός "θησαυρός της Βαγίας" της. Την ξανασυνάντησα αναγνωστικά πολύ αργότερα με το "Τότε..." (Πατάκης, 2004). Όμως, παρ' όλα τα βιβλία που μεσολάβησαν στο ενδιάμεσο, "το Ψέμα" παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά κι αγαπημένα βιβλία της βιβλιοθήκης μου. 


Αντιγράφω την υπόθεση: "Οι γονείς της Χριστίνας χωρίζουν και η μητέρα της αναγκάζεται να μετακομίσει στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη, για να βρει δουλειά. Εκεί την περιμένει μια οικογένεια συγγενών της και τη βοηθά να πιάσει δουλειά ως θυρωρός σε πολυκατοικία, όπου και μένει σε ένα υπόγειο. Όταν η Χριστίνα πάει να βρει τη μητέρα της για να μείνει μαζί της, απογοητεύεται από το νέο της σπίτι και τον καινούριο τρόπο ζωής της. Έτσι, στο καινούριο της ακριβό σχολείο, όπου διδάσκει ο θείος της ο Γιώργος και εκείνη φοιτά δωρεάν, γνωρίζει νέους φίλους, αλλά διστάζει να τους «ανοιχτεί» και να τους πει την αλήθεια για ό,τι συμβαίνει στη ζωή της. Ακόμη και η ξαδέρφη της η Ρέα, την οποία γνωρίζει για πρώτη φορά, αγνοεί την αλήθεια, με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να την αμφισβητεί. Η Χριστίνα γίνεται για πολλούς η «καινούρια», η «ψηλομύτα», η «απόμακρη», αλλά κερδίζει και έναν καλό φίλο, τον Αλέξη. Ο Αλέξης τη βοηθά να αποκτήσει ξανά τη χαμένη της ισορροπία, να αποκαταστήσει την εικόνα της, την εμπιστεύεται και την οδηγεί στην αποκάλυψη της αλήθειας."

Η Ζωρζ Σαρή ήταν πρωτοπόρος  στην νεανική λογοτεχνία καθώς, όπως έκανε και η πολύ καλή της φίλη Άλκη Ζέη, χρησιμοποίησε στα βιβλία της βιωματικά στοιχεία ανάμεικτα με κοινωνικές, ιστορικές και πολιτικές αναφορές.  Η γραφή της "ζωντανή", ρεαλιστική, άμεση, όμοια με την προφορικότητα της απτής καθημερινότητας και γεμάτη με την ειλικρίνεια που απαιτούν τα παιδιά, με ενθουσίασε. Θυμάμαι πως όταν το διάβαζα, "μίλαγα" στην Χριστίνα και προσπαθούσα να την πείσω να αποκαλύψει την αλήθεια της. Είχα πιστέψει την συγγραφέα με την αφέλεια της παιδικότητας και την ορμή της εφηβείας που μόλις άρχιζε - το ένστικτο άλλωστε αναγνωρίζει πάντα την αξία.  Τότε αποφάσισα πως δεν μου χρειάζεται το ψέμα γιατί δημιουργεί περιττές παρεξηγήσεις - εκτός, βεβαίως από τα μικρά, λευκά ψέματα που χρησιμοποιώ για να προστατεύσω τους άλλους, ενίοτε και τον εαυτό μου. Έπαψα, επίσης, να κρίνω από τα φαινόμενα κι άρχισα να προσπαθώ, να επιμένω για ουσιαστικές, γερές φιλίες, πέρα από τις πρώτες και δεύτερες εντυπώσεις - μια συνήθεια που, μαζί με εκείνη της καλής λογοτεχνίας που η Ζωρζ Σαρή μού έμαθε με τα βιβλία της, συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ασχέτως του εκάστοτε αποτελέσματος. 

Η λογοτεχνία, είναι αλήθεια, ότι με αυτόν τον τρόπο αλλάζει τον κόσμο - αλλάζει τους ανθρώπους που ξέρουν να διαβάζουν κι αυτοί με τη σειρά τους φέρνουν την αλλαγή. Και είναι επίσης αλήθεια πως όποιος φεύγει από την γη δεν πεθαίνει· αρκεί να τον θυμούνται οι άνθρωποί του. Ζει, μάλιστα, πολύ περισσότερο σαν αερικό στην μνήμη τους και σημάδι στην ψυχή τους απ' ότι φορώντας την φθαρτή ύλη του, το σώμα. Μόνο που σήμερα, η τελευταία μέρα της Ζωρζ Σαρή θα ήθελα να ήταν ένα, έστω και  χρωματιστό, ψέμα.






Σημείωση: Το βιβλίο της φωτογραφίας είναι η 8η έκδοσή του από τον Κέδρο (πρώτη έκδοση 1974) και η συγγραφέας το έχει αφιερώσει στη Ninette. Το εξώφυλλό του όπως και η εσωτερική ασπρόμαυρη εικονογράφιση είναι της Νίνας Σταματίου. Το μαύρο σημάδι που διακρίνεται στην φωτογραφία είναι από το αυτοκόλλητο χαρτάκι της τιμής που προσπάθησα, ανεπιτυχώς όπως φαίνεται, να ξεκολλήσω.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

.










Κάνει ζέστη. Ο άνθρωπος διαβάζει - αλλά τι διαβάζει, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Το πουλί πεινάει. (...) Το πουλί κάνει κύκλους - κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχει η εικόνα.









Σημείωση: Ο πίνακας ανήκει στον Quint Bulhholz και το μικρό κείμενο που το συνοδεύει γράφτηκε ειδικά γι' αυτόν.  Και τα δύο αντλήθηκαν από το "Δυο λόγια σχετικά με τον ποδηλάτη" - Σαράντα έξι συγγραφείς αποκρυπτογραφούν τις εικόνες του Κβιντ Μπούχολντς (γράμματα, 1998).