Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012








 Ποιός ο σκοπός 
της τέχνης;


  

" ... η κατάργηση της μοναξιάς..."









Σημείωση: Η φωτογραφία είναι του André Kertész,  από την μικρή συλλογή του "on Reading" που εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη το 1971.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012









Just listening.


                                             
 Guy Montag: Books make people unhappy, they make them  anti-social.
       Clarisse: Do you think I'm anti-social?
 Guy Montag: Why do you ask?
       Clarisse: Well... I'm a teacher, not quite actually, I'm still  on probation. I  was called  to  the  administration  office today, and I don't think I said the right  things. I'm not at all happy about my answers.



Πρέπει να είναι η εποχή - πέρυσι, την ίδια περίοδο προσπαθούσα να ισορροπήσω σε ευθύνες, υπερβολές και  εξω-λογοτεχνικά διαβάσματα για χάρη ενός επιμορφωτικού course. Φέτος μου συμβαίνει το ίδιο. Σχεδόν - ναι μεν συμμετέχω σε ένα επιμορφωτικό σεμινάριο ωστόσο η συμμετοχή μου είναι η μόνη ομοιότητα με το περυσινό course. Τούτη τη φορά, είμαι πολύ χαρούμενη από την πρώτη μέρα του μέχρι και σήμερα - εκτός του ότι τα μαθήματα έχουν πραγματικό ενδιαφέρον, είμαι προετοιμασμένη να μην εγκαταλείψω τα βιβλία και τα κείμενά τους ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα αλλάξω τρόπο επαφής μαζί τους.

Booktalks ονομάζεται μια νέα ραδιοφωνική εκπομπή που ασχολείται με την λογοτεχνία κι εκπέμπει κάθε Σάββατο 2-4 μ.μ από τον
amagi.. Μου αρέσουν οι εκπομπές για τη λογοτεχνία αλλά πάντοτε διατηρώ επιφυλάξεις για το είδος, ιδίως εάν είναι "μακράς διαρκείας". Ωστόσο, έχοντας ήδη ακούσει την πρώτη "βιβλιοκουβέντα" μπορώ να σας βεβαιώσω πως ο αξιόλογος συν-blogger Librofilo που την επιμελείται φρόντισε ώστε η ώρα να κυλήσει σαν τις σελίδες ενός page-turner. Ή μιας νουβέλας από εκείνες που όταν τελειώσει εύχεσαι να είχε τις διπλάσιες σελίδες. Μία εκπομπή για το βιβλίο και το περιεχόμενό του,  την απόλαυση της ανάγνωσης με πολλή (και καλή) μουσική, λοιπόν... 

Ίσως σκεφτείτε πως δεν είναι κάτι πρωτότυπο - λογικό. Όμως, το όμορφο έως σουρεαλλιστικό στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως μοιάζει να επαληθεύει τον
Ray Brandbury  που έγραψε "...somewhere the saving and putting away had to begin again and someone had to do the saving and keeping, one way or another,..." 

Μετά  το τέλος του σεμιναρίου θα αρχίσω  ν' ασχολούμαι πάλι με την λογοτεχνία στην πράξη - αναγνώσεις, αναρτήσεις και παράλληλες ακροάσεις. Μέχρι τότε όμως, μόνο θα ακούω.

 



Σημείωσεις: 1) Ο διάλογος στην αρχή και το απόσπασμα του κειμένου, όπως και η αφίσα της εκπομπής, είναι από την κινηματογραφική μεταφορά του "Φαρενάιτ 451" από τον Φρανσουά Τρυφώ με τον Όσκαρ Βέρνερ στο ρόλο του Γκυ Μοντάγκ και την Τζούλι Κρίστυ ως Κλαρίς.  2) Η πρώτη εκπομπή πιθανότατα θα είναι διαθέσιμη online σήμερα,  Δευτέρα, κι έτσι μπορείτε να πάρετε μία γεύση  κατ' ιδίαν. Θα ακολουθήσουν, πιστεύω, και οι επόμενες. 


UpDate: Ακούστε την εκπομπή εδώ


Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012







           The We of Me




Απέσπασε την εύνοια του Τεννεσί Ουίλιαμς που είπε για εκείνη πως "τόση ένταση και ευγένεια πνεύματος έχει να φανεί από τον καιρό του Χέρμαν Μέλβιλλ". Ο  Γκράχαμ Γκριν την τοποθετεί δίπλα στον Φώκνερ εγκωμιάζοντας την έλλειψη κάθε "μηνύματος" στα κείμενά της, την ποιητική συναίσθηση και την σαφήνεια της γραφής της - αυτή είναι άλλωστε μία εξίσου ακριβής περιγραφή του σύντομου έργου της Carson McCullers. Η σαφήνεια, μαζί με μία σπαραχτική μοναχικότητα κι έναν στιλπνό λυρισμό είναι εκείνα που χαρακτηρίζουν και το "Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου" (Κέδρος, 2008 σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα).

Πρόκειται για την ιστορία της Δεσποινίδας Αμέλια Ήβανς, μιας τριαντάχρονης, ψηλής κι άχαρης γυναίκας με γκρι αλλήθωρα μάτια που φορά αντρικές μπότες και
κάθε Κυριακή ένα κατακόκκινο φόρεμα. Μιας γυναίκας δικομανούς, φιλοχρήματης, ελαφρώς άξεστης και βίαιης η οποία, κατά περίεργο τρόπο, μένει δεμένη κι αφοσιωμένη στους ανθρώπους της πόλης της. Όλοι την σέβονται και κανείς  δεν την κακολογεί ενώ εκείνη με  το περίφημο γιατροσόφι της, το Κρουπ-Κιουρ, θεραπεύει αφιλοκερδώς τον κάθε πόνο.  

Η σκληραγωγημένη Αμέλια ζει κλεισμένη στον εαυτό της και δεν θα αλλάξει ούτε με τον γάμο της  με τον πανέμορφο Μάρβιν Μέισυ. Ο ερωτευμένος Μάρβιν θα κάνει στην κυριολεξία τα αδύνατα δυνατά για να την πλησιάσει - από ρεμάλι και διαφθορέας των νεαρών κοριτσιών της περιοχής θα γίνει  ένας συμπονετικός άντρας και πειθήνιος σύζυγος, θα δείξει πολύ υπομονή στην "ακαμψία" της και θα της γράψει όλα του τα υπάρχοντα ως ύστατη κίνηση για να την συγκινήσει. Η έλλειψη όμως και της παραμικρής τρυφερότητας από την πλευρά της τον κουρελιάζει. Θα εγκαταλείψει την πόλη, θα περιφερθεί αλλού, θα αναμειχθεί και πάλι με τον υπόκοσμο, θα ληστεύσει τρία βενζινάδικα και θα καταλήξει στη φυλακή. 

Η Αμέλια θα συνεχίσει να ζει αποκλειστικά κι επίμονα μόνη της μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ένας καμπούρης νάνος και δηλώνει πως είναι ξάδελφος της. Στην αρχή θα του προσφέρει φιλοξενεία και στην συνέχεια, προς έκπληξη όλων, θα τον σπιτώσει. Για χάρη του εξάδελφου Λάιμον, η Αμέλια θα ανοίξει τις πόρτες του εμπορικού και θα το μετατρέψει σε ένα ζωντανό, φωτεινό καφενείο. Ακόμη και το φως όμως μπορεί να θεωρηθεί ένας βαθμός του σκοταδιού - ο αρρενωπός Μάρβιν, ο σύζυγος-των-δέκα-ημερών θα επιστρέψει στην πόλη αλλάζοντας άρδην το κλίμα. Η ένταση πλανάται παντού αλλά η ΜακΚάλλερς δεν θα ενδώσει σε προβλέψιμους διαλόγους και διαπληκτισμούς. Οι εκρηκτικές διακυμάνσεις του αφηγηματικού ρυθμού εκδηλώνονται με μικρές λεπτομέρειες, κοφτερά βλέμματα και συγκρατημένες κινήσεις, απότομες και φαινομενικά αναίτιες συμπεριφορές μέχρι την τελική εκτόνωση. Ο Μάρβιν και η Αμέλια θα παλέψουν και ο νικητής θα φύγει από την πόλη παίρνοντας την εκδίκησή του και τον ερωτευμένο εξάδελφο Λάιμον. Η Αμέλια θα μείνει μόνη αν και τούτη τη φορά δεν το επιδίωξε.  



Προσπαθώ να βρω τις αιτίες που έκαναν τον Άρθρουρ Μίλλερ να την αποκαλέσει ελάσσονα συγγραφέα. Υποθέτω πως εγκλωβίστηκε στην εικόνα - οι χαρακτήρες της ΜακΚάλλερς στην συγκεκριμένη νουβέλα είναι η προσωποποίηση του γκροτέσκου, του εκκεντρικού, του περιθωριακού. Η μικρή, μίζερη πόλη  όπου ζουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, "χαμένοι" στον αμερικανικό Νότο, είναι όντως το περιθώριο. Ωστόσο, σαν μια άλλη Diane Arbus, η ΜακΚάλλερς  προβάλλει μέσα από την πρόζα της θέματα "αλλόκοτα": η μοναξιά και η ιδιωτικότητα, η αιώνια αναζήτηση της αγάπης, ο αναπάντητος έρωτας και τα αταίριαστα ζευγάρια - ο εραστής και ο αγαπημένος, λέει η συγγραφέας μοιάζουν να 'ρχονται  από διαφορετικούς πλανήτες. "Συχνά ο αγαπημένος", λέει η ίδια, "δεν είναι παρά ένα κέντρισμα στην αγάπη που βρίσκεται τόσο καιρό θαμμένη μέσα στον εραστή. Τούτο, λίγο πολύ, κάθε εραστής το ξέρει. Νιώθει βαθιά μέσα του πως η αγάπη του είναι κάτι μοναχικό. Μαθαίνει να ζει σε μια καινούργια, παράξενη μοναξιά και είναι η γνώση αυτή που τον κάνει να πονά".

H μοναξιά και  η αγάπη, ωστόσο, δεν είναι τα μόνα που κυριαρχούν εδώ. Στις 136 σελίδες της νουβέλας (ο πρόλογος του Μ.Κουμανταρέα είναι επιπλέον 21), η Lula Carson Smith -όπως είναι το πραγματικό όνομα της συγγραφέως- καταφέρνει  να μιλήσει και για τον γάμο, τον κοινωνικό περίγυρο, την οικονομική ανεξαρτησία της γυναίκας, τον ρόλο των δύο φύλων και να θέσει ακόμη και υπό αμφισβήτιση τον προσδιορισμό του κάθε φύλου - η Δεσποινίδα Αμέλια κάθε άλλο παρά θηλυκά χαρακτηριστικά εμφανίζει ενώ αντίθετα ο Εξάδελφος Λάιμον είναι η προσωποποίηση του πονηρού θηλυκού που γνωρίζει τους τρόπους να γοητεύει το αρσενικό. Η ΜακΚάλλερς αγγίζει ακόμη και την παιδική ηλικία και τις επιπτώσεις της στον ανθρώπινο ψυχισμό. "…Όμως οι καρδιές των μικρών παιδιών είναι ευαίσθητα όργανα. Ένα κακό ξεκίνημα σ’ ετούτο τον ντουνιά μπορεί να τις λυγίσει και να τους δώσει σχήματα παράξενα. Η καρδιά ενός πληγωμένου παιδιού μπορεί να ζαρώσει τόσο που να μείνει για πάντα σκληρή και βλογιοκομμένη σαν το κουκούτσι του ροδάκινου. Ή, πάλι, μπορεί ν’ αφορμίσει και να πρηστεί έτσι που καταντά βάρος αβάσταχτο, μυγιάγγιχτη και πονεμένη…".



Αν και σύντομο το έργο της -μόλις τέσσερις νουβέλες- την τοποθέτησε σε μία από τις κορυφαίες θέσεις της αμερικανικής λογοτεχνίας. "Η μπαλάντα..." διασκευάστηκε για το θέατρο από τον Έντουαρντ Άλμπι, το "Ανταύγειες σε χρυσά μάτια" μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον μεγάλο Τζον Χιούστον  (ναι, αυτό όπου η Ελίζαμπεθ Τέηλορ δίνει μια από τις καλύτερες αισθαντικές ερμηνείες της), o Τεννεσί Ουίλλιαμς και ο Τσαρλς Μπουκόφσκι της αφιερώνουν ποιήματα ενώ μόλις χθες -το 2011- η Σούζαν Βέγκα εμπνέεται από την ζωή της για ένα μιούζικαλ. Φυσικό επακόλουθο θα έλεγε κανείς της βιωματικής πεζογραφίας. Η ΜακΚάλλερς έχει ομολογήσει πως ότι κι αν έχει γράψει, το έχει πρώτα ζήσει η ίδια. Έκανε διάφορες δουλειές παράλληλα με τις σπουδές της και την συγγραφή των μυθιστορημάτων της. Παντρεύτηκε, χώρισε και ξαναπαντρεύτηκε τον ίδιο άντρα - τον ματαιωμένο συγγραφέα και κατοπινό αυτόχειρα Ρις ΜακΚάλλερς. Επίσης, υπέφερε από κατάθλιψη, αλκοολισμό, ρευματικό πυρετό και αρκετές συμφορήσεις. Σ' αυτά ας προσθέσουμε και το ότι βρέθηκε στη δίνη ερωτικών τριγώνων, ενδεχομένως άθελά της (μετά τον -πρώτο- γάμο τους,  ο σύζυγός της αποκτά εραστή) και την σύγχυση της ερωτικής της ταυτότητας (σύντομα απέκτησε κι εκείνη ερωμένη) ενώ κάποια στιγμή αποπειράθηκε και να αυτοκτονήσει. Η επικοινωνία, έχει γράψει κάποια στιγμή, είναι  ο μόνο δρόμος προς την αγάπη αλλά όπως φαίνεται αυτό ήταν κάτι που αγνοούσαν οι άνθρωποί της - οι πραγματικοί και οι επί χάρτου. Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που η γραφή  της σπαράζει από τρυφερότητα και επείγουσες εκκλήσεις για προσοχή κι αποδοχή.

Η γλώσσα της μετάφρασης διατηρεί την πατίνα του χρόνου
(πρόκειται για την πρώτη μετάφραση του κειμένου το 1969 με ελάχιστες αλλαγές)  και μεταδίδει σχεδόν στο ακέραιο το ιδιαίτερο ύφος του αμερικανικού Νότου. Γράφω "σχεδόν" γιατί δεν έχω διαβάσει το πρωτότυπο και, μεταξύ μας, το κείμενο δεν με άφησε στιγμή να σκεφτώ ότι πρόκειται για μετάφραση. Βέβαια γι' αυτό ευθύνεται και η πλοκή. Ο Μένης Κουμανταρέας που το μετέφρασε και το επιμελήθηκε για την επανέκδοσή του, γράφει στο επιλογικό του σημείωμα: "... η ιστορία της Δεσποινίδας Αμέλια με άρπαξε ξανά και με καθήλωσε, περιμένοντας με αγωνία το τι θα συμβεί παρακάτω. (...) η καθημερινότητά της και η ανία που τη χαρακτηρίζουν περιγράφονται μ' έναν εξαιρετικό, σχεδόν ποιητικό τρόπο. Ποίηση που δεν εξωραΐζει. Πρόζα που δεν ποιητικίζει. Δεν είναι ανάγκη να είσαι Αμερικανός του Νότου για να καταλάβεις αυτή την ιστορία και να την νιώσεις στο πετσί σου."
 

Τι περισσότερο να σχολιάσω; 
   




Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από την εγκατάσταση της Lis Rhodes "Light Music" (1975) ενώ η δεύτερη τιτλοφορείται "Χήρα" (2000/2010) κι ανήκει στον σύγχρονο Αμερικανό φωτογράφο Matthew Benedict. Στην τρίτη φωτογραφία απεικονίζεται η συγγραφέας. 

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012








Enjoying


the silence








Σημείωση: "Η αναγνώστρια" είναι του Gerhard Richter.







 To love another 




is something
like prayer and it can't be planned, you just fall
into its arms because your belief undoes 
your disbelief.

 
 "Admonitions to a Special Person" (1974) 
from Last Poems





Σημείωση: To εικαστικό είναι το "Temple of Love" του Auguste Rodin.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012








Στην ομορφιά
και τα λάθη




Ενα "άσπρο-και-μαύρο" μυθιστόρημα με ενδιάμεσες αποχρώσεις, πολυδιάστατο και πνευματώδες έως πολύ αστείο κάποιες φορές είναι το "Στην ομορφιά που χάνεται" (Ψυχογιός, 2007 - σε μετάφραση της Μπελίκας Κουμπαρέλη). Πρόκειται για το τρίτο βιβλίο της Zadie Smith όπου η Βρετανίδα συγγραφέας παρατηρεί και καταγράφει με πολύ προσοχή και οξυδέρκεια την πορεία δύο οικογενειών με ό,τι προεκτάσεις αυτή περιέχει. Και περιέχει πάμπολλες.

Στο επίκεντρο του μυθιστορήματος  είναι η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο αυτών οικογενειών. Από την μια, οι φιλελεύθεροι κι άθεοι Μπέλσι. Ο λευκός Άγγλος Χάουαρντ διδάσκει στο φημισμένο πανεπιστήμιο του Ουέλινγκτον, μία φανταστική πόλη έξω από τη Βοστώνη των ΗΠΑ. Ο Τζερόμ, ο μεγαλύτερος γιος ασπάζεται τον χριστιανισμό προς μεγάλη αποδοκιμασία του πατέρα του, η Ζόρα αποτελεί πρότυπο φοιτήτριας κι ακολουθεί τα χνάρια του πατέρα της στο πανεπιστήμιο ενώ ο βενιαμίν της οικογένειας, ο έφηβος Λίβαϊ προσπαθεί να αποκτήσει μια εντελώς δική του προσωπικότητα, πιο αυθεντική και πιο κοντά στο χρώμα του δέρματός του  υιοθετώντας το στυλ "του δρόμου" και των ράπερς. Ανάμεσά τους η Κίκι, η τζαμαϊκανής καταγωγής και μαύρου χρώματος μητέρα τους, προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες και να σώσει τον γάμο της  από το ξέσπασμα
της δεύτερης εφηβείας του Χάουαρντ. 

Απ' την άλλη, η επίσης διαφυλετική οικογένεια των Κιπς είναι το πρότυπο του συντηρητισμού. Με καταγωγή το εξωτικό Τρινιντάντ ο μαύρος Άγγλος Μόντι Κιπς διδάσκει σε βρετανικό πανεπιστήμιο ενώ η λευκή γυναίκα του Σαρλίν μεγαλώνει τα δύο τους παιδιά  -τον Μίκαελ και την Βικτόρια- σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές και τα αντίστοιχα ιδεώδη.  Εκτός, όμως, από τις αντιλήψεις τους περί ηθικής, η αντιπαλότητα των δύο οικογενειών έχει τις ρίζες της στο γεγονός ότι και ο Χάουαρντ και ο Μόντι είναι ιστορικοί της Τέχνης με την ίδια ειδικότητα: τον Ρέμπραντ. Ο Χάουαρντ εδώ και χρόνια προσπαθεί να ολοκληρώσει ένα βιβλίο σχετικά με
το έργο του ενώ ο Μόντι, πιο "δραστήριος", αρθρογραφεί συχνά  ασκώντας δριμύτατη κριτική στα άρθρα του Χάουαρντ. Οι πορείες των δύο ανδρών (και των οικογενειών τους, βεβαίως) θα συναντηθούν αναπόδραστα όταν ο Μόντι καλείται να διδάξει την επόμενη χρονιά στο Ουέλινγκτον. Έχει προηγηθεί η σύντομη ερωτική ιστορία που είχε ο Τζερόμ με την κόρη του Κιπς, Βικτόρια - στις καλοκαιρικές του διακοπές στο Λονδίνο, ο νεαρός εργάστηκε για τον καθηγητή Κιπς και φιλοξενήθηκε από την οικογένειά του.

Με την άφιξη των Κιπς στο Ουέλινγκτον, η Κίκι θα γνωριστεί με την Καρλίν κι ανάμεσά τους θα δημιουργηθεί μια σύντομη μα ζεστή, ειλικρινής φιλία - αυτό είναι το πιο  στέρεο στοιχείο του μυθιστορήματος. Πέρα από αυτό, ο κόσμος γυρίζει με τον δικό του ρυθμό και ο καθένας με τις δικές του έγνοιες αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους. Τα παιδιά και των δύο οικογενειών θα "παρεκκλίνουν" από τις επιθυμίες των γονιών τους με την Βικτόρια να ανιχνεύει τον εαυτό της με τον πιο άγριο τρόπο. Ο Καρλ, ένας νεαρός της εργατικής τάξης που θα γνωρίσει ο Λίβαϊ σ' ένα υπαίθριο κονσέρτο, θα γίνει δεκτός στο πανεπιστήμιο ως ταλέντο, στη συνέχεια θα προσληφθεί ως υπεύθυνος της μουσικής βιβλιοθήκης του πανεπιστημίου για να εξαφανιστεί στο τέλος καθώς δεν μπορεί να κατανοήσει τις επιταγές  ενός άλλου τρόπου ζωής και της προσδοκίες της Ζόρα. Η Κλερ, φίλη των Μπέλσι κι ερωμένη για ένα διάστημα του Χάουαρντ, δεν καταφέρνει να σταματήσει να υπονομεύει τον εαυτό της και ο Ερσίνσκι, συνάδελφος της Κλερ και του Χάουαρντ, δίνει μαθήματα "άνετης" συμπεριφοράς. Ο πατέρας του Χάουαρντ δυσκολεύεται να αποδεχτεί τον γιο του με την καινούργια του ταυτότητα και τον βλέπει ακόμη σαν μικρό παιδί και ο Χάουαρντ, έρμαιο λες τoυ ακαδημαϊσμού και των ορμών του, που όπως φαίνεται "αυτονομούνται",  κοιμάται με γυναίκες πέραν πάσης λογικής υποψίας.



Με όλα τα πιο πάνω, θα νομίζετε πως πρόκειται για ένα βιβλίο "αργό" και "βαρύ". Συμβαίνει όμως το ακριβώς αντίθετο - είναι ένα μυθιστόρημα ανοιχτό, πανέξυπνο κι απολαυστικό, όπως ακριβώς και η γλώσσα του.  Ο ρεαλισμός της Ζέιντι είναι πραγματικός κι άμεσος αν και στις πρώτες σελίδες του είναι αμήχανος. Ομολογώ πως στην αρχή νόμιζα πως διάβαζα μια αμερικανιά, ένα βιβλίο-μεταγραφή sit-com επεισοδίων κι αυτό είναι ένα από τα μείον του μυθιστορήματος. Μην σας ξεγελάσει όμως αυτό. Το βιβλίο εξελίσσεται σε μια βαθιά ψυχογράφιση του κοινωνικού ψυχισμού και της πραγματικότητας της αμερικανικής (κυρίως) κοινωνίας - η σύγκρουση  λευκών με τους μαύρους, της ανώτερης μεσαίας αστικής τάξης με την εργατική και τους πλανόδιους μετανάστες, η κουλτούρα ως τρόπος ζωής έναντι της πρακτικότητας που απαιτεί η συμβίωση. Το "Στην Ομορφιά..." είναι γεμάτο ανθρώπους και οι σχέσεις τους περιγράφονται πληθωρικές, δυνατές και δηκτικές - θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμη γι' αυτό και για τις ανατροπές που περιέχει αλλά η ανάρτηση είναι ήδη μεγάλη και δεν νομίζω ότι θα το αντέξετε. Εκτός από το ενδο-οικογενειακό περιβάλλον, η συγγραφέας δίνει μια πολύ καλή εικόνα και του πανεπιστημιακού κατεστημένου: η ιεραρχία των καθηγητών, οι σχέσεις μεταξύ τους που ποικίλλουν από τις τυπικές έως τις ερωτικές, η συμπεριφορά τους προς τους φοιτητές και η σύνδεσή τους με την ευρύτερη κοινωνία - ένα μίνι campus novel ενσωματωμένο σ' ένα μυθιστόρημα που συνταιριάζει τις φιλοδοξίες και την αποτυχία, την συντροφικότητα και την απιστία, τη φιλία, τη διάρκεια, τη δίψα για μάθηση, τον πόθο και τον αγώνα για αποδοχή.

Ωστόσο, ο τίτλος του βιβλίου με γέμισε απορία. Προέρχεται από το δοκίμιο της Ελέιν Σκέρυ "On Beauty and Being Just" μα, σε τούτο το μυθιστόρημα που ακριβώς αναφέρεται; Προσπάθησα να το συνδέσω με το Χάουαρντς Εντ του Ε.Μ.Φόρστερ, του οποίου η Ζέιντι Σμιθ παραδέχεται πως είναι μια ελεύθερη μεταγραφή του στο σήμερα, αλλά δεν μπόρεσα να βρω κάποια συγκεκριμένη σύνδεση. Όσο σκεφτόμουν, οι συνδέσεις που προέκυπταν ήταν πολλές και διάφορες. Μπορεί  λοιπόν, είπα, να αφορά στην ομορφιά της Τέχνης, ή την ομορφιά στην τέχνη, στον Ρέμπραντ και στις θεωρείες του. Ή στην εξωτική ομορφιά της τόσο γήινης Κίκι που μεταβάλλεται με τον χρόνο. Ή, στην νεανική ομορφιά της Ζόρα που βασανίζεται για -και βασανίζει- την εμφάνισή της. Ή στην αίσθηση της υπέρβασης του Τζερόμ για την θρησκεία που επέλεξε αφήνοντας πίσω του την απογοήτευση από την σχέση του με την Βικτόρια. Ή εκείνη  του Λιβάϊ που μάχεται με ισχυρή αφέλεια για το δίκιο των αδικημένων στην Αϊτή φθάνοντας μέχρι την κλοπή. 




Η συγγραφέας βέβαια, είναι σαφής: λέει πως ο τίτλος δεν έχει κάποια συγκεκριμένη ερμηνεία - απλώς της φάνηκε αναπόφευκτος. Δεδομένου όμως ότι η Σμιθ, στα προηγούμενα βιβλία της, ασχολείται με την οικογένεια ως συλλογική οντότητα, μία μίνι κοινωνία που δεν είναι πάντοτε υγιής, ο τίτλος φαίνεται
να αφορά περισσότερο στην ομορφιά των ανθρώπινων σχέσεων όπως αναπτύσσονται μέσα σε μια οικογένεια και γύρω από αυτήν:  "Χρειάζεται πολλή διπλωματία για να ζήσεις σε μια οικογένεια.... Ο καθένας λέει συνεχώς πως αγαπάει τον άλλο, αλλά υπάρχουν όλα τα είδη αγωνίας και φθόνου και πίεση κάτω από την επιφάνεια." Γι' αυτό ένα μέρος του εαυτού της, όπως ομολογεί, αντιστέκεται στην ιδέα της απόλυτης "ορθότητας" σε ότι αφορά στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Και μου αρέσει, ξέρετε, ιδιαίτερα που ο τίτλος τελικά μπορεί  να περιλαμβάνει και την ομορφιά των λαθών γιατί  "...πως αλλιώς θα βρούμε το βάθος του χαρακτήρα και της ψυχής;"







Σημειώσεις: 1) Η φωτογραφία εικονίζει ένα πάπλωμα κι ανήκει στην συλλογή του Μουσείου V&A Museum [εκτέθηκε (νομίζω) σε παλαιότερη έκθεσή του με τίτλο Quilts:1700 - 2010.] Kατασκευάστηκε κάπου ανάμεσα στο 1851 και στο 1900 κι έχει γίνει με συρραφή κομματιών πάνω σε υφασμάτινο καμβά. Οι δύο σιλουέτες στα αριστερά και δεξιά του κεντρικού μοτίβου βασίζονται στο γλυπτό του Hiram Powers "Η Ελληνίδα Σκλάβα" (1864) το οποίο απεικονίζει την σύλληψη ενός κοριτσιού στην διάρκεια του πολέμου
του 1821 στην Ελλάδα  και την έκθεσή του προς πώληση.  Μετά την παρουσίαση του γλυπτού στην Μεγάλη Έκθεση του 1851, έγινε ένα από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες του δεύτερου μισού του 19ου αι. Τα αντίγραφά του σε μινιατούρες ήταν επίσης δημοφιλή και πιθανώς να είναι η πηγή έμπνευσης του παπλώματος. 2) Η υδατογραφία απεικονίζει τη γνωστή ρήση του Ε.Μ.Φόρστερ. Είναι έργο του Τομ Φίλλιπς στον οποίο ο ίδιος ο Φόρστερ απένειμε το Βραβείο Τέχνης του σχολείου του, το 1954. 3)Το καινούργιο, τέταρτο, μυθιστόρημα της Zadie Smith μόλις κυκλοφόρησε στην Βρετανία κι έχει τον τίτλο "NW" - στις αναγνώσεις μου προσεχώς.