Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013










Wit beyond measure






Το κυριότερο στοιχείο που κάνει τον σουρεαλισμό ακατανόητο στους περισσότερους είναι η ασυναρτησία, η έλλειψη σύνδεσης της όποιας φόρμας και εικόνας του με την λογική πραγματικότητα. Αυτές οι εντελώς αυτόνομες κι ασυνήθιστες διαδρομές του νου είναι, ωστόσο, κατά έναν φυσιολογικό τρόπο, κατανοητές στα παιδιά που έχουν σαφώς πιο ελεύθερο πνεύμα από εμάς. Σε καμμία περίπτωση όμως ο σουρεαλισμός δεν αφορά μόνο αυτά.

Το "Ο Αμφίβολος Eπισκέπτης"  (μτφρ Σωτήρη Κακίση, Άγρα, 2012) είναι μία γκόθικ σουρεαλιστική ιστορία μόλις 14 δίστιχων που θα μπορούσε να είναι ιστορία για παιδιά αλλά δεν είναι. Παραμύθι για μεγάλους, ίσως. Αλληγορία για όσους θεωρήσουν ότι ο
Edward  Gorey αναφέρεται στους σκοτεινούς καιρούς μας και τις κοινωνικές συμπεριφορές, ένας ορισμός και σχόλιο μιας εποχής, πιο πιθανό. Αλλά και πάλι. "Ο Αμφίβολος Επισκέπτης" ξεφεύγει κάθε ορισμού.

"Μες στα άγρια μεσάνυχτα, χειμώνα, ποιός χτυπάει;
Κανέναν δεν περίμεναν, κανένας δεν περνάει."

"Χτύπησε ξάφνου το κουδούνι, μες στ' άγριο του χειμώνα βράδυ.
Άνοιξαν έκπληκτοι την πόρτα κι αντίκρυσαν πυκνό σκοτάδι."

"Ύστερα είδαν κατιτίς επάνω στην υδρία:
Η όψη του αλλόκοτη έφερε ανησυχία."


Το πλάσμα που εμφανίζεται είναι αδιευκρίνιστου είδους με μικρά γουρλωτά μάτια, μύτη που μοιάζει με μυρμηγκοφάγου και πτερύγια πιγκουίνου αντί για χέρια ενώ φορά στα πόδια ελβιέλες κι ένα ριγέ κασκόλ  στο λαιμό. Ο επισκέπτης τούτος δεν προκαλεί στη συνέχεια εφιάλτες όπως περίμενα, σαν τον  Τζακ Σκέλινγκτον, είναι όμως κακότροπος με τον δικό του σιωπηλό και εκκεντρικό τρόπο κι αυτό προκαλεί μεγάλη αμηχανία στους ενοίκους της έπαυλης που τον φιλοξενούν - ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου του Έντουαρντ Γκόρεϋ είναι το ότι ο κόσμος του διαδραματίζεται σχεδόν πάντα σε επιβλητικές επαύλεις του 19ου αιώνα όπου οι ένοικοί τους διατηρούν τον διάκοσμο, τις εκλεπτισμένες τελετουργίες των γευμάτων και του τσαγιού καθώς και την χαρακτηριστική ψυχραιμία και εκλογικευμένη αντιμετώπιση των πάντων, μεταξύ των οποίων και του αμφίβολου επισκέπτη: εφόσον η ώρα ήταν περασμένη και ο επισκέπτης δεν έλεγε να φύγει, εκείνοι "..., δεν ξέραν τι να πούνε. / Ε, σταματήσαν τις φωνές, πήγαν να κοιμηθούνε." 


Εκτός από αμφίβολος, όμως, ο επισκέπτης τούτος είναι και επίμονος. "Συμπλήρωσε δεκαεφτά χρονάκια εδώ πέρα, / κι ακόμα δεν ξημέρωσε του χωρισμού η μέρα."  Σε αυτά τα 17 χρόνια που κατοικεί μόνιμα πλέον στο ξένο σπίτι, το μικρό απρόσκλητο πλάσμα συμπεριφέρεται εντελώς ασυνάρτητα, πράγμα που διαβάζοντάς το σε κάνει να χαμογελάς μαλακά μήπως και χαλάσεις την απρόσμενη απόλαυση που σου προσφέρει ο σουρεαλισμός αλά Γκόρεϋ - πνεύμα και  λέξεις που είναι σαν να γράφτηκαν από τον Ιονέσκο στο μακάβριο ύφος των χαρακτικών του Γκόγια.

Σημείο συνάντησης του παιδιού και του ενήλικα που ενέχει κάθε εαυτός, ο σουρεαλισμός είναι μια άλλη οπτική της ζωής και ο Έντουαρντ Γκόρεϋ ήταν η ανθρώπινη μορφή του. Από το ενημερωτικό, κι επίσης απολαυστικό, επίμετρο της έκδοσης διαπιστώνει κανείς πως ο συγγραφέας γνώριζε καλά πως να μην αποκοιμηθεί από τη λογική και τη συνήθεια - η ζωή του, τα βιβλία του και οι δεκάδες εικονογραφήσεις που φιλοτέχνησε (ανάμεσά τους και το βιβλίο του Αντρέ Ζιντ "Τα υπόγεια του Βατικανού"), αποτυπώνουν την κατάρριψη κάθε συμβατικότητας  ενώ ο ίδιος αρνιόταν συνεχώς ότι η έμπνευσή του προέρχεται από την καθημερινότητα. Ωστόσο, η Alison Lurie, στην οποία ο  Έ. Γκόρεϋ είχε αφιερώσει τον "Αμφίβολο Επισκέπτη", έχει την βάσιμη υπόνοια ότι το βιβλίο τούτο είναι το έμμεσο σχόλιό του σε κάτι πολύ συμβατικό - στην απόφασή της, πριν χρόνια, να κάνει παιδί. Όπως γράφει σε άρθρο της στο NY Review of Books, ο Ε.Γκ. το θεωρούσε ανεξήγητο, ακατανόητο. Χμμμ... "Ο Αμφίβολος Επισκέπτης" ως αντεπιχείρημα - αυτό κι αν κάνει το κείμενο σουρεαλιστικό!  Ακόμη κι έτσι όμως, η ιστορία παραμένει  ασυνάρτητη,  ενοχλητική, τρελά κωμική και σίγουρα εξαιρετικά πνευματώδης χωρίς να χάνει στιγμή την γοητεία και την ιδιαίτερη αισθητική της.

Έχοντας παιδευτεί τον τελευταίο καιρό με επιλογές βιβλίων που δεν ήταν  η ώρα τους να διαβαστούν, το "ο Αμφίβολος Επισκέπτης" ξεκούρασε στην κυριολεξία το μυαλό μου, του έδωσε αέρα και μια περίεργη αισιοδοξία ν' αναπνεύσει. Γι' αυτό, παρ'όλο το κλειστοφοβικό και κατηφή χαρακτήρα του,
το βιβλιαράκι τούτο είναι από εκείνα που θα διαβάζω ξανά και ξανά με τον ίδιο ενθουσιασμό κι ελαφρύ μειδίασμα κάθε φορά.  




Σημείωση:  Ένα πρώτο  και πολύ πιο ολιγόλογο σχόλιο για το βιβλίο έκανε πριν λίγο καιρό  ο ναυτίλος στη σελίδα του στο facebook:  Έξοχο! "Childlike but not childish!"

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

 
 
Ήταν γυναίκα, 
ήταν όνειρο...
 
 
Λατρεύω να παρατηρώ τις διαφορετικές μεταφράσεις των κλασικών έργων της λογοτεχνίας - με "προκαλεί" το να διαβάζω και να συγκρίνω τις  επιλογές των λέξεων και των προτάσεων από τη μία έκδοση στην άλλη και να βρίσκω το πόσο ευανάγνωστο κι εντέλει διαφορετικό είναι το αποτέλεσμα. Δεν το κάνω, βέβαια, με συνέπεια στα μεγάλης έκτασης πεζογραφήματα αλλά μόνο στα διηγήματα ή ακόμη και στα ποιήματα - είναι βλέπετε πιο εύκολο. Στην περίπτωση δε των παραμυθιών γίνεται έως και απολαυστικό λόγω της εικονογράφισης. 
Γι' αυτό ενθουσιάστηκα όταν έπεσα πάνω στο "Η Βασιλοπούλα και το γαϊδουροτόμαρο" (μτφρ.Σάντρα Βρέττα, Ποταμός, 2003) του Charles Perrault. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα παραμύθια που έγραψε ο κλασικός Γάλλος παραμυθάς σε στίχους το 1695 βασιζόμενος στο ομώνυμο και πολύ αγαπημένο λαϊκό παραμύθι του 17ου αιώνα πάνω στο οποίο η Αμερικανίδα συγγραφέας παιδικών ιστοριών Ann Jonas συνδύασε στοιχεία από την "Σταχτοπούτα"  του.

Η υπόθεση είναι η εξής: η βασίλισσα του παραμυθιού πεθαίνει από μια άγνωστη αρρώστεια και η τελευταία επιθυμία της είναι να ορίσει την διάδοχό της - θα είναι εκείνη στην οποία θα χωρέσει το δαχτυλίδι της. Το δαχτυλίδι, όμως, χωράει μόνο στην κόρη της. Η βασιλοπούλα απελπίζεται με την επιμονή του πατέρα της να την παντρευτεί για να κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στην βασίλισσα κι έτσι, με την συμβουλή της νεράιδας νονάς της, προσπαθεί να τον αποτρέψει ζητώντας του να ικανοποιήσει τις πιο παράλογες επιθυμίες: να της φέρει ένα φουστάνι με το χρώμα του φεγγαριού, ένα άλλο με την λάμψη του ήλιου κι ένα τρίτο με το χρώμα του καιρού. Μέχρι που του ζητά την σφαγή του αγαπημένου του γαϊδάρου, εκείνου που γεννά χρυσά φλουριά. Ο βασιλιάς όμως δεν πτοείται με τίποτα. Τότε η βασιλοπούλα αναγκάζεται να δραπετεύσει φορώντας το γαϊδουροτόμαρο. Μεταμφιεσμένη όπως είναι εργάζεται ως υπηρέτρια καθαρίζοντας ένα παχνί γουρουνιών ώσπου μια μέρα ένας ωραίος πρίγκιπας θα την ερωτευθεί. Δεν θα μπορέσουν να συναντηθούν αμέσως και ο πρίγκηπας θα μελαγχολήσει. Μετά από λίγο καιρό, όμως, θα ζητήσει την γνωστή δοκιμασία επιλογής συζύγου, που εδώ γίνεται με το δαχτυλίδι που πρέπει να ταιριάξει στο κατάλληλο δάχτυλο, και η Γαϊδουρώ -όπως αποκαλούσαν τη βασιλοπούλα στο χωριό που έμενε- θα συμμετάσχει τελευταία. Ο πρίγκηπας θα την αναγνωρίσει αμέσως και θα την κάνει βασίλισσά του.



Το βιβλίο είναι ένα από τα αγαπημένα μου - η λεπταίσθητη εικονογράφισή του σού δίνει την αίσθηση γκραβούρας ενώ τα έντονα και πλούσια χρώματα είναι σαν να αναδύουν μια περίεργη λάμψη. Ιδιαίτερη είναι και η προσοχή στη λεπτομέρεια - ακόμη και οι σκιές στους τοίχους συμμετέχουν στην δράση και δίνουν διάσταση σε όσα αισθάνεται η βασιλοπούλα. Ωστόσο, δεν είναι μόνο γι' αυτό που αγάπησα τούτο το παραμύθι τη στιγμή που δεν συμφωνώ καθόλου με το γυναικείο πρότυπο που προβάλλει -όπως άλλωστε και πολλά άλλα παραμύθια εποχής- ότι δλδ μόνο η εξωτερική ομορφιά επιβραβεύεται και μόνο ο όμορφος πρίγκηπας ελευθερώνει από τα δεινά της ζωής την καλή του η οποία υπομένει τα πάνδεινα και τον περιμένει.

Η όμορφη γλώσσα της Ανν Τζόνας και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται κάποια πολύ σημαντικά ζητήματα είναι εκείνο που μ' έκανε να το αγαπήσω και ειλικρινά, χαίρομαι πολύ όταν τα κλασικά παραμύθια, με όλη τη σκοτεινιά τους, την βιαιότητα και τους τρομακτικούς χαρακτήρες και τους συμβολισμούς τους, γίνονται εργαλείο για να γνωρίσουν τα μικρά παιδιά δύσκολες έννοιες και καταστάσεις που ακούν και βλέπουν δυστυχώς όλο και πιο συχνά σήμερα τριγύρω τους. Άλλωστε, η αδικία, ο φόβος και η βία είναι ενσωματωμένα στις κοινωνίες από καταβολής κόσμου και με το να τα αποσιωπείς μόνο όφελος δεν προκύπτει. Το ακριβώς αντίθετο θα έλεγα και υπάρχουν πλήθος ερευνών και πορισμάτων από ψυχολόγους και ψυχαναλυτές που το επιβεβαιώνουν
. Αλήθεια, όμως, πως μιλάς σε μικρά παιδιά για σκοτεινές ψυχικές καταστάσεις, για άδικα και καταστροφικά πρότυπα, για αντιδράσεις και ωφέλιμη ανυπακοή;




Με απλά λόγια, ειλικρίνεια και ευθύτητα μπορείς να μιλήσεις στα παιδιά για τα πάντα - είναι κάτι που το έχω διαπιστώσει η ίδια με τους μαθητές μου και το συνάντησα πριν λίγο καιρό ατόφιο στην εφηβική νουβέλα "Ιπτάμενες σελίδες" του Β. Παπαθεοδώρου όπου  ο συγγραφέας ασχολείται μεταξύ άλλων και με την  παρενόχληση και κακοποίηση των κοριτσιών από συγγενείς. Η αμεσότητά του είναι τόσο αφοπλιστική που ακόμη θυμάμαι τα τσιμπήματα οργής που ένιωσα μέσα μου όταν διάβαζα για την Λευκή, μιας από τις μικρές ηρωίδες του βιβλίου που κακοποιείται ψυχικά και σωματικά από τον θείο της. Η κόρη της φίλης μου, όμως, η οποία πήρε να το διαβάζει ένα πρωί που ήρθε σπίτι μου και δεν ήξερε τι να κάνει, ήταν ψυχραιμότερη  στο σημείο να μου ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες κι εξηγήσεις. Βέβαια, ο Β.Π. απευθύνεται σε μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά και η γλώσσα του είναι αρκετά περιγραφική ενώ η Ανν Τζόνας διασκεύασε το παραμύθι για μικρότερα κι έτσι "περιορίζεται"  στην επίμονη και δυνατή επιθυμία, την τρέλα του βασιλιά να παντρευτεί την κόρη του  για να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη βασίλισσα. Στο σημείο αυτό, και αντίθετα από την πειθήνια στάση της Σταχτοπούτας, η βασιλοπούλα δεν δέχεται  τις πιέσεις του πατέρα της και παρ' όλη την θλίψη και τον τρόμο που νιώθει παίρνει πρωτοβουλίες: στην αρχή, ζητά την συμβουλή της νονάς της που εμπιστεύεται και κατόπιν, όταν οι συμβουλές της δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα, εγκαταλείπει τον πατέρα της και παίρνει την ζωή της στα χέρια της - άλλο ένα στοιχείο του παραμυθιού που μου άρεσε πολύ.

Γράφει, επίσης, η Ανν Τζόνας για την μελαγχολία του πρίγκηπα: "Όλη μέρα, κουβαλούσε παντού τον πόνο του και η νύχτα, που δεν του χάριζε τη λησμονιά του ύπνου, δεν τον ανακούφιζε καθόλου. Μη θέλοντας πια ούτε να κυνηγάει ούτε να χορεύει ούτε καν να τρώει, έμενε συνεχώς στο κρεβάτι,..." Και λίγο πιο κάτω: "... ο πρίγκηπας ξανάπεσε στην πιο μαύρη μελαγχολία. Στο παλάτι, κανείς δεν ήξερε τι να πει ή τι να κάνει για να ξεκλέψει ένα χαμόγελο απ' αυτόν το νέο που οι στεναγμοί του θα έλιωναν και την καρδιά ενός δράκου." 

Kάτι τέτοιες στιγμές σκέφτομαι πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή ορισμένων παιδιών εάν είχαν στα χέρια τους (και τέτοια) βιβλία.  Σε μια εποχή που βιώνουμε μία απίστευτη "πίσω ολοταχώς" κατάσταση και όπου η βία και ο  ρατσισμός βρίσκουν βολικό κυματοθραύστη τη γυναίκα, χρειάζονται επειγόντως βιβλία που γοητεύουν, ενισχύουν την φαντασία και στερεώνουν την ασφάλεια και την ανθρώπινη συμπεριφορά μέσα τους. Πόσο πιο δυνατά θα ήταν, τότε,  αυτά  "τα κλαράκια της ερείκης" όπως αποκαλεί τις γυναίκες ο Γκυγγιώμ Απολλιναίρ και πόσο πιο γήινα θα μεγάλωναν οι μικροί πρίγκηπες, πόσο πιο υγιείς και ισορροπημένες θα ήταν εντέλει οι κοινωνίες μας στην πράξη κι όχι μόνο στα λόγια ή στα όνειρα.





Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία είναι από την κινηματογραφική μεταφορά του παραμυθιού σε μιούζικαλ (το 1970) με πρωταγωνιστές την Κατρίν Ντενέβ και τον Ζαν Μαραί.
Η δεύτερη εικόνα είναι από την εικονογράφιση του βιβλίου από την Anne Romby. Η τρίτη φωτογραφία είναι λεπτομέρεια ενός κολάζ της Linder Sterling, η δουλειά της οποίας αποτελεί αιχμηρό σχόλιο για τις πολιτισμικές προσδοκίες που ασκούνται  στις γυναίκες και την χρησιμοποίηση του γυναικείου σώματος ως εμπορικό προϊόν. Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από το ομώνυμο ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013









"The beginning and the end
reach out their hands
to each other"

(Chinese Proverb)




Χωρίς  εξωγενή δράση και βίαιη πλοκή, χωρίς πολυτελή αυτοκίνητα κι εκρηκτικές ταχύτητες, χωρίς ακριβά ρολόγια, πούρα και φιάλες ουίσκυ, δλδ όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα περισσότερα από τα προηγούμενα βιβλία του,  είναι το πρόσφατο μυθιστόρημα του  Δημήτρη Μαμαλούκα που έχει τον τίτλο "Κράτα μου το χέρι" (Ψυχογιός, 2012).

Ένας άντρας χωρίς ταυτότητα φτάνει νύχτα σε μια άγνωστη πόλη με μοναδικό σκοπό στη ζωή του να γράψει ένα μυθιστόρημα. Βρίσκει ένα μικρό, απομονωμένο κι άθλιο διαμέρισμα στο πίσω μέρος μιας πολυτελούς πολυκατοικίας και το νοικιάζει γιατί νομίζει πως εκεί μπορεί να γράφει απερίσπαστος. Το διαμέρισμα όμως είναι συγχρόνως και το πίσω μέρος ενός κινηματογράφου και ο θόρυβος είναι τόσο δυνατός που ο άντρας δεν μπορεί ούτε καν να σταθεί στο χώρο. Έτσι, κάθε απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ, εγκαταλείπει το διαμέρισμα και τριγυρνά στην πόλη εξερευνώντας άγνωστες περιοχές της. Ο άντρας είναι τόσο απελπισμένος και χαμένος στον κόσμο του που "πιάνεται"  από  τις  διαφημιστικές πινακίδες στους δρόμους κι αφήνει τα σλόγκαν τους να παίρνουν, αντί γι' αυτόν, τις αποφάσεις για την ζωή του. Ακόμη κι όταν ο άντρας συναντά μια νεαρή γυναίκα, στρέφεται στις πινακίδες για να του "πουν" τι θα κάνει - "LIVE NOW" "επιτάσσει" το πιο πρόσφατο σλόγκαν κι έτσι θα αποφασίσει να επέμβει στην ζωή της.

Το "Κράτα μου το χέρι" ξεφεύγει από την αστυνομική λογοτεχνία καθώς διαθέτει τα κυριότερα χαρακτηριστικά ενός ψυχολογικού νουάρ - έναν αποτυχημένο άντρα που έχει χάσει την ταυτότητα του ως πρωταγωνιστή και μία γυναίκα  μοιραία για την ζωή του  που εδώ είναι μια έφηβη μόλις δεκαέξι χρονών, εθισμένη στα ναρκωτικά και "προστατευόμενη" ενός γλοιώδους μαστρωπού. Τα όρια μεταξύ Καλού και Κακού είναι ασαφή και δεν υπάρχει "χάπυ έντ" αν και στο τέλος μένει στον αναγνώστη μια κάποια αίσθηση απόδοσης δικαιοσύνης καθώς ο ήρωας καταφέρνει να νικήσει τις δυνάμεις -υπαρκτές και μεταφυσικές- που είναι εναντίον του. Υπάρχουν, επίσης, ο συγχρωτισμός του πρωταγωνιστή με τον υπόκοσμο, τα φλάσμπακς που ανασυστείνουν το παρελθόν του, και οι απανωτές αποκαλύψεις που οδηγούν στην λύση της αινιγματικής φυσιογνωμίας του ανώνυμου άντρα υπογραμμίζοντας παράλληλα την φύση των ανθρώπων. Και τέλος, κυριαρχεί ένα εντελώς φαταλιστικό σκηνικό που γίνεται ακόμη πιο ζοφερό εδώ από την αχρωματοψία του ήρωα.


Παρ' όλη την οικονομία λόγου, η γραφή του Δημήτρη Μαμαλούκα είναι ιδιαίτερα παραστατική. Η  παρακμή της πόλης και των ανθρώπων της περιγράφεται με τρόπο που καλλιεργεί στον αναγνώστη την έντονη απέχθεια για την κατάσταση ενώ οι μικρές προτάσεις του έχουν το κοφτό ύφος του Άμος Οζ και εντείνουν την μόνιμη αίσθηση κινδύνου  και φόβου – όπως κι ένας ασπρόμαυρος καμβάς του Τζάκσον Πόλλοκ.  Ωστόσο, εκείνο που με ξάφνιασε είναι η έντονη συγγραφική συγγένεια που διαπίστωσα με τη γραφή του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Είναι, πιστεύω η μοναχικότητα  έως συναισθηματική (σχεδόν) αποστέγνωση του ήρωα και ο νατουραλισμός των περιγραφών που συνδέουν τους δύο συγγραφείς. Είναι, επίσης, η όλη ατμόσφαιρα των κειμένων η οποία νοτισμένη καθώς είναι από σκιές, και στις δύο περιπτώσεις, αντί να παραμορφώνουν τα πρόσωπα τα απογυμνώνουν. Στο σύνολό του το μυθιστόρημα μοιάζει επικίνδυνα με τον "Ένοικο" του Ρολάντ Τοπόρ - ο ίδιος ο συγγραφέας άλλωστε σε συνέντευξή του ομολογεί επιρροές και από αυτόν.  Ωστόσο,  ο ένοικος του Τρίτου Πατώματος, που όπως αποδεικνύεται μένει στον δεύτερο, δεν αγγίζει καθόλου τα όρια της ψυχικής αρρώστειας ή διαστροφής του Τρελκόφσκι. Ο ήρωας του Μαμαλούκα επιδιώκει την προσωπική του κόλαση εν πλήρη συνειδήσει - επιδιώκει την πλήρη αποστασιοποίηση από τους πάντες και τα πάντα, δεν θέλει να νιώθει τίποτα άλλο εκτός από επιφύλαξη και βρίσκεται σε συνεχή επιφυλακή για το απρόοπτο, για το κακό. Το άγχος και οι ενοχές, την αιτία των οποίων μαθαίνουμε μόνο λίγες σελίδες πριν το τέλος, τον κατατρώγουν, οι αναμνήσεις του πρόσφατου παρελθόντος επιστρέφουν με αυτοπεποίθηση και η αδυναμία του να αντιδράσει γίνεται δεύτερη φύση του. Ο ανώνυμος άντρας είναι τολμώ να πω γνήσιος καφκικός ήρωας αλλά όχι με τα γνώριμα σε όλους μας χαρακτηριστά του Αυστρο-Ούγγρου συγγραφέα αλλά με την αύρα του Κάφκα όπως αυτή αναδύεται  στα "Γράμματα προς την Ότλα" – μπροστά στη θέα του ανθρώπινου ράκους που είναι η κοπέλα, θα ξυπνήσουν μέσα στον ανώνυμο άντρα η συμπόνοια και η αβρότητα  και τούτο θα τον κάνει να προσπαθήσει να την βγάλει από τα ναρκωτικά και την πορνεία.  "...την έπιασε από το χέρι κι άνοιξε την εξώπορτα. Έφυγαν από το μικρό κοίλο σπίτι καθώς πίσω τους το σινεμά ούρλιαζε αδυσώπητα. Εκείνος πίστευε ότι ήταν η τελευταία φορά που το άκουγε".

Καταργώντας ουσιαστικά όλες τις ευκολίες του, ο Μαμαλούκας κάνει ένα γενναίο βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση κι αυτός είναι ο λόγος που διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο του – μου αρέσει πολύ να βλέπω πραγματικές αλλαγές προς το διαφορετικό.  Εκτός όμως από μυθιστόρημα μυστηρίου, το "Κράτα μου το χέρι" είναι, επίσης, ένα δυσείωνο κοινωνικό σχόλιο για το παρόν και ένα ημερολόγιο υπαρξιακού αδιεξόδου - το ψυχολογικό μέρος του χαρακτηρισμού "ψυχολογικό νουάρ" που αναφέρω πιο πάνω. Στις 184 σελίδες του βιβλίου εμφανίζονται το  human trafficking, τα ναρκωτικά, οι απρόσωπες πόλεις και οι διαλυμμένες ανθρώπινες σχέσεις ενώ η κοινωνική διαστρωμάτωση  έχει σαφή όρια και συμπεριφορές. Μέσα σε τούτο το περιβάλλον, η  υπαρξιακή και εκφραστική αγωνία του ανώνυμου άντρα φτάνει στα όρια του νιχιλισμού – σκέφτεται συνεχώς να αυτοκτονήσει φέρνοντας στο νου του διάσημους λογοτέχνες που το επιχείρησαν με επιτυχία, σαν ένα είδος μάντρα που του παράσχει την απαραίτητη δόση εφησυχασμού κι επιβεβαίωσης της "κανονικότητάς" του. Όταν δε, η κοπέλα  σκορπά στον ακάλυπτο το μισοτελειωμένο μυθιστόρημά του, ο πρωταγωνιστής δεν μπαίνει καν στον κόπο να μαζέψει τις σελίδες.“Ίσως περίμενε ότι θα τον έκανε έξαλλο, αλλά, αντίθετα, τον είδε ακόμα πιο ψύχραιμο, πιο νηφάλιο, ήρεμο και κατασταλαγμένο. Ίσως αυτή η κίνηση, να του πετάξει το βιβλίο, να του είχε κάνει καλό. Ίσως κατά βάθος να το επιθυμούσε κι αυτός, αλλά να μην είχε το κουράγιο να το κάνει. Τώρα δεν θα τον στοίχειωνε πια εκείνη η στοίβα των χαρτιών, εκείνο το μισό, ανολοκλήρωτο βιβλίο που το έβλεπε συνεχώς και συχνά το αισθανόταν σαν ανοιχτή πληγή μέσα του.”

 
 
Η δομή του μυθιστορήματος είναι  κατασκευασμένη προσεκτικά δίχως κάτι περιττό - η ανάπτυξη της ιστορίας, ο ρόλος και η σκιαγράφιση του καθενός από τους υπόλοιπους χαρακτήρες του μυθιστορήματος καθώς και η κλιμάκωση των γεγονότων -ιδίως στο δεύτερο μισό του βιβλίου- είναι σωστά ενορχηστρωμένα με τον δυναμικό ρυθμό ενός μετρονόμου, κάτι που αποδεικνύει την εξαιρετική συνθετική ικανότητα του συγγραφέα - χαρακτηριστικό που υπάρχει μεν στα προηγούμενα έργα του Δ.Μαμαλούκα αλλά η αφαιρετικότητα της γραφής του εδώ το αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο. Ωστόσο. Η αποκάλυψη της μυστυριώδους δύναμης μού άφησε την αίσθηση πως ο συγγραφέας αυτο-περιορίστηκε πολύ - πιστεύω ότι εάν αφηνόταν ελάχιστα περισσότερο και χρησιμοποιούσε την κομψή γραφή που του ξέφυγε σε δύο-τρεις προτάσεις του κειμένου, η απόδοση της κατάρας που κατατρέχει τον ήρωα και η σύνδεσή της με το παρελθόν του θα ήταν πιο εύλυπτη χωρίς αυτό να  βλάπτει την αφηγηματική λιτότητα, κι έτσι το κείμενο θα έλαμπε πραγματικά.

Θα σημείωνα, επίσης, την έλλειψη και του παραμικρού ψήγματος χιούμορ, έστω πικρού ή γκογκολικού, ως μείον του μυθιστορήματος αλλά τούτο είναι κάτι που αντιλήφθηκα πολύ κατόπιν εορτής (sic) και το οποίο δεν μείωσε, ούτε μειώνει, καθόλου την περιέργειά μου για την συνέχεια.



Το κείμενο  γράφτηκε για το διαδικτυακό περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση Bookstand  και δημοσιεύτηκε στο Πρωτοχρονιάτικο τεύχος του.  
 



Σημειώσεις: Το πρώτο σκίτσο είναι μια "Σπουδή Χεριών και Βραχιόνων" (π.1474) του Λεονάρντο ντα Βίντσι  και η φωτογραφία είναι "Ο διάβολος" (1931) του Ούγγρου Brassaii. Ο πίνακας είναι το "Νούμερο 28" του Jackson Pollock.

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013




             

Κρυφτό




Το πράσινο δαχτυλίδι. Nα μια ωραία
περίπτωση, εντελώς εξωφρενική. Εδώ και μερικές μέρες,
      ένα πρωί (;)
το έβγαλα από το συρταράκι του και αποφάσισα να το φορέσω,
για (Ω της  αφελείας!) "αλλαγή". Εδώ που τα λέμε
δεν φαίνεται άσχημο. Αλλά νομίζεις στ' αλήθεια
ότι θα μείνει εκεί; Ήμουν πολύ ανόητη
για να πιστέψω ότι θα μπορούσα να εξαπατήσω
το τέρας της επανάληψης.
Το δαχτυλίδι απλώς απορρίφτηκε, στο άψε-σβήσε,
χωρίς πολλά πολλά, κανένα ίχνος αποβολής,
τίποτα το βίαιο. Εξαφανίζεται, χάνεται,
δεν ξέρω πως ούτε πότε. ξαφνικά
δεν είναι πια στο δάχτυλό μου. όχι, δεν χάθηκε.
ψάχνω, είναι ξανά στη συνηθισμένη του θέση.
Ποιός το'βαλε εκεί; Υποθέτω, εγώ.
Αλλά δεν μου επετράπη να το προσέξω.
Escamoté* - τέλειο, πολύ έξυπνο.      

*

The Green Ring. Now that's a beautiful
case of utter weirdness. Mornings (?) ago
I pull it out of its little drawer and decide to wear it,
as a (O naivety!) "change". Actually, 
it looks rather nice. But do you think
it's going to stay there? I've been far too
foolhardy believing I could impose it
on the repetition - monster.
The ring merely gets rejected, στο άψε-σβήσε, 
no fuss, no signs of expulsion
or anything forceful. It disappears from sight,
I am blinded to the manner and the time
of its disappearance; suddenly it is
no longer in my finger; no, it is not lost;
I check, it's back in its usual place.
Who put it there? I suppose I did.
But I wasn't allowed to take  note of it.
Escamoté* ; a perfect performance, brilliant.





___________________________
* Υπεξαιρεμένο ταχυδακτυλουργικά
/ Disappearing ring 




Το πιο πάνω απόσπασμα προέρχεται από τον συγγραφικό επίλογο της Καίης Τσιτσέλη. Το "το Α & το Ω" (Άγρα, 2006 σε μετάφραση από τα αγγλικά του εξαίρετου Άρη Μπερλή) γράφτηκε ενώ η συγγραφέας πάλευε με τον χρόνο, την φθορά, την λήθη, την διαβρωτική επανάληψη, την αναπότρεπτη έλευση του θανάτου. Στο βιβλίο περιέχονται, εκτός από τα ποιητικά κείμενα της Κ.Τσιτσέλη και φωτογραφίες των χειρόγραφων σημειώσεών της καθώς και από το πρώτο της βιβλίο, το Μικρό Βιβλίο - μία κατασκευή με εικόνες και ένα ποιηματάκι, γραμμένο και δεμένο από την ίδια σε παιδική ηλικία και αφιερωμένο στον πατέρα της ο οποίος υπήρξε μέντοράς της. Η φωτογραφία αντλήθηκε από εδώ ενώ ο τίτλος της ανάρτησης είναι δικός μου. 

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013





Whenever...


Που πάνε οι ευχές μετά τις γιορτές; Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς πως από  τις τόσες ευχετήριες προτάσεις που ανταλλάσσονται κάθε χρόνο τούτες τις μέρες ελάχιστες θα επιβιώσουν και θα βγάλουν τον χρόνο. Πως να δώσεις άραγε υπόσταση και διάρκεια σε κάτι τόσο αέρινο όσο οι φθόγγοι και τα φωνήεντα;
 
Στην καλύτερη περίπτωση, οι ευχές διαρκούν όσο και οι γιορτές - όταν βρίσκεσαι σε γιορτινό περιβάλλον και ανάμεσα σε κόσμο με χαρούμενη διάθεση είναι εύκολο να ανταποκριθείς στις ευχές των γύρω σου δίνοντάς τους τον καλύτερό σου εαυτό ή τέλος πάντων ό,τι καλύτερο μπορείς την δεδομένη στιγμή. Επιστρέφοντας όμως στη γνώριμη, καθημερινή ρουτίνα οι ευχές φαίνεται πως εξατμίζονται μεμιάς σαν υγρασία με το πρώτο αεράκι.

Περισσότερες πιθανότητες να διαρκέσουν στη μνήμη και, ίσως, να υλοποιηθούν κάποια στιγμή έχουν εκείνες οι ευχές που δίνονται γραπτώς. Στην εποχή των social media μπορείς πια χωρίς κόπο, να κάνεις μια "επανάληψη"  στα  γιορτινά emails που στοιβάζονται στο inbox σου πριν τα διαγράψεις για να  κάνεις χώρο για τα επόμενα. Θα "ανακαλύψεις" έτσι ξανά ποιοί σε θυμήθηκαν και ποιοί όχι,  ποιοί λείπουν και ποιοί σου λείπουν. Θα πάρει ώρα αλλά ίσως ξαφνιαστείς ευχάριστα, όπως η Έιμυ.  

Τον  Φεβρουάριο του 1989, η επτάχρονη -τότε- Έιμυ έλαβε ένα γράμμα από τον Ρόαλντ Νταλ, συγγραφέα του αγαπημένου της παραμυθιού, του ΜΦΓ στο οποίο ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας, με άκρα μυστικότητα, μαζεύει όλα τα καλά όνειρα των ανθρώπων που έχουν την μορφή σαπουνόφουσκας και μετά τα μοιράζει στα παιδιά - μ' ένα φυσοκάλαμο που μοιάζει με τρομπέτα τα φυσά στις κρεβατοκάμαρες των παιδιών όταν αυτά κοιμούνται. Πέντε μήνες πριν, η Έιμυ τού είχε γράψει ένα γράμμα με την βοήθεια του μπαμπά της όπου, έχοντας έμπνευση από το αγαπημένο παραμύθι της, είχε ζωγραφίσει με νερομπογιές και γκλίττερ το δικό της όνειρο κλεισμένο σ' ένα μπουκάλι.

Ευτυχώς, ο Ρόαλντ Νταλ ανταποκρίθηκε. Η απλή και συγκινητική απάντηση του είναι η ακόλουθη:


Αγαπητή Έιμυ, 

πρέπει να γράψω ένα ειδικό γράμμα και να σ΄ευχαριστήσω για το όνειρό σου στο μπουκάλι. Είσαι το πρώτο άτομο στον κόσμο που μου έχει στείλει κάτι τέτοιο και μου προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον. Μου άρεσε επίσης το όνειρο. Σήμερα το βράδυ θα κατέβω στο χωριό και θα το φυσήξω μέσα από το παράθυρο της κρεββατοκάμαρας κάποιου παιδιού που κοιμάται και θα δω αν θα πιάσει.    

Με αγάπη από τον 
Ρόαλντ Νταλ

 

Μοιάζει κάπως αφελές όλο αυτό στον ενήλικο κόσμο αλλά γιατί να μην συμβαίνει κάτι αντίστοιχα απλό και για εμάς τους μεγάλους; Δεν είναι βέβαια ίδιες οι συνθήκες αλλά ομολογώ πως διαβάζοντας την περίπτωση της Έιμυ, δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ με κάποια σιγουριά πως έστω μία από όλες τις ευχές που πήρα κι έδωσα με κάποιο τρόπο, κάποια στιγμή θα απαντηθεί. Γι' αυτό, λοιπόν, φέτος θα ήθελα να είναι η χρονιά όπου θα βρούμε τη δύναμη και τη θέληση να ανταποκριθούμε στις ευχές μας -και των σημαντικών άλλων της ζωής μας- και να τις διατηρήσουμε για καιρό κάνοντάς τες πράξη. Με δύναμη και όρεξη, σε πείσμα των αριθμών στα ημερολόγια, στις οικονομικές λίστες και στους πίνακες των στατιστικών. Κι ας μην έχουμε ακροατήριο. Κι ας μην είναι γιορτές. Όποτε.


 

Σημείωση: Ο πίνακας είναι το "Οι σαπουνόφουσκες" του  Thomas Couture. Η ιστορία της αλληλογραφίας της Έιμυ και του Roald Dahl αντλήθηκαν από εδώ.