Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013








“Finished, 


 the book begins.”








Σημείωση: Ο πίνακας είναι του Henri Fantin-Latour  και μπορείτε να τον δείτε στην έκθεση  Still Life  του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη μέχρι το τέλος Απριλίου.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013









Ο πεζός Αναγνωστάκης 





Με αφρομή την ημέρα γέννησής του πριν από λίγες ημέρες, θέλησα να κάνω μια αναδρομική ανάγνωση του έργου του  Μανόλη Αναγνωστάκη - ήταν άλλωστε τόσο ολιγογράφος ποιητής που μπορεί κανείς ανά πάσα στιγμή να τον "διαβάσει" στο σύνολό του. Στάθηκα όμως τελικά μόνο στο "Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά" (Πατάκης, 2011 με πρόλογο του Παντελή Μπουκάλα και, επιμέλεια κι επίμετρο του Μισέλ Φάις).  
 
Το ολιγοσέλιδο αυτό κείμενο είναι η απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας του ποιητή με τον  Μισέλ Φάις, δημοσιογράφο κι εκκολαπτόμενο τότε ποιητή και ενδεχομένως πρόκειται για τον τελευταίο δημόσιο λόγο του. Ήταν τον Νοέμβριο του 1992, στο σπίτι του στην Πεύκη. Ο Αναγνωστάκης ήταν ήδη άρρωστος όμως διατηρεί την σαφήνεια και τις λεπτές διακυμάνσεις στις αποχρώσεις του λόγου του δίχως καμμία παραχώρηση στην ὥριμη, ανεπαίσθητα μπεκετικά πικραμένη του μνήμη. Παίρνει τα πράγματα από την αρχή: από τη γέννησή του στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη του '25, την ανατροφή και τα πρώτα διαβάσματά του. Κατόπιν έρχονται η "αλητεία" της εφηβείας και οι μικρές επαναστάσεις του. Η ένταξή του στην ΕΠΟΝ, στο ΕΑΜ και η μετέπειτα διαγραφή του από το κόμμα το 1946 που έφερε την κρίση μέχρι αυτοκτονίας. Στο ενδιάμεσο τα πρώτα ποιήματά του, η Κατοχή και η πείνα, το πανεπιστήμιο, οι φίλοι. Μετά ο εμφύλιος και η σύλληψή του το '48, η καταδίκη του σε θάνατο και η τρίχρονη φυλάκισή του. Η κάθοδος στην Αθήνα, ο γάμος του και οι σπουδές του στην Βιέννη. Η δικτατορία. Οι υποψηφιότητες για την Ευρωβουλή, η απογοήτευση από την πολιτική και η ποιητική σιωπή.  

Στον μονόλογό του τούτο ο Μανόλης (με "ο" όπως το έγραφε ο ίδιος)  Αναγνωστάκης λέει για την προτίμησή του στον "ασύλληπτο" Κάλβο και τον Καβάφη «που κολακεύει τον κόσμο», τους Γάλλους ποιητές αλλά και για τον Ουίτμαν. Μας βάζει στο εργαστήρι της γραφής του και ομολογεί με υπονομευτικό χιούμορ την "αναπηρία" του - "υπήρξα ένας αριστερός
manqué. Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά. Όλα τα κάνω με το αριστερό χέρι. Εκτός από το γράψιμο, γιατί φαίνεται, μικρός όταν ήμουν, μου επέβαλαν να γράφω με το δεξί." Χωρίς να περιαυτολογεί, καταθέτει την γνώμη του για τα λογοτεχνικά περιοδικά, την ποιητική και πεζογραφική μας παράδοση, την περιρέουσα -ναι, υπήρχε και τότε- γλωσσική κατάπτωση και ένδεια των νέων, την μετάφραση της ποίησης, την ελληνική απουσία  στο λογοτεχνικό προσκήνιο του εξωτερικού.  Μιλά αντιμετωπίζοντας την γλώσσα (και συνεπώς την λογοτεχνία) ως ζώντα οργανισμό της κοινωνίας και ο λόγος του ξαφνιάζει με την τόση συνάφεια που παρουσιάζει με το παρόν.  Και μεταξύ μας, προκαλεί και θλίψη όταν διαπιστώνεις πως κάποια πράγματα, τόσα χρόνια μετά, έχουν  αλλάξει ελάχιστα.

Εκείνο που με γοήτευσε στην αφήγησή του είναι η ανάδυση μιας ολόκληρης, ιστορικής πλέον, περιόδου της χώρας, οι κοινωνικές συνθήκες της, τα πολιτικά πεπραγμένα και η αυθεντική αριστερά της εποχής καθώς και ο τρόπος με τον οποίο ο Αναγνωστάκης συνυφαίνει την πολιτική με την επαγγελματική και την λογοτεχνική/ποιητική του δραστηριότητα, κάτι που διαψεύδει στην πράξη την ιδιότητα του "ποιητή της ήττας" που του απέδωσαν.  Ο ίδιος δεν το δέχτηκε. Εκείνο που οι άλλοι ονόμασαν "ήττα" εκείνος το ορίζει ως "αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή." Και όταν τελείωσε η εποχή, τελειώνει κι η ποίηση. Το γράφει και στον Επίλογο (από την συλλογή του Στόχος)  "Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός". Και σαν να συνεχίζει τον στίχο του διευκρινίζει στην συνομιλία του με τον Φάις: "Δεν ξέρω, μου φαίνεται δύσκολο να γράψει ποίηση ένας άνθρωπος σε μεγάλη ηλικία, όταν περνάνε από το φίλτρο του μυαλού του η εμπειρία, όλες οι σκέψεις του, όλα αυτά όταν περνάνε, δεν μπορεί.  Θέλει αυθορμητισμό, θέλει κάτι κάτι έξω από τον εαυτό σου η ποίηση, και το λέω εγώ που από νέος έγραφα ποιήματα αυτοστοχαζόμενα και ποιήματα εγκεφαλικά. (...) ..., όταν έρχονται οι ρυτίδες, η φλέβα, η ποιητική φλέβα στομώνει, στεγνώνει."  



Άλλωστε, ένα κύριο χαρακτηριστικό των ηττημένων είναι πως παραιτούνται γενικώς από κάθε δραστηριότητα ενώ ο Αναγνωστάκης, αν και από άλλο μετερίζι, παραμένει δραστήριος. Έχει το γνώθι σαυτόν και είναι ξεκάθαρος:  «Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράφω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση – αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση."

Για ποιητής, είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το πόσο γειωμένος παραμένει ο Αναγνωστάκης. Σωματικό ποιητή πολιτικής πράξης τον αποκαλεί ο Μισέλ Φάις ενώ στο επίμετρο της καλαίσθητης τούτης μικρής έκδοσης σημειώνει πως "Η επίμονη αίσθησή μου και τότε και τώρα (έξι χρόνια από τον θάνατό του και δεκαεννέα από την αποτύπωσή της φωνής του) είναι ότι στον άθρωπο που είχα απέναντί μου το γεγονός (όσο τραυματισμένο και κακοφορμισμένο κι αν είναι) έχει ένα προβάδισμα, ένα αίσθημα υπεροχής από την ανάκλησή του, από την ανάμνηση."  Τούτο το προβάδισμα του γεγονότος, του Πράττω έναντι του Είμαι, με έκανε να θαυμάσω ακόμη περισσότερο την μετέπειτα σιωπή του Αναγνωστάκη κι αυτό γιατί γνωρίζω πως η σιωπή δεν είναι εύκολη υπόθεση για έναν άνθρωπο της δράσης και σίγουρα δεν είναι ήττα. Είναι αναστοχασμός και παρατήρηση, σχεδιασμός και προετοιμασία ίσως της επόμενης κίνησης, της επόμενης πράξης, της επόμενης  γραμμής, ποιητικής ή όχι.

Σε μια εποχή που όλοι μπορούν να μιλήσουν για όλα, είναι πραγματικά ευεργετικό να διαβάζεις για εκείνους τους ελάχιστους που τους απασχολούσαν οι λεπτομέρειες του τί θα πεις και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πεις. Ή ακόμη όπως λέει και ο ίδιος ο ποιητής: "Γιατί υποχρεωτικά να μιλήσω;"  



Το κείμενο γράφτηκε για το  Bookstand, το ηλεκτρονικό  περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση, όπου και δημοσιεύτηκε.







Σημειώσεις: Ο μονόλογος τούτος ανέβηκε σε θεατρική παράσταση με τη δραματουργική επεξεργασία του Μισέλ Φάις και σκηνοθεσία της ηθοποιού Αλεξίας Καλτσίκη, το καλοκαίρι του 2012 στα πλαίσια του 55 Φεστιβάλ Φιλίππων & Θάσου, από την αφίσα της οποίας είναι η πρώτη εικόνα. Το εικαστικό θέμα είναι η εκτύπωση οθόνης της Βρετανίδας εικαστικού Lynn Hynd από την έκθεσή της As you slip into Silence κι έχει τίτλο "An act of thought" (2009)

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013









Οι μεγάλες σιωπές  

                                                    
                                  

Κι εκεί που στεκόμουν αναποφάσιστη για το ποιό θα είναι το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσω, το "Οι Οχιές" (Ψυχογιός, 1983, μτφρ.Δημ. Ζορμπαλάς) του François Mauriac ήρθε από το πουθενά και καρφώθηκε στην κυριολεξία στο μυαλό μου. Μην έχοντας  κάποια συγκεκριμένη (για την ακρίβεια, καμμία) προτίμηση ανάγνωσης εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα γιατί όχι; Θα ήταν μια πολύ καλή ιδέα να φρεσκάρω τη μνήμη μου και ν' ανακαλύψω από την αρχή το κείμενο ετούτο του Γάλλου νομπελίστα που γράφτηκε την περίοδο του μεσοπολέμου (1932) και μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις το 1983.


Σε νεαρή ηλικία ο Λουί, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, παντρεύεται μια κοπέλα ανώτερης κοινωνικής τάξης και, παρ' όλες τις υπόνοιες ότι ο γάμος έγινε για την περιουσία του, στην αρχή ήταν μια ευτυχισμένη ένωση. Ώσπου ένα βράδυ, η Ίζα θα του εξομολογηθεί μία προηγούμενη σχέση της. Αυτό θα προκαλέσει τις ανασφάλειες του Λουί που θα πάρουν το πάνω χέρι. Ο γάμος θα διαλυθεί στην ουσία του και τα επόμενη σαράντα χρόνια θα μαίνεται ένας σιωπηλός πόλεμος ανάμεσά τους. Όμηρος των τύπων, ο Λουί θα υπομείνει και θα παρατηρεί σιωπηλά την σχεδόν ολική αποξένωση του από τα παιδιά και τα εγγόνια του, ακόμη και από τον κοινωνικό του περίγυρο.

Το μυθιστόρημα ξεκινά με τον Λουί, 65χρονο πια μεγαλοδικηγόρο και κτηματία,  να γράφει μια επιστολή εν είδει διαθήκης στη σύζυγό του όπου, κατ' αρχάς, αναγνωρίζει πως σε όλη του τη ζωή δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να επενδύει τα πάντα στην δημιουργία της περιουσίας του την οποία η οικογένειά του είναι αποφασισμένοι να κληρονομήσουν με κάθε τρόπο - ο γιός του Ουμπέρτο, η κόρη του Ζενεβιέβ και η εγγονή του Ζανίν με τον άντρα της, Φίλη, συνομωτούν για να βγάλουν τρελό τον πατέρα τους και να καρπωθούν έτσι την περιουσία του. Ο Λουί είναι εξίσου αποφασισμένος να αποκληρώσει την οικογένειά του για να τους τιμωρήσει που τον παραγκώνισαν. Ιδίως όμως θέλει να πονέσει γι' αυτό την σύζυγό του, Ίζα. Στην επιστολή περιγράφει κι αιτιολογεί με κάθε λεπτομέρεια τις σκέψεις και τις ενέργειές του, από την δική του σκοπιά βέβαια, ως τον πιο σίγουρο τρόπο για να εκδικηθεί την στάση της: "...Όμως έχει κάτι, υπάρχει σ' εσένα κάτι που πρέπει να νικήσω, - είναι η σιωπή σου. Ω! Προσπάθησε να με καταλάβεις. η γλώσσα σου κρέμεται, μπορείς να συζητάς ώρες ολόκληρες με τον Καζώ για τα πουλερικά ή τον λαχανόκηπο. Με τα παιδιά, ακόμα και με τα πιο μικρά, φλυαρείς και σαχλαμαρίζεις μέρες ολόκληρες. (...) Μα όχι, δεν πρόκειται ούτε γι' αυτό, είναι για μιαν άλλη σιωπή που θέλω να εκδικηθώ: τη σιωπή στην οποία επέμενες σχετικά με την ένωσή μας, με την απόλυτη ασυμφωνία μας. Πόσες φορές, στο θέατρο, ή διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν πραγματικά στη ζωή ερωμένες ή σύζυγοι που κάνουν 'σκηνές', που εξηγούνται και τα λένε όλα, μ' ανοιχτή καρδιά, που βρίσκουν ανακούφιση στο να εξηγηθούνε.  Όλα αυτά τα σαράντα χρόνια που υποφέραμε πλάι-πλάι, βρήκες την δύναμη ν' αποφύγεις κάθε κουβέντα λίγο βαριά, σταματούσες πάντοτε απότομα."


 Η έκφραση στο πρόσωπο και οι αντιδράσεις της Ίζα όταν θα διαβάζει την επιστολή είναι εκείνο που κάνει τον Λουί να γράφει συνεχώς αν και στα πρόθυρα του θανάτου. Καθώς γράφει, όμως, αρχίζει να αναθεωρεί τα συναισθήματά του και να επανεξετάζει τις πηγές της υπεροψίας, της φιλαργυρίας  και του μίσους του κι εκείνο που  ξεκίνησε ως μία επιστολή αποκλήρωσης, μετατρέπεται σε ημερολογιακή καταγραφή των σκέψεων και της δικής του σιωπής, μια εξολομόληγηση. 


Πρόεδρος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1933 και βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1952, ο Φρανσουά Μωριάκ ήταν ήδη γνωστός πριν εκδόσει τις "Οχιές" του, βιβλίο που θεωρείται αντιπροσωπευτικό της θρησκευτικής (βλ. Καθολικής) λογοτεχνίας. Με το "Η έρημος της αγάπης" είχε κερδίσει το Grand Prix du roman de l'Académie française (1926), ενώ με το  "Τερέζ Ντεκερού" (1927) ξεκινά μια άτυπη τετραλογία με το ομότιτλο μυθιστόρημα να είναι το πιο δημοφιλές. Μάλιστα μεταφέρθηκε στον κιν/φο δύο φορές με πιο πρόσφατη αυτή του 2012 με την Ωντρέυ Τοτού στον ομώνυμο ρόλο. Γενικά, το σύνολο του έργου του Φρανσουά Μωριάκ χαρακτηρίζεται απο έντονη θρησκευτικότητα, κάτι που έχει προβληματίσει τους κριτικούς κι έχει συγκεντρώσει, επίσης, αρκετές αρνητικές κριτικές καθώς ο συγγραφέας εμφανίζει μονίμως και σε μεγάλη έκταση την σκοτεινή πλευρά της ζωής ενώ οι θρησκευτικές (βλ. καλές) ανησυχίες του δεν είναι το ίδιο φανερές - όπως και στα έργα του Βρετανού  Γκράχαμ Γκριν  που βρίσκεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο την ίδια περίοδο με τον Μωριάκ, ο καθολικισμός παρουσιάζεται μόνο στο φόντο ενός καμβά με πολλαπλή επίστρωση κακίας, αμαρτίας, αμφιβολίας. 

Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να είναι κανείς καθολικός για να εκτιμήσει το μυθιστόρημα. Παραβλέποντας τις αναφορές στην εκκλησία και τους ιερείς, θα επέλεγα να αντιπαραβάλλω το ιδίωμα του συγγραφέα με τον αγωνιώδη αγνωστικισμό του Τερζάκη περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο - η περιπέτεια και οι απορίες της ψυχής δεν γνωρίζουν θρησκευτικούς τύπους και χρονικές περιόδους. Ο ρεαλισμός  του Μωριάκ ζωντανεύει με αρκετά αδρές περιγραφές την γαλλική κοινωνία στο Μπορντώ και το Παρίσι του προηγούμενου αιώνα ενώ  η εσωστρέφεια του Λουί  δίνει στο μυθιστόρημα μια μοντερνιστική χροιά. Αυτό τώρα ακούγεται πολύ περίεργο  αν σκεφτεί κανείς ότι ο μοντερνισμός έρχεται σε ευθεία αντίθεση με κάθε έννοια θρησκείας και θρησκευτικότητας. Κι όμως! Το κείμενο διαπνέεται κι από μια αίσθηση φρεσκάδας αλλά για χάρη συντομίας, δεν θα αναφέρω ότι σε κάποιο σημείο μου θύμισε έντονα την Αργώ του Γ.Θεοτοκά, ελάχιστο ίχνος από την ρομαντική τάση του Έλληνα συγγραφέα.



Ξεκίνησα την ανάγνωση του βιβλίου αφενός μεν από περιέργεια για το πόσο μπορεί ένα τόσο παλιό μυθιστόρημα να διαβάζεται σήμερα και ποιον ενδεχομένως να αφορά. Λοιπόν, οι ενδοοικογενειακές συγκρούσεις υπήρξαν ανέκαθεν πρωτογενές υλικό για την λογοτεχνία, πόσο μάλλον δε όταν αποτυπώνουν την πολύ αρνητική τους πλευρά - η αδυναμία, οι ανασφάλειες και η παράνοια του Λουί είναι πράγματα που σκέφτεται ο καθένας μας μα συνήθως τα διαβάζουμε καλλωπισμένα. Εδώ όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο και, παρ'  όλο το δυσάρεστο θέμα και  την μονόπλευρη αφήγηση (εκτός από τα δύο τελευταία κεφάλαια, σε όλο το μυθιστότημα "ακούγεται" μόνο η φωνή του Λουί), ο Μωριάκ καταφέρνει να δώσει έναν πολύ αντιπαθητικό τύπο που δεν μπορείς παρά να συμπαθήσεις στο τέλος.
 
Είχα, επίσης, βάσιμες επιφυλάξεις για μία τόσο παλιά έκδοση που θα είχε αρκετά λάθη κι αβλεψίες, κάτι που πιθανότατα θα μετέτρεπε τις επιφυλάξεις μου σε ανία. Όχι πως οι λάθος (μέχρι παρωδίας) αποδόσεις των λέξεων (βλ. "βλακότητα") δεν μου δημιούργησαν προβλήματα στην κατανόηση του κειμένου και την ροή της ανάγνωσης αλλά η πλοκή τα αντιστάθμισε θαυμάσια - περιουσίες αλλάζουν χέρια, γάμοι γίνονται από συμφέρον κι άλλοι από πάθος, διαγράφεται η θαυμάσια δικηγορική πορεία του Λουί που φέρνει την επαγγελματική καταξίωσή του και μαζί εξωσυζυγικές σχέσεις, ένα παιδί πεθαίνει, ένα άλλο νόθο γεννιέται, κάποιο άλλο βρίσκει προστασία στο σπίτι του... Άντε μετά να βαρεθείς!

Απόλαυσα το βιβλίο γιατί, εκτός των πιο πάνω, επιβεβαίωσε κατά κάποιο τρόπο αυτό που κάποτε δεν είχα τις λέξεις να εκφράσω -  πως κάτω απ' όλες τις σιωπές,  κάτω ακόμη κι από ένα κουβάρι οχιές, είναι η αγάπη, η ελπίδα που δεν έχει αντίστοιχό της στο φόβο, όπως θα έλεγε ο e.e.cummings. Εντάξει, μπορεί να μην είναι μόνο η αγάπη αλλά η έλλειψή της σε συνδυασμό με μια-δυο άλλες παραμέτρους και διαθέσεις ως  πεισματικές εκδοχές της. Σε κάθε περίπτωσή όμως, η παρατεταμένη σιωπή δεν προσφέρει κάτι. Στον Λουί δεν άφησε ούτε καν την ικανοποίηση να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα της επανένωσης - η Ίζα πέθανε ξαφνικά δίχως να διαβάσει την δηλητηριώδη επιστολή του, δίχως να μιλήσουν, δίχως καν ο Λουί να ειδοποιηθεί για το γεγονός.  

Έχοντας συνηθίσει να ερμηνεύουμε  ό,τι ακριβώς βλέπουμε με politically correct τρόπο μάς διαφεύγει το πόσο ενδιαφέρον έχουν οι αρνητικές όψεις των πραγμάτων που τις περισσότερες φορές είναι η άλλη, η ακατέργαστη, όψη του ίδιου νομίσματος. Κι αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε την λογοτεχνία - σύγχρονη ή κλασική.
 








Σημειώσεις: Ο πρώτος πίνακας είναι το  "At the core" του Paul Klee και ο δεύτερος το "Νεαρός άντρας στο παράθυρο" του René Caillebotte. Η φωτογραφική σύνθεση με το πορτραίτο του Φρανσουά Μωριάκ από τον Yousuf Karsh αντλήθηκε από εδώ.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013








WHITE NIGHTS


No one here,
and the body
says: whatever is said
is not to be said. But no one
is a body as well,
and what the body says
is heard by no one
but you.


Snowfall
and night. The repetition
of a murder
among the trees. The pen
moves
across the earth: it no longer knows
what will happen, and the hand that
holds it
has disappeared.


Nevertheless, it writes.
It writes:
in the beginning,
among the trees, a body came walking
from the night. It
writes:
the body's whiteness
is the color of earth. It is earth,
and
the earth writes: everything
is the color of silence.


I am no
longer here. I have never said
what you say
I have said. And yet, the body
is a place
where nothing dies. And each night,
from the silence of the
trees, you know
that my voice
comes walking toward you.


Paul Auster










Σημείωση: Στην αρχή της συγγραφικής του πορείας, ο Πωλ Ώστερ  έγραψε κι αρκετά ποιήματα τα οποία έχουν εκδοθεί σε τρεις τόμους, κανένας από τους οποίους όμως δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013







Clean Monday






VIII

Πόσες μάσκες και πόσες άλλες
Πάνω στο πρόσωπο της ψυχής μας φοράμε;
Άραγε, όταν γι' αστείο η ψυχή τη μάσκα θελήσει να βγάλει;
Ξέρει πως έτσι αφήνει το πρόσωπο γυμνό να φανεί;
Η μάσκα η πραγματική, δεν νιώθει τίποτα κάτω απ' τη μάσκα
Αλλά κοιτάζει μέσ' απ' αυτή με μάτια κρυμμένα.



35 σονέτα 
(του ετερώνυμου Αλεξάντερ Σερτς)










Σημειώση: Η λιθογραφία είναι του Γάλλου ζωγράφου και λιθογράφου Jules Cheret κι έχει τίτλο "Mardi Gras".

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013







Απόκριες





"...και επαίζαν τα βιολιά, και έτρωγεν ο κόσμος μέσα στην αυλή, κι’ εγύρνα η κανάτα με το κρασί από χέρι σε χέρι. Και έκαμεν ο πατέρας σου κέφι, σαν διασκεδαστικός που ήταν ο μακαρίτης, και μ’ έρριψε το μανδύλι του, να σηκωθώ να χορέψουμε. Σαν τον έβλεπα να χορεύη, μου άνοιγεν η καρδιά μου, και σαν νέα που ήμουνε, αγαπούσα κ’ εγώ το χορό. Κ’ εχορέψαμε λοιπόν· κ’ εχόρεψαν και οι άλλοι καταπόδι μας. Μα εμείς εχορέψαμε και καλλίτερα και πολύτερα."






Σημειώσεις: Το απόσπασμα είναι από το "Το αμάρτημα της μητρός μου" του Γεωργίου Βιζυηνού το οποίο μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο εδώ. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να εντοπίσω τον δημιουργό του εικαστικού θέματος. Θα μπορούσε, ίσως, να ανήκει στον Aubrey Beardsley αλλά μόνο στην ασπρόμαυρη εκδοχή του. 

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013








Scars, changes and stories

in order to live
  


Και τι δεν θα 'δινα να μπορούσα να συζητήσω οτιδήποτε με τον Τζον; Και τι δεν θα 'δινα να μπορούσα να πως μια απλή κουβέντα που θα τον έκανε ευτυχισμένο; Ποια θα ήταν αυτή η απλή κουβέντα; Αν την είχα πει νωρίτερα θα είχε φέρει αποτέλεσμα; Θα ήταν απαραίτητο να ξαναζήσω το κάθε λάθος;  Η κεντρική ιδέα ήταν η πίστη ή το πένθος; Η πίστη και το πένθος δεν ταυτίζονται; Ποιο είναι το νόημα του ποιήματος και ποιο το βίωμα; Σε ποια σκέψη μας οδηγεί το βίωμα; Εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα;

Σωρός οι ερωτήσεις, οι απορίες και η αμφισβήτηση  στο "Η χρονιά της Μαγικής Σκέψης" (Κέδρος, 2011),ένα βιβλίο που μπορεί να θεωρηθεί και μικρή πραγματεία για το πένθος και την αυτολύπηση και το οποίο έγραψε η Αμερικανίδα
Τζόαν Ντίντιον κάτω από οδυνηρές συνθήκες.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2004, έχοντας μόλις επιστρέψει από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύονταν η κόρη τους, Κιντάνα Ρου, με πνευμονία που είχε υποτροπιάσει σε σηπτικό σοκ, ο σύντροφος της Τζόαν Ντίντιον, Τζον Γκέγκορι Νταν, πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς. Καλεί το ασθενοφόρο, ο σύζυγός της μεταφέρεται στο νοσοκομείο όπου διαπιστώνεται κι επίσημα ο θάνατός του, της παραδίδονται τα πράγματά του σε πλαστική σακούλα κι επιστρέφει στο διαμέρισμά τους με εκείνη την έκδηλη ψυχραιμία που καθησύχασε τον γιατρό και τον κοινωνικό λειτουργό του νοσοκομείου για τις μη-αντιδράσεις της. "Όταν μπήκα στο διαμέρισμα και είδα το μπουφάν και το κασκόλ του Τζον ακόμα πάνω στην καρέκλα όπου τα είχε αφήσει μόλις επιστρέψαμε  από την επίσκεψη στην Κιντάνα στο Μπεθ Ίσραελ Νορθ (το κόκκινο κασμιρένιο κασκόλ, το αντιανεμικό μάρκας Patagonia που το φορούσε το συνεργείο στην ταινία Υπόθεση πολύ προσωπική), αναρωτήθηκα τι θα επιτρεπόταν να κάνει μια μη ψύχραιμη πελάτισσα. Να καταρρεύσει; Να χρειαστεί αγωγή με ηρεμιστικά; Να ουρλιάξει;"



Τίποτα από όλα αυτά δεν έκανε η Τζόαν Ντίντιον. Στην προσπάθειά της να αποδεχθεί τον θάνατο του Τζον και να τιθασεύει την άγρια απουσία του, η Ντίντιον καταφεύγει στην ποίηση και την λογοτεχνία, σε επιστημονικά εγχειρίδια και οδηγούς καλής συμπεριφοράς, σε στίχους δημοφιλών τραγουδιών, σε
θρησκευτικούς ύμνους και ορισμούς, αφοσιώνεται στην φροντίδα της κόρης τους η οποία θα συνεχίσει να νοσηλεύεται με σοβαρά προβλήματα υγείας.  Ένα χρόνο αργότερα ωστόσο, και παρ' όλη την κινητικότητά της, την επιτυχή διεκπεραίωση  των τυπικών διαδικασιών που απαιτούνται σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά και των καθημερινών υποχρεώσεών της, ο έλεγχος του εαυτού της συνεχίζει να της διαφεύγει. Έτσι, τον Οκτώβριο 2004, αποφασίζει να αντιμετωπίσει το πένθος της με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει πολύ καλά - γράφοντας.

Ιδανική εκπρόσωπος της Νέας Δημοσιογραφίας, η Τζόαν Ντίντιον διακρίνεται για την χαρακτηριστικά κομψή όσο και ευθύβολη και διεισδητική πένα της. Έτσι κι εδώ, στέκεται με θάρρος απέναντι στον θάνατο του Τζον και γράφει με σοβαρότητα και σαφήνεια, ή μάλλον χειρουργική ακρίβεια, όλα εκείνα που συνέβησαν, την πόνεσαν και της ανέτρεψαν κάθε προοπτική. Ωστόσο, η συνειρμική γραφή που εκ των πραγμάτων της "επιβάλλεται" σε τούτο το βιβλίο, την βγάζει από την πεπατημένη της. Tο βιβλίο δεν ξεδιπλώνεται ως ένα καλοσχεδιασμένο και δομημένο κείμενο - η όποια πληροφορία γεννά απορίες που ξεπετάγονται από το κενό, η παραμικρή λεπτομέρεια πυροδοτεί ξαφνικά μια σειρά από εικόνες κι αναμνήσεις που κλονίζουν την πίστη της, οι ιδέες και τα πιστεύω της φαίνεται να διαψεύδονται και η επαλήθευσή τους αμφισβητείται συνεχώς. Το οτιδήποτε, όσο ασήμαντο κι αν είναι, ελέγχεται σε πραγματικό χρόνο  κι ενσωματώνεται στην όλη αφήγηση.  Η Τζόαν Ντίντιον δεν καταγράφει απλώς την γνώμη, τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Μας τα καταδεικνύει.
 

Εκτός, όμως, από ένα χρονικό πένθους, το "Η χρονιά της μαγικής σκέψης" είναι, επίσης, μια ιστορία έντονης συντροφικότητας.  Μολονότι η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και θα περίμενε κανείς η συγγραφέας να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της και το πένθος της, η Τζόαν Ντίντιον αντίθετα περιγράφει την κοινή τους ζωή με ενθουσιώδη τρυφερότητα. Σύντροφοι,  συνομήλικοι και συνεργάτες -συγγραφείς, σεναριογράφοι και αρθρογράφοι και οι δύο- μοιράζονταν επίσης τα ίδια ενδιαφέροντα και τις ίδιες αντισυμβατικές αντιλήψεις για την ζωή, κάτι που τους επέτρεπε να έχουν ευελιξία κι άμεση επικοινωνία στην σχέση τους. Η συγγραφέας δεν διστάζει να σχολιάσει  την μερικές φορές απότομη συμπεριφορά του συντρόφου της, τον επιβλητικό χαρακτήρα του ακόμη και τα γραπτά του και μέσα από τα ανυπόκριτα λόγια της διαφαίνεται η εξαιρετικής ποιότητας ισότητα που απολάμβαναν στον γάμο τους. 
 
Ογδόντα οκτώ μέρες μετά, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς 2005, το χειρόγραφο της Τζόαν Ντίντιον θα ολοκληρωθεί παρ'όλο που η ίδια δε θέλει να τελειώσει την εξιστόρησή της. Η εσωτερική ταραχή, ο φόβος και το πείσμα της Ντίντιον να μην αφήσει την αίσθηση του συντρόφου της να φύγει, είναι ολοφάνερα στο κείμενο. Ωστόσο, καταφέρνει να  ισορροπήσει ανάμεσα στην οριστική απουσία και στο παρόν χωρίς ίχνος μελοδραματισμού. Διατηρεί, με πολύ ψυχικό κόπο είναι η αλήθεια, απόσταση από τα γεγονότα, κάτι για το οποίο την έχουν χαρακτηρίσει ψυχρή. Ψυχρότητα, αποστασιοποίηση ή όπως αλλιώς κι αν το πείτε, τούτη η απόσταση είναι απαραίτητη για να ανταπεξέλθει κανείς σε τόσο βίαια γεγονότα πόσο μάλλον δε όταν το ένα διαδέχεται το άλλο - λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο 2005, η Κιντάνα θα καταλήξει


Είναι από τις λίγες φορές που διάβασα ένα βιβλίο σιωπηλά μέσα μου. Δεν υπήρξαν σκέψεις, σχόλια εκ του ασφαλούς, συνδέσεις. Δεν υπήρξαν ταυτίσεις. Μόνο, ίσως, με την επιφανειακή αποστασιοποίηση που από ό,τι μου έχουν πει την κατέχω καλά. Και θαυμασμός για τον αυτοσεβασμό και τη δύναμη τούτης της μικροσκοπικής σε σωματικές διαστάσεις γυναίκας να διαχειριστεί αυτή την ξαφνική αλλαγή στην ζωή της. Δεν είναι καθόλου εύκολο, άλλωστε, να αποδεχτείς πως οι νεκροί ανήκουν στους νεκρούς αν και τελικά, εκείνοι που αγαπάς δεν φεύγουν ποτέ. "Πρέπει να ακολουθείς την αλλαγή. Εκείνος μου το είχε πει αυτό. Δεν υπάρχει πια κανείς να με φυλάει, αλλά αυτό όντως μου το είχε πει."



 


Σημειώσεις: 1) Το βιβλίο βραβεύτηκε με το National Book Award for Nonfiction το 2005 ενώ το 2007 ανέβηκε στο Broadway με τη μορφή θεατρικού μονολόγου και τη Vanessa Redgrave στην ερμηνεία του ρόλου.  2) Οι πεταλούδες είναι του Vladimir Nabokov ο οποίος τις φιλοτέχνησε για "οικογενειακή χρήση" - είναι αφιερωμένες στην σύζυγό του, Vera, όπως μπορείτε να δείτε στην πρώτη εικόνα. Οι ζωγραφιές δεν απεικονίζουν πραγματικές πεταλούδες αλλά είναι δημιουργήματα της φαντασίας του συγγραφέα σε συνδυασμό με τις επιστημονικές παρατηρήσεις που έκανε στο μικροσκόπιό του και αντλήθηκαν από εδώ. Στην πρώτη φωτογραφία εμφανίζεται η συγγραφέας και στην δεύτερη μαζί με τον σύντροφό της. Ο τίτλος της ανάρτησης βασίζεται στα λόγια της Ντίντιον από το βιβλίο της "Το Άσπρο Λεύκωμα":  "We tell ourselves stories in order to live."