Σάββατο, 27 Απριλίου 2013





 


The eye of the beetle







Σχεδόν 100 χρόνια πριν, το 1915, ο Frantz Kafka έγραψε την πιο διάσημη νουβέλα του, το "Η μεταμόρφωση" (μετάφραση από τα γερμανικά Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, Πατάκης, 2008), ένα από τα ελάχιστα γραπτά που θεώρησε ολοκληρωμένα και δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε. Σκέφτηκα να την διαβάσω γιατί η πλοκή της είναι ήδη γνωστή στους περισσότερους κι έτσι δεν θα χρειαζόταν να γράψω αναλυτικά γι' αυτήν. Εξάλλου, και στην περίπτωση που κάποιος δεν έχει ήδη διαβάσει το κείμενο, σίγουρα θα έχει δει τουλάχιστον μία από τις πολλές διασκευές του βιβλίου για τον κινηματογράφο και για το θέατρο συνεπώς θα ξέρει σε τι αναφέρεται.

Διαβάζοντάς το, λοιπόν, ανακάλυψα ξανά εκείνο που καθιστά την νουβέλα αριστουργηματική - η απόλυτη λιτότητα της γλώσσας του κειμένου. Ακόμη κι αν σήμερα το "less" της γραφής του Κάφκα φαντάζει τετριμμένο, ωστόσο, στην εποχή του το στυλ του  -με τους πολύ χαμηλούς τόνους, την αποστασιοποίηση και την θαυμάσια ισορροπία μεταξύ λογικής και παραλόγου- ξεχώριζε τόσο απ' οτιδήποτε άλλο επικρατούσε που επηρρέασε καθοριστικά κατοπινούς κορυφαίους συγγραφείς: από τους Ι.Μπ.Σίνγκερ και  Χόρχε Λουίς Μπόρχες μέχρι τους Τζ.Ντ.Σάλιντζερ, Ε.Ιονέσκο και  Άμος Όζ. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, κάποια στιγμή, δήλωσε πως  η ανάγνωση της "Μεταμόρφωσης" τού έδειξε πως ήταν πράγματι εφικτό να γράψεις μ' έναν διαφορετικό τρόπο.

Ο Τσέχος συγγραφέας, παρά την πικρία, την αμφισημία και την ασφυξία που αποπνέουν οι σελίδες του, διατηρεί έναν αξιοθαύμαστο ρεαλισμό στις καταστάσεις και τις συμπεριφορές που περιγράφει. Η απέχθεια της οικογένειας του Γκρέγκορ για το "νέο" μέλος της, η προσπάθεια του Γκρέγκορ  να επικοινωνήσει με μαζί τους και ιδίως με την αδερφή του, η απομόνωσή του, η αποσύνδεση του πνεύματος από το σώμα του και τέλος  η κατάρρευση κάθε επαφής μεταξύ του Γκρέγκορ Σάμσα και της οικογένειάς του αποτελούν τα στάδια του κύκλου από τα οποία περνά -τις περισσότερες φορές- η ανθρώπινη συμπεριφορά όταν καλείται να αντιμετωπίσει κάτι τόσο διαφορετικό κι ακατανόητο.

Εκτός από τις προφανείς αναγωγές που μπορούν να γίνουν μεταξύ της νουβέλας και της πραγματικής ζωής του συγγραφέα (ο Κάφκα ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος χαρακτήρας, καταπιεσμένος κυρίως από τον αυταρχικό πατέρα του από την επήρρεια της οποίου και την οικογένειάς του ποτέ του δεν μπόρεσε ουσιαστικά να ξεφύγει. Είχε όμως μια τρυφερή αδελφική σχέση με την μικρότερη αδερφή του Ότλα που θα μπορούσε να αντικατοπτρίζεται στην σχέση του Γκρέγκορ με την Γκρέτε), η μεταμόρφωση του πρωταγωνιστή σε ένα αηδιαστικό, γιγάντιο σκαθάρι αποτελεί, για μένα, την τέλεια αλληγορία για να κατανοήσει κανείς το πραγματικά διαφορετικό καθώς η αφήγηση γίνεται μέσα από τα μάτια του σκαθαριού και το παράλογό της μάς κάνει να δούμε προσεκτικά εκείνο που συνήθως αποσιωπάται -  όλα εκείνα τα στοιχεία μιας κοινωνίας που τους αρνούνται την φωνή για πολλούς και διάφορους λόγους. Κι αν ο αναγνώστης μπορεί να νιώσει συμπάθεια γι' αυτό το αηδιαστικό ζωύφιο, τότε ίσως επεκτείνει την συμπάθεια αυτή και σε πιο καθημερινές διαφορετικότητες - τους ανήμπορους ηλικιωμένους, τους αρρώστους, τους σωματικά και πνευματικά μειονεκτούντες, τους κάθε λογής μετανάστες, κ.λπ., κ.λπ.

"Η μεταμόρφωση" δεν είναι βέβαια μέρος του τριλήμματος της προηγούμενης ανάρτησης. Tην διάβασα κατά παράβαση της σειράς που είχα ορίσει στο νου μου και όπως αποδείχθηκε ήταν μια απολαυστική κι ωφέλιμη παράβαση. Λίγο κάπως σαν κι εκείνη του Μαξ Μπροντ, στενού φίλου του Τσέχου συγγραφέα - λίγο πριν  πεθάνει ο Κάφκα του είχε ζητήσει να καταστρέψει τα χειρόγραφά του. Ο Μπροντ όχι μόνο παράκουσε την εντολή του φίλου του αλλά επιμελήθηκε ο ίδιος κι εξέδωσε το έργο του προσφέροντας στον λογοτεχνικό κόσμο ένα αληθινό δώρο, όπως είναι, άλλωστε, κάθε τι που η αξία του διαρκεί στο χρόνο. 







Σημειώσεις: Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο της Μεταμόρφωσης (στην αγγλική μετάφρασή του) εδώ. Δείτε, επίσης, μία βραβευμένη κωμική ταινία μικρού μήκους [μέρος 1ο, 2ο, 3ο] όπου ο ήρωας (Φραντς Κάφκα) θέλει να γράψει την "Μεταμόρφωση" αλλά δεν έχει έμπνευση. Η εικόνα είναι δημιουργία της Eliza Hearsum

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013











Το ενδιαφέρον της ζωής


 προέρχεται από την αίσθηση που έχουμε πως ό,τι μας συμβαίνει αποφασίζεται από εμάς τους ίδιους και πως δεν υπάρχει μια προκαθορισμένη πορεία την οποία πρέπει 
ν' ακολουθήσουμε. 










Σημειώσεις: Η ανάρτηση τούτη προέκυψε από την προσπάθειά μου να επιλέξω το επόμενο βιβλίο προς ανάγνωση - είμαι μεταξύ του ""Χίλιες και δύο νύχτες" του Γιόζεφ Ροτ, το "Οι κεραίες της εποχής μου" του Ανταίου Χρυσοστομίδη και τον εμβληματικό "Ζοφερό Οίκο" του Τσαρλς Ντίκενς. Μεγάλο τρίλημμα στην κυριολεξία! Η φωτογραφία είναι της Ναταλίας Τσουκαλά κι έχει τίτλο "The Rite of Spring"  (2011)

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013








Κι όπως αλλάζει χρώμα ο ουρανός



Μαγεμένη, στην κυριολεξία από το "Μετάξι" του εξαιρετικού Ιταλού Alessandro Baricco, ανυπομονούσα να διαβάσω το πιο πρόσφατο βιβλίο του, το "προς Εμμαούς" (μετάφραση Άννας Παπασταύρου, Πατάκης, 2010). Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιστορία ενηλικίωσης τεσσάρων φίλων με κινηματογραφικούς χρόνους κι ένταση που, ωστόσο, δεν ξέρω αν τελικά θα έπρεπε να σας την προτείνω. 

Το μυθιστόρημα ξεκινά  όταν τα τέσσσερα αγόρια είναι γύρω στα 15. Ο Μπόμπι (παρατσούκλι του νεαρού  γιατί ο αδερφός του μοιάζει με τον Τζον Φ. Κέννεντυ), ο Σάντο (δλδ ο "Άγιος", από την εμμονή του νεαρού με τις θείες διδαχές και την θέλησή του να γίνει ιερέας), ο Λούκα και ο ανώνυμος αφηγητής ζουν με τις θρησκευόμενες καθολικές οικογένειές τους σε μια Ιταλική πόλη και στον ελεύθερο χρόνο τους εργάζονται εθελοντικά στο νοσοκομείο της περιοχής.  Έχουν σχηματίσει κι ένα μουσικό γκρουπάκι και παίζουν κάποιες μέρες στην εκκλησία. Και "φυσικά πηγαίνουμε στο σχολείο, κάθε μέρα. Όμως αυτή είναι μια ιστορία ταπεινωτικής παρακμής και ανώφελων βασάνων. Δεν έχει καμιά σχέση με όσα αναγνωρίζουμε και ορίζουμε ως ζωή". Γι' αυτούς φαίνεται πως την ζωή ορίζει η όμορφη Άντρε. Η κοπέλα προέρχεται από πλούσια οικογένεια κι αυτό της δίνει έναν αέρα (επίπλαστης) ελευθερίας και αδιαφορίας συνάμα για τα πάντα και για όλους. Και για τους τέσσερις φίλους φυσικά, που είναι ερωτευμένοι μαζί της και  θαυμάζουν από μακρυά την ακραία συμπεριφορά της - η Άντρε έχει σχεδόν πλήρη συνείδηση της γοητείας και της σεξουαλικότητάς της όπως επίσης και κατάθλιψη.

Η άγνοια φαίνεται πως είναι η αρχή και η βάση του μυθιστορήματος καθώς ο τίτλος προέρχεται από μια ιστορία από το Κατά Λουκά Ευαγγέλιο, την Πορεία προς Εμμαούς, την οποία  οι νεαροί  αγαπούν πολύ γιατί "σε όλη την ιστορία, όλοι δεν ξέρουν" όπως κι αυτοί οι ίδιοι που είναι "γεμάτοι από λέξεις που δε μας έχουν διδάξει την πραγματική τους σημασία." Και συνεχίζει ο νεαρός αφηγητής λίγο κάτω: "Μικρές καρδιές - τις τρέφουμε με μεγάλες ψευδαισθήσεις, και στο τέλος της διαδικασίας περπατάμε σα απόστολοι στην Εμμαούς, τυφλοί δίπλα σε φίλους και έρωτες που δεν αναγνωρίζουμε - δείχνοντας εμπιστοσύνη σ' ένα Θεό που δεν ξέρει παραπάνω απ' τον εαυτό του. Γι' αυτό γνωρίζουμε την πορεία των πραγμάτων κι έπειτα δεχόμαστε το τέλος τους, χάνοντας πάντα την ουσία τους." Τούτη η απώλεια της πίστης απέναντι στον κόσμο, στην κοινωνία, στο Θεό και στους γονείς είναι ο επίλογός του. Ακολουθώντας το ύφος των μυθιστορημάτων ενηλικίωσης, το "προς Εμμαούς" περιγράφει την οδυνηρή έγερση της λογικής έναντι των ηθικών επιταγών της Καθολικής Εκκλησίας που εφαρμόζουν πιστά οι μικροαστικές οικογένειες των Ιταλικών πόλεων, οι οποίες δεν διαφέρουν καθόλου από τις αντίστοιχες ελληνικές, τις οποίες τόσο όμορφα (παρ'όλη την σκληρότητά τους)  έχει κινηματογραφήσει ο Αντώνης Κόκκινος  στο "Τέλος Εποχής" του. Και ναι μεν η νοσταλγία για την χαμένη αθωώτητα κυριαρχεί στην ταινία του Κόκκινου, στο μυθιστόρημα όμως του Μπαρίκκο δεν είναι καθόλου σαφές το νήμα που συνδέει το παρόν με το παρελθόν. 


Ο Μπαρίκκο ξέρει να δημιουργεί μια μυστικιστική ατμόσφαιρα όπως, θα τολμούσα να πω, και ο Μουρακάμι. Κι ενώ στο "Μετάξι" του τούτος ο μυστικισμός και η ασάφεια τόνιζε την ερωτική αδυμονία του πρωταγωνιστή και το ανεκπλήρωτο του πόθου του, εδώ δεν μπόρεσα να βρω το τί αυτή εξυπηρετεί. Υποθέτω πως έχει να κάνει με την παρουσία της Εκκλησίας αλλά είναι αντιφατικό γιατί παρ' όλο που ο συγγραφέας επικρίνει την ουσία του Χριστιανισμού, με τον τρόπο αυτό, και σε συνδυασμό με την δυναμική αφήγηση, είναι σαν να την αποδέχεται.

H απλή γραφή και η εναλλαγή ύφους από κεφάλαιο σε κεφάλαιο χαρακτηρίζουν όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα του Μπαρίκκο. Στο "προς Εμμαούς" όμως αυτό δεν ισχύει. Αντίθετα, το ύφος του είναι σταθερό και η γραφή του δεν είναι τόσο απλή - έχει κάτι το ασύνδετο, το κοφτό και μια ιδέα από Βιρτζίνια Γουλφ. Η εναλλαγή χρόνων στην αφήγηση (όταν αναφέρεται στο παρελθόν χρησιμοποιεί εναλλάξ ενεστώτα, παρατατικό και αόριστο, ενώ όταν μιλά στο παρόν μόνο τον ενεστώτα. Κάποιες φορές δε τα συγχέει - ή τουλάχιστον αυτό συνέβη σε εμένα) επιβραδύνει την ανάγνωση και την περιέργεια για το παρακάτω. Διότι, αν μη τι άλλο, το "προς Εμμαούς" έχει ενδιαφέρουσα πλοκή που δεν είναι καθόλου προβλέψιμη  - από την εθελοντική εργασία στο νοσοκομείο και  τις βραδυνές τσάρκες  των νεαρών με τα ποδήλατα στις γειτονιές με τις πόρνες, σε ερωτικά σκιρτήματα, αγγίγματα κι  εγκλήματα. Επίσης, η "ξενιτιά" των ναρκωτικών, μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας και μία άλλη επιτυχημένη, έναν επιπλέον θάνατο και μία εγκυμοσύνη είναι μερικά από τα περιστατικά που θα συναντήσει κανείς διαβάζοντας μέχρι οι νεαροί να γίνουν 18, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Στο ενδιάμεσο διάστημα θα αλλάξουν αφήνοντας για πάντα πίσω τους "τα κληροδοτούμενα σύνορα, με την υποψία ότι δεν υπάρχουν σύνορα."  

Οι έννοιες που περιλαμβάνει ο Μπαρίκκο στο μυθιστόρημά του εξακολουθούν να είναι σύνθετες. Παραείναι σύνθετες, θα έλεγα, για έναν έφηβο - ο Μπαρίκκο προσπαθεί να μιλήσει με την φωνή ενός 15χρονου ωστόσο, οι φιλοσοφικοί και θρησκευτικοί στοχασμοί που ακούγονται από το στόμα του νεαρού αφηγητή, ιδιαίτερα προς το τέλος του μυθιστορήματος, κάθε άλλο παρά ταιριάζουν στην συγκεκριμένη ηλικία κι αυτό ήταν αρκετό για να με κάνει να προσπεράσω κάποιες παραγράφους (τις οποίες γύρισα και ξαναδιάβασα με προσοχή αργότερα).

Είναι απορίας άξιο, λοιπόν, μετά απ' όλα αυτά το γιατί, ενώ είναι στην ουσία του το "προς Εμμαούς" μοιάζει ατελές, σου αφήνει μια γλυκιά επίγευση με ελαφρές αποχρώσεις γοητείας...
 


 


Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι ένα "Άτιτλο" της Francesca Woodman στο οποίο βασίστηκε το εξώφυλλο του βιβλίου. Ο τίτλος της ανάρτησης είναι μια στροφή από το "Σύννεφο με παντελόνια" του αγαπημένου Vladimir Mayakovsky (σε μετάφρασή του από τα Ρωσικά του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη) - η πιο έντονη μνήμη από την δική μου εφηβεία. 

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013










Ο κύκλος της θέλησης

 


Θέλησα να διαβάσω το "Η πορτοκαλιά ή οι κύκλοι του χρόνου" (Άγρα, 2003, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου) του Κάρλος Φουέντες με την σκέψη πως τα 5 διηγήματα που αποτελούν τον τόμο  θα μου επέτρεπαν αφενός να πάρω βαθιές αναγνωστικές ανάσες κι αφετέρου να γράψω -επιτέλους- μια μικρής έκτασης ανάρτηση. Όπως αποδείχθηκε, η συλλογή είναι ένα εξαιρετικής υφής βιβλίο μεν, αλλά η ιστορία του Μεξικού και η ροή του χρόνου συνδέονται με πολλούς τρόπους και με πολλές ιστορικές πληροφορίες που δεν τελειώνεις τόσο εύκολα όσο νόμιζα μ' αυτό.

Στο πρώτο διήγημα, τις "Δύο Όχθες" αφηγητής είναι ο Χερόνιμο δε Αγιλάρ, ένας επαναστάτης ναυτικός που βρέθηκε στο Μεξικό πριν ο Ερνάν Κορτές το κατακτήσει. Όταν ο Κορτές φτάνει στο Μεξικό, τον ανακαλύπτει και τον παίρνει μαζί του ως μεταφραστή. Ο Χερόνιμο όμως παίζει διπλό ρόλο: του μεταφραστή αλλά και του υπερασπιστή των αυτόχθονων του Μεξικού και γι' αυτό παραλλάσσει τα λεγόμενα του Κορτές για να τους προστατεύσει. Ο Χερόνιμο μεταφράζει παράλληλα με την επίσης αυτόχθονα σύντροφο του Κορτές την Μαλίντσε -που στην γλώσσα των Αζτέκων σημαίνει προδότρια- και προσπαθεί να την εξουδετερώσει καθώς η Μαλίντσε δεν ενδιαφέρεται για την τύχη της φυλής της και μεταφράζει ανάλογα με το συμφέρον το δικό της και του εραστή της. Από την Μαλίντσε ο Κορτές θα αποκτήσει τον πρωτότοκό του, Μαρτίν, ο οποίος θα πρωταγωνιστήσει στο δεύτερο διήγημα της συλλογής μαζί με τον μικρότερο, νόμιμο, γιο του 
Ισπανού Κονκισταδόρ που θα αποκτήσει αργότερα μια Ισπανίδα ευγενή, τον Μαρτίν Κορτές. "Οι δύο γιοί του κατακτητή", όπως και ο τίτλος του δεύτερου διηγήματος,  διαφωνούν -χωρίς καμμία αντιπαλότητα όμως-  για τον τρόπο που έπρεπε να διαχειριστούν την κληρονομιά του πατέρα τους. Μέσα από την αφήγηση του Μαρτίν, του πρώτου μιγάδα, διαφαίνεται η αρχή των αλλαγών στην Νέα Ισπανία όπως ονομάστηκε τότε το Μεξικό ενώ από εκείνη του αδερφού του Μαρτίν Κορτές φανερώνονται οι έξεις της Ισπανικής κοινωνίας που κάλλιστα, καλλιστότατα (sic), θα μπορούσαν να είναι και σημερινές. Το αποτέλεσμα της ασυμφωνίας τους όμως αφορά μόνο εκείνη την εποχή: και τα δύο αδέρφια θα εξοριστούν και θα πεθάνουν μακριά από την χώρα που ο πατέρας τους κατάκτησε.
 
Το τρίτο διήγημα διακόπτει την γραμμική ροή του χρόνου και μας πάει περισσότερο από μία χιλιετία πίσω, όταν ο Κορνήλιος Σκιπίων Αιμιλιανός  κατακτά την Νουμαντία, μία σημαντική για την εποχή πόλη της Ισπανίας χτίζοντας περιμετρικά της ένα τείχος εννέα χιλιομέτρων, μία δεύτερη ουσιαστικά κενή πόλη - αυτό είναι το θέμα του "Οι δύο Νουμαντίες", όπου ο Έλληνας αφηγητής, ο Πολύβιος από τη Μεγαλόπολη -στην αρχή σκλάβος του Σκιπίωνα κι αργότερα δάσκαλος, μέντορας και πιστός φίλος του- μας δίνει το χρονικό της πολιορκίας και της κατάκτησης της πόλης. 

Το  "Ο Απόλλων και οι πουτάνες", απ' την άλλη, μας μεταφέρει κάπου στο σήμερα όταν ο Βίνσεντ Βιλάρ, ένας μαύρος Ιρλανδός και ημι-διάσημος πρωταγωνιστής δευτεροκλασάτων ταινιών, καταλύει στο Ακαπούλκο χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Θέλοντας να ζήσει την περιπέτεια, νοικιάζει ένα ιστιοφόρο με το όνομα Δύο Αμερικές και πηγαίνει για δήθεν-ψάρεμα παρέα με επτά πόρνες. Στην διάρκεια της περιπέτειας όμως πεθαίνει και τότε, ως νεκρός, θα αντιληφθεί με ανακούφιση πως δεν έχει καμμία έγνοια πλέον για την προστατευμένη ατομικότητά του και πως, επιπλέον, μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις των συνεπιβατριών του. Στο μεταξύ, το ιστιοφόρο παραμένει ακυβέρνητο για μέρες στην θάλασσα του Μεξικού και καθώς δεν υπάρχουν προμήθειες, οι γυναίκες τον ευνουχίζουν για να κατευνάσουν την πείνα τους. Η περιπέτεια παίρνει τέλος όταν θα τους περισυλλέξει η ακτοφυλακή, αρκετά χιλιόμετρα βορειότερα του Ακαπούλκο, και θα τους κατευθύνει προς το κοντινότερο λιμάνι, το Μανσανίγιο

"Οι Δύο Αμερικές" όμως  είναι και ο τίτλος του πέμπτου διηγήματος που αφορά το ημερολόγιο ενός Γενοβέζου Σεφαρδίτη ναύτη που δεν είναι άλλος από τον Χριστόφορο Κολόμβο ο οποίος αυτή τη φορά ανακαλύπτει τον Νέο Κόσμο μόνος χωρίς το πλήρωμά του που έχει επαναστατήσει κι επιστρέψει στην Ισπανία - τώρα που το ξανασκέφτομαι, ένας από αυτούς θα μπορούσε να είναι και ο Χερόνιμο δε Αγιλάρ. Ο Κολόμβος εμφανίζεται εδώ να ζει σ' ένα ειδυλλιακό περιβάλλον κάπου στην Κεντρική Αμερική μέχρι τη στιγμή που οι Ιάπωνες και οι Ευρωπαίοι τον ανακαλύπτουν και εγκαθιστούν στον παράδεισό του τον δυτικό πολιτισμό. Τότε ο Κολόμβος θα επιστρέψει  στην Ισπανία
για να συναντήσει τους προγόνους του και να ξαναφυτέψει την πορτοκαλιά, όπως την είχε φυτέψει και πριν πολλά χρόνια, κλείνοντας έτσι τον κύκλο - του χρόνου, της ιστορίας, της πορτοκαλιάς, του εαυτού. Όλες οι ερμηνείες συγκλίνουν.


Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φουέντες γράφει διηγήματα και τα συρράπτει με έναν συνδετικό ιστό - στο "Κρυστάλλινα σύνορα" χρησιμοποίησε τα σύνορα -κυριολεκτικά και μεταφορικά- και τον πρώην υπουργό Λεονάρντο Μπαρόσο  ενώ στο "Νερό καμένο" -που ταιριάζει περισσότερο θεματικά με την "Πορτοκαλιά..." καθώς αφορά κι αυτό την Ιστορία- ήταν η ίδια η πόλη του Μεξικού και τα όνειρα των κατοίκων της. Εδώ η σύνδεση γίνεται κυρίως με κάτι πιο υλικό  - ένα δέντρο με τα παράγωγά του: η πορτοκαλιά, οι σπόροι, τα άνθη και οι καρποί με τους χυμούς τους περνούν από την μία διήγηση στην άλλη μεταδίδοντας την αίσθηση της γης και ζωής. Την μια αντιπροσωπεύουν την χαμένη αξιοπρέπεια των Μεξικανών, την άλλη είναι η δύναμη και η ελπίδα που περιμένουν οι πολιορκημένοι Νουμαντίνοι για να αντέξουν και να αντεπιτεθούν, σ' ένα διήγημα τα πορτοκάλια κρυπτογραφούν την γυναίκα-ερωμένη ενώ διάχυτη είναι η έννοια της πορτοκαλιάς ως γονιμότητα μέσω της γυναίκας-μητρικής φιγούρας.

Οι πολλοί αφηγητές που εναλλάσσονται αφηγούνται σε όλους τους χρόνους, και σε όλα τα διηγήματα, την Ιστορία  των δύο ηπείρων (Ευρώπη και Νότια Αμερική) και των δύο χωρών (Μεξικό, Ισπανία) περιγράφοντάς την με όλες τις αισθήσεις.  Έτσι, θα έλεγε κανείς, ορίζονται και οι συγγραφικές εμμονές του Φουέντες - ο πολιτισμός και η διαπολιτισμικότητα, η μετενσάρκωση των ψυχών και η φύση του Θεού, το απάνθρωπο του ανθρώπου και η διττότητά του, και τέλος οι κύκλοι του χρόνου και ο θάνατος. Είναι αξιοσημείωτο πως οι αφηγητές σε όλα τα διηγήματά του είναι νεκροί που έχουν την ευχέρεια να παρατηρούν και να αφηγούνται - ακόμη ένα χαρακτηριστικό που συνδέει τα διηγήματα. 

Η γλώσσα όμως -ως αναγκαιότητα και ως λογοτεχνία- είναι εκείνη που, μετά την πορτοκαλιά, διαπερνά τόσο έντονα τα κείμενα. Παρέχει εξουσία στον Χερόνιμο δε Αγιλάρ και στη δόνια Μαλίντσε οι οποίοι μανιπουλάρουν τον Κορτές και τον Μοντεσούμα εναλλάξ για να προωθήσουν ο καθένας τον σκοπό του. Η γλώσσα φανερώνει τις δύο όψεις μίας κατάστασης όταν οι δυο γιοί του Κορτές ερμηνεύουν διαφορετικά την πορεία του πατέρα τους. Η έλλειψή της είναι που κάνει τις γυναίκες της Νουμαντίας να παραδοθούν στους Ρωμαίους. Η γλώσσα επίσης (κακο)χαρακτηρίζει την παρέα του μεσήλικα ηθοποιού πάνω στο ιστιοφόρο κι είναι εκείνη που δείχνει την άνοδο και τον φρενήρη καταναλωτισμό  του δυτικού πολιτισμού και την ισοπέδωση που αυτός επιφέρει στο επίγειο παράδεισο του Κολόμβου.


Η  γοητευτική γραφή του Φουέντες είναι από μόνη της ισχυρό κριτήριο για την επιλογή ενός βιβλίου και συνήθως δικαιώνει κάθε επιλογή μου. Mέχρι που αυτή τη φορά -λόγω του τίτλου του βιβλίου- περίμενα πως η χυμώδης γλώσσα του Φουέντες θα ταιριάξει -με κάποιον σουρεαλιστικό τρόπο- με το άρωμα των νεραντζιών που μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο. Ωστόσο, αν και συναντούμε κι εδώ την γνωστή δυναμική γλώσσα του Μεξικανού συγγραφέα -από την οποία βέβαια δεν λείπει το χιούμορ, η ειρωνία και η τολμηρότητα- και την άρτια αφηγηματική τεχνική του  (για να μην αναφέρω και την εξαιρετική έκδοση της Άγρας) το αποτύπωμα του βιβλίου μέσα μου είναι ισχό.  Και η ανάρτηση κάθε άλλο παρά μικρής έκτασης...




 




Σημειώσεις: Η πρώτη τοιχογραφία είναι το "Το Δέντρο της Ζωής" ή το "Το Δέντρο της Επιστήμης" από τον Μεξικανό Roberto Montenegro, ο δεύτερος πίνακας είναι ο "Οι ρίζες" της επίσης Μεξικανής Frida Kahlo και στο τέλος ο "Έλικας" ανήκει στον σύγχρονο Ισπανό εικαστικό και θεωρητικό της Τέχνης Antoni Tàpies.

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013








 Οι ανεμώνες



"Τίποτε πιο απλό απ’ το να σε μαγεύουν. Είναι απ’ τα πιο παλιά τεχνάσματα της γης και της άνοιξης: οι ανεμώνες. Είναι κατά κάποιο τρόπο αναπάντεχες. Ξεπετάγονται μέσ’ απ’ το περσινό καφετί θρόισμα σε παραμελημένα μέρη, όπου ποτέ δεν πέφτει το βλέμμα σου. Φλέγονται και αιωρούνται, πράγματι αιωρούνται, εξαιτίας του χρώματος. Το έντονο μενεξεδί και μπλε χρώμα τους δεν έχει κανένα βάρος τώρα. Εδώ βασιλεύει έκσταση, αλλά χαμηλών τόνων. «Καριέρα» -άσχετο! «Εξουσία» και «δημοσιότητα» -γελοίο! Διοργάνωσαν βέβαια μεγάλη δεξίωση πάνω στη Νινευί, «έκαναν φασαρία και μεγάλο σαματά». Ψηλοτάβανα – πάνω απ’ όλα τα κεφάλια κρέμονταν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι σαν όρνια από γυαλί. Αντί για ένα τέτοιο παραστολισμένο και θορυβώδες αδιέξοδο οι ανεμώνες ανοίγουν ένα μυστικό πέρασμα που βγάζει στην πραγματική γιορτή, όπου επικρατεί νεκρική σιωπή."  










Από Τα Ποιήματα (PRINTA, 2004, σε μετάφραση Β.Παπαγεωργίου)

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013








Η σιωπή του χεριού




Ένα από τα παιδικά βιβλία που αγαπώ πολύ είναι "Το Σκλαβί" (Κέδρος, 2000),  μια ασυνήθιστη ιστορία αγάπης που βασίζεται στο ομώνυμο παραμύθι του 18ου αι. από τη Σύμη και το οποίο η Ξένια Καλογεροπούλου ξαναέγραψε και διασκεύασε για το θέατρο, παράσταση η οποία τιμήθηκε με το βραβείο "Κάρολος Κουν" ως το καλύτερο ελληνικό θεατρικό έργο (στο σύνολο των θεατρικών έργων κι όχι μόνο των παιδικών) της περιόδου 2000-2001.
 
Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ένας βασιλιάς αποκτά δύο γιούς - ένα βασιλόπουλο από την βασίλισσα κι έναν γιο από μια σκλάβα. Τα δύο παιδιά μεγαλώνουν μαζί στο παλάτι σαν αδέλφια αλλά είναι διαφορετικά μεταξύ τους σαν τη νύχτα με τη μέρα: το βασιλόπουλο είναι μαθητής-του-αύριο (από το "θα διαβάσω αύριο"), άμυαλος κι επιπόλαιος ενώ το Σκλαβί συνετό, προνοητικό και προστατευτικό προς τον αδελφό του. Σ' ένα καπηλειό που συνηθίζει να περνά τα βράδυα του παίζοντας ζάρια, το βασιλόπουλο βλέπει τη ζωγραφιά μιας βασιλοπούλας που κρατά ένα γαλάζιο ρόδο. Την ερωτεύεται τόσο που αρρωσταίνει. Το Σκλαβί ρωτάει τους πάντες για τα στοιχεία της κοπέλας και καταφέρνει να μάθει κάτι λίγα κι αόριστα. Το βασιλόπουλο, παρ' όλα αυτά και παρά τις αντιρρήσεις του βασιλιά-πατέρα του, ξεκινάει να τη βρει στα πέρατα του κόσμου. Στο ταξίδι, που είναι μακρύ και πολύ επικίνδυνο, τον συνοδεύει το Σκλαβί. Όταν κάποια στιγμή συναντήσουν τη βασιλοπούλα της ζωγραφιάς, εκείνη ετοιμάζεται να παντρευτεί. Μόλις το ακούει αυτό το βασιλόπουλο αρρωσταίνει βαριά και το Σκλαβί παρακαλά την δασκάλα της βασιλοπούλας να τον αφήσει να της μιλήσει. Η δασκάλα αρνείται στην αρχή αλλά τελικά κάτι σκαρφίζεται για να αποφύγουν τους στρατιώτες που την φρουρούν κι έτσι το Σκλαβί αντικρίζει τη βασιλοπούλα. Για να μην τα πολυλογώ και αποκαλύψω όλη την περιπετειώδη πλοκή, θα πω μόνο πως λίγο πριν από το τέλος το βασιλόπουλο και η βασιλοπούλα θα παντρευτούν παρόλο που η βασιλοπούλα δεν είναι ερωτευμένη μαζί του. Είναι ερωτευμένη με το "Σκλαβί" που ποτέ δε θα παραδεχτεί πως την αγάπησε.

"Το Σκλαβί" ανέβηκε στο  θέατρο τον Οκτώβριο του 2000 σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου με τον οποίο η Ξ.Κ. συνυπογράφει κατά κάποιο τρόπο και το βιβλίο: "...ξεκινήσαμε να το γράφουμε μαζί με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Γρήγορα όμως φάνηκε ότι αυτό το έργο  -αντίθετα με τα άλλα δύο που είχαμε γράψει παλιότερα- χρειαζόταν μια μοναχική δουλειά. Αυτήν την ανέλαβα εγώ. Κι όταν μου είπε ο Θωμάς ότι το σωστό θα ήταν να το υπογράψω μόνη μου, συμφώνησα.  Αν δεν το είχα κάνει, θα ένιωθα αδικηγμένη. Τώρα όμως που βλέπω το όνομά μου μόνο του πάνω από τον τίτλο, σκέφτομαι ότι εκείνος θα ήταν ο αδικημένος αν δεν σημείωμα εδώ ότι υπάρχουν στο Σκλαβί λέξεις, φράσεις, ιδέες και εικόνες που είναι ολότελα δικές του."

Το βιβλίο κυλά με κινηματογραφικό και πολύ ευχάριστο τρόπο - οι στίχοι που παρεμβάλλονται είναι όμορφοι και μελωδικοί στην ανάγνωσή τους ενώ οι διάλογοί του είναι παιχνιδιάρικοι, πνευματώδεις και αστείοι όπως οφείλουν να είναι όλα τα παραμύθια. Ωστόσο, δεν είναι ένα εύκολο παραμύθι - κανένα από τα έργα της Ξένιας Καλογεροπούλου άλλωστε δεν είναι γιατί ωθεί τα παιδιά να σκεφτούν πέρα από τα φαινόμενα και, να μάθουν πως να αντιμετωπίζουν τα συναισθήματά τους και την πολυδιάστατη πραγματικότητα της ζωής.  Στο βιβλίο αυτό τους μιλά για τον έρωτα και την αγάπη με τρόπο εξαιρετικά λεπτό και διακρητικό που αναιρεί τις βαριές έννοιες των ενηλίκων και ελαφρύνει τις δύσκολες καταστάσεις που ζουν το βασιλόπουλο και το Σκλαβί. Το παραμύθι είναι μελαγχολικό με τον ήσυχο τρόπο του Ζοζέ Σαραμάγκου και όπως όλα τα λαϊκά παραμύθια, αφήνει να εννοηθούν πολλά ενώ λέει τα λιγότερα και μιλά σε καθέναν από τους αναγνώστες ανάλογα με την ωριμότητά του - ένα ακόμη χαρακτηριστικό της θεατρικής συγγραφέως η οποία πρώτη τόλμησε να μιλήσει στα παιδιά με σεβασμό και επί ίσοις όροις. Η εικονογράφιση του Τάσου Μισούρα συνομιλεί με το κείμενο ακολουθώντας το πνεύμα του παραμυθιού εντείνοντας σε κάποια σημεία την σκοτεινιά και το υπαινικτικό ύφος του κειμένου. Και για να προλάβω την επόμενη σκέψη περί δυσοίωνων και δυσάρεστων ιστοριών, θα σας υπενθυμίσω πως τα περισσότερα κλασικά παραμύθια έχουν το ίδιο ύφος - τα παραμύθια των αδερφών Γκριμμ κι εκείνα του πολυαγαπημένου παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν διαθέτουν απίστευτη σκληρότητα.

Όπως και στις παραστάσεις της, τα βιβλία της Ξένιας Καλογεροπούλου έχουν την υπέροχη αύρα που αναδίδει η σφιχτή, αφαιρετική γλώσσα και η αμεσότητα της γραφής της - ακόμη θυμάμαι την προσήλωση με την οποία παρακολουθούσα, μαθήτρια του Δημοτικού, τον Μιχάλη τον Σφυρίχτρα ενώ γύρω μου μαίνονταν ο "πόλεμος της αλάνας" - μόνο ποδόσφαιρο δεν έπαιζαν τα παιδιά που ανεβοκατέβαιναν φωνάζοντας στον εξώστη όπου καθόμουν, αλλά αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία.


"Το Σκλαβί" είναι ένα γοητευτικό παραμύθι που διαβάζεται αυτόνομα, χωρίς να εξαρτάται από το αν παίζεται παράλληλα η παράσταση. Και με αυτή την αμεσότητα που χαρακτηρίζει το θέατρο και την πραγματικά έγκυρη λογοτεχνία, μού υπενθύμισε πως η ζωή έχει πολλές αποχρώσεις και διαδρομές και, πως κάποια πράγματα δεν έχουν ανταμοιβή. Αξίζει να τα κάνεις έτσι, για την απαίτηση της ψυχής σου. Όσο για τα διδάγματα που θα πάρει από αυτό ένας μικρός αναγνώστης, δεν μπορώ να τα περιγράψω - το τέλος του παραμυθιού είναι ανοιχτό και επιτρέπει στο κάθε παιδί να βγάλει μόνο του τα δικά του συμπεράσματα.  Θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας αρκεί  να το πιάσετε απ' το χέρι και να το εμπιστευτείτε. Η κάθε ανάγνωση, άλλωστε, δεν είναι ίδια για τον καθένα μας.




Σημείωση: Στη φωτογραφία απεικονίζονται η Ξ. Καλογεροπούλου με τον Θ. Μοσχόπουλο ενώ οι δύο πίνακες είναι από την εικονογράφιση του βιβλίου.