Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013









Reed fancied...

...dictionary language like "capricious" and "harridan," but he found special magic in the word "bells," sounding from above, "up in the sky," as he sang on the Velvets' "What Goes On." A personal favorite was the title track from a 1979 album, "The Bells." Over a foggy swirl of synthesizers and horns, suggesting a haunted house on skid row, Reed improvised a fairy tale about a stage actor who leaves work late at night and takes in a chiming, urban "Milky Way."




It was really not so cute
to play without a parachute
As he stood upon the ledge
Looking out, he thought he saw a brook
And he hollered, 'Look, there are the bells!'
And he sang out, 'Here come the bells!
Here come the bells! Here come the bells!
Here come the bells!'










Σημείωση: Η φωτογραφία είναι του Lou Reed από την έκδοση 'Romanticism' (Steidl, 2009) που περιέχει φωτογραφίες από διάφορα μέρη σε όλο τον κόσμο όπου ταξίδεψε ο ίδιος κι αποτύπωσε σε ασπρόμαυρο φιλμ τοπία της φύσης και της αρχιτεκτονικής. Το πιο πάνω περιστατικό  αντλήθηκε από εδώ.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013








What a difference 
a book makes...

Ήταν μία από εκείνες τις μέρες με το πρώτο δυνατό κρύο του φθινοπώρου - η υγρασία τρυπούσε τα κόκκαλα, η στοίβα με τα αδιάβαστα είχε μειωθεί επικίνδυνα, το δέμα με τα βιβλία δεν είχε φτάσει ακόμη και η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή για 5η εβδομάδα λόγω απεργίας. Όχι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε μια καλή μέρα.

Πήγα σ΄ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο που δεν πολυσύχναζα για να αλλάξω διάθεση - μετεγκαταστάθηκε πρόσφατα και υπέθεσα -κακώς- πως μαζί με τον χώρο και τον διάκοσμο θα είχε ανανεωθεί και με καινούργιες εκδόσεις και θα είχε, επίσης, αλλάξει και τον τρόπο εξυπηρέτησής τους προς το πιο βιβλιοφιλικό. Τριγυρνούσα για ώρα τα ράφια και τις προθήκες  προσπαθώντας  να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο τα βιβλία ήταν τοποθετημένα -very challenging I would say- ώσπου, εκεί που ψαχούλευα, το χέρι μου έπιασε ένα μικρό τομίδιο στο βάθος ενός ραφιού και πριν καλά-καλά δω τα στοιχεία του ένιωσα μια περίεργη χαρά.  Όταν διάβασα το εξώφυλλό του χάρηκα ακόμη περισσότερο...


  
Ο Χόρχε Λουί Μπόρχες υπήρξε για πολλά χρόνια συγγραφικό ζευγάρι με τον Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες. Υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Μπούστος Ντομέκ και με την ιδιότητα του κριτικογράφου, οι δύο συγγραφείς έγραψαν σατυρικά πεζογραφήματα προσφέροντας ανακούφιση στους καλλιεργημένους Λατινοαμερικάνους καθώς κάτω από την παιγνιώδη  διάθεση και το χιούμορ τους μετέφεραν ένα σαφές μήνυμα κατά της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε στην Αργεντινή το 1942 αλλά και πολύ αργότερα - μέχρι το 1977 που εξέδωσε το τελευταίο του βιβλίο, ο Μπούστος Ντομέκ συνέγραψε επτά βιβλία μεταξύ των οποίων ήταν και η ανά χείρας συλλογή διηγημάτων, το "Αφηγήσεις του Μπούστος Ντομέκ" (μτφρ. Τ. Δενέγρης - ύψιλον, 1989). Αντιγράφω ένα κομμάτι στην τύχη, καθώς είναι δύσκολο να απομονώσω κάποιο απόσπασμα χωρίς να αλλοιωθεί η αίσθηση του κειμένου.

  

"Gradus ad Parnasum

Επιστρέφοντας από κάτι σύντομες αλλά κάθε άλλο παρά δυσάρεστες διακοπές στο Κάλι και στο Μεντεζίν της Κολομβίας, ένα τραγικό νέο με πρόφτασε στο γραφικό μπαρ του αεροδρομίου Εσέισα. Μπορούμε να πούμε πως, όταν κανείς φτάσει σε μια ηλικία, έτσι και γυρίσει πίσω το κεφάλι του, θα δει κάποιον να πέφτει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρομαι, όπως καταλαβαίνεται, στον Σαντιάγκο Γκίνσμπεργκ.
     (...)
     Παρόλο που μερικοί "κριτικοί", μ' όλα τα καλά και τα κακά τους, φαίνεται να έχουν ξεχάσει ότι το πρώτο βιβλίο που έγραψε ο Γκίνσμπεργκ ήταν η ποιητική συλλογή Κλειδιά για σένα και για μένα, η απέριττη προσωπική μου βιβλιοθήκη διατηρεί ένα αντίτυπο της πρώτης έκδοσης non bis in idem του τόσο ενδιαφέροντος μικρού τεύχους. Αυστηρό χρωματιστό εξώφυλλο, πορτρέτο του από τον Ρόχας, τίτλος που πρότεινε ο Σάμετ, τυπωμένο στο τυπογραφείο Μποντίνι, κείμενο γενικά χωρίς λάθη. Επιτυχία με μια λέξη!
    Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 1923 μετά Χριστόν. Το αποτέλεσμα προβλεπόμενο: κατά μέτωπο επίθεση των ουλτραϊστών, χασμουρητό και περιφρόνηση της επίσημης κριτικής, κάποια είδηση εν συντομία, χωρίς συνέχεια και, τελικά, η αναγκαία συνεστίαση συμφυλίωσης στο ξενοδοχείο Μαρκόνι της πλατείας Όνσε. Κανείς δεν κατάφερε να παρατηρήσει σ' αυτή τη συλλογή σονέτων τις καινοτομίες σε βάθος, που κάνουν κάθε τόσο την εμφάνισή τους κάτω από την πληκτική επιφάνεια. Ξεχωρίζω μερικές:

Μαζεμένοι στη γωνιά οι φίλοι
 Το βράδυ φεύγει με μανσέτες. 

     Ο πατήρ Φέιχο (Κανάλ), χρόνια μετά (Πραγματεία του Επιθέτου στην Περιοχή της Λα Πλάτα, 1941), θα σημειώσει τη λέξη μανσέτα που του φαίνεται ασυνήθιστη, χωρίς όμως να σκεφτεί ότι η λέξη αυτή υπάρχει σε όλες τις γνήσιες εκδόσεις του Λεξικού της Βασιλικής Ακαδημίας. Την αποκαλεί τολμηρή, επιτυχή, φανταστική και κάνει την υπόθεση - horresco referens - ότι πρόκειται για επίθετο. Άλλο ένα παράδειγμα:

 Χείλη της αγάπης, που θα σμίγαν στο φιλί
προσφέραν, όπως πάντα, νοκομόκο.       

    Σας ομολογώ στην τιμή μου ότι, με μια πρώτη ματιά, η έννοια του νοκομόκο μού διέφευγε." 

Είκοσι ένα άρθρα που σχολιάζουν τα παράδοξα  της λογοτεχνίας, της ποίησης, της μουσικής, της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής, του θεάτρου και των πιο ποικίλων ενδιάμεσων μορφών και εκφράσεών τους - μυθιστορήματα του ενός τίτλου, αρχιτεκτονική μη κατοικήσιμη, ρούχα που δεν φοριούνται, μηχανήματα που παράγουν ένα τίποτα. Ο Μπούστος Ντομέκ γράφει για όλα αυτά με απόλυτη φυσικότητα παρουσιάζοντάς τα ως βαρυσήμαντα καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές, όμως, ο μυημένος αναγνώστης  αντιλαμβάνεται τις μεταφυσικές ανησυχίες του Μπιόυ Κασάρες που  συνταιριάζονται άψογα με την αγάπη του Μπόρχες για το παράδοξο και το άλογο.
 

Κι ωστόσο, είναι εντυπωσιακό το πως η συνεργασία των δύο τούτων σπουδαίων Αργεντίνων συγγραφέων δεν καταλήγει σε κάτι αναγνωρίσιμο. Αντίθετα, τα κείμενα του Μπούστος Ντομέκ δεν μοιάζουν καθόλου στο ύφος του καθενός ή έστω σε έναν ευρέως αναγνωρίσημο συνδυασμό τους αλλά είναι  σαν να έχουν γραφτεί από ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο το οποίο στην εποχή του θεωρήθηκε ένας από τις πιο σημαντικούς Αργεντίνους συγγραφείς. Τόσο σημαντικός που επηρρέασε τον αντι-Μπορχεσιανό Λεοπόλντο Μαρεκάλ  και τον Χούλιο Κορτάσαρ για την επινοημένη γλώσσα του και  την αργκό που χρησιμοποίησε στο "Κουτσό" του.   

Η σαφήνεια και η αποφυγή κάθε σκοτεινού κλίματος, όπως και η αυστηρή δομή των κειμένων με την δοκιμιακή μορφή και την ειρωνία σε όλες τις αποχρώσεις της, κάνουν τα κείμενα αυτά πραγματική αναγνωστική απόλαυση. Αν σκεφτείτε τώρα και το κείμενο ανάμεσα στις γραμμές -τα πραγματικά γεγονότα δλδ που συνδέονταν με και τροφοδοτούσαν το ασυνάρτητο των άρθρων- εύκολα μπορείτε να διαπιστώσετε την ένταση με την οποία ο Μπούστος Ντομέκ κρατούσε, είμαι βέβαιη, αιχμηρή την διάθεση για πνευματική αντίσταση των Αργεντινών της  Διαβόητης Δεκαετίας. 

Κι αυτό μπορώ -τηρουμένων των αναλογιών πάντα- να το βεβαιώσω - διαβάζοντας τα κείμενα εξαλείφθηκε κάθε ίχνος κακής διάθεσης για τον θλιβερό καιρό εκείνης της εβδομάδας και ανανεώθηκε η αναγνωστική μου διάθεση. Μέχρι που ξέχασα την απαράδεκτη συμπεριφορά της πωλήτριας του βιβλιοπωλείου. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία...





ΥΓ.: Για να καταλάβετε το πόσο πολύ χάρηκα, σκεφτείτε πως το συγκεκριμένο τομίδιο έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία κι επιπλέον, τα συγκεκριμένα κείμενα των Μπόρχες-Κασάρες δεν υπάρχουν ούτε στον συγκεντρωτικό τόμο των Απάντων Πεζών του Χ.Λ.Μπόρχες (σε επιμέλεια και μετάφραση Αχ. Κυριακίδη - Ελληνικά Γράμματα, 2005)


Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι του Τζόρτζιο ντε Κίρικο που τα κείμενα μού θύμισαν έντονα αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι οι Αφηγήσεις θα μπορούσαν να υπογράφονται κι από έναν ακαδημαϊκό Μπόρις Βιαν. Στην φωτογραφία εικονίζεται, βεβαίως, ο Μπούστος Ντομέκ.  

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013









A small chunk






Η επιτροπή του ManBooker Prize πάντα καταφέρνει να εκπλήσει με τις επιλογές του που δεν είναι ποτέ οι αναμενόμενες - πολύ γρήγορα μου έρχεται στο νου η Hilary Mantel με την διπλή βράβευσή της, η πρώτη το 2009 και η δεύτερη το 2012! Φέτος, το βραβείο απέσπασε το αουτσάιντερ της μικρής λίστας - η νεαρότερη στην ιστορία του θεσμού Καναδο-Νεοζηλανδή συγγραφέας Eleanor Catton για το, επίσης, πιο πολυσέλιδο  στην ιστορία του θεσμού "The Luminaries". 

Απ' ότι διαβάζω, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με βικτωριανή δομή, στα πατήματα του Ουίλκι Κόλλινς και του Χέρμαν Μέλβιλ. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται το 1866 στην Νέα Ζηλανδία, στην διάρκεια του πυρετού του χρυσού  και περιλαμβάνει 12 άντρες που συναντόνται σε ένα ξενοδοχείο για να συζητήσουν μια σειρά από φόνους κι έναν ταξιδιώτη που  πέφτει τυχαία πάνω τους. Έναν πλούσιο που αγνοείται, έναν νεκρό ερημίτη, μια τεράστια περιουσία σε χρυσό που βρίσκεται κρυμμένη στο σπίτι ενός μέθυσου και μια κακοποιημένη πόρνη που αποπειράται να αυτοκτονήσει. Στο μυθιστόρημα υπάρχουν, επίσης, σεξ και μυστικιστικές τελετές, όπιο και δικαστικές αγωγές. Οι πολλές φωνές εναλλάσσονται για να πουν  η κάθε μία την δική της ιστορία κι έτσι σταδιακά αποκαλύπτεται το τί συμβαίνει στην μικρή πόλη της Χοκιτίκα στο Σάουθ Άιλαντ της Νέας Ζηλανδίας. Αυτά εντελώς συνοπτικά διότι άλλα άρθρα αναφέρουν ήδη κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με το ότι η πλοκή του μυθιστορήματος βασίζεται σε αστρολογικά διαγράμματα που η ίδια η συγγραφέας έχει σχεδιάσει με τις ακριβείς ημερομηνίες για κάθε γεγονός και το αντίστοιχο γεωγραφικό μήκος και πλάτος...

Διαβάζω, επίσης, πως οι κριτές εντυπωσιάστηκαν από την τεχνική της Κάττον - σφιχτή δομή, απόλυτα ελεγχόμενος αφηγηματικός ρυθμός που σταδιακά επιταχύνεται όσο προχωρά η πλοκή. Εκείνο όμως που τους γοήτευσε είναι η εξαιρετικά συναρπαστική αφήγηση - “extraordinarily gripping” narrative  

Με τόσα υπερθετικά, δεν μπορώ να μην το διαβάσω - τα ενθουσιώδη σχόλια (στο 0:44') του προέδρου των κριτών του βραβείου, Ρόμπερτ Μακφάρλαν, πείθουν ακόμη και τους πιο επιφυλακτικούς όπως εμένα καθώς εκείνα τα αστρολογικά διαγράμματα που υπάρχουν δεν τα κατέχω και πολύ... Αν θέλετε μια μικρή γεύση του βιβλίου, μπορείτε να διαβάσετε εδώ το πρώτο κεφάλαιο της περιπέτειας των 832 σελίδων (στο πρωτότυπο). Enjoy!




Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013







The deep imprint




Κάθε φορά που κρατώ ένα βιβλίο του Κάρλος Φουέντες νιώθω μια φοβερή ανυπομονησία για το "ταξίδι" -  η πολυφωνία των ιστοριών του, ο λεκτικός πλούτος και η ασίγαστη σκέψη του  σού ανοίγουν πολλά μονοπάτια στο νου που πολύ απολαμβάνω να περιδιαβαίνω. Το "Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες" (μετάφραση από τα Ισπανικά της Μαργαρίτας Μπονάτσου - Καστανιώτης, 2008) συστήνεται ως ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα αλλά ουσιαστικά πρόκειται για μια συστάδα διηγημάτων που συνθέτουν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό ανθρώπινων χαρακτήρων που συνδέονται με συγγένειες πρώτου βαθμού - από τα δύσκολα ταξιδια θα έλεγα.

Στο πρώτο διήγημα παρουσιάζεται "Μια συνηθισμένη οικογένεια". Ένας πατέρας, ο Παστόρ Παγάν, που υπήρξε πολύ έντιμος για να επιβιώσει σε μια χώρα που βασιλεύει το κλείσιμο του ματιού, δλδ η συνενοχή στην δωροδοκία, έκανε το λάθος κι έπεσε στην παγίδα του αφεντικού του, δλδ "ζήτησε από το αφεντικό να γίνει ένας ακόμα στρατιώτης στον γιγαντιαίο στρατό της διαφθοράς, (και) έκανε το λάθος να κατηγορήσει τους πάντες, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του. Από εκείνη τη στιγμή, ήταν στα χέρια του αφεντικού," ο οποίος τον "συνταξιοδοτεί" πρόωρα. Ο Παστόρ ζει σαν συνταξιούχος, γεμάτος πίκρα, και ανήμπορος πλέον να προσφέρει στην οικογένειά του. Η γυναίκα του, η Ελβίρα Μοράλες, πιάνεται από το παρελθόν, τότε που τραγουδούσε μπολέρο σε κάποιο καταγώγιο όπου γνωρίστηκαν, και το αναβιώνει κάθε φορά που βρίσκονται σε αδιέξοδο. Ο γιος τους, Αμπέλ, μετά από μια προσπάθεια να αυτονομηθεί επιστρέφει μόνιμα στο πατρικό του, έχοντας καθαρά νικηθεί από εκείνο που νίκησε επίσης τον πατέρα του. Η κόρη της οικογένειας, ΄Αλμα, μετά από αποτυχημένες απόπειρες να εργαστεί, κλείνεται στην σοφίτα του σπιτιού της καλωδιωμένη με το διαδίκτυο και βλέπει εκπομπές ριάλιτυ του χειρίστου είδους. 

Η μορφή της  οικογένειας στην συνέχεια αλλάζει  συνθέσεις - από το κλασικό σχήμα πατέρας-μητέρα-παιδιά έως και το μη συμβατικό του Γκάι Φερλόνγκ και του Χοσέ Λουίς Πάλμα, που έχουν μια σταθερή συντροφική σχέση από την σχεδόν εφηβική τους ηλικία. Η βία, σωματική αλλά κυρίως ψυχολογική, παραμένει όμως στην ίδια μεγάλη ένταση. Τρέλλα και παραλογισμός, πάμπολες δυσειδαιμονίες, ταμπού και παραδόσεις ερμηνευμένες κατά το δοκούν υπάρχουν σε κάθε σελίδα του βιβλίου - ένας πατέρας επιβάλλει την θρησκοληψία του και την οικογενειακή παράδοση στους τέσσερις γιους του και τους πιέζει να γίνουν όλοι ιερείς ενώ απώτερος σκοπός του είναι να τους αποτρέψει και να δοκιμάσει την δύναμη του χαρακτήρα τους. Ένας άλλος  πατέρας πάλι ζει απομονωμένος στο βουνό με την κόρη του για να την κρατήσει αμόλυντη. Ο Ρομπέρτο Μαρσελίνο καταδίδει τον επαναστάτη αδερφό του τον οποίο συλλαμβάνει ο πατέρας τους, ο στρατηγός Μαρσελίνο Μίλες. Λίγο μετά ο στρατηγός θα αποδώσει δικαιοσύνη και ειρήνη στην οικογένειά του σκοτώνοντας τον προδότη - ψήγμα ηθικών αξιών σε ένα κράτος βαθύτατα παρηκμασμένο. Ο μυθιστορηματικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιβάλλει "δικτατορία" στο σπίτι του καταπιέζοντας την υπομονετική σύζυγό του, δόνια Λους και τον έφηβο αντιδραστικό γιο τους. Μία διάσημη ηθοποιός εγκαταλείπει το νεογέννητο μωρό της στον σύντροφό της, και επίσης διάσημο αστέρα, ο οποίος με την σειρά του, μην μπορώντας να χειριστεί την δυσπλασία του μικρού, θα τον εμπιστευτεί σε μια γριά καρατερίστα του μεξικάνικου κινηματογράφου που είναι διατεθειμενη να τον μεγαλώσει. Και βεβαίως, στην συνέχεια, θα υποστεί τις συνέπειες του σκληρού εφήβου. 


Όπως και στα διηγήματα της Λένας Κιτσοπούλου, οι  παρακμιακές καταστάσεις και οι άνθρωποι στις παρυφές του πρωτογονισμού, αναπαράγουν το παρελθόν τους σ' ένα συνεχές τραυματικό παρόν και με μια τέλεια ετοιμότητα, ασκούν εξουσία κι επιβάλλουν με ευκολία ρόλους, θέσεις και συμπεριφορές όπως για π.χ. στην εξαδέλφη Βαλεντίνα - μια μοναχική, αποσυνάγωγη κι άσχημη εμφανισιακά σαραντάρα που τελικά αποδεικνύεται ένας πολύ όμορφος άνθρωπος, ερωτικός και συντροφικός.  Ωστόσο, ακόμη και στα συγκινητικά διηγήματα του τόμου δεν μπορείς να μην νιώσεις αποστροφή - στο "The gay divorce", για παράδειγμα, ο Γκάι και Χοσέ Λουίς  χωρίζουν εξαιτίας της ζήλειας και της κακεντρέχειας του προστατευόμενού τους ο οποίος σκηνοθετεί άψογα την προδοσία του ενός προς τον άλλον. Στην περίπτωση των "Ερωτευμένων", του Μανουέλ και της Λουσίλα που συναντιούνται εν πλω και αναθυμούνται την ερωτική τους σχέση, οι δύο εξηντάρηδες Μεξικανοί θα διαπιστώσουν πως εκείνο που στην ουσία τους χώρισε ήταν οι πιέσεις που τους ασκήθηκαν από τις οικογένειές τους. Και τούτο είναι εντέλει  που εξερευνά  ο Φουέντες - τις κοινωνικές δυνάμεις που ωθούν τους ανθρώπους να συμπεριφερθούν με έναν δεδομένο τρόπο, που συνήθως αποδεικνύεται ένα αυτοκαταστροφικό ντόμινο. Ίσως γι' αυτό η  αφήγησή του δεν σου εμπνεύει ούτε στο ελάχιστο συμπάθεια για τους χαρακτήρες του. Στα ποιητικά κείμενα που παρεμβάλλονται μεταξύ των διηγημάτων ο συγγραφέας αποκαλύπτει κρυμμένες πτυχές της ανθρώπινης φύσης, του ανθρώπινου πόνου και της συγγένειας  με τόσο διεισδυτικό τρόπο που νιώθεις πολύ άβολα. Οδυνηρά καταγγελτικές, οι σελίδες τούτες που θυμίζουν χορό αρχαίας τραγωδίας, δίνουν έναν τόνο ειρωνίας στον τίτλο του βιβλίου. 

Γεννημένος στον Παναμά, λόγω της θέσης του διπλωμάτη πατέρα του, ο σπουδαιότερος συγγραφέας του Μεξικού μεγάλωσε στην Ουάσινγκτον και επέστρεφε τα καλοκαίρια στο Μεξικό. Μεγαλώνοντας, ταξίδεψε στην Χιλή, την Αργεντινή και αλλού στην Νότιο Αμερική ακολουθώντας τις μεταθέσεις του πατέρα του. Αργότερα βέβαια θα σπουδάσει και στην Ελβετία ενώ θα ζήσει στην Ισπανία, στις ΗΠΑ, στην Βρετανία. Όλη τούτη η "περιπλάνηση" των νεανικών χρόνων όμως τού έμαθε να σέβεται την διαφορετικότητα αλλά και την κοινή κληρονομιά που μοιράζονται τα ισπανόφωνα κράτη της Λατινικής Αμερικής - στοιχείο από τα πιο χαρακτηριστικά της γραφής του Κάρλος Φουέντες. Ένα δεύτερο είναι η κριτική που ασκεί μέσω των γραπτών του στην μίζερη κατάσταση που επικρατεί στο Μεξικό, απ' όπου απορρέει και η τόση απαισιοδοξία του - ο Κάρλος Φουέντες βλέπει με κρυστάλλινη καθαρότητα την εξαθλίωση της χώρας του γι' αυτό δεν μπορεί να εξωραΐσει το γεγονός πως το Μεξικό ήταν, είναι και θα είναι το απεριόριστα διεφθαρμένο χάος. 

Ο απόλυτος αυτός μανιχαϊσμός του Κάρλος Φουέντες μού προκάλεσε αμηχανία κι αυτό γιατί παρ' όλη τη ζοφερή χροιά του -που μου φέρνει στο νου Φώκνερ αλλά και Χίτσκοκ και τον Ιταλικό νεορεαλισμό του ντε Σίκα- ακόμη κι όταν πρόκειται για τις πιο αντικειμενικά σκοτεινές καταστάσεις, οι αφηγήσεις του περιέχουν συνήθως σοβαρά ίχνη ελπίδας κι αντίστασης. Το χιούμορ, με όλες τις αποχρώσεις του, όμορφο και αιχμηρό, είναι πάντα εκεί - ένας από τους λόγους που βρίσκω την γραφή του τόσο γοητευτική.  Εδώ όμως δεν υπήρχε τίποτα από αυτά μολονότι διάβαζα με δίψα για να τα βρω. Η εκπληκτικά λεπταίσθητη γραφή του Φουέντες διατηρεί την πολυπλοκότητα και την ζωηράδα της αν και υιοθετεί τον υπαρκτό ρεαλισμό έναντι του μαγικού, ωστόσο, δεν έχει την φρεσκάδα στην οποία μας έχει συνηθίσει ο συγγραφέας. Θα μπορούσε βέβαια να είναι και ο απόηχος των λόγων του Αντρέ Μπρετόν που συνήθιζε να λέει πως η λογοτεχνία είναι ένας από τους θλιβερότερους δρόμους... Γεγονός πάντως είναι πως οι ήρωες του Φουέντες, έρμαια της τύχης και των κοινωνικο-πολιτικών αλλαγών, έχουν χάσει το νόημα της ζωής -και πολλές φορές την ίδια τους τη ζωή- δίχως να έχουν καν προσπαθήσει να την αποκωδικοποιήσουν.



Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, όταν έμαθε τον θάνατο του Κάρλος Φουέντες, το 2012, είπε πως το έργο και η παρουσία του αφήνουν πίσω ένα βαθύ αποτύπωμα. Το "Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες" μπορεί  να μην είναι από τα μεγαλύτερα αποτυπώματα του Φουέντες είναι όμως αρκετά βαθύ.






Σημειώσεις: Το ψηφιδωτό ανήκει στον Ισπανό αρχιτέκτονα και σχεδιαστή Antonio Gaudi και βρίσκεται στο πάρκο Güell, στη Βαρκελώνη. Η μεσαία φωτογραφία απεικονίζει το διάσημο γλυπτό "Maman" της Louise Bourgeois. Στην τελευταία φωτογραφία ο συγγραφέας στέκεται μπροστά από το Ηλιακό Ημερολόγιο των Αζτέκων που βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο Ανθρωπολογίας στην Πόλη του Μεξικού

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013







Το βάθος 
των πραγμάτων


Η συγγραφή είναι από μόνη της μια περιπέτεια. Ο Antonio Tabucchi, όμως, έχει ομολογήσει πως για τον ίδιο, η περιπέτεια  αυτή  είναι βασανιστική. H ανάγνωση των βιβλίων του, θα πρόσθετα εγώ, το ίδιο - τουλάχιστον αυτό μού συνέβη  με το "Ο Τριστάνο πεθαίνει. Μια ζωή" (μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης - Άγρα, 2004). Την πρώτη φορά που το έπιασα στα χέρια μου δεν μπόρεσα να προχωρήσω πέρα από τις πρώτες πενήντα, νομίζω, σελίδες. Την δεύτερη φορά δεν θυμάμαι να έφτασα τόσο μακριά, πόσω μάλλον να τις ξεπέρασα. Το βιβλίο όμως μού είχε γίνει κάτι σαν εμμονή κι έτσι, την τρίτη φορά, πείσμωσα λίγο και παρ' όλη τη ζέστη ορισμένων ημερών του φετινού καλοκαιριού κατάφερα να το τελειώσω. 

Είναι καλοκαίρι, Αύγουστος με καύσωνα στην Τοσκάνη κι ένας ηλικιωμένος, ο Τριστάνο, αργοπεθαίνει, διηγούμενος την προσωπική του ιστορία σ' έναν συγγραφέα που έχει προσλάβει για να την καταγράψει. Η αφήγηση ξεκινά από μια πλατεία της αθηναϊκής Πλάκας στην διάρκεια της Κατοχής όπου     μπροστά στα μάτια του Γερμανοί αξιωματικοί σκοτώνουν αναίτια ένα παιδί.  Λίγο μετά, εκείνη την ίδια μέρα, μια γυναίκα τον κρύβει στο σπίτι της. Ο  Τριστάνο ερωτεύεται την  Δάφνη αλλά στη συνέχεια χωρίζουν. Αντί όμως να ψάξει να βρει τον απόλυτο έρωτα της ζωής του, ο Τριστάνο ενώνεται με τους Έλληνες αντάρτες στα βουνά της Πελοποννήσου. Αργότερα, πηγαίνει  στην Ιταλία όπου κι εκεί βγαίνει στο αντάρτικο. Μαζί με την Αμερικανίδα Μαίρυλιν, που τη φωνάζει Ροζαμούντα ή Γκουαλιόνα ανάλογα με το κέφι του, ταξιδεύει στην  Ισπανία του δικού της εμφύλιου, επιστρέφει πάλι στην ταραχώδη Ιταλία της δεκαετίας του '70 για να καταλήξει στο παρόν, στο εξοχικό του στην Τοσκάνη όπου το ρολόι χτυπά τώρα τα τελευταία του λεπτά. "Κοιτάξτε το ρολόι, τι ώρα είναι; Θα σας φανεί ανόητο, αλλά θέλω να ξέρω, είναι το τελευταίο πράγμα που θέλω να μάθω... Έτσι κι αλλιώς, αύριο θα είναι μια άλλη μέρα, όπως λένε."

O μυθιστορηματικός συγγραφέας, αυτήκοος μάρτυρας της ζωής του Τριστάνο, καταγράφει τη σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, τη φύση, τη ζωή, την ιστορία και με την πολιτική - αυτά τα δύο τελευταία διαγράφονται, άλλωστε, και στο σύνολο του έργου του Ταμπούκι απ' όπου αναδύονται με εύστοχο και κομψό τρόπο τα κοινωνικά σχόλια του Α.Τ. Ταυτόχρονα, μέσα από την διήγηση του Τριστάνο, παρουσιάζονται λεπτομέρειες του πολιτισμού καθώς και γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της Ιταλίας και της Ελλάδας κυρίως - η γερμανική κατοχή, η αντίσταση, η πείνα, η Πλάκα, το Σούνιο, τα βουνά της Ιταλίας, τοπία της Κρήτης, η Σαντορίνη, η Τοσκάνη πλέκονται με δεξιοτεχνία με τις μουσικές του Γκλεν Μίλλερ και του Σούπερτ, τις αναφορές στον Κουρμπέ, τους φιλοσοφικούς στοχασμούς και τις υποφόσκουσες συνομιλίες με αρκετούς λογοτέχνες. Η διήγηση του Τριστάνο στροβιλίζεται επικίνδυνα μεταξύ ονείρων και πραγματικότητας, βεβαιοτήτων και παραισθήσεων της μορφίνης που παίρνει για να απαλύνει τους πόνους του χαλασμένου ποδιού του. Γι' αυτό η αίσθηση που αφήνει πίσω του ένα τόσο ιδιαίτερο βιβλίο είναι, επίσης, δύσκολο να περιγραφεί.

Μια μνήμη γεμάτη πικρία πρωταγωνιστεί στην ζωή του Τριστάνο. Η φωνή, ωστόσο, είναι ο κυρίαρχος τούτου του μυθιστορήματος που σε δυσκολεύει τόσο πολύ που χρειάζεται αρκετός χρόνος μετά το τέλος της ανάγνωσης για να ησυχάσει το μυαλό σου. Ο Τριστάνο μιλά συνεχώς και με ένταση, λες κι  έχει τη δύναμη να νικήσει το θάνατο που πλησιάζει, λες κι έτσι μπορεί να επανέλθει ακέραιος στη ζωή - μιλώντας ο Τριστάνο ζει, αισθάνεται, συμμετέχει. Αν σωπάσει θα πεθάνει. 


Το σώμα με τις επιθυμίες του, τις απουσίες, τις ρωγμές και τη σήψη του καλύπτει το προσκήνιο της αφήγησης. Ως το μέσο που δίνει υπόσταση στην φωνή, η γάγγραινα του Τριστάνο φανερώνει  τις  αδυναμίες, τις αντιφάσεις, τις δυσκολίες της συγγραφής. Δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση που ο τοκετός τούτου του μυθιστορήματος ταλαιπώρησε τον συγγραφέα περισσότερο ίσως από τα υπόλοιπα  έργα του - ο επαρκής αναγνώστης θα νιώσει τις οδύνες του συγγραφέα, είναι σίγουρο. Η γραφή του Ταμπούκι εδώ είναι δύστροπη, παραληρηματική, ελλειπτική. Πότε κινείται στην  επιφάνεια και πότε καταβυθίζεται ανελέητα στην μνήμη με την  δύναμη μιας άγκυρας όταν πέφτει στο νερό. Οι στιγμές που διηγείται ο Τριστάνο είναι μικρά κομμάτια ή και συμπαγείς όγκοι ατάκτως ερριμμένα στο παρόν με αποτέλεσμα η βιογραφία τούτη να είναι γεμάτη κενά, κενά  που καλείται να συνθέσει και να συμπληρώσει όχι ο βουβός μυθιστορηματικός συγγραφέας με την πένα του αλλά ο ίδιος ο αναγνώστης με δικές του σκέψεις, απολογισμούς, αφορισμούς, συμπεράσματα...

Ωστόσο, μέσα από την κούραση της ανάγνωσης -γιατί δεν μπορείς τελικά να μην παρασυρθείς από την πυκνή γραφή του Ταμπούκι και να λύσεις τούτο το παζλ-, βλέπεις την φωνή του Τριστάνο να  παίρνει μ' έναν αναπόφευκτο τρόπο την ιδιαίτερη χροιά του Φερνάντο Πεσσόα, τον πεσσιμισμό του Χέμινγουέι και την ζεστή, μελαγχολική απόχρωση των fados αν και η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Ταμπούκι μού θύμισε, επίσης, νότες από την ιδιότυπη ψυχρότητα, ίσως κι αυστηρότητα, του Πασκάλ Κινιάρ.

Έντονα αυτο-αναφορικό, το "Ο Τριστάνο πεθαίνει" είναι ένα από τα τελευταία βιβλία του συγγραφέα που γοητεύτηκε από την μορφή του Fernando Pessoa και των ετερωνύμων του κι αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην διερεύνηση του έργου και του βίου του.  Εξάλλου, ο Ταμπούκι ήταν εκείνος που στην δεκαετία του '60 πρωτοσύστησε στους Ιταλούς τον Πορτογάλο ποιητή μέσω των μεταφράσεων του. Εκτός όμως από αυτές  κι ένα θεατρικό έργο -κωμωδία- για τον Πεσσόα, ο Αντόνιο Ταμπούκι έχει αφήσει ένα σημαντικό και μεγάλο έργο δικό του από το οποίο ξεχωρίζουν τα "Νυχτερινό στην Ινδία", "Η χαμένη κεφαλή του Νταμασένου  Μοντέιρου", "Όνειρα ονείρων" και το εμβληματικό "Έτσι ισχυρίζεται  ο Περέιρα" βιβλίο που καθιέρωσε τον Ταμπούκι στο λογοτεχνικό στερέωμα ενώ ο πρωταγωνιστής του έγινε σύμβολο της ελευθερίας της ενημέρωσης και της αντίστασης κατά των αντιδημοκρατικών πολιτευμάτων, βλ. κυβέρνηση Μπερλουσκόνι στην Ιταλία.   


Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία είναι "κάτι που περικλείει  επιθυμίες, όνειρα και φαντασία". Μ' αυτήν την έννοια ο Τριστάνο του έζησε μια ζωή έντονα λογοτεχνική και η  έμφαση εδώ βρίσκεται στο ρήμα "έζησε" διότι όσο και να προσπαθεί να ανακαλέσει στιγμές και συναισθήματα και να τα αφηγηθεί " ...τη ζωή τη ζούμε, και ενώ τη ζούμε ήδη χάνεται, ήδη έχει δραπετεύσει…"





Το κείμενο γράφτηκε για το η-περιοδικό Bookstand όπου και δημοσιεύτηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου.


 
Σημειώσεις: Η εικαστική λεπτομέρεια προέρχεται από τον πίνακα "The Couple" του Βέλγου ζωγράφου και γραφίστα Léon Spilliaert. Η φωτογραφία είναι από την κινηματογραφική ταινία "The Pillow Book" του Βρετανού Peter Greenaway.  

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013







Completely Friday


By the detergents and dish soap
by the orderly books and broom on the floor,
by the clean windows, by the table
without papers, notebooks or pens,
by the easy chairs without newspapers,
whoever approaches my house
will find a day
that is completely Friday.

That is how I find it
when I go out into the streets
and the cathedral has been
taken over by the world of the living
and in the supermarket
June becomes a bottle of gin,
sausages and dessert,
fan of light in the kiosk
of the flower shop,
city that undresses completely Friday.












  

As does my body
which recalls the memory of your body
and foretells your presence
in the restlessness of all it touches,
in the remote control for the music,
in the paper of the magazine,
in the ice melted away
just as the morning melts away
completely Friday.

When the front door opens
the icebox divines what my body knew
and suggests other titles for this poem:
completely you,
morning of the return, good love,
good company.






translated by Katie King







Σημείωση: Η φωτογραφία είναι του Egor Sapovalov.

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013









Μία συνταγή του
 Πέπε Καρβάλιο 



"Φλαόν! Εσύ το έκανες αυτό για μένα, Ενρίκ;"  
     Αγκαλιάστηκαν σαν συγχωριανοί που συναντιούνται τυχαία στον Βόρειο Πόλο κι εξήγησαν στον μισομεθυσμένο Καρβάλιο ότι τα φλαόνς είναι ένα σκαλί πάνω από την ζαχαροπλαστική, από κάθε ζαχαροπλαστική των "Καταλανικών Χωρών". (...) Έπειτα ο Μπεσέρ έπιασε ένα μπουκάλι γλυκό κρασί του Αλκαλά δε Τσισβέρτ για να συνοδεύσουν τα φλαόν
    "Πριν πάψεις να διακρίνεις ένα σονέτο από ένα απόσπασμα του τηλεφωνικού καταλόγου, λύσε το πρόβλημα για το οποίο θέλει να σε συμβουλευτεί ο φίλος μου ο ντετέκτιβ. Α, με την ευκαιρία,  δεν σας έχω συστήσει. Στα δεξιά μου ο Σέρχιο Μπεσέρ, εβδομήντα οκτώ κιλά κοκκινοτρίχης δυστροπίας, και,  στα αριστερά μου, ο Πέπε Καρβάλιο. Πόσα κιλά είσαι; Είναι ο πιο ενημερωμένος άνθρωπος στον κόσμο πάνω στον Κλαρίν, γνωρίζει τόσα πολλά που αν ο Κλαρίν ανασταινόταν μπορεί να τον σκότωνε. Δεν υπάρχει κάτι στην λογοτεχνία που να μην το αναγνωρίζει.  Ό,τι δεν ξέρει αυτός, το ξέρω εγώ. 'Ρωμαίοι σκλάβοι, κάθιδροι από τις φωνές της κουζίνας, ακουμπούσαν πάνω στο τραπέζι τις λιχουδιές του πρώτου γύρου σε μεγάλα πιάτα από κόκκινο πηλό του Σαγούντο. Ποιανού είναι αυτό;'
    "Από το Σόννικα η εταίρα, του Μπλάσκο Ιμπάνιεθ" μάντεψε ο Μπεσέρ, τάχα περιφρονητικά.
    "Πώς το ξέρεις;"
    "Γιατί όποτε αρχίζεις να μεθάς, απαγγέλεις την ωδή στην παέγια του Πεμάν, κι όταν γίνεσαι φέσι, εκφωνείς τη σκηνή από το συμπόσιο που οργανώνει η Σόννικα για τον Ακταίονα τον Αθηναίο στο Σαγούντο".
    'Κάθε συνδαιτημόνας είχε πίσω του ένα σκλάβο για να τον υπηρετεί και γέμισαν από τον κρατήρα όλα τα ποτήρια για την πρώτη σπονδή' συνέχισε την μοναχική του απαγγελία ο Φουστέρ ενώ ο Καρβάλιο έβγαζε το χαρτί όπου είχε γράψει στην γραφομηχανή γα λογοτεχνικά ιερογλυφικά του Στούαρτ Πεδρέλ. Έξαφνα ο Μπεσέρ πήρε το σοβαρό ύφος κλεπταποδόχου διαμαντιών και τα διαβολικά  κόκκινα φρύδια του ανασηκώθηκαν μπροστά στην πρόκληση. Ο Φουστέρ σταμάτησε την απαγγελία για να γεμίσει το στόμα του με το τελευταίο φλαόν που είχε απομείνει. Ο Μπεσέρ σηκώθηκε κι έκοψε δύο βόλτες  γύρω από τους συμπότες του. Ήπιε άλλο ένα ποτήρι γλυκό κρασί και ο Φουστέρ τού το ξαναγέμισε για να μην  ξεμείνει από πνευματικά καύσιμα. Ο καθηγητής απήγγειλε χαμηλόγωνα σαν κάποιος που προσπαθεί να αποστηθίσει στίχους. Ξανακάθισε στην καρέκλα του κι ακούμπησε το χαρτί πάνω στο τραπέζι. Η φωνή του βγήκε ψυχρή λες κι όλη τη νύχτα δεν είχε πιει τίποτε άλλο παρά παγωμένο νερό και, καθώς μιλούσε, έστριβε ένα τσιγάρο από ψιλοκομμένο καπνό."


600γρ. αλεύρι
50γρ. ζάχαρη 
250ml λάδι
125γρ. γλυκάνισο
20γρ. αλεσμένο αμύγδαλο
100γρ. γλυκιά μυζήθρα
1 αβγό
1 πρέζα κανέλα

Ετοιμάζεται τη ζύμη αναμειγνύοντας το λάδι, το γλυκάνισο, τη ζάχαρη και το αλεύρι. Αφού ζυμώσετε τη ζύμη, φτιάχνετε δέκα μπάλες, τις οποίες ανοίγετε ώστε να γίνουν επίπεδες, όπως θα κάνατε για τυροπιτάκια. Ετοιμάζεται τη γέμιση με το τυρί, το αλεσμένο αμύδγαλο, το αβγό και την κανέλα. Βάζετε μία κουταλιά της σούπας απ' αυτήν τη γέμιση στο κέντρο κάθε στρογγυλού κομματιού ζύμης και διπλώνετε τα άκρα για να το κλείσετε. Τα βάζετε στο φούρνο και, μόλις ψηθούν, πασπαλίζεται με ζάχαρη άχνη.   





Σημειώσεις: Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από το "Οι θάλασσες του Νότου, μτφρ. Βέρα Δαμοφλή - Μεταίχμιο, 2006", το οποίο μαζί με την συνταγή των φλαόνς βρίσκονται στο "Οι συνταγές του Πέπε Καρβάλιο, μτφρ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη - Μεταίχμιο, 2002", βιβλίο που διάβασα όχι μόνο για τα λογοτεχνικά αποσπάσματά του αλλά και για τις συνταγές του, τις οποίες  αξιοποίησα καταλλήλως το καλοκαίρι. Τα φλαόνς είναι η ισπανική εκδοχή των δικών μας σκαλτσουνιών. Όσο για το βιβλίο, είναι, στην κυριολεξία,  απολαυστικό αλλά δεν μπορώ να σχολιάσω κάτι περισσότερο για τον πολυγραφότατο και βραβευμένο Ισπανό συγγραφέα Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν πριν διαβάσω κάτι ολοκληρωμένο από το έργο του. Η εικονογράφηση αντλήθηκε από βιβλίο μαγειρικής-κειμήλιο του 1966.