Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013











Χαμένος στη ζωή 



Αυτό συμβαίνει όταν κάνεις διαδικτυακές αγορές βιβλίων - τα δάχτυλα παρασύρονται. Ο τόμος με τις δύο νουβέλες "Η μοναδική" / "Άδραξε τη μέρα" (Καστανιώτης, 2010)   δεν ήταν μια επιλογή σύμφωνα με την φανερή ή πολλές φορές ενδόμυχη διάθεση που αγαπώ να εμπιστεύομαι. Ήταν μια επιλογή "συλλογής", που ωστόσο δεν με απογοήτευσε.

Άρχισα να διαβάζω, ανόρεχτα σχεδόν, το "Άδραξε τη μέρα" που είναι η τέταρτη νουβέλα που έγραψε ο Αμερικανός Saul Bellow  και η οποία θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά έργα του 20ου αι. Σ' αυτό παρακολουθούμε μία μέρα από τη ζωή του Ουίλχελμ Άντλερ, ή Τόμυ Ουίλχελμ όπως το άλλαξε ο ίδιος όταν επιχείρησε να γίνει ηθοποιός, - ενός σαραντάρη που αρνείται να ενηλικιωθεί. Ο Ουίλκι, όπως τον αποκαλεί ο πατέρας του, είναι  άνεργος και προσπαθεί με άτσαλο τρόπο να ισορροπήσει την άδεια πλέον καθημερινότητά του χωρίς να τα καταφέρνει. Με ατιμέλητη εμφάνιση και στοιχειώδεις τρόπους αφήνεται να  παρασυρθεί από το συναίσθημα και αναμασά συνεχώς τα γεγονότα - απολύθηκε εξαιτίας του γαμπρού του επιχειρηματία που πήρε τη θέση του, η σύζυγός του τον κρατά σε διάσταση κι αρνείται να του δώσει διαζύγιο εξαιτίας της εξωσυζυγικής του σχέσης. Κι επιπλέον τον κρατά μακριά από τα παιδιά του που υπεραγαπά. Ο ιδεαλιστής Ουίλκι δεν τολμά να αγγίξει, πόσω μάλλον δε να συνειδητοποιήσει, την πραγματική αιτία των προβλημάτων του. Του αρκεί να αποζητά, να ζητιανεύει, την προσοχή και την εμπιστοσύνη του πατέρα του. Ο ακμαιότατος οδγονταετής δόκτορ Άντλερ θα μπορούσε να είναι το αρσενικό αντίστοιχο της Κορνήλιας Κένερες αλλά δεν είναι - κυρίως διότι  είναι τελείως απογοητευμένος από την πορεία του γιου του και δεν το κρύβει. Δεν υποκύπτει στην παιδαριώδη συμπεριφορά του Ουίλκι και του φέρεται σαν έναν από τους ασθενείς του με μια απλή ίωση. Η ψυχρή λογική και η ευθύτητα, ωστόσο, που χρησιμοποιεί για να τον απωθήσει δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα - ούτε τον απομακρύνουν ούτε τον παρακινούν να αντιδράσει και να αναλάβει τις ευθύνες του.

Την αντίθετη μέθοδο χρησιμοποιεί ο  δόκτορ Τάμκιν - ένας ύποπτος γιατρός απροσδιόριστης ειδικότητας στον οποίο ο εντελώς απένταρος Ούλκι έχει εμπιστευθεί τα τελευταία επτακόσια δολλάριά του με την προοπτική  να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο και με τα (σίγουρα) κέρδη να ρεφάρει την κακοτυχία και τις οικονομικές υποχρεώσεις του. Ανάμεσα στις διάφορες επιστημονολογίες και χειριστικές νουθεσίες που λέει ο δόκτορας Τάμκιν είναι και ο τίτλος της νουβέλας που έχει γίνει ένας από τους πιο διάσημους αφορισμούς της λογοτεχνίας.  Ο Ούλκι όμως δεν ακούει κανέναν, ούτε καν το ένστικτό του που τον προειδοποιεί για τον δόκτορα Τάμκιν ο οποίος αγοράζει και διακινεί μετοχές λαρδιού και σίκαλης με επιπόλαιο τρόπο. Και ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς, και ο Ουίλκι επίσης, πέφτει έξω. Η χρεοκωπία είναι πλέον γεγονός.



Διαβάζοντας ανοίγει η όρεξη κι  έτσι συνέχισα με την πρώτη νουβέλα του τόμου, το "Η μοναδική". Κύριος ιστός της αφήγησης εδώ είναι μια αγάπη  που διυλίζεται στον χρόνο, στον εσωτερικό μονόλογο και την δύσκολη, ειλικρινή και αμοιβαία συζήτηση του αφηγητή με την Έιμυ Γούστριν - τον ανεκπλήρωτο παιδικό έρωτά του. Ο Χάρρυ Τρέλμαν παρακολουθεί την Έιμυ να κάνει σχέση με τον κολλητό του Τζέυ Γούστριν, να τον παντρεύεται κι αργότερα να τον χωρίζει με επεισοδιακό τρόπο δίχως ποτέ να πάρει την πρωτοβουλία να της μιλήσει. Μεσήλικας πια, έχοντας κάνει περιουσία στην  Άπω Ανατολή, ο Χάρρυ επιστρέφει  στο Σικάγο με την θλίψη του ακόμη ζωντανή.  Η ιστορία ξεκινά όταν ο Χάρρυ βρίσκεται σε ένα πάρτυ και τραβά την προσοχή του πολυεκατομμυριούχου Ζίγκμουντ Αντλέτσκι που τον καλεί να γίνει μέλος της παρέας του - κάτι σαν ένα think tank ψυχαγωγίας. Ο Χάρρυ δέχεται και μεταξύ τους θα δημιουργηθεί μια σταθερή σχέση εμπιστοσύνης. Την ίδια περίοδο το ζεύγος των Αντλέτσκι έχει προσλάβει την Έιμυ για να εκτιμήσει την επίπλωση ενός διαμερίσματος που θέλει να αγοράσει - ο Τζέυ έχει πεθάνει και η Έιμυ εργάζεται ως διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων. Και κατά έναν περίεργο τρόπο -αυτόν που πολλοί ονομάζουν τύχη, άλλοι μοίρα ή σύμπαν, κι άλλοι απλώς διορατικότητα- ο Αντλέτσκι θα είναι αυτός που θα τους φέρει κοντά - την ημέρα που η Έιμυ θα κάνει την εκταφή του πρώην συζύγου της από τον οικογενειακό τάφο της οικογένειάς της ώστε να χρησιμοποιήσει το μέρος για τον πατέρα της, ο προνοητικός Αντλέτσκι θα της στείλει τον Χάρρυ με την λιμουζίνα του για να την βοηθήσει σε κάτι που, όπως λέει, δεν είναι γυναικεία δουλειά. Αυτή θα είναι και η ευκαιρία του Χάρρυ να της μιλήσει.


Και οι δύο νουβέλες δίνουν το στίγμα μιας γραφής που εκτιμήθηκε πέρα από μοντερνισμούς και της larger-than-life προσωπικότητας του Σωλ Μπέλοου που διατήρησε την ενάργεια του νου και την προκλητικότητα του λόγου του παρ'όλους τους τραμπαλισμούς του συναισθήματος και των καταστάσεων -πραγματικών και λογοτεχνικών- ακόμη και σε μεγάλη ηλικία.  Η κάθε νουβέλα, ωστόσο, έχει διαφορετική χροιά κι αυτό οφείλεται στην χρονική απόσταση που χωρίζει τα δύο έργα. Γραμμένο στην δεκαετία του '50, το "Άδραξε τη μέρα" εμφανίζει την Αμερική σε μια μεταβατική περίοδο όπου δημιουργείται η μεσαία τάξη - το ίδιο πρωτοποριακό και συντηρητικό μαζί  είναι και το ύφος του Μπέλοου. Το 1997, χρονιά που ο αμερικανός νομπελίστας έγραψε το "Η μονάκριβη", οι κοινωνικές τάξεις έχουν σχεδόν "σταθεροποιηθεί" όπως και η γραφή του συγγραφέα που εμφανίζεται πιο συμπαγής, πιο μεστή και εσωτερική, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στην μετάφραση - πιο "γειωμένη" του Βασίλη Καλλιπολίτη στο "Η μοναδική", με ψήγματα ποίησης εκείνη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στο "Άδραξε τη μέρα". 

Εκεί που ο αστικός ρεαλισμός και η ψυχολογία συναντούν την απροκάλυπτη  έκφραση των συναισθημάτων και τους πνευματώδεις λεκτικούς συνδυασμούς, η γραφή του Σωλ Μπέλοου αιχμαλωτίζει λεπτές αποχρώσεις κοινωνικής συμπεριφοράς και μύχιας σκέψης. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη σαφήνεια και μια αίσθηση ζωντάνιας και οξύτητας, που λειτουργούν αντιστικτικά με την μη-δράση των ηρώων - απροσάρμοστοι στο εξωτερικό περιβάλλον και βυθισμένοι στον δικό τους πόνο και μόνο, φαντάζουν κάπως ψυχωτικοί. Ο συντηρητικός ακτιβισμός και η σταθερή πεποίθηση του Μπέλοου ότι η ενδοσκόπηση και η αγάπη θα επιφέρουν την τελική εσώτερη ισορροπία, δίνουν στους δύο πρωταγωνιστές την κατά Μπόρχες μοναδική στιγμή  - βυθισμένος σε ήχους εκκλησιαστικής μουσικής, ο Τόμυ αναγκάζεται να δεχτεί την ευθύνη του εαυτού του. Και  ο Χάρρυ κάνει πρόταση γάμου στην Έιμυ μπροστά από τον τάφο του πρώην συζύγου της. "Μπορεί να σε θύμιζαν και άλλες γυναίκες, αλλά υπήρχε μονάχα μία πραγματική Έιμυ" της ομολογεί. 

Είναι περίπλοκο να αδράξεις κάτι τόσο άυλο όσο μια μέρα αλλά και τόσο απλό συνάμα - υπάρχουν απτά πράγματα που την αναπληρώνουν. Το επόμενο βιβλίο για παράδειγμα. 




Σημείωση: Η μεσαία γκραβούρα είναι του Edward Hopper κι έχει τίτλο Night Shadows (1921). Η πρώτη φωτογραφία και η τρίτη καρικατούρα που εμφανίζει τον συγγραφέα αντλήθηκαν τυχαία από το διαδίκτυο.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013










There is only one way to read





... which is to browse in libraries and bookshops, picking up books that attract you, reading only those, dropping them when they bore you, skipping the parts that drag — and never, never reading anything because you feel you ought, or because it is part of a trend or a movement. Remember that the book which bores you when you are twenty or thirty will open doors for you when you are forty or fifty — and vice versa. Don’t read a book out of its right time for you.




The Golden Notebook
Introduction (1971)






Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013










Relativity


"You put two  things together that have not been put together before. And the world is changed. People may not notice at the time, but that doesn't matter. The world has been changed nonetheless. 
 
You put together two things that have not been put together before; and sometimes it works, sometimes it doesn't.    

You put together two people who have not been put together before; and sometimes the world is changed, sometimes not. They may crash and burn, or burn and crash. But sometimes, something new is made, and then the world is changed. Together, in that first exaltation, that first roaring sense of uplift, they are greater than their two separate  selves. Together, they see further, and they see more clearly. 

You put together two people who have not been put together before. Sometimes it is like that first attempt to harness a hydrogen balloon to a fire balloon: do you prefer crash and burn, or burn and crash? But sometimes it works, and something new is made, and the world is changed. Then, at some point, sooner or later, for this reason or that, one of them is taken away. And what is taken away is greater than the sum of what was there. This may not be mathematically possible; but it is emotionally possible."


                                                            Julian Barnes


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013









Love or Justice?
ή
Μια μικρή τραγωδία

 


Ένα vintage διαμαντάκι που διατηρεί το άρωμα της κλασικής λογοτεχνίας είναι το "Το καρφί" (οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2012)  που θεωρείται από πολλούς μελετητές ως το πρώτο αστυνομικό διήγημα, ή καλύτερα διήγημα μυστηρίου, στην ιστορία της ισπανικής λογοτεχνίας.  Ο Ισπανός Pedro Antonio de Alarcón, λογοτέχνης του 19ου αιώνα, σημειώνει στον πρόλογο της αρχικής έκδοσης πως βασίστηκε σε μια διάσημη δικαστική υπόθεση της εποχής. Αυτό όμως, το "Διάσημη δικαστική υπόθεση" που αποτελεί επιπλέον και τον υπότιτλο της ελληνικής έκδοσης, δίνει μόνο μία διάσταση της πλοκής.  Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ιστορία έρωτα, πάθους και καθήκοντος που εκτυλίσσεται σε μόλις 65 σελίδες. 

Σε ένα ταξίδι του προς τη Μάλαγα, ο Φελίπε -ο αφηγητής- γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο μιας νεαρής μα απόμακρης κυρίας, της Μερσέδες δε Μεριδανουέβα. Στο τέλος του ταξιδιού, η γυναίκα θα εξαφανισθεί. Θα συναντηθούν ωστόσο τυχαία δύο μήνες μετά, σε μια χοροεσπερίδα. Στο μεταξύ διάστημα, ο Φελίπε επισκέφτεται τον φίλο του και πρώην συμμαθητή του Χοακίν Θάρκο  στο χωριό όπου υπηρετεί ως δικαστής. Συνοδεύοντάς τον σε μια κηδεία που πρέπει να παραστεί ως αντιπρόσωπος των Αρχών του χωριού, ο  Χοακίν θα του αφηγηθεί την ερωτική του ιστορία με την Μπλάνκα, ιστορία που τον οδήγησε στην απογοήτευση. Καθώς περπατούν, το βλέμμα του δικαστή θα σταθεί σε κάτι παράξενο.
      "Τι είναι αυτό;" αναφώνησε σταματώντας. "Τι είναι αυτό, φίλε μου; Καρφί δεν είναι;"
      Και λέγοντας αυτά στριφογύριζε ένα κρανίο με το μπαστούνι του. Φαινόταν ότι το είχαν ξεθάψει πρόσφατα και είχε ακόμη λίγες πυκνές τούφες μαύρα μαλλιά.
      Κοίταξα και έμεινα το ίδιο αποσβολωμένος με τον φίλο μου. 
     Ένα σιδερένιο καφί διαπερνούσε τη νεκροκεφαλή. 
    Το πλατύ κεφάλι του καρφιού προεξείχε στην κορυφή της, ενώ η μύτη έβγαινε από εκεί που βρισκόταν ο ουρανίσκος.
     Τι σήμαινε αυτό;
     Από το ξάφνιασμα περάσαμε στις υποθέσεις και από τις υποθέσεις στην φρίκη!
    "Αναγνωρίζω τη Θεία Δίκη!" κατέληξε ο Θάρκο. "Να ένα τρομακτικό έγκλημα που θα έμενε ατιμώρητο και αποκαλύπτεται μόνο του στη δικαιοσύνη! Θα κάνω το καθήκον μου, πόσο μάλλον τώρα που φαίνεται ότι ο ίδιος ο Θεός με προστάζει άμεσα, φέρνοντας μπροστά στα μάτια μου το τρυπημένο κεφάλι του θύματος. Α, βέβαια. Ορκίζομαι να μην αναπαυτώ ώσπου ο δράστης αυτού του φρικτού εγκλήματος πληρώσει την κακία του στην αγχόνη!".

Από το σημείο ετούτο κι έπειτα η γραφή του Αλαρκόν γίνεται πιο στακάτη και θυμίζει δημοσιογραφική καταγραφή των περιστατικών  μεταδίδοντάς σου με αυτό τον τρόπο την σοβαρότητα της υπόθεσης - το τυχαίο εύρημα και η επιμονή του Χοακίν να το ερευνήσει, θα τον φέρει αντιμέτωπο με το δίλημμα Έρωτας ή Καθήκον, δίλημμα στο οποίο θα εμπλακεί και ο Φελίπε που ωστόσο θα διατηρήσει την ψυχραιμία του και θα στηρίξει τον Χοακίν. Δεν θα αποκαλύψω την συνέχεια γιατί αξίζει να διαβάσετε τις απανωτές -αν και προβλέψιμες- ανατροπές του τέλους.


Tο διήγημα προσφέρει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το δικαστικό σύστημα της εποχής και την κοινωνία στον γενέθλιο τόπο του Αλαρκόν, την Ανδαλουσία. Γραμμένο το 1853, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Εντγκαρ Άλαν Πόε και όταν ο συγγραφέας ήταν στην αρχή της καριέρας του, δίνει επίσης τροφή για συσχετισμούς μεταξύ των δύο συγγραφέων για το παρόμοιο ύφος - γκόθικ ατμόσφαιρα και ρομαντισμός, νεκροί που επανέρχονται με κάποιο τρόπο στη ζωή, η θλίψη, ο θρήνος και η φρίκη. Ακόμη και το σκωπτικό ύφος που ο Αλαρκόν χρησιμοποιεί στην αρχή και είναι σαν να σε προετοιμάζει για την όχι και τόσο ανάλαφρη συνέχεια, υποδεικνύουν πως ο Αλαρκόν είχε επηρρεαστεί από τον Πόε. 

Στο "Καρφί" τα ρομαντικά στοιχεία υπερισχύουν ελαφρώς έναντι του μυστηρίου ωστόσο, το μοιραίο, η Δικαιοσύνη, όπως και η δομή του διηγήματος, παραπέμπουν σε αρχαία τραγωδία. Μία τραγωδία συμμπυκνωμένης μορφής. Δεν μπορεί ωστόσο να μου βγει από το μυαλό κι εκείνη η ασυνήθιστη αίσθηση  που μου προκάλεσε η αφήγηση - μία μείξη βικτωριανού μυθιστορήματος με Βίκτωρα Ουγκώ.

Η κομψή έκδοση περιλαμβάνει κι ένα εισαγωγικό σημείωμα που συγκεντρώνει τα περισσότερα -αν όχι όλα- τα στοιχεία που υπάρχουν για τούτο το διήγημα. Το υπογράφει ο εξαιρετικός Κρίτωνας Ηλιόπουλος, ο οποίος βραβεύτηκε για την συγκεκριμένη δουλειά του με το φετινό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης από την ισπανική γλώσσα.

Precioso.




Σημειώσεις: Όσοι γνωρίζουν ισπανικά, μπορούν να διαβάσουν το πρωτότυπο εδώ ή να το ακούσουν εδώ. Η πρώτη φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου ενώ το ασπρόμαυρο εικαστικό ανήκει στον Victor Hugo κι έχει τίτλο "Δικαιοσύνη".

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013









Victims of Duty  



Πιθανότατα να οφείλεται στο ότι έχω πολύ καιρό να διαβάσω κάτι με λογοτεχνικά παράλογο ύφος, μπορεί όμως και να είναι και η αποστροφή μου σε οτιδήποτε ολοκληρωτικό κι απόλυτο. Γεγονός  όμως είναι πως για να μπορέσω να αντιληφθώ το ύφος του Norman Manea -που περιγράφει άριστα την ατμόσφαιρα της δικτατορίας του Τσαουσέσκου- χρειάστηκαν πολλές σελίδες. Σφιχτοδεμένη γραφή με σταθερό ρυθμό και το ίδιο σταθερή ψυχρότητα και καχυποψία να υπονομεύουν κάθε γραμμή του, η πρόζα του Μάνεα δεν είναι εύκολη ανάγνωση. Τουλάχιστον στην αρχή.

Η πρώτη από τις τέσσερις νουβέλες της συλλογής "Υποχρεωτική Ευδαιμονία" (μετάφραση από τα γαλλικά Αλόης Σιδέρη - Άγρα, 2003) έχει τίτλο "Η Ανάκριση" και εκτυλίσσεται στις φυλακές του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Μία γυναίκα βρίσκεται έγκλειστη στην απομόνωση για ασαφείς πολιτικούς λόγους. Μία μέρα της αναγγέλλουν πως θα την ανακρίνει ένας πολύ σημαντικός πράκτορας της ασφάλειας και οι υπάλληλοι της φυλακής την προετοιμάζουν με εντατικούς ρυθμούς γιατί, όπως λένε, θα είναι σημαντικό για εκείνη. Αυτή η προετοιμασία θα αποδειχθεί το μεγαλύτερο βασανιστήριο για την γυναίκα. Μην περιμένετε, ωστόσο, να διαβάσετε για αποτρόπαιες δοκιμασίες και εξάντληση των ανθρώπινων αντοχών - αυτά υπονοούνται αμυδρά πίσω από τις περιποιήσεις που της παρέχουν: "Βρήκε το κελί της αερισμένο και σκουπισμένο. Στο τσιμέντο, μια στοίβα με εφημερίδες και περιοδικά.
      Γύρω στις τρεις, αποσπάστηκε από την ανάγνωσή της. Δύο πρόσωπα είχαν έλθει για να τη συνοδεύχουν. Κατέβηκε σκάλες, έστριψε δεξιά, αριστερά, διέσχισε ατέλειωτους διαδρόμους. Αυτή τη φορά προορισμός ήταν ένα λουτρό. Όχι για τα ντους που ήξερε ως τότε.  Μια άσπρη, αστραφτερή μπανιέρα. Μεγάλες, χνουδωτές πετσέτες διαφόρων χρωμάτων. Ένα σαπούνι, κάθε λογής μπουκαλάκια. Παντούφλες, βερνίκι για τα νύχια. Στην επιστροφή της στο κελί, την περίμενε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι.
        Και τώρα η τέταρτη μέρα: 'Στις πέντε το απόγευμα, σας βολεύει;' είχε ρωτήσει την προηγούμενη μέρα η παράξενη επιστράτρια σαν να απήγγειλε ένα στίχο από κάποιο λιμπρέτο όπερας, με ύφος ενοχλημένο από τον παραλογισμό αυτού που την έβαζαν να κάνει και να λέει."

 
Θα υπάρξει και πέμπτη και έκτη μέρα, θα ακολουθήσουν κι άλλες μέχρις ότου να αποκατασταθεί η σωματική υγεία και εμφάνιση της κρατούμενης. Όταν θα φτάσει η μέρα της ανάκρισης θα αποδειχθεί κι αυτή με την σειρά της το ίδιο παράλογη και βασανιστική- ένας λεπτεπίλεπτος, ασθενικός ανθρωπάκος με την όψη αχθοφόρου, ο Μεγάλος Αρχηγός θα περάσει τη νύχτα μαζί της στο ανακριτικό γραφείο μονολογώντας συνεχώς ενώ συμπεριφέρεται από γελοία έως απειλητικά και πάντα με άψογους  τρόπους και προσποιητή ευγένεια. Ανάμεσα στις μακρές σιωπές του και τα ξεσπάσματα θυμού, θα προτείνει στην κρατούμενη να καταδώσει τον σύντροφό της ζωγραφίζοντας μια σειρά πινάκων με θέμα τους το εσωτερικό του σπιτιού του.


Στο "Ένα παράθυρο στην εργατική τάξη", ένα ζευγάρι μορφωμένων αστών αναθέτει σε έναν τεχνίτη, που τους χτύπησε ξαφνικά την πόρτα, να κάνει διάφορες μικροεπισκευές στο σπίτι τους - το χαλασμένο ρολό του παραθύρου, την ηλεκτρική κουζίνα, κ.ά. Κάποια στιγμή, ο Νάνου Βαλεντίν, ο τεχνίτης, θα τους επισκεφθεί ζητώντας τους να τον βοηθήσουν καθώς τους εκτιμά και μπορεί να τους εμπιστευτεί αυτό που τον βασανίζει - μετά από 25 χρόνια δουλειάς σε μια λεβητοποιία, τον απολύουν με αφορμή τη μόνη μέρα που αργοπόρησε όταν η κυκλοφορία ήταν μπλοκαρισμένη σε όλη την πόλη. Πριν από αυτό όμως είχαν προηγηθεί κι άλλα επεισόδια, τα οποία ο τεχνίτης έχει γράψει στα χαρτιά που αφήνει στον κύριο του ζευγαριού. "Γιατί τον μετέφεραν από το εργοστάσιο λεβητοποιίας στην υπηρεσία καθαρισμού, πράγμα που τον έκανε να χάσει το ένα τέταρτο του μισθού του; Για ποιό λόγο αυτό ο 'σύντροφος' αρχιεργάτης τον είχε μεταθέσει στην νυχτερινή υπηρεσία, μολονότι είχε αποφασίσει να εξαιρούνται από αυτήν οι πολύτεκνοι οικογενειάρχες που είχαν πολυετή υπηρεσία στο εργοστάσιο; Γιατί τον έβαλε να κάνει την πιο σκληρή δουλειά χωρίς να τον πληρώσει ανάλογα; Για ποιό λόγο μετατέθηκε από την λεβητοποιία Γιατί όταν αρρώστησε του είπαν ότι οι άνθρωποι δεν είχαν  θέση στο εργοστάσιο;... Γιατί του κράτησαν ένα μεροκάματο για καθυστέρηση μισής ώρας;... Γιατί όταν ζήτησε να γίνει δεκτός από τον διευθυντή ή από το συνδικάτο ή από τον υπουργό, τον προειδοποίησαν ότι, αν δεν καθόταν ήσυχος, κινδύνευε να πάθει πολύ χειρότερα;" Ο έντιμος και συνεπής τεχνίτης θα τα βάλει με το διεφθαρμένο σύστημα για να πάρει τις απαντήσεις που του πρέπουν. 

 "Στην κατάφωτη αίθουσα συνεδριάσεων της οδού Ορλάντο, βρίσκονται, ως προσκεκλημένοι, μια δακτυλογράφος, ένας οδηγός ταξί, ο διαχειριστής ενός  εστιατορίου, μια νταντά, ένας μυθιστοριογράφος, μια διευθύντρια προσωπικού, ένας καθηγητής γυμναστικής, ένας τελωνειακός και ένας υπάλληλος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου."   Ο καθένας τους θα περιγράψει την καριέρα του και όλες μαζί οι αφηγήσεις δημιουργούν μια "Σύνθετη βιογραφία", όπως είναι ο τίτλος της τρίτης νουβέλας, δλδ το πορτραίτο του ιδανικού συντρόφου του Κόμματος που ενάντια στις συνθήκες και τις διαψεύσεις, παραμένει αμετανόητος ιδεαλιστής.

Η όλη παράνοια του καθεστώτος Τσαουσέσκου κορυφώνεται στην τελευταία νουβέλα, το "Αδιάβροχο" όπου δύο φιλικά ζευγάρια επισκέπτονται ένα τρίτο - τους νεόπλουτους φίλους του, Βασίλε Μπελντεάνου, ή Μπαζίλ στο πιο εξευγενισμένο, και Ντίνα, ή αλλιώς Λαίδη Ντι, την μεγαλοδικηγόρο σύζυγό του με την ταπεινή καταγωγή που προσπαθεί φιλότιμα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ανώτερης τάξης.   "...και να η Ντίνα που έχει βγει από το υπνοδωμάτιο και τώρα κατεβαίνει τη σκάλα, ντυμένη με βραδυνό φόρεμα σε κίτρινο βελούδο και ασορτί τουρμπάνι στο κεφάλι. Αγκαλιάσματα, που να σας τα λέω, αγαπητή μου... μόνο το Μωρό πασχίζει μάταια να σκιάσει τη χαρά γι' αυτό το ξανασμίξιμο. Η Ντίνα πηγαίνει προς το μέρος του χαμογελαστή, με την αγκαλιά ανοιχτή, αλλά ο καλεσμένος αρκείται στο να της τείνει το χέρι. Ποτέ δεν κατέφερε να την αντέξει, έτσι δεν είναι, αυτή η σταφιδιασμένη, μπογιατισμένη κυρία που ακόμα και η πιο ανώδυνη χειρονομία της έχει ένα ύφος συμβατικό, σαν σκηνοθετημένο, όχι, δεν μπορούσε να την υποφέρει. Αλλά η Λαίδη Ντι δεν τα χάνει καθόλου  και του τείνει το χέρι  με μια αργή, τελετουργική κίνηση. Το Χαμίνι κάνει μια βαθιά υπόκλιση, φιλάει το χέρι της κι ύστερα κρατάει για αρκετή ώρα τα λεπτά δάχτυλα της παλιάς του συμμαρθήτριας μέσα στη φούχτα του, σαν για να μελετήσει τα μανικιουρισμένα νύχια της, προτού συγκατατεθεί τελικά σε μια σύντομη και τυπική περίπτυξη."   Το δείπνο που θα ακολουθήσει είναι η επιτομή της επιδειξιομανίας - πλουσιοπάροχο, με χονδροειδή αστεία και με παράπονα για την ακρίβεια, την έλλειψη αγαθών, την λογοκρισία, την Σεκιουριτάτε. Λίγες μέρες αργότερα, η Ντίνα θα αρχίσει να τηλεφωνεί τακτικά στην Φελίτσια και την Ιωάννα και θα μιλήσει ακόμη και με τους συζύγους τους, ρωτώντας τους για ένα αδιάβροχο που βρήκε κρεμασμένο στην γκαρνταρόμπα της εισόδου - μακρύ, φαρδύ, από τα φθηνά εκείνα που φορούν οι πράκτορες της Σεκιουριτάτε. Κανείς τους δεν ξέρει τίποτα για το αδιάβροχο, ούτε καν ο Βασίλε που είναι ένας από τους σημαίνοντες απαράτσικ (ενεργά μέλη του Κόμματος) της χώρας. Τούτη η εμμονή του αδιάβροχου δεν επηρρεάζει την συμπεριφορά μόνο της Ντίνας αλλά και των υπολοίπων - τα δύο ζευγάρια αρχίζουν να υποπτεύονται τους οικοδεσπότες του δείπνου για πράκτορες της Σεκιουριτάτε, οι σύζυγοι υποπτεύονται ο ένας τον άλλο κι ο καθένας τους τον ίδιο τον εαυτό του. Η Ιωάννα θα ξεσπάσει σε μια υστερία άνευ προηγουμένου κι ελέγχου,  ο Άλι θα σιωπήσει αμήχανος και η Ντίνα, στο τέλος, θα καταρρεύσει με νευρικό κλονισμό - παντού όπου πηγαίνει φορά το αδιάβροχο πάνω από τα πολυτελή ρούχα της. Την συνοδεύει ο Πολύξερος, ο άντρας της Φελίτσια που φορά κι εκείνος ένα ίδιο. Πράξη ηθικής συμπαράστασης προς την παλιά του συμμαθήτρια ή κάτι άλλο; Ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει όπως θέλει κι αυτό είναι το πρόσφορο έδαφος για κάθε παραλογισμό.


Ο Νόρμαν Μάνεα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στα μέρη μας - η φωνή του δεν είναι αρκετά καταγγελτική και οι συγγραφικές εμμονές του καθόλου ευχάριστες. Ωστόσο, πρόκειται για τον πιο πολυμεταφρασμένο Ρουμάνο συγγραφέα - υποθέτω, πριν την βράβευση της συμπατριώτισσάς του Χέρτα Μύλερ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2009. Η φήμη για το έργο του εξαιρετική, η ζωή του εξαιρετικά ανθρώπινη. Τα πρώτα χρόνια του στη Ρουμανία ήταν "χωρίς εξάρσεις, χωρίς κάποια ξεχωριστή ανάμνηση. Ίσως επειδή ήταν μια ευτυχισμένη περίοδος, και όπως ξέρετε η ευτυχία ξεχνιέται γρήγορα. Οι πρώτες μνήμες μου έχουν σχεση με τον εκτοπισμό μου". Στην ηλικία των πέντε, τo 1941, συλλαμβάνεται μαζί με τους δικούς του και στέλνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ουκρανία. Το 1944 θα τους απελευθερώσει ο Κόκκινος Στρατός και θα επιστρέψουν στην πόλη τους, την Μπουκοβίνα. Με την άνοδο του Νικoλάι Τσαουσέσκου, το 1965, στην Γραμματεία του Κ.Κ. και ταυτόχρονα στην Προεδρία του Συμβουλίου του Κράτους, ο Νόρμαν Μάνεα είναι ήδη τριάντα χρονών, εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός και προσδοκά ένα καλύτερο μέλλον. Το 1986 απογοητευμένος από τον υπαρκτό σοσιαλισμό του δικτάτορα, ο Μάνεα μαζί με την σύζυγό του, Τσέλα, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν, αρχικά στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Καταλήγουν όμως στις ΗΠΑ αν και δεν γνωρίζουν λέξη αγγλικά - μετά από την διαμεσολάβηση του Φίλιπ Ροθ, το διάσημο κολλέγιο Μπαρτ θα δεχθεί τον Ρουμάνο συγγραφέα να διδάξει στις τάξεις του.
  
Οξυδέρκεια και λεπτότατη ανάλυση της υποκριτικής καθημερινότητας και του ασφυκτικού πολιτικού κλοιού που  περιβάλλει κάθε όψη της ζωής  των πρωταγωνιστών του. ευθύβολη ειρωνία και καφκική ατμόσφαιρα.  ιμπρεσιονιστική αποτύπωση του δικτατορικού καθεστώτος και εικόνες που ζωντανεύουν την συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων, είναι μερικά από τα στοιχεία που κάνουν το βιβλίο τούτο ιδιαίτερο. Η φαντασία και ο μαγικός παραλόγισμός του βοηθούν, επίσης, στην ροή των ιστοριών - με έναν "μαγικό" τρόπο ο Μεγάλος Αρχηγός της Ανάκρισης θα εξαφανιστεί αφήνοντας την κρατούμενη γυναίκα να αναρωτιέται για τις συνέπειες της απόφασής της. Όπως "μαγικά" εμφανίστηκε ο Βαλεντίν να διορθώσει το χαλασμένο στόρι του παραθύρου, έτσι  "μαγικά" θα χαθεί από την ζωή του ζευγαριού και το ίδιο "μαγικά" θα εμφανιστεί λίγο αργότερα να εργάζεται σε ένα νεκροταφείο και να κάνει αυτό που πραγματικά επιθυμεί: να διευθύνει έναν κόσμο όπου όλοι είναι ίσοι απέναντι στους νόμους και στους ανθρώπους.

Η
(μεταφρασμένη όμορφα) γλώσσα του Μάνεα  είναι πολύ προσεγμένη, σοφιστικέ. Σου αφήνει ωστόσο μια αίσθηση έντονα πνιγηρή - ο απόλυτος έλεγχος των λογοτεχνικών εργαλείων του και η πλήρη επίγνωση του εαυτού κάνουν το κείμενο να κλείνεται στον εαυτό του. Και να σε παίρνει μαζί του.  Οι  ιδέες και οι φιλοσοφικές ανησυχίες του συγγραφέα δίνουν έναν βαρύ, αποστεγνωμένο τόνο στους χαρακτήρες, οι οποίοι σε αρκετά σημεία τείνουν να μακρυγορούν, σαν να κάνουν διάλεξη, σε σημείο μάλιστα να ξεφεύγουν από την πλοκή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τρίτη νουβέλα που με έκανε να γυρίζω συνεχώς τις σελίδες μπρος-πίσω και να διαβάζω τις ίδιες παραγράφους ξανά και ξανά προσπαθώντας να βρω κάποια, παράδοξη έστω, συνοχή... 


Η ιστορία  δεν είναι παραμύθι κι αυτό είναι κάτι που ο Νόρμαν Μάνεα το γνωρίζει πλέον καλά - τα βιώματα του εγκλεισμού,  και της εξορίας έχουν βαθιές ρίζες μέσα του, και η πραγματικότητα μιας terra incognita, confusa, είναι σκληρή. Η ονειρώδης αφηγηματική αποσύνθεση αποδεικνύεται στην περίπτωσή του ο πιο κατάλληλος τρόπος να ανταπεξέλθει στις λογοτεχνικές απαιτήσεις. Και οι διαλεκτικοί τόνοι τον βοηθούν  να αναλύσει και να κατανοήσει  τον ανθρώπινο μηχανισμό της υποταγής - ο δικός του τρόπος υπεράσπισης της δημοκρατίας.

Με δυο λόγια, το παράλογο ως τρόπος αντίστασης. Χμμμ... quite an adventure of the mind, που θα έλεγε κι ο Ιονέσκο.




Σημείωσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι το "Νέοι" του Ηλία Δεκουλάκου κι ακολουθεί το σχέδιο του Patrick Caulfield από το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου. Μετά το φωτογραφικό πορτραίτο του Ρουμάνου συγγραφέα ακολουθεί πίνακας του Γιώργου Χατζημιχάλη.