Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013








Ένα πρόσχημα
με μαγικές ιδιότητες




Πολλά έχουν γραφτεί για τον ρόλο της λογοτεχνίας στην ζωή μας και θα συνεχίσουν να γράφονται ακόμη περισσότερα καθώς προσφέρει μεν μια δημιουργική διέξοδο σε "αδιέξοδους" καιρούς αλλά καθόλου απαντήσεις σε πρακτικά, καθημερινά θέματα. Πόσο μάλλον όταν αφορά το πολύ καίριο για τα παιδιά τούτες τις μέρες ερώτημα για την ύπαρξη του Άι- Βασίλη - η απαλή μα παντοδύναμη αίσθηση των παραμυθιών διαλύεται από την θλιβερή πραγματικότητα κι οποιαδήποτε πολιτικά ορθή απόκριση φαίνεται πως δεν καλύπτει πλέον κανέναν. Το πολύ πρόσφατο γιορτινό βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου, "Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης" (Καστανιώτης, 2013) δεν δίνει, επίσης, καμμία σχετική απάντηση. Ξεχωρίζει, ωστόσο, διότι υπερασπίζεται  το δικαίωμα των παιδιών στην ελπίδα και την πίστη στα  όνειρά τους χωρίς να καταργεί τον ρεαλισμό.

Πίσω στο 1897, η οκτάχρονη Βιρτζίνα προσπαθεί να καταλάβει εάν υπάρχει πράγματι ο Άγιος Βασίλης. Ρ
ωτά τον πατέρα της κι εκείνος, μην ξέροντας τι ακριβώς να της απαντήσει, την προτρέπει να γράψει ένα γράμμα στην εφημερίδα New York Sun που είχε την μεγαλύτερη κυκλοφορία την εποχή εκείνη. "Ότι πουν αυτοί είναι και το σωστό. Για να γράφει κάτι η Sun, πάει να πει πως είναι εξακριβωμένο..."  Ο εκδότης της εφημερίδας αναθέτει στον Φράνσις Τσέρτς να γράψει την απάντηση κι εκείνος την γράφει με πολλή σκέψη και προσοχή - είχε δει ο ίδιος, όταν κάλυπτε ως πολεμικός ανταποκριτής τον αμερικανικό εμφύλιο,  την δύναμη που είχε η φαντασία των παιδιών να δημιουργεί τον Άι-Βασίλη και πως τούτη η δύναμη μεταμόρφωσε τις πολύ άθλιες συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσαν, έστω και για λίγο.
   "Βιρτζίνια, οι φίλοι σου κάνουν λάθος. Έχουν επηρρεαστεί από τον σκεπτικισμό της εποχής μας. Δεν πιστεύουν παρά μόνο σε ό,τι βλέπουν. Νομίζουν ότι τίποτα δεν υπάρχει αν δεν μπορούν να το αντιληφθούν με το μικρό τους μυαλό. Όλα τα μυαλά, Βιρτζίνια, ανεξάρτητα από το αν είναι μεγάλων ανθρώπων ή παιδιών, είναι μικρά. Σ' αυτό το τεράστιο σύμπαν ο άνθρωπος είναι ένα μικρούτσικο  έντομο, ένα μυρμήγκι. Το ίδιο μικρή είναι και η νοημοσύνη του. Πως λοιπόν να χωρέσει  το μυαλό του όλη την αλήθεια και τη γνώση για τον αχανή κόσμο που μας περιβάλλει;
    Ναι, Βιρτζίνια υπάρχει  Άγιος Βασίλης!" 


Η ιστορία δεν προέκυψε από την φαντασία του συγγραφέα - η Βιρτζίνια Ο' Χάνλον υπήρξε στην πραγματικότητα όπως και ο συντάκτης της αμερικανικής εφημερίδας και η έντυπη απάντησή του  η οποία εξηγεί  περισσότερο την ζωή παρά τον Άγιο με τρόπο που ναι μεν δεν είναι πολιτικά ορθός είναι όμως απόλυτα ειλικρινής και σέβεται το ίδιο και την οκτάχρονη Βιρτζίνια και τον ενήλικα αναγνώστη της εφημερίδας. Αυτό ίσως εξηγεί και το γεγονός πως,  μισόν αιώνα μετά, παραμένει το άρθρο με τις περισσότερες αναδημοσιεύεις στον κόσμο της αγγλόφωνης δημοσιογραφίας.

Το  βιβλίο ωστόσο δεν είναι μια απλή βιογραφία της Βιρτζίνια. Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου δημιουργεί την ιστορία του συνθέτοντας φανταστικά στιγμιότυπα της ζωής της και δείχνει με τις λέξεις του πως η απορία ενός μικρού κοριτσιού γίνεται πίστη και δράση. Μαζί με την Βιρτζίνια ανασυστήνει, επίσης, την αμερικανική ιστορία στο πέρασμα των χρόνων - από τον αμερικανικό εμφύλιο, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κι αργότερα στο οικονομικό Κραχ του '29, τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την δεκαετία του '50 που χαρακτηρίστηκε εποχή της ευημερίας και της κατανάλωσης μέχρι την περίοδο του '70 και τον ρατσισμό της για τους μαύρους. Και κάθε φορά, όσο δύσκολες ή επικίνδυνες κι αν είναι οι συνθήκες, η Βιρτζίνια, σαν άλλος Άι-Βασίλης, βοηθά να αλλάξουν οι ζωές των ανθρώπων που έχουν πραγματική ανάγκη προς το καλύτερο, όπως  η επιστολή του Φράνσις άλλαξε την δική της. 

Τούτη η τρυφερή ιστορία αποτελεί την πιο χαμηλών τόνων και μεστή νοημάτων, μέχρι τώρα, γραφή του Παπαθεοδώρου και υποστηρίζει την δύναμη του ανθρώπου να πιστεύει, κάτι που είναι πολύ ιδιαίτερα σημαντικό (sic). Δεν είναι όμως μόνο αυτός ο λόγος για το οποίο το ξεχώρισα. Είναι, επίσης, το ότι όλη η έκδοση επιμένει στο αληθινό πνεύμα των Χριστουγέννων και του συγκεκριμένου Αγίου χωρίς να εμφανίζει την γνωστή παχουλή και κοκκινοντυμένη φιγούρα του ξενόφερτου Santa Claus. Η θαυμάσια ρετρό εικονογράφιση της Λίλας Καλογερή δεν την εμφανίζει παρά μόνο δύο φορές κι αυτές στην μικρότερη δυνατή διάσταση (1,5 εκ. - σχεδόν όσο το νύχι ενός αντίχειρα), γεγονός που φέρνει το βιβλίο πιο κοντά στα ελληνικά δεδομένα και το καθιστά  παντός καιρού κι όχι μόνο των γιορτών.  Είναι, τέλος, κι ένα case in point της πίστης στο αδύνατο και στην "μαγεία" του μέλλοντος - όταν ο συγγραφέας ήταν μικρός, είχε δει την ιστορία της Βιρτζίνια σε κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση και του άρεσε τόσο που ήθελε να την είχε γράψει ο ίδιος...


Ποτέ δεν θα μπορέσει κανείς να κρυφτεί από τα παιδιά και ο Σαββόπουλος το ήξερε αυτό καλά όταν το τραγουδούσε. Και οι συζητήσεις θα συνεχίσουν να γίνονται για τον ρόλο της λογοτεχνίας σε όλον αυτόν τον λαμπερό σίφουνα των γιορτών, για τα φαινόμενα και τα αντικείμενα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, για το τί πρέπει να πούμε και τί να πιστεύουμε. Και η ψυχολογία και η παιδαγωγική θα συνηγορούν κι αυτές με το λόγο τους (1, 2) αλλά ας μην σας κουράσω άλλο.  

Xρόνια πριν, ο σπουδαίος William Faulkner στον επίλογο του μοναδικού παιδικού βιβλίου που έγραψε, το είχε συνοψίσει ως εξής: "...if you are kind to helpless things, you don't need a Wishing Tree to make things come true."



 



Σημειώσεις: Η ιστορία της Βιρτζίνια έχει αγαπηθεί πολύ στην Αμερική κι έχει γίνει από τηλεοτπική σειρά έως θεατρικό έργο. Φέτος, είχε την τιμητική της στις βιτρίνες του Macy's, του μεγαλύτερου πολυκαταστήματος στην Αμερική, που βρίσκεται στην Νέα Υόρκη - δείτε μερικές  φωτογραφίες που τράβηξε ο αγαπητός συν-blogger Tsalapetinos. Δείτε, επίσης, εδώ την ίδια την Βιρτζίνια Ο' Χάνλον σε μεγάλη ηλικία, να διαβάζει το γράμμα της και την επιστολή του Φράνσις Τσέρτς σε παιδιά. Το επιτοίχιο γλυπτό ανήκει στην διεθνούς φήμης εικαστικό Chryssa κι έχει τίτλο That's All. Η ζωγραφιά είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου και το τελευταίο εικαστικό είναι η γνωστή λεπτομέρεια  της τοιχογραφίας του Michelangelo στην Καπέλα Σιστίνα. 

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013








Καταπράσινα



Χριστούγεννα!



Κι επειδή Χριστούγεννα δίχως Ντίκενς δεν είναι ακριβώς Χριστούγεννα, το πιο κάτω ποίημα του Άγγλου κλασικού περιγράφει ένα μικρό, καλλωπιστικό φυτό που, μαζί με τα καθιερωμένα κλαδιά των γκυ και των ου, στολίζουν τις γιορτές με πράσινο, ελπίδα και καλή τύχη Ο κισσός βέβαια συμβολίζει κι άλλα πράγματα (βλ. σταθερότητα, αφοσίωση, επιμονή), τούτα τα τρία όμως είναι μια καλή μαγιά για αρχή - για να φτιάξει η διάθεση.  Αν μη τι άλλο, Christmas is not a date. It is a state of mind. Enjoy!




The Ivy Green


Oh, a dainty plant is the Ivy green,
That creepeth o'er ruins old!
Of right choice food are his meals, I ween,
In his cell so lone and cold.
The wall must be crumbled, the stone decayed,
To pleasure his dainty whim:
And the mouldering dust that years have made
Is a merry meal for him.
Creeping where no life is seen,
A rare old plant is the Ivy green.

Fast he stealeth on, though he wears no wings,
And a staunch old heart has he.
How closely he twineth, how tight he clings
To his friend the huge Oak Tree!
And slyly he traileth along the ground,
And his leaves he gently waves,
As he joyously hugs and crawleth round
The rich mould of dead men's graves.
Creeping where grim death hath been,
A rare old plant is the Ivy green.

Whole ages have fled and their works decayed,
And nations have scattered been;
But the stout old Ivy shall never fade,
From its hale and hearty green.
The brave old plant, in its lonely days,
Shall fatten upon the past:
For the stateliest building man can raise
Is the Ivy's food at last.
Creeping on where time has been,
A rare old plant is the Ivy green.


~




Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013









I Wish You




 a n d    t r y 
 to  keep it 
all the year







Σημειώσεις: Το εικαστικό είναι του σύγχρονου Βρετανού Patrick Brill που το υπογράφει με το ψευδώνυμο Bob and Roberta Smith.

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013








Ειλημμένο Δίλημμα




-Μαμά, λέει ο Κωστάκης στην μητέρα του,
έλα, θα στολείσουμε το δέντρο;
Θα το κατεβάσεις από το πατάρι;
Σε λίγο θα είναι και Χριστούγεννα.
Γιατί δεν έχουμε στολείσει;
-Θα στολείσουμε, λέει η μητέρα του Κωστάκη,
αλλά από φέτο όχι έλατο μα καραβάκι.
-Καραβάκι; Τι είναι αυτό; Γιατί;
Αφού έχουμε ένα δέντρο και είναι στο πατάρι.
-Παιδί μου, λέει η μητέρα του Κωστάκη,
από φέτο αποφασίσαμε
να στολείζουμε όχι έλατο μα καραβάκι,
που είναι ελληνικό, ενώ το άλλο ξένο,
έχω και έναν πονοκέφαλο.
Μετά το έφερε ο μπαμπάς (και είναι ισθυοφόρο),
πετάξανε το δέντρο, κρατήσαν τα στολείδια,
ντύνουν μια και δυο με αυτά το καραβάκι
(μπάλλες γκυ δώρα, και στο πιο ψηλό ισθύο/
άγγελλος).
Ο Κωστάκης με μισή καρδιά κοιτάζει
το καραβάκι ντυμένο έλατο, ενώ
η άλλη μισή του είναι στο έλατο
που έφυγε σαν καραβάκι.

(Όταν τον είδε ο αδερφός του, είπε:
-Κωστάκη, τα Χριστούγεννά σου φέτος
θα είναι πολλή ελληνικά...
Έδειχνε τη μαύρη τρύπα στο πατάρι.
Χαμογελούσε άσκημα.)








Σημειώσεις: Το ποίημα είναι του Βασίλη Αμανατίδη  κι έχει τίτλο "Ελατοκαραβάκι - ποίημα των 9 ετών μου, πειραγμένο στα 36". Το θυμήθηκα πριν από λίγες μέρες όταν προσπαθούσα να αποφασίσω τί θα στολίσω φέτος, κάτι που ουσιαστικά δεν έχει πολύ σημασία. Η ουσία των φετινών Χριστουγέννων θαρρώ πως είναι εκείνη η "μισή καρδιά" και το πως θα την κάνουμε ολόκληρη, γεμάτη. Το εικαστικό είναι λεπτομέρεια από τον πίνακα "Sistine Madonna" (1512) του Raphael.

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013










Ολισθηρές διαδρομές 
του νου 



Θα μπορούσε να είναι ακόμη μία ιστορία ζήλειας. Το "Χειμωνιάτικη πόλη" (Ροές, 2009) ωστόσο ξεχωρίζει για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά στο ότι η νουβέλα αποτυπώνει στο χαρτί τον διχασμό μιας σκέψης. Και ο δεύτερος, την σαφήνεια με την οποία ο Abdon Ubidia  περιγράφει την προσπάθεια του ήρωά του να διατηρήσει την ρυθμισμένη ρουτίνα στην ζωή του όταν αυτή ανατρέπεται από έναν ξένο. 

Ο Σαντιάγκο είναι ένας μποέμ ξεπεσμένος αριστοκράτης που έχει σοβαρότατα προβλήματα με τον νόμο και προσπαθεί να αποφύγει την σύλληψή του από την αστυνομία. Ο αφηγητής δέχεται να τον κρύψει σπίτι του για ένα μικρό διάστημα. Δεν είναι αφελής - γνωρίζει τον χαρακτήρα του Σαντιάγκο και την αναστάτωση που μπορεί να προκαλέσει αλλά οι ενδοιασμοί του, που κινούνται σε επιφανειακά ζητήματα, θα αποδειχθούν λίγοι μπροστά στον δυναμικό χαρακτήρα του Σαντιάγκο και τις επιπτώσεις που θα έχει τούτη η φιλοξενία σε όλα τα επίπεδα της ζωής του.  "Τον είχα φανταστεί σαν έναν έκπτωτο άγγελο - τουλάχιστον όταν αποφάσιζα να τον φιλοξενήσω στο σπίτι-, τώρα όμως τον έβλεπα με άλλο μάτι και, καθώς περνούσε σιγά σιγά το πρώτο ξάφνιασμα, άρχισα να τον παρατηρώ καλύτερα."

Έτσι, όλα εκείνα που ήταν γραφικότητες ενός παλιού συμφοιτητή, μετατρέπονται σε απειλή για την λογική υπόσταση του αφηγητή. Στην αρχή, η κοινή αφετηρία και οι  εμπειρίες που μοιράζονταν και οι τέσσερίς τους  (ο αφηγητής, η  σύζυγός του, ο Σαντιάγκο και η πρώην σύζυγός του που ήταν και φίλη του ζευγαριού) από τα χρόνια των σπουδών τους, οδηγεί σε μια οδυνηρή συνειδητοποίηση: "Για μια στιγμή ήταν σαν να πάγωσε ο χρόνος. στεκόμασταν κι οι τρεις μπροστά στο κενό, παρασυρμένοι στην ίδια δίνη: ο φόβος και η νοσταλγία για όλα όσα δεν έγιναν ποτέ, για την ζωή που δε ζήσαμε, η έκπληξη και ο τρόμος μπροστά στη διαπίστωση ότι η ζωή μας θα μπορούσε να είναι αλλιώς."

Τούτη η νοσταλγία, ωστόσο, δίνει και μια απροσδόκητη γοητεία στις αφηγήσεις του Σαντιάγκο.  Ο αφηγητής παρακολουθεί την σύζυγό του να γοητεύεται από την παρουσία και τις περιπετειώδεις αναμνήσεις του φιλοξενούμενού τους και να διεκδικεί ξανά τον εαυτό της που είχε σβήσει για χάρη της οικογενειακής ζωής. Το προσεγμένο ντύσιμο της Σουσάνα και ορισμένες ανέμελες κινήσεις της προς τον Σαντιάγκο, όπως και η προσπάθειά της να ξαναπαίξει το βιολί που είχε για χρόνια κρεμασμένο στον τοίχο ως διακοσμητικό, θα κάνουν τον αφηγητή να ζηλέψει πολύ και να την διεκδικήσει εκ νέου. Μέσω τούτης της διεκδίκησης θα εξετάσει από την αρχή τις προθέσεις του για τις σχέσεις και την οικογένεια  που είχε δημιουργήσει αποκλειστικά γύρω από τον εαυτό του.

Ανάλογα με το προσωπικό ύφος του ο καθένας χρησιμοποιεί τις λέξεις και ο Αμπδόν Ουμπίδια επιλέγει τον εσωτερικό  μονόλογο για να οδηγήσει τον ήρωά του στη προσωπική του ελευθερία. Εξετάζοντας ωστόσο την απτή πραγματικότητα που έχει μπροστά του,  η σκέψη του αφηγητή ολισθαίνει επικίνδυνα στην εικονικότητα - η ζήλεια, οι υποθέσεις, οι διάφορες βεβαιότητες και οι πιθανότητες  συγχέονται με την λογική, τον εφησυχασμό και το βόλεμα στην ισορροπημένη καθημερινότητά του. Η πάλη μεταξύ τους  θα θέσει τα όρια του ήρωα-αφηγητή σε άλλη βάση.  "Όλα λοιπόν έγιναν κατά τύχη; Δεν είναι αλήθεια. Δεν υπάρχουν ασήμαντες αφορμές, κι αν υπάρχουν, ψάχνουμε να βρούμε έναν τρόπο να τους δώσουμε εμείς σημασία. Στην πραγματικότητα ελάχιστα στη ζωή μας εξαρτώνται απ' την τύχη."  Η  συναισθηματική λύτρωση θα επέλθει από τον ίδιο με έναν τραγικό και για τους τρεις τρόπο. 




Ο ισπανόφωνος Αμπδόν Ουμπίδια είναι ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς που έχει να επιδείξει σήμερα ο Ισημερινός κι έχει διακριθεί για την αντικομφορμιστική στάση του απένταντι στο πνευματικό κατεστημένο της χώρας του. Τούτο βέβαια συνέβη στην αρχή της συγγραφικής του πορείας αλλά ακόμη και μετά τον τέλος της ομάδας "Τσάντικο", όπου συμμετείχε με άλλους "αντικαθεστωτικούς", ο Ουμπίδια συνέχισε να γράφει με τον ίδιο τρόπο και να βραβεύεται για το έργο του, έργο που περιλαμβάνει διηγήματα, νουβέλες, άρθρα και δοκίμια αλλά και αφηγήσεις λαϊκής προφορικής λογοτεχνίας. 

Το "Χειμωνιάτικη πόλη" είναι από τις πιο γνωστές νουβέλες του και η μόνη που κυκλοφορεί στα ελληνικά μεταφέροντάς μας τον κρύο καιρό του Κίτο, της πόλης όπου εκτυλίσσονται οι σκέψεις του ήρωά του, αλλά και τον συναισθηματικό παγετό του ήρωα.  





Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013







Το άλλο του πράγματος





Υπάρχουν κι εκείνα τα βιβλία που λειτουργούν σαν σιδερένιοι σύρτες που ξεκλειδώνουν τις πόρτες του παρελθόντος και σε οδηγούν σε δρόμους δύσβατους. Πολύ δύσβατους. Το "ΜεταΠοίηση" (Κέδρος, 2012) είναι ένα από αυτά - μία συλλογή  δώδεκα ολιγοσέλιδων διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου τα οποία κινούνται σχεδόν με θράσος στον χώρο και στον χρόνο και σε φέρνουν αντιμέτωπο με τα δικά σου όρια αναγνωστικής αντοχής και αλήθειας.

"Τον είχα σκοτώσει το προηγούμενο βράδυ. Τον είχα βρει καθισμένο στο γραφείο του, τα μανίκια στους αγκώνες και το πουκάμισο ξεκούμπωτο ως τη μέση του στήθους, να κοιτάει αφηρημένα τον τοίχο. Δεν του άρεσε να τον ενοχλούν τις ώρες που στεκόταν πάνω απ' τα ανοιχτά χαρτιά του, εγώ όμως ήξερα ότι δεν δούλευε, κι εξάλλου δε μ' ένοιαζε να μην τον ενοχλήσω. Είχα ακουμπήσει το πιστόλι στον κρόταφό του. Με κατάλαβε, αλλά δεν είπε τίποτα. Του έδωσα χρόνο, αλλά δε μίλησε. Κάτι σαν δάκρυ μόνο πήγε να παίξει στα μάτια του, ήξερε όμως πόσο τον μισούσα και δεν θέλησε να μου ζητήσει λύπηση. Έσκυψα και του ψιθύρισα στο αυτί κάτι που πια δεν μπορώ να θυμηθώ, και σκόρπισα τη σιωπή κόκκινη στον τοίχο."  (.45)

"Τα μάζεψα λοιπόν και τα  'κοψα τα μακρινά ταξίδια. Βρήκα δουλειά σ' ένα φέρι στην αρχή για κάνα δυο χρόνια, αλλά το 'χα σιχαθεί το αλάτι. Είχα σιχαθεί και την πατρίδα μου. Μετά από κάθε μεγάλο μπάρκο γύρναγα δή΄θεν να ξεκουραστώ και να αράξω, κι αντί γι' αυτό, θυμόμουνα όλα τα σκατά που μ' είχαν κάνει να φύγω. Ξέρεις, ακόμα και τη γλώσσα δεν μπορούσα να ακούω πολλές φορές. Έχεις ακούσει τόσα πρόστυχα πράγματα σε χίλιες δυο γλώσσες, που όταν βρεθείς με δικούς σου ανθρώπους περιμένεις κάτι άλλο. Βλέπεις μετά ότι τα ίδια κι εκεί. Η ίδια προστυχιά, μόνο που πια δεν έχεις καμιά δικαιολογία να μην την καταλαβαίνεις. Σου τη σπάει, ρε φίλε. Καταλαβαίνεις τι λέω; Σε χαλάει πολύ." (Εγκιβωτισμός)

"Βάλε να φάω, βάλε να πιω, κι έτσι ν' αναθυμήσω
πώς κάμουνε οι βλάμηδες κι οι ξυπνητοί ανθρώποι.
Γιατί αδερφός σου ξάπλωσα, μ' αναγυρίζω ίσκιος.
και μη ρωτάς με να σου πω τι αντίκρισα στον Άδη,
γιατί 'ναι κρίμα ν' αγρικάς τι λεν' οι πεθαμένοι.
Μόν' ένα λόγο θα σου πω, μια μπιστική κουβέντα.
Εκείθε είναι οι πολλοί κι εδώθε είν' οι λίγοι."
 
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος συστήνεται ως εξής: "Είμαι επαρχιώτης, διδακτορικός φοιτητής αρχαίας ιστορίας, σχεδόν τριαντάρης, καπνιστής, wargamer, horror movies fan, μάλλον αριστερός, Έλληνας, μετανάστης και άλλα πολλά. Δεν είμαι συγγραφέας. Γράφω επειδή μπορώ και μου αρέσει." Και συνεχίζει: "Στην πορεία ανακάλυψα επίσης πως έγραφα απελευθερωμένος από το άγχος της αποδοχής. Γουστάρω ταινίες με ζόμπι. Υπήρχε αναφορά σε ζόμπι. Γουστάρω pulp action λογοτεχνία, υπήρχε action και βία. Γουστάρω τον Borges. Υπάρχει αναφορά στον Borges. Γουστάρω δημοτικά και ρεμπέτικα. Υπήρχε αναφορά σε δημοτικά και ρεμπέτικα. Και κάπως έτσι κατέληξα να γράφω και σε δεκαπεντασύλλαβο, χωρίς ν’ αναρωτηθώ για το αν η εποχή στην οποία γράφω το «επιτρέπει»".

Τούτο το στοιχείο της απενοχοποίησης και της σχεδόν αποστασιοποίησης από τα γραφόμενα είναι χαρακτηριστικά εμφανές και στις δώδεκα ιστορίες. Δεν ξέρω κατά πόσο περιέχουν κάτι από μια Μετα-Ποιητική περίοδο του ίδιου του συγγραφέα ή της Τέχνης γενικότερα όπως υπονοεί ο τίτλος του βιβλίου, μπορώ ωστόσο να πω  ότι τα συγκεκριμένα διηγήματα μεταποιούν με τον δικό τους τρόπο την θεματολογία της  νεοελληνικής λογοτεχνίας όχι με την έντονη ετερότητα των πρωταγωνιστών και την αγωνιώδη αναζήτησή τους για τον Άλλο. Είναι με την οπτική ματιά του συγγραφέα που αναπαράγει με λεπτομέρεια εξαιρετικά βίαιες σκηνές περιγράφοντας μ' αυτό τον τρόπο το μίσος, την εκδίκηση, την δειλία, την επικράτηση επί του αδυνάτου, τα βαθύτερα ένστικτα και το τραγικό -αλλά απελευθερωτικό για τους ίδιους- τέλος των αφηγηματικών ηρώων του - οπτική που  επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο τη νατουραλιστική γραφή.


Η "ΜεταΠοίηση" του Δημοσθένη Παπαμάρκου παρουσιάζει ένα περίεργο, όσο και αξιοθαύμαστο, κράμα πεζογραφίας, ιστορίας και παράδοσης.  Η μάχη στα Γαυγάμηλα,  ο Μακεδονικός πόλεμος και ο σύγχρονος κόσμος συνδέονται με την αρβανίτικη γλώσσα (Γκρίχου, ο τίτλος του πρώτου διηγήματος, στα αρβανίτικα σημαίνει "σήκω"), τις προκαταλήψεις (που απορρέουν από τον αστερισμό του Περσέα - Tseih She, ο τίτλος του δεύτερου διηγήματος, είναι η κινεζική ονομασία του αστερισμού που αποκαλείται επίσης "Δαίμονας") και αρχαιοελληνικές παραδόσεις (στο πρώτο διήγημα, ο ένας αδερφός είναι θαμένος μπρούμυτα, μία ταφική πρακτική που έχει πανάρχαιες ρίζες). Ρίψασπις, Τίσις, Σποδός, Πτέρυγα, Εγκιβωτισμός, Καΐνα, Ferrum (το πιο ευαίσθητο από τα διηγήματα), ΜεταΠοίηση, .45, Σαρκώζα - οι συνδέσεις αυτού και άλλων ειδών συνεχίζονται. 

Τα αποσπάσματα που έχω αντιγράψει πιο πάνω δεν αποδίδουν παρά μόνο ένα λίγο της ατμόσφαιρας του βιβλίου - πολλή βία και splatter, μεταφυσική και μαγγανείες, προκαταλήψεις, ήθη κι έθιμα της ελληνικής παράδοσης και ψυχοπαθολογίες της σύγχρονης εποχής μας αποδίδονται με γκόθικ ύφος σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση που σε αναγκάζει να συμμετέχεις έστω κι από απόσταση. Χωρίς ωστόσο να σοκάρει, η γραφή του Δημοσθένη Παπαμάρκου αποκαλύπτει την άλλη πλευρά του ανθρώπου - την κτηνώδη φύση του που εγείρεται σε συνθήκες άκρατης μοναξιάς και πιέσεων κοινωνικών, οικονομικών, βιολογικών. Από το "Πίστομα" του Κωνσταντίνου Θεοτόκη είχα να διαβάσω κάτι τόσο ολοκληρωμένο κι αποκαλυπτικό...



 

Σημείωση: Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από την ομότιτλη ποιητική συλλογή της Ελένης Βακαλό (Νεφέλη, 1995). Το πρώτο εικαστικό είναι το "Η ορφανή νέα στο κοιμητήριο" του Eugène Delacroix. Το δεύτερο είναι η γνωστή Guernica του Pablo Picasso "πειραγμένη" ελαφρώς από έναν σύγχρονο Βρετανό καλλιτέχνη με το ψευδώνυμο Pure Evil. Το μικρό αυτο-βιογραφικό του συγγραφέα είναι απόσπασμα από κείμενό του στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliotheque. Ακούστε εδώ (από το 58:06') τον ίδιο, προσκεκλημένος της εκπομπής Booktalks, να μιλά για το βιβλίο. Μπορείτε επίσης να διαβάσετε εδώ ένα ανέκδοτο διήγημα του Δ.Παπαμάρκου, πολύ πιο ήπιων, έως τρυφερών κι αστείων, τόνων τούτη τη φορά αλλά με τον ίδιο ιδιαίτερο λόγο του.