Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014






Η Ναντίν

και οι άλλοι



"Ως συγγραφέας που ήθελε να καταγράψει την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της πατρίδας μου, με ενδιέφερε από την αρχή το θέμα των οικογενειών όσων πάλευαν για μια ελεύθερη Νότια Αφρική. Διότι αν είσαι αληθινός επαναστάτης, παρά την αγάπη που νιώθεις για την οικογένειά σου, τη βάζεις τελικά σε δεύτερη μοίρα. Και εντάξει, είσαι ο πατέρας, παίρνεις τα ρίσκα σου, μπαίνεις στη φυλακή, αφήνεις πίσω σου τη μητέρα των παιδιών σου. Τι γίνεται όμως αν είναι και η μητέρα ακτιβίστρια, και μπαίνει κι αυτή στη φυλακή; Τότε τα παιδιά είτε διασκορπίζονται, είτε επαφίενται στη φροντίδα του μεγαλύτερου παιδιού. 
      Έβλεπα αυτή την κατάσταση συνεχώς γύρω μου, σε οικογένειες που γνώριζα, και περίμενα ότι κάποιος αγωνιστής συγγραφέας θα έγραφε για όλα αυτά. Κανείς δεν το έκανε. Τότε σκέφτηκα: 'Μπορεί να μη βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή, μπορεί να μην πήγα φυλακή ή εξορία, όμως θα το ρισκάρω και θα γράψω γι' αυτά εγώ η ίδια.' Και το έκανα.
      Πάντα έγραφα αυτό που ήθελα. Γι' αυτό και από το 1976 είχα συνεχώς προβλήματα  με την λογοκρισία που απαγόρευε για μεγάλο ή μικρότερο χρονικό διάστημα ορισμένα βιβλία μου. Αυτό όμως δεν με σταματούσε. Ήξερα, για παράδειγμα, ότι θα απαγόρευαν την κυκλοφορία του βιβλίου μου Η κόρη του Μπέρτζερ, αφού είχα εντάξει στην ιστορία ορισμένα απαγορευμένα  από το καθεστώς έγγραφα, όπως κάποιες προκηρύξεις που είχα βρει στον δρόμο. Όμως δεν δέχτηκα να αλλάξω ούτε αράδα από αυτό που είχα στο νου μου."


Το απόσπασμα είναι από την αφήγηση της Νοτιοαφρικανής συγγραφέως Nadine Gordimer και βρίσκεται στον πρώτο τόμο του "Οι Κεραίες της εποχής μου" (Καστανιώτης, 2012) όπου ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, με την ιδιότητα του συγγραφέα πλέον, καταγράφει σκέψεις και λεπτές αποχρώσεις της καθημερινότητας και της ανθρώπινης υπόστασης των καλεσμένων της ομότιτλης τηλεοπτικής εκπομπής που δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να καταγράψει μια κάμερα. Μία σκηνή, ωστόσο, που κατέγραψε ήταν όταν ο δημοσιογράφος Χρυσοστομίδης εκθέτει στην εξαιρετικά καίρια συγγραφέα την άποψή του για ένα από τα βιβλία της.  Όταν την είχα δει στην οθόνη, θυμάμαι, πως είχα σοκαριστεί ελαφρώς με το πόσο γρήγορα κι αυταρχικά είχε απαντήσει η Γκόρντιμερ. Δεν θα την μεταφέρω εδώ μιας και είναι μέρος της μακράς κουβέντας που είχε η νομπελίστα συγγραφέας με τον Χρυσοστομίδη και αν την αποκόψω από το υπόλοιπο κείμενο θα χάσει την δύναμή της. Η σκέψη όμως του συγγραφέα δεν αλλάζει:

"Όσο γινόταν το μοντάζ της ταινίας, ο Απόστολος Καρακάσης, ο σκηνοθέτης, ήταν προβληματισμένος: μήπως έπρεπε να βγάλει τη σκηνή; Όχι, του είπα, να μείνει η σκηνή. Διότι τελικά αυτή είναι η Γκόρντιμερ: μαχητική, απόλυτη, πεισματάρα. Πως αλλιώς θα πήγαινε στα δικαστήρια να παλεύει για τον Μαντέλα και τους άλλους, πώς αλλιώς θα τα έβγαζε πέρα με τους γραφειοκράτες της λογοκρισίας, πώς αλλιώς θα συνέχιζε σήμερα να μαζεύει χρήματα  για τα θύματα του AIDS, και πώς θα θα εξακολουθούσε να μένει μόνη με μια συνομίληκή της υπηρέτρια;"




Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014







The best way out
is always through



Το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση και η διάψευση της ωριμότητας - αυτό είναι το βασικό υλικό που χρησιμοποιεί ο Νικόλας Α. Σεβαστάκης για το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο, το "Γυναίκα με ποδήλατο" (Πόλις, 2014). Πρόκειται για μια συλλογή τριάντα δύο γλαφυρών διηγημάτων που διανύουν την απόσταση από  τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως το σήμερα και η οποία διεκδικεί  την προσοχή του αναγνώστη με την ένταση των χαρακτήρων  και το ύφος τους - ενδιαφέροντες αλλά αδύναμοι, συγκαταβατικοί και τρομερά μοναχικοί.  

Το ταξίδι του συγγραφέα στον χωροχρόνο ξεκινά από το νησί της παιδικής του ηλικίας όπου ο αφηγητής μεγαλώνει ονειροπολώντας, παρατηρώντας και οσμίζοντας τον παράξενο κόσμο των ενηλίκων. Ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι των αντίστοιχων διηγημάτων: "Fuga Diurna", "Σάρκινα Ειδώλια", "Το ίδιο, ξανά και ξανά", "Οι τελευταίοι άσχημοι άνθρωποι", "Το ψυχεδελικό κολιέ", "Τα άρβυλα ή φονέας γονέων", "Ο Στηβ της παραλίας", "Η παγίδα", "Οι ζωγραφιές", "Ο ποδηλάτης και τα κήτη", "Ο πόνος του Μάντη". Αδιάφορο για τους πολλούς, για τον αφηγητή ωστόσο όλες τούτες οι στιγμές, τα απόκληρα πλάσματα και τα ανούσια αντικείμενα είναι σημαντικά καθώς σηματοδοτούν το ασφυκτικά αργό πέρασμα του χρόνου. Αργότερα, στη Θεσσαλονίκη,  το ενήλικο πλέον βλέμμα του αφηγητή στέκεται σε ανθρώπους-σύμβολα εκείνης της περιόδου στην ζωή του: στον Γκρίγκορ, έναν ακατανόητο άνθρωπο-φάντασμα στην οδό Φράγκων που με παράξενο τρόπο ο αφηγητής τον συνδέει με τον θάνατο της μητέρας του, και την δεσποινίδα Πετροπούλου και την αγχώδη αναζήτηση εργασίας. Στον Παύλο, τον Σίμο και τον "Κανάρη" - το επιβατικό πλοίο που μετέφερε την παρέα από τα ανελέητα μποφόρ του Ικάριου πελάγους στο ημίφως του μπαρ που βρίσκεται ο αφηγητής σ' ένα από τα διηγήματα αναζητώντας την επαλήθευση της μνήμης του στο παρόν κι ένα κομμάτι από εκείνη τη νόστιμη πορτοκαλόπιτα.

Και το ταξίδι συνεχίζεται. Από την Θεσσαλονίκη, στη Λυών και πάλι πίσω, στην Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβρη 2013 - ημερομηνία, υποθέτω, συγγραφής της τελευταίας σελίδας. Είναι πραγματικά δύσκολο να χαρτογραφήσεις την ανθρωπογεωγραφία των διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη - οι χαρακτήρες είναι πολλοί και καθένας από αυτούς, πρωταγωνιστής, δευτερεύων ή ήσσων, είναι ιδιαίτερος. Ιδιαίτερος είναι και ο τρόπος αφήγησης του συγγραφέα - πότε χαλαρός και προφορικός κι άλλοτε στακάτος και ρέων, σε φέρνει σε αμηχανία καθώς δεν σου επιτρέπει να αντιληφθείς την έκβαση της κάθε ιστορίας. Τούτη η αβεβαιότητα για το τέλος του κάθε διηγήματος μού θύμησε τον Michael Haneke. Μόνο που εδώ δεν έχουμε το αινιγματικό ύφος του Αυστριακού που του αρέσει να παίζει με τις υποθέσεις και τον φόβο του κοινού για την πραγματικότητα. Έχουμε συγκεκριμένους επιλόγους και το παραπληρωματικό, θα έλεγα, του φόβου - την άνευ όρων αποδοχή της πραγματικότητας. Η θλίψη είναι έκδηλη σε όλα τα αφηγηματικά στιγμιότητα του βιβλίου και η υγρασία το ίδιο - πότε ως καιρικό φαινόμενο, πότε ως ο ατμοποιημένος, ανεκπλήρωτος πόθος για την Δώρα, την ηρωίδα του ομότιτλου διηγήματος, και πότε ως  ατμόσφαιρα του μεσήλικου παρόντος στο κέντρο της πόλης. Υπάρχει, επίσης, και μια νοσταλγία που υφέρπει, σαν ξόρκι λες για τα λάθη του παρελθόντος και τις ενοχές τους.



Επιστήμονας που διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία στο ΑΠΘ, ο Νικόλας Σεβαστάκης έχει ήδη δημοσιεύσει βιβλία με αντίστοιχο περιεχόμενο  ενώ παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες με πολιτικές θέσεις. Θα μπορούσε γι' αυτό η συλλογή να έχει σημάδια πολιτικού/δοκιμιακού λόγου. Τούτο, όμως, είναι ένα στοιχείο που ο συγγραφέας φαίνεται να ελέγχει καθώς στα συγκεκριμένα διηγήματα δεν πολιτικολογεί, με εξαίρεση ίσως το "Ο εξόριστος και η γιαγιά" όπου η απέχθεια του ήρωα για την πρώην ΕΣΣΔ είναι συνυφασμένη με την πλοκή. Εκτός κι αν θεωρήσουμε ως Πολιτική την ερμηνεία που συνηθίζω να δίνω στην λέξη - ο τρόπος που ζεις την ζωή σου καθημερινά και οι επιλογές σου. Με αυτή την έννοια, η Πολιτική είναι απαξιωμένη μιας και οι ήρωες του βιβλίου δεν αντιτάσσονται στην πραγματικότητα παρ' όλο που το θέλουν - ο αφηγητής αφήνει τον έρωτα της ζωής του, Ναϊλά  -στο ομότιτλο διήγημα- να φύγει δίχως να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, ενώ η Χρύσα, ενός άλλου διηγήματος, στα 38 της υπομένει τους μητρικούς νόμους που την απορρίτπουν. Ακόμη κι αν τα πράγματα είναι θετικά για τους ήρωες, όπως στην "Νεκρή ζώνη" υπάρχει πάντα κάτι, έστω και ελάχιστο, ανικανοποίητο που σκιάζει την περίσταση. Αυτή η αίσθηση του ανεκπλήρωτου και  η αστάθεια  του θέλω-μα-δεν-μπορώ-αλλά είναι το κύριο γνώρισμα των χαρακτήρων του βιβλίου.

Εκείνο που πιστεύω πως βαραίνει τις ιστορίες είναι  η λυρικότητά τους  καθώς η αφήγηση  διαθέτει την δυναμική, την πυκνότητα και τον πλούτο λέξεων ενός ποιητή -η δεύτερη ιδιότητα του Νικόλα Σεβαστάκη με την οποία έχει εκδώσει τρεις συλλογές- κάτι που απορρυθμίζει τον ρυθμό και την ένταση των λέξεων σ' ένα πεζογράφημα και τούτο γίνεται φανερό στα πρώτα διηγήματα της συλλογής. Από την άλλη, ο συνδυασμός του διεισδητικού κιαροσκούρο των συναισθημάτων, η ιμπρεσσιονιστική έκφραση και η σχεδόν απτή εικονοπλαστική διάθεση του αφηγητή σού δίνουν την αίσθηση του πρωτότυπου, κάτι που θεωρώ εξίσου σημαντικό με την γραμματική αλληλουχία και την λεξικολογική υφή ενός κειμένου.

Υπάρχουν φορές που  διαβάζω τα διηγήματα ενός τόμου άτακτα, δλδ χωρίς συγκεκριμένη σειρά, όταν βέβαια είναι αυτόνομα και δεν επηρρεάζουν ή επεμβαίνουν με κάποιο τρόπο το ένα την πλοκή του αλλού. Οι ιστορίες των ανθρώπων στο "Γυναίκα με ποδήλατο" τέμνονται περιοδικά μεταξύ τους, όπως είναι φυσικό, τα διηγήματα όμως διατηρούνται αυτόνομα. Θα  μπορούσα, λοιπόν, κάλλιστα να επιδοθώ σε μια άτακτη ανάγνωση.  θα ταίριαζε και με τον αυτοπροσδιορισμό του συγγραφέα ως αναγνώστη. "Στο βασίλειο των φανατικών της ανάγνωσης κινούνται, ως γνωστό, δυο κατηγορίες ανθρώπων: οι ψυχαναγκαστικοί και οι αδηφάγοι. Οι πρώτοι κατατρύχονται διαρκώς απο την αγωνία μη φανούν ασυνεπείς, μην παρατήσουν τον αγώνα στη μέση. Οι άλλοι, αντίθετα, πέφτουν με τα μούτρα σε πολλά διαβάσματα αναστατώνοντας το μυαλό τους με διαφορετικά φίλτρα και μυρουδιές, (...) Οι δεύτεροι ζουν με τη σπατάλη και τρέχουν από βιβλίο σε βιβλίο χωρίς υπομονή, χωρίς τάξη και συνοχή. 

      Αν με ρωτούσατε σε ποιον τύπο τοποθετώ τον εαυτό μου, θα απαντούσα χωρίς καμιά αμφιβολία στον δεύτερο."


Ωστόσο, ακολούθησα την δεδομένη σειρά του πίνακα των περιεχομένων καθώς μόνον έτσι μπορεί να διαπιστώσει κανείς την ενδιαφέρουσα πορεία που διαγράφει ο συγγραφέας μέσα από τα τριάντα δύο διηγήματα της αξιανάγνωστης τούτης συλλογής - από το αβέβαιο πετάλι και την μετέωρη γραφή των πρώτων αφηγήσεων να βρίσκει μια όμορφη, εντέλει, ισορροπία  ανάμεσα στην πρόζα και τον ποιητικό λόγο, στην ένταση και την έκταση των λέξεων, στον χρόνο της μνήμης και τον ρυθμό της λογοτεχνικής αφήγησης.





Σημείωση: Το εικαστικό ανήκει στον Paul Klee κι έχει τίτλο "Στην κόψη" (1930). Η τελευταία φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου και ανήκει στον Τούρκο φωτογράφο Erdal Kinaci

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014









Να βλέπεις,
όχι απλώς να κοιτάς



Σε καιρούς όπου η επιτυχία είναι η μόνη επιδίωξη, ένα βιβλίο για τρύπες και αποτυχημένες προσπάθειες παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το “Μία τρύπα στο νερό” (Μεταίχμιο, 2011) του Σάκη Σερέφα είναι μια τρυφερή ιστορία όπου ενσωματώνεται η απτή και πολυεστιακή πραγματικότητα καθώς και η συνήθως κρυφή κι επίμονη αγωνία των παιδιών να την καταλάβουν και να καταφέρουν να πετύχουν αυτό που θέλουν με τις δικές τους δυνάμεις.

Ο Γιάννης είναι ένας μικρούλης μαθητής Δημοτικού. Μια μέρα ξυπνά κι αρχίζει να ανακαλύπτει τρύπες παντού πάνω του και γύρω του μέσα στο σπίτι - στο μανίκι της πιτζάμας, στο παντελόνι, στην μύτη και στο στόμα του, στον καθρέφτη του μπάνιου και στην εξώπορτα. Στο δρόμο προς το σχολείο θα ανακαλύψει κι άλλες - στα σύννεφα και τον ήλιο, στα θεμέλια μιας νέας πολυκατοικίας και στο φλάουτο ενός πλανόδιου μουσικού... Οι τρύπες δεν έχουν τελειωμό! Περπατώντας όμως ο Γιάννης θα αρχίσει να αναρωτιέται για τους άλλους ανθρώπους και τα πράγματα που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Καθώς περιμένει στα φανάρια, και συνεχίζει να ανακαλύπτει τρύπες παντού, ακούει κάτι που τον ξαφνιάζει. "Η μπλούζα δεν καθάρισε! Κουράστηκα τόσο πολύ και τελικά το μόνο που έκανα ήταν μια τρύπα στο νερό".  Αυτό τον εντυπωσιάζει τόσο πολύ που μόλις γυρνά το μεσημέρι στο σπίτι, αρχίζει αμέσως τις προσπάθειες να κάνει μία τρύπα στο νερό. Στην αρχή, βουτά με δύναμη το δάχτυλό του μέσα στο γεμάτο ποτήρι του. Κατόπιν, μετά το -καταβρεγμένο- μεσημεριανό, πλένει μόνος του τα πιάτα μα το νερό του νεροχύτη είναι πολύ ξεροκέφαλο και δεν αφήνει καμμία τρύπα να ανοιχτεί μέσα του. Και μετά απ' αυτό,  έχει την ιδέα να κάνει μπάνιο, πάλι μόνος του. Αλλά κι εκεί τίποτα σπουδαίο - η μπανιέρα επιτρέπει μια μεγάλη τρύπα να εμφανιστεί γύρω από το άνοιγμα του σιφονιού καθώς αδειάζει αλλά αυτό διαρκεί μόνο ελάχιστες στιγμές. Όταν η μαμά του μπαίνει στο μπάνιο για να τη δει, η τρύπα έχει ήδη εξαφανιστεί. Δηλαδή, τελικό αποτέλεσμα μηδέν.




Είναι παραδεκτό, πλέον, πως κάθε κείμενο για παιδιά πρέπει να έχει κενά ώστε να μπορέσει αργότερα ο μικρός αναγνώστης να τα συμπληρώσει μόνος του - η βοήθεια του ενήλικα συν-αναγνώστη/γονιού “περιορίζεται” στο να του υποδείξει (κι όχι επιβάλλει) τους τρόπους για να το καταφέρει. Το βιβλίο ακολουθεί κυριολεκτικά και μεταφορικά τον κανόνα - είναι γεμάτο τρύπες,  περιέργειες, απορίες κι ένα, επιπλέον, επικίνδυνο αίσθημα αποτυχίας. "Δεν τα κατάφερα, μαμά, δεν τα κατάφερα. Προσπάθησα να ανοίξω μια τρύπα στο νερό και τελικά δεν τα κατάφερα" παραδέχεται θλιμμένα ο μικρός λίγο πριν κοιμηθεί, στο τέλος της μέρας.

Δεν είναι το πρώτο παιδικό βιβλίο που γράφει ο Σάκης Σερέφας, μία από τις πιο πολυσχιδείς πένες της γενιάς του. Όπως και τα υπόλοιπα παιδικά βιβλία του έτσι και η εξαιρετική τούτη ιστορία χαρακτηρίζεται από μια ανεπιτήδευτη γλώσσα που οξύνει και τροφοδοτεί την παιδική αντίληψη για τον κόσμο με μια παιγνιώδη οπτική. Η ελκυστική εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου -ένα υπέροχο πάτσγουορκ διαφορετικών ντεσέν- υποστηρίζει την πολυχρωματική και πολυ-κυκλική όψη της ζωής και ζωντανεύει το κείμενο. Εκείνο, ωστόσο, που πιστεύω πως εμπλέκει συναισθηματικά περισσότερο τον μικρό αναγνώστη με το κείμενο είναι ο χαρακτήρας της μαμάς που ο συγγραφέας επιλέγει για να βοηθήσει τον Γιάννη να ερμηνεύσει αυτό που ο μικρός θεωρεί αποτυχία του κι έτσι, να ενδυναμώσει την πίστη στον εαυτό του. Κι εκείνη το κάνει, μαθαίνοντάς του να βλέπει κι όχι απλώς να κοιτά.

Με λόγια απλά, λογικά και ψύχραιμα, σε αντίθεση με κάποιες γλυκερές "μαμαδίστικες" φωνές που ακούγονται αρκετά τώρα τελευταία, η μητέρα αποδεικνύει στον Γιάννη ότι δεν είναι τόσο αποτυχημένος όσο αισθάνεται γιατί προσπαθώντας να ανοίξει μια τρύπα στο νερό, κατάφερε να κάνει πολλά άλλα πράγματα για πρώτη φορά στη ζωή του, και μάλιστα πολύ επιτυχημένα - ανακάλυψε καινούργιες γνώσεις, εικόνες και συναισθήματα που δεν του είπε και δεν του έδειξε κανείς, έκανε πολλές σκέψεις και πράξεις, και απόκτησε νέες δεξιότητες δίχως, επίσης, να τον βοηθήσει κανείς. 

 
 

“Χμμ, καθόλου άσχημα δηλαδή”, υποθέτω πως σκέφτηκε ο Γιάννης και μετά "αποκοιμήθηκε χαμογελαστός και ευχαριστημένος". Τίποτα  δεν πάει χαμένο, θα συμπλήρωνε τραγουδιστά  ο Μάνος Λοΐζος. 




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον καλοκαιρινό και πάντα εξαιρετικό Αναγνώστη, στις 7 Ιουλίου.




Σημειώσεις: Το πρώτο άτιτλο εικαστικό όπως και το τρίτο, επίσης άτιτλο, ανήκουν στον Victor Vasarely, ηγετική φυσιογνωμία της Op Art. Η δεύτερη φωτογραφία είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014




 




 For whom 
the bell tolls





Το μυστήριο έχει ως εξής: 

"Ήταν τότε που παντρεύτηκε ο νεαρός κύριος Χένρυ - ο σημερινός σερ Χένρυ. Τη χρονιά του πολέμου, τότε ήταν, την άνοιξη -Απρίλης του 1914-, το θυμάμαι πολύ καλά. Ήμουν παιδί τότε, και πρώτη φορά πήρα μέρος σε μεγάλη κωδωνοκρουσία στο γάμο τους. (...)ένα σωρό εκλεκτοί επισκέπτες ήρθαν για το γάμο. Η νεαρή κυρία ήταν ορφανή, βλέπετε, αλλά είχε κάποια σχέση με την οικογένεια, και εφόσον ο κύριος Χένρυ ήταν ο κληρονόμος, παντρεύτηκαν εδώ. Ήρθε λοιπόν στο σπίτι μουσαφίρισσα μία γυναίκα που είχε ένα ωραιότατο σμαραγδένιο περιδέραιο -άξιζε πολλές χιλιάδες λίρες- και την ίδια νύχτα του γάμου, όταν ο κύριος Χένρυ και η κυρία του είχαν μόλις αναχωρήσει για το μήνα του μέλιτος, το περιδέραιο έκανε φτερά."

"Όπως αποδείχθηκε, η καμαριέρα της κυρίας Ουίλμπραχαμ, είχε πει, από χαζομάρα, κάτι στη Μαίρυ Ράσσελ, που ήταν παντρεμένη με τον Ντήκον, κι αυτή το' πε στον άντρα της, μη βάζοντας κακό με το νου της. Φυσικά, συνέλαβαν και τις δύο γυναίκες. Όλο το χωριό είχε αναστατωθεί  τρομερά, γιατί η Μαίρυ ήταν ένα πολύ σεμνό αξιοπρεπές κορίτσι, και ο πατέρας της  ήταν ένας από τους βοηθούς του επιτρόπου της εκκλησίας μας. Δεν υπάρχει στα Φένστσερτς πιο τίμια, πιο καλή φαμελιά από τους Ράσσελ. Αυτός ο Ντήκον δεν ήταν από τούτα τα μέρη, είχε γεννηθεί στο Κεντ. Ο σερ Τσαρλς τον έφερε από το Λονδίνο. Όμως δεν υπήρχε τρόπος να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες, γιατί ο λωποδύτης απ' τη Λόντρα -έλεγε πως ονομαζόταν Κράντον, μα είχε κι άλλα ονόματα- τα έβγαλε όλα στη φόρα και πρόδωσε τον Ντήκον."

Συνέβη στο Φένστσερτς Σαιντ Πωλ  και αποδόθηκε αμέσως δικαιοσύνη αν και ο Ντήκον, κατόπιν, το έσκασε - το 1918.  Πολλά χρόνια αργότερα ο λόρδος Πήτερ Ουίμσυ έχει ένα ατύχημα λίγο έξω από το συγκεκριμένο χωριό και, για καλή του τύχη, φιλοξενείται στο σπίτι του εφημέριου της ενορίας. Στην διάρκεια της παραμονής του εκεί, μαθαίνει την ιστορία του χωριού και ξεναγείται στην θαυμάσια γοτθικού ρυθμού εκκλησία του χωριού. Θα συμμετάσχει επίσης στην εννιάωρη κωδωνοκρουσία για τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς. Μόλις επισκευαστεί το αυτοκίνητό του, ο λόρδος Ουίμσυ θα συνεχίσει το ταξίδι του και οι χωρικοί την συνηθισμένη ζωή τους. Μήνες μετά, ένα άσχημα κακοποιημένο πτώμα θα βρεθεί θαμμένο στο κοιμητήριο, σ' έναν φρεσκοσκαμμένο τάφο, μέσα στον περίβολο της εκκλησίας. Ο εφημέριος, εκτός από την αστυνομία, ζητά και την βοήθεια του λόρδου για να ανακαλύψει ποιος είναι ο νεκρός και πως βρέθηκε εκεί.


Το αστυνομικό μυθιστόρημα της Dorothy L. Sayers - το κλασικό πλέον "Τα εννέα πένθιμα χτυπήματα" (μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου - Άγρα, 2012) θεωρείται -όχι άδικα- ένα από τα κορυφαία αντιπροσωπευτικά δείγματα του είδους και το καλύτερο της συγγραφέως ενώ ο πρωταγωνιστής του -που έχει την ίδια ηλικία με την συγγραφέα και εξελίσσεται μαζί της σε πραγματικό χρόνο- είναι ένα από τα αρχετυπικά μοντέλα Βρετανού ντετέκτιβ και πολύ τέλειος για να είναι πιστευτός, όπως αναφέρουν οι κριτικές της εποχής. Η ίδια βέβαια δεν εκτιμούσε τα έργα της στην αστυνομική λογοτεχνία, την ποίηση και το δοκίμιο όσο οι αναγνώστες της. Η πρώτη γυναίκα απόφοιτος της Οξφόρδης με σπουδές στην Μεσαιωνική Λογοτεχνία και τις Σύγχρονες Γλώσσες, η Sayers, θεωρούσε ως αρτιότερο επίτευγμά της την μετάφραση της "Θείας Κωμωδίας" του Δάντη την οποία ωστόσο δεν ολοκλήρωσε λόγω του ξαφνικού θανάτου της.

Σύγχρονη της Άγκαθα Κρίστυ, η Dorothy L. Sayers γράφει με ένα λιγότερο ακαδημαϊκό ύφος διατηρώντας ωστόσο μια γλώσσα λαγαρή, πλούσια και συνεκτική, εν μέρει παιγνιώδη, ειρωνική και ιδιαίτερα ευέλικτη - ταυτόχρονα με το λόγιο και εκλεπτυσμένο ύφος του ήρωά της ενσωματώνει ομαλά και το αντίστοιχο ύφος των χωρικών του Φέντσερτς Σαιντ Πωλ. Κι όχι μόνον αυτό - ως κόρη εφημέριου μεγαλωμένη σε ένα μικρό χωριό, η Sayers αναβιώνει με γλαφυρότητα την αγγλική επαρχία αναδεικνύοντας με ακρίβεια στοιχεία των χαρακτήρων και των ισχυρών κοινωνικών δεσμών που δημιουργούνται μεταξύ τους, όσο και της αρχιτεκτονικής και της εκκλησίας. Οι θρησκευτικές ανησυχίες της δεν είναι σε υπερβολικό βαθμό εμφανείς, ούτε παρεμβαίνουν στην πλοκή ή στην εξαγωγή νοήματος και γι' αυτό μπορεί άνετα να τις παραβλέψει κανείς.

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω κάτι τόσο βρετανικό και τούτο το οφείλω στην πρόταση του αγαπητού Γ.Μ. Είχε δίκιο - είναι ένα βιβλίο που πραγματικά απολαμβάνεις. Υπάρχει, βέβαια, μία δυσκολία στην κατανόηση των τύπων της εναλλασσόμενης κωδωνοκρουσίας το οποίο αναλύει η συγγραφέας εκτενώς -και τα οποία διαβάζω πλαγίως- κι ένα πιθανόν τυπογραφικό λάθος στον χάρτη της περιοχής των Φενς που με ανάγκασε να στριφογυρίσω αρκετές φορές το βιβλίο ώστε να μπορέσω να προσανατολιστώ με την γεωγραφία και τις διαδρομές της περιοχής. Όλα τούτα είναι, υποθέτω, λεπτομέρειες μπροστά στην σκέψη και τις κινήσεις του ευφυούς λόρδου Ουίμσυ -έναν συνδυασμός Φρεντ Ασταίρ και Μπέρτι Γούστερ, όπως η ίδια η συγγραφέας τον χαρακτήρισε- που θα λύσει τελικά το μυστήριο.

Έχω  αρκετές σελίδες ακόμη μέχρι την ανακάλυψη της ταυτότητας του θύματος και την εξιχνίαση του μυστυρίου so, enough with the talking. I'm off to read...




Σημείωση: Στην δεύτερη φωτογραφία εμφανίζεται η συγγραφέας ενώ στην πρώτη βλέπετε μια μοντέρνα εκδοχή καμπάνας - για την ακρίβεια, είναι μία από τις έξι ιδιότυπες κατασκευές που αποτελούν το ηχητικό γλυπτό του εικαστικού Peter Shenai και του συνθέτη Laurence Osborn οι οποίοι αναβιώνουν (η πρεμιέρα τους ήταν μόλις την προηγούμενη εβδομάδα) εικαστικά και σε μικρή κλίμακα  την βρετανική παράδοση της εναλλασσόμενης κωδωνοκρουσίας.