Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015











It is not enough 


to know your craft – you have to have feeling. 
Science is all very well, but for us imagination is worth far more. 


Édouard Manet











Σημείωση: H φωτογραφία του Eduardo Longoni δείχνει τον Ernesto Roque Sábato  στο γραφείο του, το 2005, να ζωγραφίζει - ο Αργεντίνος συγγραφέας εκτός από φυσικομαθηματικός και δημοσιογράφος ήταν και ζωγράφος.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

  







Γόνιμο βίωμα




Βραζιλιάνος κλασικός που εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο Graciliamo Ramos έζησε μια πολυτάραχη ζωή με στερήσεις και πολιτική, εμπειρίες τις οποίες αξιοποίησε με τον πιο μοντέρνο λογοτεχνικά τρόπο - το "Άγονες ζωές" [μτφρ. Γιώργος Ρούβαλης, κοινωνία των (δε)κάτων, 2012] είναι ένα θαυμάσιο δείγμα γραπτού νεορεαλισμού, ένα δυνατό ψυχογράφημα που εστιάζει στην ανάλυση της στατικότητας των ηρώων του και στα αίτιά της παρά στην πλοκή. 

Βρισκόμαστε στο σερτάο, την ενδοχώρα της Βραζιλίας που είναι σε παρατεταμένη ξηρασία τη στιγμή που μια οικογένεια ρακένδυτων κι αμόρφωτων κολίγων ψάχνει να βρει το επόμενο αγρόκτημα που θα τους προσφέρει δουλειά. Με στοιχειώδη επικοινωνία μεταξύ τους, γεμάτοι φόβους και δυσειδαιμονίες οι γονείς, τα δύο παιδιά και τα κατοικίδιά τους βαδίζουν επί μέρες κάτω από τον δυνατό ήλιο της ενδοχώρας. Τα τρόφιμα και το νερό θα τελειώσουν, ο παπαγάλος θα γίνει τροφή για τα παιδιά, λίγο πριν βρουν ένα εγκατελειμένο αγρόκτημα. Θα εγκατασταθούν εκεί νοικιάζοντάς το από τον γαιοκτήμονα με επαχθείς όρους. Θα συμμαζέψουν το χώμα που έχει εισχωρήσει παντού από τις θύελλες και θα προσπαθήσουν για ακόμη μία φορά να επιβιώσουν με το μόνο "εργαλείο" που διαθέτουν - το ένστικτό τους. Ο πατέρας Φαμπιάνο, ο καλύτερος γελαδάρης κάποτε, παλεύει τώρα με την άγονη γη και τον φόβο για οποιονδήποτε θεωρεί ανώτερό του - όλοι του φέρονται περιφρονητικά, μερικοί τον κλέβουν στις πληρωμές επειδή δεν ξέρει να υπολογίζει τους αριθμούς και θα πέσει θύμα ενός "ξύπνιου" αστυνομικού στην γειτονική πόλη, ο οποίος θα τον κλείσει άδικα στην φυλακή. Η κυρα-Βιτόρια, στο σπίτι, αναμετριέται καθημερινά με τις ανθρώπινες αντοχές και αυτοσχεδιάζει με διάφορους σπόρους και ήχους για να ταΐσει την οικογένεια και να ξεγελάσει τις απορίες των δύο παιδιών τους. Το πέμπτο μέλος της οικογένειας είναι η Φάλαινα, μια πανέξυπνη γερασμένη σκύλα που τους ακολουθεί στωικά. 

Xωρίς επίθετο οι γονείς, χωρίς όνομα τα παιδιά, χωρίς γλώσσα για να μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους, οι πρωταγωνιστές του Ράμος παραπέμπουν στο αρχέτυπο των ανθρώπων της εποχής που δεν διαθέτουν τίποτα παραπάνω από τα στοιχειώδη. Οι υπαρξιακές ανησυχίες και οι επιθυμίες τους, υπερβολικά απλές και χρηστικές όσο ένα κανονικό, άνετο κρεβάτι, σιγάζονται βίαια από την αμάθεια και την αθλιότητα που επιβάλλει η φτώχεια. Θα αντιμετωπίσουν έτσι καταρρακτώδεις βροχές και απειλητικές πλημμύρες. Όταν ο Φαμπιάνο και η κυρα-Βιτόρια συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπάρχει πια κανένας λόγος για να παραμείνουν στο αγρόκτημα, η περιπλάνηση θα αρχίσει ξανά τον κύκλο της. Αυτή τη φορά χωρίς την Φάλαινα.



Πριν από λογοτέχνης ο Γκρασιλιάνο Ράμος υπήρξε πολιτικός. Δημοσίευσε αρκετά άρθρα στον Τύπο και ως δήμαρχος του χωριού όπου γεννήθηκε συνέταξε δύο εκθέσεις όπου διαπιστώνει κανείς το ιδιαίτερο ύφος της γραφής του - πιο προφορικό απ' ότι συνηθίζεται σε πολιτικά έγγραφα και πιο αυστηρό απ' ότι συναντούμε στην πεζογραφία. Είναι το ίδιο ύφος που συναντάμε και στο λογοτεχνικό έργο του. Στο εκτενές βιογραφικό του συγγραφέα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, εκτός των άλλων, αναφέρεται πως προσπαθούσε να χρησιμοποιεί σωστή ορθογραφία και γραμματική ψάχνοντας κάθε φορά την ενδεδειγμένη λέξη και σύνταξη. Γι' αυτό οι Άγονες Ζωές δεν έχουν κανέναν εξεζητημένο νεολογισμό, γλωσσική ακροβασία ή ευφάνταστη πολυλογία. Είναι, θα έλεγα, μία αποστεγνωμένη εκδοχή της γλώσσας του Σαραμάγκου με έναν πιο σκληρό κι απαισιόδοξο τόνο ο οποίος, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έργα του Ράμος, εδώ υποχωρεί. Οι Άγονες Ζωές τελειώνουν με μια μικρή αχτίδα αισιοδοξίας - οι συνθήκες επιβίωσης της οικογένειας παραμένουν μεν πρωτόγονες, ο Φαμπιάνο και η κυρα-Βιτόρια όμως ακολουθούν την προοπτική μιας καλύτερης ζωής για τα παιδιά τους.   

"Είχε ξεχάσει το ντουφέκι, τον σάκο, τα χαλίκια που έμπαιναν στα σανδάλια, την αποφορά από ψοφίμι που γέμιζε τον δρόμο. Τα λόγια της κυρα-Βιτόριας τον ενθουσίαζαν. Θα περπατούσαν ολόισια, θα έφταναν σε μιαν άγνωστη χώρα. Ο Φαμπιάνο ήταν ευχαριστημένος και πίστευε σ' αυτή τη γη, γιατί δεν ήξερε πώς ήταν ούτε που βρισκόταν. Επαναλάμβανε  πιστά τις λέξεις της κυρα-Βιτόριας, τα λόγια που η κυρα-Βιτόρια μουρμούριζε γιατί είχε εμπιστοσύνη σ' αυτόν. Και περπατούσαν προς τον νότο, τυλιγμένοι σε εκείνο το όνειρο. Μια μεγάλη πόλη, γεμάτη δυνατούς ανθρώπους. Τα παιδιά στα σχολεία τους, να μαθαίνουν δύσκολα κι απαραίτητα πράγματα. Κι εκείνοι οι δυο, γεροντάκια, να γέρναγαν σαν τα σκυλιά, άχρηστα, να γερνάνε σαν την Φάλαινα. Τι να έκαναν; Είχαν χάσει της ζωής τους τα χρόνια, πάντα μέσα στον φόβο. Θα έφταναν σε μιαν άγνωστη και πολιτισμένη γη κι εκεί θα έμεναν φυλακισμένοι. Και το σερτάο θα συνέχιζε να στέλνει ανθρώπους εκεί πέρα. Το σερτάο θα έστελνε στην πόλη γερούς άντρες χοντροκομμένους σαν τον Φαμπιάνο, την κυρα-Βιτόρια και τα δυο παιδιά."

Οι Άγονες ζωές είναι μια ηθογραφία από εκείνες που θα ήθελε να είχε γράψει ο Βιτόριο ντε Σίκα - οι λέξεις αποκαλύπτουν τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης από τους γαιοκτήμονες, της ένδειας, της αμάθειας και της θλίψης με την απροκάλυπτη ευθύτητα μιας κάμερας. Οι φωτογραφίες που παρεμβάλλονται μεταξύ των κεφαλαίων, στην παρούσα έκδοση, δίνουν ένα μικρό δείγμα της αίσθησης που δημιουργεί ο λόγος του Γκρασιλιάνο Ράμος. Μια σημαντική κατάθεση στον ορισμό  της λογοτεχνίας, της μόρφωσης, του ανθρώπου.



Σημείωση: Το βιβλίο, που διδάσκεται στα σχολεία της Βραζιλίας, εκδόθηκε το 1938 και το 1963 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με αρκετή επιτυχία. Την ίδια χρονιά ήταν η εναρκτήρια ταινία σε πρόγραμμα που διοργάνωσε ο New Yorker για την προώθηση του Cinema Novo. // Το ζωγραφικό έργο είναι του γλύπτη Χρήστου Καπράλου.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015










Αυτή η νύχτα μένει




Η θέση σου ήταν στο πλάι μου
και ήσουν περήφανος γι' αυτό.
Όμως, όπως καθόσουν με το χέρι στο τιμόνι
είπες "Δεν μπορώ να συνεχίσω. Πρέπει να μείνω εδώ, μόνος."

Εάν παραμείνεις σε τούτο το στενόμυαλο χωριό θα πέσεις σε παγίδα.
Όλοι μας πέφτουμε. Δεν ξέρω πως ή πότε αλλά θα πέσεις.
Τα χρόνια που συνθέτουν μια ζωή εξαφανίζονται στη στιγμή.

Είσαι ήσυχος, σκεφτικός. Ξέρω πως είναι έρωτας
αυτό που μας χωρίζει.

Σου έχω δώσει
όλη την δύναμη της ύπαρξής μου,
κι όμως είσαι ταπεινός και περήφανος, υπακούοντας το πεπρωμένο
που σε θέλει να μένεις φτωχός. Δεν ξέρεις
τι να κάνεις, να ενδώσεις ή όχι.

Δεν μπορώ να υποκριθώ ότι η αντίστασή σου
δεν μου προκαλεί πόνο.
Μπορώ να δω το μέλλον. Υπάρχει αίμα πάνω στην άμμο.


(Καντέρμπερυ)


*


 Your place was at my side,
and you were proud of this.
But, sitting with your arm on the steering wheel
you said, “I can’t go on. I must stay here, alone.”

If you remain in this provincial village you’ll fall into a trap.
We all do. I don’t know how or when but you will.
The years that comprise a life vanish in an instant.

You are quiet, pensive. I know it is love
that is tearing us apart.

I have given you
all the power of my existence,
yet you are humble and proud, obeying a destiny
that wants you to remain impoverished. You don’t know
what to do, whether to give in or not.

I can’t pretend your resistance
doesn’t cause me pain.
I can see the future. There is blood on the sand.
                                          

(Canterbury)





Σημειώσεις: Το ποίημα ανήκει στον Pier Paolo Pazolini  που, εκτός από μεγάλος κινηματογραφιστής, θεωρείται κι ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ου αι. στην Ευρώπη σύμφωνα με τον Harold Bloom.  Είναι μέρος μιας συλλογής που απευθύνεται στον αγαπημένο του Giovanni (“Ninetto”) Davoli  και αποτελείται από 112  έργα, τα περισσότερα από τα οποία γράφτηκαν στην διάρκεια των γυρισμάτων του "Canterbury Tales" στην Αγγλία. Η συλλογή ολοκληρώθηκε με την επιστροφή του Παζολίνι στην Ιταλία όπου και το ζευγάρι χώρισε. Ο Ninetto ξεκίνησε την κινηματογραφική του πορεία ως κομπάρσος στο εμβληματικό "Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο". / Η απόδοση του ποιήματος είναι της Χ.Γ. // Το εικαστικό είναι του Χρήστου Μποκόρου.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015











Άτιτλο



"Κρατώ σαν κόρη οφθαλμού απ' όλα αυτά τα χρόνια ένα σημείωμα του Γαλανόπουλου που βρήκα μια μέρα του Αυγούστου του 2002 στο γραφείο μου. Ήταν πια συνταξιούχος. Ξεκινούσε έτσι: 'Ακόμη και μία λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται' Δεν θα το ξεχάσω ποτέ." 

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του γνωστού δημοσιογράφου Μιχάλη Μητσού που μόλις κυκλοφόρησε. Ωστόσο, το "Οι ιστορίες θα μας σώσουν - Ένα ημερολόγιο του 2014" (Πόλις, 2015)  δεν είναι μυθοπλασία. Είναι, όπως λέει ο τίτλος του, ένα ημερολόγιο· ένα ιδιαίτερο, όμως, ημερολόγιο γεμάτο ιστορίες, μία για κάθε ημέρα του χρόνου, όπου τα δημόσια γεγονότα που άντλησε ο συγγραφέας σε όλη τη διάρκεια του 2014 από εφημερίδες, βιβλία και ταινίες συνδέονται με προσωπικές σκέψεις, κρίσεις, μνήμες και την καθημερινότητά του μέσα από την οπτική του δημοσιογράφου κι όχι την τυπική γλώσσα του επαγγέλματος. 

Ο Μητσός  διασχίζει, χωρίς να καταργεί διόλου, τα ρευστά σύνορα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού διατηρώντας την οικειότητα του προσωπικού και την σημασία του συνόλου. Πριν, όμως, αρχίσω να καταγράφω τον πολυδιάστατο κι ενδιαφέροντα τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό, θα σας πω ότι είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν τελειώνουν γρήγορα· ή μάλλον, δεν θέλεις να τελειώσουν γρήγορα - θα το διαβάζω για πολύ ακόμη ψάχνοντας τις δικές μου συντεταγμένες. 

Όπως στις γραμμές  που παραθέτω πιο πάνω: θα με κάνουν, τελικά, να συνεχίσω να γράφω στο μπλογκ και να επιμένω να "κυνηγώ" τα λάθη μου, έστω κι αν πάντα θα ξεφεύγουν κάποια.




Σημείωση: Το εικαστικό είναι του Paul Klee.