Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015









Η αβάσταχτη ελαφρότητα

της ανυπαρξίας



Ένα εντυπωσιακά λιτό μυθιστόρημα είναι το πρώτο έργο της Γερμανίδας, ουγγρικής καταγωγής, Zsuzsa Bánk. Το "Ο κολυμβητής" (σε πολύ καλή μετάφραση Λένας Σακαλή - Μελάνι, 2007) θα μπορούσε να είναι μία απλή ιστορία για την εγκατάλειψη, την περιπλάνηση και την καταβύθιση στην ανυπαρξία  αλλά είναι κάτι παραπάνω απ' αυτό. 

Το μυθιστόρημα ακολουθεί τα βήματα του Κάλμαν Βελεντσέι και των δύο παιδιών του, της Κάτα και του μικρότερου Ίστι, από την στιγμή που τους εγκαταλείπει ξαφνικά και δίχως κάποια προειδοποίηση η μητέρα τους. Ο Κάλμαν πέφτει σε κατάθλιψη που δεν θα τον εγκαταλείψει, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του βιβλίου, κι εκδηλώνεται με στιγμές αφασικής ύπνωσης. “Ο πατέρας μου δεν άφηνε από τα χέρια του αυτή τη φωτογραφία (σ.: έδειχνε την Κάταλιν). Ξάπλωνε στο ντιβάνι της κουζίνας κρατώντας την, κάρφωνε το βλέμμα του στο ταβάνι και κάπνιζε. Κάτι τέτοιες στιγμές δεν άκουγε ούτε καν το σκύλο που στηνόταν μπροστά του και γάβγιζε δυνατά. Τον αδερφό μου τον Ίστι κι εμένα μας κοίταζε λες και ήμασταν ξένοι. Αυτή την κατάσταση τη λέγαμε βουτιά. Ο πατέρας κάνει βουτιά. Ο πατέρας πήγε για βουτιές. Βγήκε ο πατέρας από τη βουτιά του; ρωτούσαμε ο ένας τον άλλο.” 

Η άλλη αντίδραση του Κάλμαν στην φυγή της Κάταλιν είναι να πάρει τα παιδιά και να φύγει με τον ίδιο τρόπο που το έκανε κι εκείνη - χωρίς αιτιολογίες, χωρίς φωνές ή φανερό θυμό. Χωρίς, επιπλέον, κάποιον συγκεκριμένο σκοπό ή προορισμό. "Τότε δεν ήξερα αν η ζωή του κυλούσε δίπλα του, προσπερνώντας τον χωρίς να τον αγγίξει ή αν ο ίδιος τη διέσχιζε χωρίς καμμία δυσκολία" λέει η μικρή Κάτα, η αφηγήτρια καθώς ξετυλίγει το νήμα της περιπλάνησής τους στην ενδοχώρα. Πρώτα κατευθύνονται προς τα ανατολικά όπου μένει η μητέρα του Κάλμαν, στην συνέχεια στην Βουδαπέστη, κατόπιν ακόμη πιο ανατολικά της χώρας στην ξαδέρφη του Ζόφι και μετά από εκεί στον αδερφό της Ζόλταν και την οικογένειά του. 

Το βιβλίο αποτελείται από 17 κεφάλαια, το καθένα από τα οποία σκιαγραφεί τα άτομα-σταθμούς στην περιπλάνηση των τριών νομάδων. Η Εύα, η ερωτική περιπέτεια του Κάλμαν που διηγούνταν ιστορίες που συνέπερναν την Κάτα· ο Κάρτσι, ο σύζυγός της, που θα αναγκάσει τον Κάλμαν να εγκαταλείψει την Πέστη. Ο Ζόλταν, η Άγκι και η κόρη τους, Βίραγκ, που θα τους φιλοξενήσουν τον περισσότερο καιρό. Στο σπίτι τους η Κάτα θα μπει στην εφηβεία,  και στη λίμνη που βρίσκεται δίπλα στο αμπέλι της οικογένειας ο Κάλμαν θα τους μάθει κολύμπι - την πρώτη από τις δύο φορές όλες κι όλες φορές που θα ασχοληθεί μαζί τους. Η δεύτερη θα είναι έναν χειμώνα, όταν ο μικρός Ίστι θα παρασυρθεί από το ποτάμι και θα ξεβραστεί αρκετά μέτρα έξω από το χωριό. Στο σπίτι του Ζόλταν τα παιδιά θα γνωρίσουν τον Μίχαϊ και τον Τάμας, δύο αδέρφια που σπουδάζουν στην Βουδαπέστη αλλά επιστρέφουν συχνά στο χωριό και δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Βίραγκ και την Ιρέν, την φουρνάρισσα. Στιβαρή φιγούρα η Άννα, η γιαγιά των παιδιών και μητέρα του Κάλμαν η οποία, ωστόσο, όσο τούς φιλοξενεί δεν μπορεί να σπάσει την σιωπή του γιου της, ούτε να προσφέρει κάτι παραπάνω στα εγγόνια της από ένα παγωτό και μια σκεπή για το λίγο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι ο Κάλμαν να αποφασίσει την επόμενη φυγή του.  



Κεντρικό θέμα εμφανίζεται η οικογένεια και οι συνέπειες της διάλυσής της. Ο ιδιόρρυθμος κι εσωστρεφής Κάλμαν και η ανεξάρτητη Κάταλιν ερωτεύονται, παντρεύονται και μετά την γέννηση των δύο παιδιών τους αναζητούν τις ισορροπίες που, εκ των πραγμάτων, δεν υπάρχουν. "Οι επιθυμίες του πατέρα μου ήταν νόμος απαράβατος. Η μητέρα μου δεν του έφερνε ποτέ αντιρρήσεις. Απλά, κάποτε τον εγκατέλειψε." Μετά την φυγή της, τα παιδιά δυστυχούν χωρίς να μπορούν καν να το αρθρώσουν - με το άκουσμα της λέξης 'σχολείο', ο Κάλμαν φεύγει από την Βουδαπέστη (όπου βρισκόταν την περίοδο που έπρεπε η Κάτα και ο Ίστι να ξεκινήσουν το σχολείο) κι έτσι, τα παιδιά, δίχως ουσιαστική φροντίδα, τακτικά γεύματα, κανόνες και μάθηση αρχίζουν να παραπαίουν στον χρόνο και στην παραφροσύνη. Η στωική, μελαγχολική Κάτα δεν έχει αίσθηση του χρόνου (μετρά τον χρόνο με τις αλλαγές των εποχών) και παρατηρεί τους πάντες και τα πάντα γύρω της προσπαθώντας να καταλάβει την πραγματικότητα. Η προσοχή της όμως είναι στον Ίστι - ο μικρός λέει πως ακούει φωνές από άψυχα αντικείμενα και διηγείται παράλογα περιστατικά που του συμβαίνουν ενώ αναπτύσσει, επίσης, και μία -σχεδόν- εμμονή με το κολύμπι στην λίμνη.

Οι συνθήκες ένδειας στις οποίες ζουν οι τρεις τους αλλά και οι συγγενείς που τους φιλοξενούν προδίδουν όχι μόνο το βάθος της παραίτησης του Κάλμαν αλλά και την πρωτόγονη κατάσταση που επικρατούσε στην Ουγγαρία του ρωσικού κομμουνιστικού απολυταρχισμού και αυτό αποτελεί το υπόβαθρο του μυθιστορήματος που ο αναγνώστης θα πρέπει να ανιχνεύσει ανάμεσα από τις γραμμές και τα λόγια που τα πρόσωπα του βιβλίου δεν λένε - στις 313 σελίδες του λίγες είναι εκείνες που αναφέρουν με το όνομά τους τις επιβολές του κομμουνιστικού καθεστώτος στην χώρα, την συνταρακτική Εξέγερση του 1956, τους Ούγγρους που κατάφεραν να δραπετεύσουν πρόσφυγες στην Αυστρία και την Γερμανία (η Κάταλιν και η φίλη της Βάλι είναι δύο από αυτούς) και την συμμετοχή των σοβιετικών στρατευμάτων που μετακινούνται από την Ουγγαρία για να καταστείλουν την Άνοιξη της Πράγας το 1968. 


"Ο κολυμβητής" διακρίθηκε με πέντε λογοτεχνικά βραβεία*  και υποθέτω πως αυτό οφείλεται, εκτός από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αναφέρω πιο πάνω, και στο χαμηλόφωνο ύφος της Ζούζα Μπανκ με το οποίο τονίζει τις αφανείς λεπτομέρειες - την ανερμάτιστη περιπλάνηση, την απραξία και την ματαίωση του εαυτού, την καταστολή κάθε σκέψης και δράσης από την πραγματικότητα, την αντίδραση. Την βαθιά επιθυμία για ελευθερία πάση θυσία. Και την επιτακτική νοσταλγία των παιδιών για την μητέρα τους που είναι διάχυτη σε όλο το μυθιστόρημα αν και η ίδια η Κάταλιν εμφανίζεται σε ένα μόνο κεφάλαιο του βιβλίου κι αυτό μέσω της διήγησης της γιαγιάς (της μητέρας της Κάταλιν, όχι της Άννας) στα παιδιά για το γράμμα που της έστειλε - ένα ακόμη  επίτευγμα της συγγραφέως που δίχως καλλίεπειες (εντόπισα μόλις τρία επίθετα σε όλο το μυθιστόρημα), και μέσα από την θλιβερή ατμόσφαιρα της εποχής που ανασυστήνει, καταφέρνει να απορροφήσει τους αναγνώστες και να τους μεταδώσει πραγματικό ενδιαφέρον και συμπάθεια για ετούτους τους τόσο  ταπεινούς ανθρώπους.  







Σημειώσεις: Τα βραβεία είναι τα εξής: aspekte-Literaturpreis, Deutschen Bücherpreis, Jürgen-Ponto-Preis, Mara Cassens Preis sowie, Adelbert-von-Chamisso-Preis ausgezeichnet. //  Το πρώτο εικαστικό είναι "Ο κολυμβητής" του Pablo Picasso και η επόμενη φωτογραφία της  Regine Petersen είναι λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου. Η φωτογραφία της συγγραφέως αντλήθηκε από εδώ κι  εδώ μπορείτε να δείτε το μπλογκ της.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015








Η πόλη




"...συγκρατεί μέσα της τον αχό ενός ωκεανού, όπως ένα κοχύλι, όπως ένα αυτί: αν συγκεντρωθείς και ακούσεις τα κύματά της, δεν θα ξέρεις πια τι είναι παλάτι, τι είναι πόλη, αυτί, κοχύλι."









Σημείωση: Το μικρό απόσπασμα αντλήθηκε από το "Κάτω από τον ιαγουάρο ήλιο" (μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη - Άγρα, 1994)

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015







Μία φυγή




        
    "Η Βάλι είχε τις αμφιβολίες της για το κατά πόσο τελικά θα εμφανιζόταν όπως είχαν συμφωνήσει, μια και είχε πάρει ήδη τα λεφτά, αλλά το βράδυ τον βρήκαν στο τέλος του χωριού να τις περιμένει μ' ένα τσιγάρο στο δεξί του χέρι. Στο σκοτάδι μπορούσαν να δουν την κάφτρα και τον καπνό που φυσούσε, λες και ήθελε να τους κάνει κάποιο νόημα, παρόλο που δεν είχαν συμφωνήσει προηγουμένως για κάτι τέτοιο. Πίσω από τα τελευταία σπίτια εξαφανίστηκε μαζί τους στα χωράφια , όπου το έδαφος ήταν σκληρό από τον πρώτο παγετό. Η μητέρα μου φορούσε τα καλά της ψηλοτάκουνα παπούτσι από ανοικτό καστόρι, τα είχε αγοράσει σ' ένα μικρό μαγαζί στο Πάπα που το φθινόπωρο είχε δύο μοντέλα, και με αυτά τα παπούτσια περπατούσε τώρα μέσα στα χωράφια με το καλαμπόκι, τα τελευταία χωράφια της χώρας μας, μέσα σε απομεινάρια από τα καλάμια του καλαμποκιού που, αν και ήταν περασμένη η εποχή τους, ξεφύτρωναν ακόμα από το έδαφος. Εκεί σκάλωναν οι κάλτσες της και σκιζόντουσαν, τα παγωμένα πόδια της έμπλεκαν και της έβγαιναν τα παπούτσια κι αναγκαζόταν να γονατίσει για να τα βρει ψαχουλεύοντας  με τα χέρια. Δεν έκανε το παραμικρό παράπονο όταν μπλεκόταν στα σπαρτά που είχαν απομείνει  στα χωράφια. Αλλά από μέσα της ευχόταν να μην είχαν ανέβει ποτέ σ' αυτό το τρένο, ποτέ να μην είχε ακουλουθήσει αυτό τον ξένο, και προσευχόταν μ' όλη της την ψυχή κάθε φορά που έπρεπε να πέσει στο χώμα, επειδή το φως κάποιου προβολέα περνούσε ξυστά πάνω από το κεφάλι της. 
     Μόνο το αχνό φως ενός μισοφέγγαρου ξάνοιγε λίγο το απόλυτο σκοτάδι, και η μητέρα μου γλιστρούσε συνεχώς, σκόνταφτε, έπεφτε και χτυπούσε τα χέρια της, τα γόνατά της, το πρόσωπό της. Η Βάλι την σήκωνε από τη ζώνη του παλτού της κι έβριζε, και ο χωρικός γύριζε το κεφάλι του κι ακουμπούσε το δάχτυλό του στα χείλη, κάνοντάς της νόημα να σωπάσει. Σε τίποτα σχεδόν δεν έδινε προσοχή η μητέρα μου εκείνη τη νύχτα. Ούτε τον ουρανό που μετά από πολλές εβδομάδες συννεφιά ήταν πεντακάθαρος, γεμάτος αστέρια, ούτε στο κρύο, ούτε στους ξένους μπροστά  και πίσω της που προχωρούσαν συγκεντρωμένοι ο ένας πλάι στον άλλο. Κοίταζε  μόνο τα πόδια της, προσέχοντας να τα βάζει το ένα μπροστά στο άλλο για να μην της βγαίνουν τα παπούτσια. Από τη νύχτα εκείνη στη μνήμη της έμειναν μόνο οι σκισμένες της κάλτσες. 
     Όταν πια είχαν αφήσει πίσω τους το τελευταίο χωράφι και προχωρούσαν κάτω από λίγα δέντρα, σ' ένα κομμάτι γης που φαινόταν να μην ανήκει σε κανέναν, αναγκάστηκαν να πέσουν γαι άλλη μια φορά στο χώμα. Μια φωτεινή δέσμη ξύρισε τα χωράφια, στην αρχή γρήγορα και μετά πιο αργά, και σταμάτησε μπροστά τους, τους βύθισε όλους σ' ένα μουντό  κίτρινο φως. Η μητέρα μου μπορούσε να δει την κάθε τρίχα  στο παλτό της Βάλι. Έμειναν όλοι ξαπλωμένοι στο έδαφος σαν δεμάτια που είχαν ξεμείνει μετά το θερισμό. Ένα κορίτσι άρχισε να ψιθυρίζει κάτι που ακουγόταν σαν στίχος από ποίημα. Η μητέρα μου άπλωσε το χέρι της  και το κορίτσι το έπιασε σφιχτά, αργότερα η Βάλι έλεγε πως το φεγγάρι φαινόταν εκείνη τη στιγμή σαν να το είχαν καρφιτσώσει  στον ουρανό, σαν να κινδύνευε να πέσει από στιγμή σε στιγμή. (...) Ο χωρικός τούς έδειξε σε ποιά κατεύθυνση έπρεπε να προχωρήσουν κι εξαφανίστηκε γρήγορα πίσω από μια συστάδα  δέντρων. Η μητέρα μου και η Βάλι άρχισαν να τρέχουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, λίγο από φόβο, λίγο από χαρά, και η μητέρα μου γύρισε ακόμα μια φορά το κεφάλι της πίσω, γιατί δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάποιος τους είχε οδηγήσει  εκεί, κάποιος που δεν ήταν παρά ένας ξένος και τώρα είχε στα χέρια του το δαχτυλίδι της. 



     Πίσω από τα σύνορα, σε μια νέα χώρα, μοιράζανε σε μια σκηνή κουβέρτες. Έδωσαν και στη μητέρα μου και στη Βάλι. Κάποιος είπε στη γλώσσα μας, παρακαλώ πάρτε, και τους έβαλε από μια κανάτα σε κάτι ποτήρια τσάι. Η μητέρα μου, τυλιγμένη σε μια κουβέρτα, βγήκε έξω από τη σκηνή, κοίταξε πρώτα τα βρόμικα παπούτσια της και μετά τον ουρανό που τώρα φαινόταν μικρός, επίπεδος, κοντινός, και όχι πια απέραντος. 
     Κάποιος μιλούσε γερμανικά, συστήθηκε στη μητέρα μου μόνος του ως Μάτε Παλ, μια και δεν υπήρχε εκεί κανείς που να μπορεί να τον συστήσει, και προσφέρθηκε να τη βοηθήσει μεταφράζοντας. Τη ρώτησε, σε ποιά χώρα θέλεις να πας; Της μητέρας μου της ήταν αδιάφορο, ίσως στην Αγγλία, ή στην Αμερική, απάντησε, ανασήκωσε τους ώμους της και κοίταξε τη Βάλι. Η Βάλι πρότεινε τη Γερμανία. Η Γερμανία είναι καλή επιλογή, είπε ο Μάτε Παλ, ήθελε κι εκείνος να πάει στη Γερμανία. Τους είπε ότι έπρεπε να σταθούν σε εκείνη τη σειρά, να γραφτούν στη λίστα, όνομα και ημερομηνία γέννησης, και η μητέρα μου με τη Βάλι μπήκαν  σ' εκείνη τη σειρά και γράψανε τα ονόματά τους με ένα μολύβι που έβγαλε ο Παλ από το σακάκι του. Στεκόταν δίπλα στη μητέρα μου, κοίταζε τα γράμματά που έγραφε το ένα πίσω από το άλλο πάνω στη λίστα και πήρε από μόνος του το ελεύθερο να τη φωνάζει με το μικρό της, Κάταλιν της είπε, απλά Κάταλιν."








Σημείωση: Το απόσπασμα θα μπορούσε να είναι η εξιστόριση μίας από τις τόσες γυναίκες πρόσφυγες για την περιπέτεια της φυγής της από την Συρία. Είναι, ωστόσο, η αφήγηση μιας γυναίκας που εγκαταλείπει την οικογένειά της και το εξίσου ασφυκτικό καθεστώς της Ουγγαρίας το 1956 για να ζήσει στην απέναντι πλευρά των συνόρων, στην ελεύθερη και πολιτισμένη Δύση. Η Κάταλιν είναι η ηρωίδα του "Ο κολυμβητής" (μτφρ. Λένα Σακαλή - Μελάνι, 2007) που διαβάζω τώρα. // Το πρώτο εικαστικό, "Campfire" από την ενότητα "Helga" (1982) και το δεύτερο, "Winter" (1946), ανήκουν  στον Αμερικανό Andrew Wyeth.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015








Η Αλίκη, η πόλη

και το μπαλόνι  





Όλοι για πάρτη τους; Όλα για τα λεφτά; Γιατί δεν μπορώ να κάνω αυτό που θέλω; Μερικά από τα ερωτήματα που βαραίνουν την πρωταγωνίστρια του "Η Αλίκη στην πόλη"  (Πατάκης, 2014). Το πρώτο βιβλίο εφηβικής/νεανικής λογοτεχνίας που γράφει η  Αργυρώ Πιπίνη είναι ένα σύγχρονο μίνι-bildungsroman (μυθιστόρημα μαθητείας), περισσότερο πικρό κι αγχώδες παρά γλυκό και κατευναστικό, στο οποίο η συγγραφέας δίνει την ευκαιρία στην πρωταγωνίστριά της να αποδράσει από την καταπιεστική πραγματικότητα και να ανακαλύψει τις απαντήσεις της μέσα από την περιπλάνηση  στην νυχτερινή Αθήνα. 

Μαθήτρια Λυκείου, η Αλίκη είναι θυμωμένη με την κατάσταση που βιώνει: από την μια, το πρόγραμμα σπίτι-σχολείο-φροντιστήριο-ιδιαίτερα είναι δεδομένο και ασφυκτικό· κι από την άλλη, ο πατέρας, αν και την καταλαβαίνει, λείπει συνεχώς για δουλειές ενώ η μητέρα αδιαφορεί πλήρως για τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και συνεχώς μοιάζει να πολεμά - τον μπαμπά της Αλίκης, την Αλίκη, την ζωή. Η πίεση για καλύτερους βαθμούς είναι επίσης δεδομένη και ασφυκτική και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για οποιοδήποτε άλλο ενδιαφέρον. "Τέρμα οι βόλτες και η τέχνη" της ανακοινώνει η μητέρα. Μία Πέμπτη απόγευμα μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων και μετά από έναν ακόμη καβγά για τους βαθμούς και τα χρήματα, η Αλίκη το σκάει. Θα πάει μέχρι το Σύνταγμα, θα πάρει το λεωφορείο για Πειραιά και όταν φτάσει εκεί, θα επιστρέψει με το ίδιο δρομολόγιο στο κέντρο. Θα κατέβει κάπου στην Πλάκα γύρω στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα κι εκεί, στο κατώφλι μιας εκκλησίας,  θα κοιμηθεί το βράδυ. Το επόμενο πρωί θα συνεχίσει την περιπλάνησή της.


Στις εικοσιτέσσερις περίπου ώρες που διαρκεί η απόδραση, η Αλίκη θα έρθει αντιμέτωπη με τις αναμνήσεις και τις επιθυμίες της αλλά και την πραγματικότητα και την βία που αυτή περικλείει. Θα θυμηθεί την αγαπημένη της γιαγιά και το καλοκαίρι που πέρασε, τον πρώτο έρωτα με τον Μάκη, το σοκ που υπέστη από το θάνατό του, τις συνεδρίες με τον ψυχολόγο, την μητέρα που δεν χάρηκε με το ποίημά της που πήρε τον μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη, την  επιτακτική λαχτάρα της να μεγαλώσει, να ταξιδέψει, να ζωγραφίσει, να ερωτευτεί, να ζήσει αληθινά.  Ωστόσο, τώρα που είναι ελεύθερη να κάνει αυτό που θέλει, η Αλίκη θα ζήσει σαν άστεγη, ανάμεσα σε περιθωριακούς και σε ανέστιους μετανάστες, θα νιώσει την απειλή από τις σεξουαλικές ορέξεις νυχτόβιων, και θα καταφύγει στις κρυφές και κρύες γωνιές της πόλης για να προστατευτεί από το σκοτάδι. Την επόμενη μέρα θα συναντήσει τον Σταύρο, έναν γνωστό της που εκδηλώνει τρυφερότητα για εκείνη, και θα περπατήσουν μαζί μέχρι το Μοναστηράκι όπου θα αναμειχθούν σε μια διαδήλωση και θα παρακολουθήσουν τις διάφορες επιδείξεις υπαίθριων καλλιτεχνών.




Στην συγγραφή, το πέρασμα από την λογοτεχνία για τις μικρές ηλικίες σε εκείνη που απευθύνεται σε μεγαλύτερες κρύβει κακοτοπιές - η έκταση του κειμένου, η επιλογή των λέξεων,  η εστίαση του συγγραφέα και, κυρίως, ο χειρισμός των μυθιστορηματικών καταστάσεων έχουν δυσδιάκριτα όρια κι ευμετάβλητες ισορροπίες. Η αφήγηση πρέπει να υπερκεράσει και να αναμορφώσει ευαισθησίες  και ευερεθιστότητες με τρόπο ελκυστικό έως συνενοχικό για τους εφήβους, ένα κοινό που δύσκολα ελκύεται από τον γραπτό λόγο δίχως οπτικά ερεθίσματα και σοσιαλμηντιακή ή άλλη τεχνολογική διάδραση, δύσκολα αφιερώνει στατικό χρόνο (όπως απαιτεί η ανάγνωση της λογοτεχνίας) χωρίς μετρήσιμο αποτέλεσμα (βλ. εξετάσεις), δύσκολα επιστρέφει σε αυτόν.

Η συγγραφέας αποφεύγει τις κακοτοπιές και το "Η Αλίκη στην πόλη" θα μπορούσε να είναι διήγημα για ενηλίκους λόγω ύφους και δομής του κειμένου. Λόγω θέματος, ωστόσο, απευθύνεται στους έφηβους αναγνώστες  διότι αφορά αποκλειστικά τον θεμελιώδη για τον νεανικό ψυχισμό προβληματισμό για την ταυτότητα του ατόμου, τα θέλω και την απαγόρευσή τους. Η άσχημη πλευρά της πόλης, αν και προσφέρεται για πολλά κοινωνιολογικά σχόλια, λειτουργεί εδώ πρωτίστως ως το πιο κατάλληλο πεδίο αναμέτρησης με τον εαυτό καθώς η περιπλάνησή της Αλίκης δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ασύνειδη εξερεύνηση της ελευθερίας και η διερεύνηση των προσωπικών ορίων - οι σκληρές σκηνές παραιτημένων ανθρώπων που δείχνουν στην Αλίκη καλοσύνη όπως κι εκείνες των ανερμάτιστων βίαιων ανθρώπων που της επιτίθενται, δεν είναι θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου στον προστατευμένο χώρο της οικογένειας ή του σχολείου. Σε αυτό το στοιχείο της επικινδυνότητας και στην θύελλα των συναισθημάτων που νιώθει η Αλίκη αποσκοπούν ο γοργός ρυθμός της αφήγησης, οι σφιχτοδεμένες κοφτές προτάσεις και τα γρήγορα περάσματα από την μία σκηνή στην επόμενη. Οι μουσικές, συγγραφικές και κινηματογραφικές αναφορές άλλων καλλιτεχνών που η συγγραφέας ενσωματώνει στην πλοκή είναι πολύ ενδιαφέρουσες ωστόσο με κούρασαν τόσο με τον μεγάλο αριθμό τους όσο και με τους ταχύτατους ρυθμούς που προβάλλονται - Πωλ Ελυάρ, Έμιλυ Ντίκινσον, Έιμυ Γουάινχάουζ, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Γιάννης Ρίτσος, Joy Division, Μισέλ Φάις, Green Day, Άκης Πάνου, Βιμ Βέντερς. Εάν ήμουν έφηβη πιθανόν να αποθαρρυνόμουν να συνεχίσω την ανάγνωση αν έπρεπε να γκουγκλίσω παραπάνω από ένα-δύο ονόματα για να λύσω τις απορίες μου. Ως ενήλικη, ωστόσο, το θεωρώ μια πολύ έξυπνη και ρεαλιστική απόδοση της  αίσθησης της μη-ταυτότητας της Αλίκης.

Ευαίσθητη, ιδιότυπα σιωπηλή και δυνητικά εκρηκτική, όπως ακριβώς ένα μπαλόνι, η εφηβεία είναι μία σκληρή δοκιμασία. Το μόλις 59 σελίδων αφήγημα της Αργυρώς Πιπίνη ακολουθεί τον ιδιοσυγκρασιακό ψυχισμό της ηλικίας και με γλώσσα σύγχρονη και άμεση -που γίνεται όμως μελοδραματική σε ορισμένα σημεία- μιλά με ευθύτητα τόσο για τις σκοτεινές σκέψεις των εφήβων  όσο και  για τις φωτεινές που είναι βέβαια μικρότερης έκτασης. Το κιαροσκούρο τούτο αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματικό για την οριοθέτηση της ατομικότητας της έφηβης Αλίκης και την ικανότητά της να πάρει αποφάσεις.


"...για να μην είναι ανόητος, ο αισιόδοξος πρέπει να γνωρίζει πόσο θλιβερό μέρος μπορεί να γίνει ο κόσμος" είπε ο Πίτερ Ουστίνωφ και η Αλίκη κατακτά, στο τέλος, ένα μικρό κομμάτι αυτής της γνώσης. Οι έφηβοι αναγνώστες θα αποκτήσουν κι εκείνοι το αντίστοιχο μερίδιό τους διαβάζοντας το αφήγημα ετούτο και μάλλον θα εμπιστευτούν περισσότερο τον κόσμο της λογοτεχνίας. Κι έτσι, η επιστροφή σ' αυτήν γίνεται εύκολη.




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον Αναγνώστη, το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τις Τέχνες, στις 31 Αυγούστου 2015.





Σημειώσεις: "Η Αλίκη στην πόλη" συμπεριλήφθηκε στην βραχεία λίστα των Λογοτεχνικών Βιβλίων για παιδιά κι εφήβους των φετινών Bραβείων του Αναγνώστη ενώ το πιο πρόσφατο βιβλίο της συγγραφέως, το "Το δικό τους ταξίδι" (σε εικονογράφηση της Μ. Μελισσηνού - Καλειδοσκόπιο, 2014) απέσπασε τελικά  το Βραβείο του Αναγνώστη στην κατηγορία Εικονογραφημένου Βιβλίου για παιδιά. // Η εγκατάσταση  της πρώτης φωτογραφίας είναι των Anna Burns και Michael Bodiam  ενώ οι δύο επόμενες εικόνες είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου που σχεδιάστηκε από την Ελένη Θεοφυλάκτου.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015








Έχεις πρόσωπο

από γλυπτή πέτρα




Έχεις πρόσωπο από  γλυπτή πέτρα,
αίμα από σκληρό χώμα,
ήρθες από την θάλασσα.
Όλα τα δέχεσαι και τα μελετάς προσεκτικά
και τα απορρίπτεις
όπως τη θάλασσα. Στην καρδιά
έχεις σιωπή, έχεις λέξεις
πνιγμένες.  Είσαι σκοτάδι.
Για σένα, η αυγή είναι σιωπή.

Είσαι σαν τις φωνές
της γης - τον παφλασμό
ενός κουβά στο πηγάδι,
το τραγούδι της φωτιάς, 

τον γδούπο ενός μήλου· 
τις κουβέντες όταν παραιτούνται
και χαμηλώνουν στο κατώφλι,
την κραυγή ενός παιδιού - πράγματα
που ποτέ δεν σβήνουν.
Δεν είσαι άφωνη. Είσαι σκοτάδι.

Είσαι το κλεισμένο υπόγειο,

από το πατημένο χώμα,
που μπήκε κάποτε
το ξυπόλητο αγόρι

και το θυμάται πάντα.
Είσαι το σκοτεινό δωμάτιο
που θυμάται πάντα, 

σαν την παλιά αυλή
που η αυγή αποκάλυψε.






Hai viso 
di pietra scolpita


Hai viso di pietra scolpita,
sangue di terra dura,
sei venuta dal mare.
Tutto accogli e scruti
e respingi da te
come il mare. Nel cuore
hai silenzio, hai parole
inghiottite. Sei buia.
Per te l’alba è silenzio.

E sei come le voci
della terra – l’urto
della secchia nel pozzo,
la canzone del fuoco,
il tonfo di una mela;
le parole rassegnate
e cupe sulle soglie,
il grido del bimbo – le cose
che non passano mai.
Tu non muti. Sei buia.

Sei la cantina chiusa,
dal battuto di terra,
dov’è entrato una volta
ch’era scalzo il bambino,
e ci ripensa sempre.
Sei la camera buia
cui si ripensa sempre,
come al cortile antico
dove s’apriva l’alba.

 










Σημειώσεις: Το ποίημα, ένα από τα λιγότερο γνωστά του Ιταλού ποιητή, γράφτηκε στις 5 Νοεμβρίου 1945 και βρίσκεται στη συλλογή "Verrà la morte e avrà i tuoi occhi" (Einaudi - Torino, 1951). Το γλυπτό από λευκό μάρμαρο της πρώτης φωτογραφίας είναι το "Mademoiselle Pogany" του Constantin Brâncuși και βρίσκεται στο Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφειας, στις ΗΠΑ. Στην δεύτερη, η Σιλβάνα Μαγκάνο φωτογραφήθηκε στο MoMA από την Eve Arnold το 1956  δίπλα σε μία μπρούτζινη εκδοχή της "Mlle Pogany" φιλοτεχνημένη από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. 

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015






Summer past,

Summer present





Σ' έναν Αύγουστο στην πόλη, με τη ζέστη να επιβραδύνει τις κινήσεις,  εκτός από την δροσιά του νερού αναζητάς εκείνο που θα σε απομακρύνει από κάθε τι στατικό. Αναζητώντας, λοιπόν, το καλοκαίρι κατέληξα στις σελίδες. Και ιδού το φετινό ταξίδι:
 

Τυχαία βρέθηκε στα χέρια μου το "Στου Χατζηφράγκου" (ΔΟΛ, 2013), και από τις  πρώτες σειρές της εισαγωγής έφτασα, δίχως να το καταλάβω, στην σελίδα 50 του κειμένου με το οποίο ο σπουδαιότερος ίσως πεζογράφος της γενιάς του '30 απέσπασε το 1964, το Α' Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.  Δεν νομίζω πως η νοσταλγία για την νεότητα και την χαμένη πατρίδα που αποπνέει το βιβλίο ήταν εκείνο που με τράβηξε - δεν έχω ρίζες από την Μικρά Ασία και η βαριά χρήση του σμυρναίικου ιδιώματος,  όπως και η έλλειψη συγκεκριμένης πλοκής που χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα, σε άλλη περίπτωση θα με απωθούσε. Η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα και ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της Σμύρνης που αναπλάθει ο Κοσμάς Πολίτης και, κυρίως, η περιέργειά μου για την μοντέρνα για την εποχή χρήση της γλώσας είναι που με απορρόφησαν. 

Μία από τις πιο αβρές αλλά δυνατές γραφές είναι κι αυτή του Ιρλανδού
Sebastian Barry. Στο πολυβραβευμένο "Η μυστική γραφή" (μτφ. Αυγούστου Κορτώ - Καστανιώτης, 2009) η αιωνόβια ηρωίδα του Ροσίν ΜακΝάλτι αρχίζει να καταγράφει την ζωή της σε απλές σελίδες χαρτιού με την ελπίδα να προλάβει να γράψει όσα θυμάται πριν πεθάνει ή πριν κατεδαφισθεί η ψυχιατρική κλινική του Ροσκόμον όπου είναι τρόφιμος για... ούτε που θυμάται πια πόσα χρόνια.  Την ίδια στιγμή, ο ψυχίατρος δρ.Γκρεν που την επιβλέπει για χρόνια, ερευνά την ζωή της για να διαπιστώσει  αν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στην οικογένειά της - οι εγκαταστάσεις της καινούριας κλινικής όπου θα μεταφερθούν οι τρόφιμοι επιτρέπει μόνο τις ανίατες κι εγκαταλελειμένες περιπτώσεις. Το μακρινό σκληρό παρελθόν της Ιρλανδίας ξετυλίγεται παράλληλα με το κοντινό παρελθόν της για  να συναντηθούν σε ένα δραματικό άμεσο παρόν. Ο πυκνός ποιητικός λόγος του Σεμπάστιαν Μπάρυ, που δεν λυρικίζει όμως καθόλου, μας θυμίζει την αθέατη πλευρά της γραπτής Ιστορίας και το πόσο τραγικά την βιώνουν οι απλοί άνθρωποι.  

Τραγικές είναι και οι μικρές λεπτομέρειες της ζωής στην Βικτωριανή εποχή - Life's Little Ironies (Wordsworth Editions, 1996) είναι μία όχι και τόσο γνωστή συλλογή διηγημάτων του Thomas Hardy που κινείται, όπως συνήθιζε ο συγγραφέας, στον χώρο της οικογένειας και των κοινωνικών φιλοδοξιών. Με ρεαλισμό και διορατικότητα ο Άγγλος κλασικός περιγράφει τις άστοχες ενέργειες των ανθρώπων και το πως αυτές επηρρεάζουν καταλυτικά τις ζωές των υπολοίπων αλλά και όλης της κοινότητας. Υπέροχη, "καλοκουρδισμένη" η πρόζα του Άγγλου κλασικού που υπογραμμίζει το μεγαλείο των μικρών στιγμών και την μικρότητα των μεγάλων πραγμάτων σε μια κοινωνία που παρακμάζει. Ορισμένες ομοιότητες με πρόσωπα, πράγματα  ή καταστάσεις του παρόντος είναι, υποθέτω, εντελώς συμπτωματική. 
 

Επιστροφή στο παρόν με το "Εγλήματα δημοσιονομικής προσαρμογής - Επτά φωτογραφίες της κρίσης"  (Πόλις, 2015), μία συλλογή διηγημάτων που αποτυπώνουν με ακρίβεια τις επιπτώσεις της κρίσης στην καθημερινότητα. Ακραίος ρατσισμός, νεοπλουτισμός και ακαδημαϊκός αριβισμός, φορολογικοί εκβιασμοί, δάνεια από ανάγκη, επικίνδυνοι αλγόρυθμοι και αυτόνομη απόδοση δικαιοσύνης, δλδ φόνοι. Το έγκλημα κάθε διηγήματος βρίσκει την λύση του χάρη στην Όλγα Πετροπούλου, μια ευσυνείδητη κι αποτελεσματική αξιωματικό της αστυνομίας που λατρεύει τα μαθηματικά και τον Μπόρχες. Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης αναβαθμίζει την παλιά γνώριμή του (η υπαστυνόμος είχε κάνει σποραδικές εμφανίσεις στους συλλογικούς τόμους αστυνομικών ιστοριών «Ελληνικά Εγκλήματα» 2-3-4 και «Είσοδος Κινδύνου») και δημιουργεί εδώ  μια ενδιαφέρουσα περσόνα που εκτός από τα υπηρεσιακά κακώς-κείμενα υποδεικνύει και τις ηθικο-κοινωνικές παθογένειες που ευνόησαν την κάθε εγκληματική συμπεριφορά - ένας λόγος που απόλαυσα την ανάγνωση του βιβλίου.  Ο δεύτερος είναι η απλή γλώσσα των κειμένων που μού επέτρεψε να καταλάβω αυτό που διάβαζα καθώς, όπως ήδη έχω πει στο παρελθόν, οτιδήποτε εμπεριέχει μαθηματικά ή προέρχεται από τον κόσμο τους με αναχαιτίζει. Όχι όμως αυτή τη φορά.

Η οικονομική κρίση θα μπορούσε να είναι το υπόβαθρο των κακών σχέσεων του εικοσάχρονου Γιώργου με την οικογένειά του που τον οδηγούν στο να διαπράξει έναν φόνο στο 
"Ακόμα φεύγει" (Πόλις, 2014). Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά και οι γονείς του Γιώργου δεν ψάχνουν πανάκειες και δικαιολογίες για να απαλύνουν τις ευθύνες τους. Μόνο να μάθουν τις αιτίες. Δεν το ΄χω τελειώσει ακόμη για να μπορώ να σχολιάσω αλλά μπορώ να διακρίνω μια επιμονή στην επιμήκυνση της πλοκής κάτι που δεν υπήρχε στο "Κλειστή πόρτα" (Πόλις, 2012), την συλλογή διηγημάτων με το έντονο και διακριτό ύφος της  Ευγενίας Μπογιάνου που διάβασα στις αρχές του καλοκαιριού και λειτούργησε σαν μια πολύ καλή συστατική επιστολή του μυθιστορήματος. 

Είχα ξεχάσει πόσο συναρπαστική μπορεί να είναι η σύγχρονη κλασική λογοτεχνία. Μου το θύμισε το
"Η γιορτή του τράγου" (μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου - Καστανιώτης, 2002), ένα χρονικό της ακμής και της πτώσης της δικτατορίας του στρατηγού Τρουχίλιο στον Άγιο Δομήνικο - την πιο ωμή, την πιο βίαιη, την πιο εκμηδενιστική από όλες τις μοντέρνες τυραννίες που υπήρξαν παράλληλα μ' αυτήν στην Λατινική Αμερική και την Ισπανία. Η επιστροφή της Ουρανίας Καβράλ στο νησί γίνεται η αφορμή για τον Mario Vargas Llosa να αφηγηθεί την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας στην οποία ο πατέρας της Ουρανίας κατείχε ηγετική θέση. Πολύ αίμα και διαφθορά, πλεκτάνες, προδοσίες, απίστευτες ακρότητες και βασανιστήρια που βασίζονταν σε υπογάστρια ένστικτα και πρωτόγονους εγωισμούς. Ένα από τα πιο σημαντικά πολιτικά μυθιστορήματα του Περουβιανού νομπελίστα. Δεν περίμενα ότι θα μου αρέσει τόσο.   


Οι αναγνώσεις συνεχίζονται κανονικά τον Σεπτέμβρη όπως και το καλοκαίρι άλλωστε - μπορεί ημερολογιακά να έφυγε αλλά, ξέρετε, συνεχίζει να παραμένει εδώ είτε ως υψηλή θερμοκρασία είτε ως σελίδες που σε ταξιδεύουν.  

Καλόν μήνα!






Σημειώσεις: Το εικαστικό θέμα ανήκει στον Winston Churchill που αποδίδει τον γιο του Randolf να διαβάζει - "Randolf Churchill reading" ο τίτλος του. Στο κέντρο, η φωτογραφία του Γερμανού φωτογράφου και καθηγητή Andreas Gursky  με τίτλο The Rhein II - η πιο ακριβή, μέχρι στιγμής, φωτογραφία. Και τέλος, "Ο αστερίας" (1928) του Man Ray.