Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

 





Ως γεύση

   

 


Το όνομα της σημαίνει "συνομιλία" και έχει μια πολύ ωραία ιστορία. Είναι έμπνευση κάποιου άγνωστου ζαχαροπλάστη το 1774, με αφορμή την έκδοση εκείνη την χρονιά του βιβλίου "Les Conversations d' Emilie" της Louise d'Épinay – γαλλίδα,  κοσμική προσωπικότητα του Παρισιού και διανοούμενη, φίλη και συνομιλήτρια, μεταξύ άλλων, των Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Βολταίρου, Ντιντερό και λόρδου Βύρωνα. 

Το βιβλίο, ένα σημαντικό πόνημα πάνω στην ανάπτυξη της παιδαγωγικής σκέψης του 18ου αι., πραγματεύεται την ελλιπή εκπαίδευση των κοριτσιών και η συγγραφέας χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την εγγονή της, Εμιλύ, στην οποία καταφέρνει να ξυπνήσει τη δίψα για μάθηση. Μέσα από τις συνομιλίες με την εγγονή της, η Mme d' Épinayόπως ήταν τότε γνωστή, εγείρει πρωτοποριακά ερωτήματα για την εποχή της και οι χιαστί χαρακιές πάνω στην τάρτα συμβολίζουν ακριβώς αυτό: τις έντονες συζητήσεις  που προφανώς προέκυπταν από το περιεχόμενο του βιβλίου, αφού οι συνομιλητές θα διασταύρωναν  τα ξίφη τους. Θα μπορούσε ωστόσο να συμβολίζουν και την αδιάκοπη, από την τρίτη δεκαετία του 19ου αι. όπως αναφέρει η ιστορικός Έφη Γαζή, διασταύρωση της επίσημης θρησκευτικής ζωής με την κοσμική Ελληνική ζωή – αυτό αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, η καθιέρωση της σημερινής γιορτής των Τριών Ιεραρχών  ως πανεπιστημιακής γιορτής ή, για την ακρίβεια, Ημέρα Εκπαίδευσης στην χώρα μας. 

Για την γαστρονομία, είναι μια γαλλική τάρτα σφολιάτας, σκεπαστή, γεμιστή με αμυγδαλόκρεμα. Μακρινή εξαδέλφη, θα μπορούσαμε να πούμε, της απείρως γνωστότερης και πιο γιορτινής galette des rois.

Για την λογοτεχνία και την κάθε μορφής μάθηση, η τάρτα αποτελεί μία πρώτης τάξεως καύσιμη ύλη που τροφοδοτεί την ανάγνωση, την σκέψη και τις επακόλουθες συζητήσεις – πχ για τα έμφυλα στερεότυπα που επιμένουν να υφίστανται σήμερα, τρεις αιώνες μετά την έκδοση του βιβλίου της Mme d' Épinay






Σημείωση: Πληροφορίες έχουν αντληθεί από τον έντυπο γαστρονόμο (τ52 - Φθινόπωρο 2021) όπου και θα βρείτε την συνταγή. Μία άλλη συνταγή είναι τούτη, στα γαλλικά όμως. / Η φωτογραφία, αντλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

 



Untitled





 

“Small, red, and upright he waited,

gripping his new bookbag tight

in one hand and touching a lucky penny inside his coat pocket with the other,

while the first snows of winter

floated down on his eyelashes and covered the branches around him and silenced

all trace of the world.” 



· Anne Carson ·







Σημείωση: Όμορφο το χιόνι, ωστόσο υπάρχουν άνθρωποι με πολύ πιο ζωτικές ανάγκες. Γι' αυτό, αν δείτε άστεγο καλέστε το 1595 για Αθήνα ή το 197 για επαρχία και η υπηρεσία του Δήμου έρχεται και παραλαμβάνει τον άνθρωπο προκειμένου να φάει και να κοιμηθεί στα ζεστά. /  Η φωτογραφία είναι αντλημένη τυχαίως από το διαδίκτυο. 

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

 



Τι είναι σε μια λέξη;

  





Στην πιο πάνω παράφραση του Σαίξπηρ μοιάζει να απαντά ο Jürgen Buchmann με το ολιγοσέλιδο "Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ" (μτφρ. Συμεών Γρ. Σταμπουλού – Gutenberg, 2O19 / Aldina 18) –  ένα ιδιότυπο ανάγνωσμα που εστιάζει κατ'αρχάς στην γλώσσα· ή, μάλλον, στην ποικιλομορφία των γλωσσών του κόσμου.   

Γλώσσες ηχομιμητικές, νοηματικές, συνθηματικές, αργκό, διχαστικές. Γλώσσες δημιουργικές ή ασκητικές. Γλώσσες ζωντανές και υπόρρητες, μα κυρίως γλώσσες νεκρές – γλώσσες, διάλεκτοι και ιδιώματα τόπων όπου περιηγήθηκε κι έζησε ο Μάρκο Πόλο –Κίνα, Περσία, Ινδία, Ιαπωνία και άλλες ασιατικές χώρες και πόλεις–  πριν επιστρέψει στην πατρίδα του, τη Βενετία, το 1295. Εκείνη την περίοδο, ωστόσο, η Βενετία ήταν σε πόλεμο με την Γένοβα και ο Μάρκο Πόλο, που πήρε μέρος με τους συντοπίτες του, συνελήφθη και  φυλακίστηκε από τους Γενοβέζους για έναν χρόνο (1298 - 1299). Στην διάρκεια της φυλάκισής του υπαγόρευσε τις αναμνήσεις του στον συγκρατούμενό του, ποιητή και συγγραφέα ρομαντικών μυθιστορημάτων, Rustichello da Pisa ο οποίος αργότερα τις κατέγραψε σε βιβλίο – "Τα Ταξίδια του Μάρκο Πόλο / The Travels of Marco Polo" έδωσε στους Ευρωπαίους της εποχής μία πρώτη και ολοκληρωμένη εικόνα του τότε μυστήριου πολιτισμού και τις διάφορες εσωτερικές διεργασίες του κόσμου της Ανατολής καθώς και τον πλούτο και το μεγάλο μέγεθος της Αυτοκρατορίας των Μογγόλων και της Κίνας.

Σε αυτό το ταξιδιωτικό ημερολόγιο βασίζεται το παρόν βιβλίο με το οποίο ο γερμανός φιλόλοφος, φιλόσοφος και σεναριογράφος Γιούργκεν Μπούχμανν συστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για ένα παιγνιώδες εκ πρώτης όψεως, ανάγνωσμα – δίνει αρχικά την εντύπωση μυθοπλασίας μαγικού ρεαλισμού και άκρατου συμβολισμού καθώς ορισμένες από τις αφηγήσεις του είναι ασαφείς, άλλες εμφανίζουν κρυπτικές διαστάσεις ή γλαφυρές εκφάνσεις της σιωπής. Το ίδιο περίπου έχει κάνει και ο Ίταλο Καλβίνο στις  Αόρατες Πόλεις του. Ενώ όμως ο ιταλός συγγραφέας αναδημιουργεί και περιχαρακώνει έναν αστικό χώρο με ιστορίες ανθρώπων, την μνήμη, τα όνειρα, την επιθυμία και τις επιδιώξεις τους, ο  Μπούχμαν επικεντρώνεται στην ρεαλιστική πολυσχιδία των γλωσσών και τις ανάγλυφες διαστάσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας – το βάθος, την πολυπλοκότητα, την αμφισημία· τα όρια, τα κενά, τις πιθανότητες, την τυχαιότητα, τις παρεξηγήσεις. Την νοοτροπία, εντέλει, και την συμπεριφορά των ατόμων. 

Οι τριάντα τέσσερις μικροαφηγήσεις του βιβλίου, με τις συμπυκνωμένες μα λυρικές περιγραφές τους, θα προβληματίσουν τον τυπικό αναγνώστη της πεζογραφίας. Την προσοχή του θα τραβήξει πιο εύκολα η προσεκτική μετάφραση του Σ. Σταμπουλού και ιδίως το επίμετρό του όπου παραθέτει πληροφορίες για τον συγγραφέα και το έργο του. Ο ίδιος ο Μπούχμανν, συγγραφέας δύσκολος και όχι δημοφιλής, δίνει αρκετές πληροφορίες για το βιβλίο και την συγγραφή του στο δικό του σημείωμα, στις τελευταίες σελίδες, κι αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον και διαφωτιστικό. Ένας φιλόλογος ή γλωσσολόγος, όμως, θα βρει το Γλωσσολογικό Παράρτημα του βιβλίου συναρπαστικό. Ο συγγραφέας παραθέτει εκεί σημειώσεις, παρατηρήσεις και πραγματολογικές πληροφορίες που, εκτός από τις πηγές, αφορούν κυρίως την γραμματική και την σύνταξη της κάθε γλώσσας – δλδ, τον δομικό σκελετό της που αποκαλύπτει την λειτουργία και την φιλοσοφία της και, ως εργαλείο σκέψης που είναι, τον αντίκτυπο που έχει στις ζωές των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, τις σχέσεις και τις ταυτότητες των ανθρώπων που η κάθε γλώσσα διαμορφώνει.





Το βιβλίο ετούτο θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μικρά χρονικά της γλώσσας ως διαχρονικής οντότητας ανάλογης με τον χρόνο και τον τόπο και, όπως εδώ, την έμπνευση του συγγραφέα – ο Μπούχμανν δημιουργεί τόσο πολυεπίπεδους μικρόκοσμους που μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή για να τους κατανοήσεις. Εκείνο, ωστόσο, που ο κάθε  αναγνώστης αντιλαμβάνεται  με σαφήνεια εξαρχής είναι πως η γλώσσα είναι ένας ζωντανός σύνδεσμος μεταξύ των ανθρώπων – λειτουργικός ή όχι, είναι κάτι που το επιλέγει ο καθένας μας γιατί εκτός από μέσο επικοινωνίας, όπως λέει ο  Ngũgĩ wa Thiongʾo η γλώσσα είναι επίσης φορέας πολιτισμού. 















Σημειώσεις: Οι στίχοι του Σαίξπηρ, από το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, είναι:    "What's in a name? that which we call a rose / By any other name would smell as sweet." // Το ασπρόμαυρο εικαστικό με τον Πύργο της Βαβέλ είναι του γερμανού Athanasius Kircher ενός ιησουίτη λογίου και πολυμαθή τον οποίο έχουν συγκρίνει, για το τεράστιο εύρος των ενδιαφερόντων του, με τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. / Το δεύτερο εικαστικό είναι λεπτομέρεια του εξωφύλλου από το "Το βλέμμα" (2ΟΟ7) του Αλέξανδρου Ίσαρη. / Μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ τον μεταφραστή να μιλά για την βαβελική γλώσσα, τον γερμανό συγγραφέα,  κ.ά. ενδιαφέροντα. 

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021






Structural
  
Resistance






Η συμμετοχή της Βραζιλίας στο Φεστιβάλ των Καννών το 2Ο16 ήταν  μία  χαμηλών τόνων ταινία για μία γυναίκα η οποία, έχοντας απομείνει η μοναδική ένοικος σε ένα συγκρότημα κατοικιών του '4Ο, αρνείται να πουλήσει το διαμέρισμά της σε μια κατασκευαστική εταιρεία που σκοπεύει να το γκρεμίσει και να ανεγείρει στη θέση του ένα κοινότοπο μινιμαλιστικό τερατούργημα.

Η πρωταγωνίστριά της, ντόνα Κλάρα, είναι 65 χρονών, συνταξιούχος κριτικός μουσικής και δοκιμιογράφος. Ζει την ηλικία και την εποχή της με άνεση και αυτοπεποίθηση και δίχως κάποια δυσαρέσκεια ή φόβο για την μοναχικότητά της – ο σύζυγός της έχει πεθάνει εδώ και χρόνια ενώ τα τρία παιδιά τους έχουν τις δικές τους οικογένειες και την επισκέπτονται συχνά. Αυτή τη νηφάλια ροή της καθημερινότητας ταράσσει το ζήτημα του κτηρίου το οποίο δίνει στην Κλάρα μία έντονη αίσθηση σκοπού ενώ παράλληλα αναγεννά μέσα της ένα άγριο πείσμα να το υπερασπιστεί. 

Η ταινία Aquarius θεωρήθηκε αλληγορία για την πολιτική κατάσταση της χώρας και όταν  κυκλοφόρησε προκάλεσε δημόσια αναταραχή – στην πρώτη προβολή της το κοινό σηκώθηκε όρθιο και την χειροκροτούσε φωνάζοντας συνθήματα εναντίων του Προέδρου Τεμες (που πήρε την προεδρία μετά την πρόταση μομφής κατά της Ντίλμα Ρούσεφ) ενώ οι πολιτικοί υποστηρικτές του Τεμες καλούσαν το κοινό σε μποϋκοτάζ. Το υπουργείο Δικαιοσύνης την κατέταξε αρχικά ως "Κατάλληλη για άνω των 18" ενώ αργότερα κατέβασε το όριο στο 16. Παρ' όλα αυτά, και σύμφωνα με τις επικρατούσες φημολογίες, δεν της επέτρεψε να αντιπροσωπεύσει την χώρα στα 89α Βραβεία της Ακαδημίας

Ασχέτως της πολιτικής χροιάς της, η ταινία βλέπεται με ενδιαφέρον και μάλιστα μεγάλο λόγω της Sônia Braga  – η βραβευμένη και πολλάκις υποψήφια για σημαντικά βραβεία ηθοποιός δίνει εδώ μία από τις πιο μεστές, συγκροτημένες και άρτιες ερμηνείες της καριέρας της, αν όχι την κορυφαία. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Kleber Mendonça Filho χρησιμοποιεί και τις 2ώ 34λ που διαρκεί η ταινία για να εμβαθύνει στον χαρακτήρα και την νοοτροπία της πρωταγωνίστριάς του σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της – από την δεκαετία του '8Ο όταν η νεαρή τότε Κλάρα κέρδισε την μάχη με τον καρκίνο και την σχέση θαυμασμού που έτρεφε για την θεία της Lucia, μία εμβληματική και χειραφετημένη φιγούρα που γίνεται το πρότυπό της· το μεγάλωμα των τριών παιδιών της και το διάστημα που τα εγκατέλειψε έως την σημερινή καθημερινότητά της και τη στιγμή που αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο τον νεαρό αρχιτέκτονα που την εκφοβίζει. Στο ενδιάμεσο, ο  αισθησιασμός της, το φλερτ, η μοναχικότητα, η μεγάλων διαστάσεων βιβλιοθήκη γεμάτη με δίσκους βινυλίου, οι μουσικές του Hector Villa-Lobos  και των Queen, η διασκέδαση, οι φιλίες, η φιλική σχέση με την οικονόμο της που φορές εναλλάσσεται σε σχέση εξουσίας.   



 
Η πλοκή κλιμακώνεται αργά, χωρίς λόγο κάποιες φορές, καθώς εκτυλίσσονται  από τη μια πλευρά οι δόλιες ενέργειες της κατασκευαστικής για να διώξει την Κλάρα από το διαμέρισμά της – γενναίες οικονομικές προσφορές στην ίδια και χειραγώγηση με αυτές των παιδιών της που την πιέζουν να ενδώσει ώστε να επωφεληθούν αργότερα από την κληρονομιά· συνεχείς παρενοχλήσεις και στην συνέχεια εκφοβισμός, ενοχλητικά πάρτυ, δολιοφθορές στις εγκαταστάσεις και τα υπόλοιπα, ήδη άδεια, διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Kαι από την άλλη η ήρεμη μα τόσο σθεναρή, και κάποιες φορές απροσδόκητη, αντίσταση της Βραζιλιάνας σε κάθε προσπάθεια εκδίωξής της – ένας από τους λόγους που ήθελα να την δω. Δεν περίμενα ποτέ, ωστόσο, ότι μια κοινωνική δραματική ταινία θα ήταν και αγωνιώδης – οι πιέσεις κάθε φορά εντείνονται όλο και περισσότερο ώσπου το τελευταίο μέσο που ο νεαρός αρχιτέκτονας χρησιμοποιεί για να την εξαναγκάσει να εγκαταλείψει το σπίτι της είναι τόσο ισχυρό και μη αναστρέψιμο που δεν ξέρεις τι να υποθέσεις όταν η Κλάρα, μην έχοντας άλλη διαφυγή και με τον ίδιο ακλόνητο τρόπο που αντιμετώπισε τον νεαρό αρχιτέκτονα, τα βάζει με τον διευθύνοντα της κατασκευαστικής εταιρείας και παππού του.
 
Υπάρχουν επίσης και κάποιες σεκάνς με μεταφυσικές αναφορές στα όνειρα της Κλάρα στα οποία, όμως, δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία – μία από τις συνέπειες της μεγάλης διάρκειας της ταινίας που, αναπόφευκτα, κάνει ορισμένες "κοιλιές". Εκτός αυτού, το ανοικτό τέλος είναι ίσως το μόνο "ψεγάδι" της ταινίας – ναι μεν η Κλάρα αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο τους διευθύνοντες της κατασκευαστικής, αλλά ένα συγκεκριμένο νομικό έγγραφο, ενοχοποιητικό γι αυτούς, που  έχει μαζί της και το οποίο θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια εκπληκτικής έντασης σκηνή με τους αντίστοιχους διαλόγους, μοιάζει εντελώς αμήχανο έως άχρηστο στο πλάνο. Μάλλον αναμενόμενο από έναν σκηνοθέτη που υπήρξε επαγγελματίας του γραπτού λόγου, δλδ κριτικός κινηματογράφου και δημοσιογράφος, και ο οποίος  πειραματίστηκε με τα βίντεο κλιπς, το ντοκιμαντέρ και τις ταινίες μυθοπλασίας πριν καταπιαστεί με τις μεγάλου μήκους κοινωνικές και καταλήξει σε τούτη την έκβαση της αναμέτρησης που θυμίζει έντονα πεζογραφία. Για να είμαι ειλικρινής, όλη η ταινία μοιάζει σαν να είναι ένα ακόμη κινηματογραφικό σενάριο του Leonardo Padura.

        


Ένα πολιτικό σχόλιο για τον νεποτισμό, την διαφθορά και τον κυνισμό στην Βραζιλία· μία αφήγηση για την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ χώρου και ταυτότητας, ηθικής βίας και παραβίασης της αίσθησης της ασφάλειας στον ιδιωτικό χώρο· μία έκθεση των σημαντικών αξιών της ζωής που μετακινούνται μέσα στον χρόνο και συγκεράζουν ομαλά την μνήμη με το σύγχρονο παρόν. Το Aquarius είναι όλα αυτά που μοιάζει να συνοψίζονται εύγλωττα στο "advanced degrees in business cannot compensate for a lack in character" που ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία. Πάνω απ' όλα, ωστόσο, είναι ένα δυναμικό και πολυσύνθετο, με πλούσιες αποχρώσεις, πορτρέτο μιας γυναίκας στην ώριμη ηλικία της – η προσωποποίηση, αν θέλετε, της κίνησης της ζωής προς το μέλλον που κάποιες φορές παράγεται με αντίρροπη πίεση. 








Σημείωση: Το εικαστικό είναι του ισπανού σουρρεαλιστή Óscar Domínguez.

Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2021

 



A way of certifying

 

experience

  

  

Στο πατρικό μου είχαμε τρεις μικρές γκραβούρες, όπως νόμιζα, με την υπογραφή του βολιώτη φωτογράφου Κωνσταντίνου Ζημέρη.  Ένα από αυτά τα μικρά κάδρα ήταν το  πιο πάνω τοπίο. Tο θυμάμαι πολύ καλά γιατί εκτός του ότι μου άρεσε ιδιαίτερα –ήταν ελαφρώς επιχρωματισμένο με αποχρώσεις του πράσινου–, μου είχε κάνει εντύπωση η υπογραφή μιας και ήξερα τον Ζημέρη μόνον ως φωτογράφο. 

Δεν ήξερα ότι είχε ασχοληθεί  επαγγελματικά και ως ζωγράφος μετά την επιστροφή του από την Αμερική. Ο γεννημένος στο Κατηχώρι Πηλίου K. Ζημέρης είχε πάρει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής με τον γνωστό εικαστικό Ιω. Πούλακα ενώ φοιτούσε στην  Εμπορική Σχολή του Βόλου όταν στα 18 του  μεταναστεύει στις ΗΠΑ (19Ο4-1912) όπου και σπουδάζει στο Σχολείο Τεχνών του Saint Louis. Παράλληλα, εργάζεται σε φωτογραφικά εργαστήρια όπου συνεργάζεται και με ζωγράφους.  Ετούτη η σπουδή στην Τέχνη είναι εμφανής στις φωτογραφίες του – η προσοχή του δεν δίνεται στην ρεαλιστική καταγραφή της καθημερινότητας, αλλά στην ωραιότητα της εικόνας, την τονικότητα, την ισορροπία της σύνθεσης.




Η έμφαση στην ομορφιά του θέματος, όπως γίνεται και στην ζωγραφική, είναι η βάση του πικτοριαλισμού – το πρώτο "καλλιτεχνικό κίνημα" στην ιστορία της φωτογραφίας που επικεντρώνεται στην δημιουργία φωτογραφιών που μοιάζουν περισσότερο με πίνακες έργων τέχνης. Εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 186Ο και διήρκησε έως την πρώτη δεκαετία του 2Οου αι. ενώ οι εκπρόσωποί του, εκτός από τα πιο πάνω προφανή, χρησιμοποιούσαν διάφορες "εξεζητημένες" για την εποχή τεχνικές, όπως η φλου εκτύπωση, ειδικά φίλτρα, και άλλες έντονες καλλιτεχνικές παρεμβάσεις στον σκοτεινό θάλαμο.   

Ήταν ένα κίνημα που πήρε διαστάσεις γρήγορα. Ζωγράφοι, όπως ο William John Newton και ο Gustave Caillebotte, μαζί φωτογράφους, όπως η Julia Margaret Cameron ο David Octavius Hill και ο Alfred Stieglitz, μάχονταν υπέρ της επίδρασης της τέχνης στην φωτογραφία και την αποδοχή της δεύτερης από γκαλερί, αίθουσες τέχνης και άλλους καλλιτεχνικούς οργανισμούς σε Αγγλία, Γαλλία και ΗΠΑ. Ο Κώστας Ζημέρης είναι ένας από τους πρώτους Έλληνες φωτογράφους που ακολούθησαν αυτό το ρεύμα που πρώτο έθεσε το ζήτημα της φωτογραφίας ως Τέχνης. Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε ότι η καλλιτεχνική φωτογραφία ήταν απλώς και μόνον μία κατασκευή. Ήταν, κατά περίπτωση, μία αποκάλυψη της ρεαλιστικής πραγματικότητας η οποία συνυπήρχε σε δεύτερο επίπεδο. 

«Η φωτογραφία άλλωστε χρησίμευσε από τον 19ο αιώνα ως επικύρωση της αστικής ταυτότητας και των σύγχρονων ηθών, σε μια περίοδο ελαύνουσας νεωτερικότητας. Από το στούντιό του παρήλαυναν ναύτες και χωροφύλακες, κομψευόμενες κυρίες και κύριοι, ζευγάρια και παιδιά, στην πόλη του Βόλου, που ως αναδυόμενο κέντρο επιχειρούσε να εδραιώσει τη δική του φυσιογνωμία»,
αναφέρει ο δ/ντής του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης Ηρακλής ΠαπαΙωάννου για τον Κωνσταντίνο Ζημέρη. Αυτή  η πρώτη περίοδος (1922 - 193O) του σημαντικού φωτογράφου είναι μία εποχή μεγάλης κινητικότητας για την περιοχή – έχουν προηγηθεί επενδύσεις στη βιομηχανία κι αυτό είχε φέρει στο προσκήνιο νέες κοινωνικές ομάδες τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργασίας όπως πηλιορείτες εμπόρους που είχαν καταστραφεί,  θεσσαλούς 
αγρότες αλλά και ξένους εργάτες που αναζητούσαν μια διαφορετική, πιο ευνοϊκή μοίρα συμβάλλοντας έτσι, όλοι, στον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της πόλης που απαθανάτισε κατόπιν η κάμερα του Κ. Ζημέρη – πορτρέτα επωνύμων και ανωνύμων, μαζί με εικόνες από την εγκατάσταση των προσφύγων στην περιοχή αργότερα, ιστορικές στιγμές, κτίρια που δείχνουν τη βιομηχανική ανάπτυξη της περιοχής, τοπία ενός Βόλου που μεταλλάσσεται σε μια σύγχρονη –του 2Οου αι.– πόλη. 

Στην συνέχεια (193Ο - 194Ο) θα προστεθούν οι αναθέσεις που ελάμβανε για την προβολή βιομηχανικών εγκαταστάσεων, θεατρικών παραστάσεων κ.ά., που καθρεφτίζουν την θαυμαστή ανάπτυξη της πόλης, την οικονομική και κοινωνική ζωή, τους ανθρώπους και τις συνήθειές τους. Σε αυτή την περίοδο ο Κ. Ζημέρης θα τραβήξει τις μοναδικές φωτογραφίες του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου που ζούσε και ζωγράφιζε στο Πήλιο. Φωτο-τοπιογραφίες του Πηλίου εμφανίζονται και στην τρίτη περίοδο (194Ο - 197Ο) του φωτογράφου μαζί με στιγμιότυπα από τον Β' ΠΠ, την Απελευθέρωση, τις διαδηλώσεις των Δεκεμβριανών, τους καταστροφικούς για την περιοχή σεισμούς μεταξύ 1954 και 1957, κ. ά. ιστορικής σημασίας ενσταντανέ. 




Τα καδράκια εντέλει πρέπει να ήταν  τσιγκογραφίες ή λιθογραφίες ή κάποια παρόμοια μέθοδος εκτύπωσης των φωτογραφιών σε χαρτί μη φωτογραφικό το οποίο αργότερα, σε δύο από αυτά, είχε επιχρωματιστεί – συνηθισμένη πρακτική για τους φωτογράφους τότε, όπως και η εκτύπωση των φωτογραφιών τους σε καρτ ποστάλ, για λόγους βιοπορισμού. Και σκέφτομαι τώρα πως εκείνο που με έλκυε σ' αυτά τα μικρά κάδρα ήταν η ιδιότητα του ασπρόμαυρου, ή έστω μινιμαλιστικά επιχρωματισμένου, σχεδίου να επικεντρώνει στην ένταση των μορφών και των σχημάτων, και να απορροφά το βλέμμα – σαν το πρώτο στάδιο μιας άσκησης παρατήρησης και στοχασμού. 









Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία ανήκει στην συλλογή ενός τοπικού πανεπιστημίου του New Jersey στις ΗΠΑ. Ο τίτλος της είναι "Πήλιο - Πρωινή βοσκή" και παρόλο που η λεζάντα της λέει Πορταριά, ο τόπος είναι το Τρίκερι. Αντλήθηκε από εδώ

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

 




Ένα τεράστιο πεδίο 

ελευθερίας 



...που ο καθένας μπορεί να πει τα πάντα ( ... ) γι' αυτό η λογοτεχνία είναι πιο απαραίτητη από ποτέ. Αποκαθιστά την πολυπλοκότητα και την αμφισημία σε έναν κόσμο που τις έχει αποσύρει. Μπορεί να ακροαστεί, χωρίς εξωραϊσμούς και αυταρέσκεια, ό,τι πιο άσχημο, πιο επικίνδυνο και πιο ανίερο παράγουν οι κοινωνίες μας. Η λογοτεχνία ζητάει χρόνο μέσα σ' έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι γρήγορα, που η εικόνα και το θυμικό κατατροπώνουν την ανάλυση. Για να παίξει όμως πλήρως τον ρόλο της, πρέπει να μείνει στο ύφος της και στα ιδανικά της. 

      Η λογοτεχνία είναι το ουσιώδες ή τίποτα. Αυτή η αντίληψη δεν εντέλλεται την απουσία της ηθικής, απαιτεί μία "υπερηθική", έγραφε ο Ζωρζ Μπατάιγ. 


*

                                                                                            

Το "Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες" (μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου – Στερέωμα, 2Ο18) είναι ένα μόλις 69 σελίδων βιβλίο που περιλαμβάνει έξι κείμενα της γαλλόφωνης Μαροκινής Leïla Slimani τα οποία αγγίζουν σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα και, παρ' όλη την ελαφρώς ρομαντική χροιά τους, διακρίνονται για τον δυναμισμό, την απροκάλυπτη αμεσότητα και την ευκρίνεια της σκέψης της. 

Την συλλογή προλογίζει ο Éric Fottorino που εκτός από έγκριτος συγγραφέας είναι και διευθυντής του Le 1το ανεξάρτητο κι αντισυμβατικό περιοδικό όπου πρωτοδημοσιεύτηκαν τα άρθρα της συλλογής, διαφορετικά μεταξύ τους σε ύφος. Δύο είναι δημοσιογραφικά: Το "Ένας στρατός από πένες", απ' όπου και το πιο πάνω απόσπασμα,  γράφτηκε μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Charlie Hebdo και η ανάγνωσή του, όπως και του "Φονταμενταλιστές, σας μισώ" που γράφτηκε την επομένη των επιθέσεων στο Μπατακλάν, κάνει αισθητό τον θυμό της συγγραφέως για την νοοτροπία του τρομοκράτη, τον αναλφαβητισμό του μουσουλμανικού κόσμου και κάθε τι δογματικό που φύεται στις κοινωνίες.

Τρία άρθρα είναι μικρά διηγήματα: Στο ομότιτλο "Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες" και στο "Περιμένοντας τον Μεσσία"  η συγγραφέας προτάσσει, όπως και στα υπόλοιπα άρθρα της αλλά και γενικότερα στο έργο της, την ανεκτικότητα, την απόρριψη των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, και την υπεράσπιση των πεποιθήσεων και των αξιών του δυτικού πολιτισμού. Το "Ένα αλλού", ωστόσο, είναι ένα τεκμήριο υπεράσπισης της ελευθερίας του νου και της λογοτεχνίας – η Ριμ, η πρωταγωνίστρια του διηγήματος, μεγαλώνοντας σε ένα σκληρό περιβάλλον, βρίσκει διέξοδο στα ταξίδια της ανά τον κόσμο με οδηγούς τους Μάντελσταμ, Τολστόι, Φώκνερ, Φιτζέραλντ και άλλους λογοτέχνες που, μέσα από τις σελίδες των έργων τους, την ξεναγούν στα διάφορα μήκη και πλάτη της γης.

Στο πρωτοπρόσωπο κι εξομολογητικό "Γαλλίδα, αλλοδαπών γονέων" η Σλιμανί, που γεννήθηκε το 1981 στο Μαρόκο και έφτασε στη Γαλλία για σπουδές στα 17 της, ομολογεί με θάρρος και υπερηφάνεια τον σύνθετο εαυτό της:
«Είμαι το παιδί όλων αυτών των ξένων και είμαι Γαλλίδα. Είμαι μετανάστρια, Παριζιάνα, ελεύθερη γυναίκα, σίγουρη ότι μπορείς να αυτοπροσδιοριστείς χωρίς να πρέπει να ακυρώσεις τους άλλους. Ότι η εθνικότητα δεν είναι ούτε δόξα, ούτε τιμή».

Ετούτη η πολλαπλή ταυτότητά της, συνδυαζόμενη με την διπλή υπηκοότητα –την Μαροκινή και την Γαλλική–, την καθιστά ικανή να διακρίνει τις ευαίσθητες λεπτομέρειες των δύο πολιτισμών που συνήθως υπερκαλύπτονται από την κεκτημένη ταχύτητα της προόδου και τα ταχύτατα αντανακλαστικά των ανθρώπων να συμπορευτούν. Τέτοιες λεπτομέρειες, που μορφοποιούν και δίνουν νόημα στην απτή πραγματικότητα, και την Ιστορία παρεμπιπτόντως, μαζί με την έντονη δίψα της για ελευθερία σκέψης και έκφρασης, συνιστούν το όραμα της Σλιμανί για την χώρα: "Να με τι θα ήθελα να μοιάζει η Γαλλία του 2Ο16: με τα χαρούμενα και ατέλειωτα χριστουγεννιάτικα δείπνα της, εκεί που ο καθένας είχε την θέση του, εκεί που κανείς δεν κατέκρινε, ούτε αυτούς που είχαν μεθύσει ούτε τους άλλους που λέγανε αυτό που νοιώθανε. Εκεί που οι γέροι δεν κορόιδευαν τις κουβέντες των πιο νέων, εκεί που οι βλάσφημοι διασκέδαζαν όλο το τραπέζι. Εκεί που, στο τέλος, δεν απέμενε παρά μόνον η σιγουριά ότι είναι προνόμιο να είμαστε όλοι μαζί σ' έναν κόσμο όπου, παρ' όλα αυτά, τα πάντα έχουν βαλθεί να μας χωρίσουν."   




Δημοσιογράφος, δημοφιλής συγγραφέας βραβευμένη με Goncourt (2O16) και εκπρόσωπος του γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν στον Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας, η Λεϊλά Σλιμανί, με τα κείμενά της, συμβάλλει ουσιαστικά στο ζήτημα του διαλόγου μεταξύ των πολιτισμών. Και αν κάτι κάνει την ολιγοσέλιδη ετούτη συλλογή αξιοδιάβαστη δεν είναι μόνο το ότι συνιστά μια καλή αρχή για να γνωρίσει κάποιος μία από τις πιο φωτεινές νέες πένες της Γαλλίας. Είναι και το ότι η συγγραφέας καταταδεικνύει εύστοχα και συγκινησιακά αφενός τον πλούτο της διαπολιτισμικότητας και την συγκολλητική ιδιότητα του ανθρωπισμού, κι αφετέρου την ικανότητα της λογοτεχνίας να προβάλει έναν δικαιότερο κόσμο και να μάχεται γι' αυτόν.





Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία εικονίζει την Εθνική Βιβλιοθήκη της Βρετανίας.