Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα comics. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα comics. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

 




Διαβάζοντας Εικόνες 

   

Δεν υπάρχει θεωρητική περιγραφή, ούτε αναλύσεις της θεωρίας της τέχνης και σαφείς ορισμοί ή περιγραφές για αυτό το καλλιτεχνικό κίνημα. Ωστόσο, η σύγχρονη σειριακή τέχνη, ή αλλιώς Ένατη Τέχνη, είναι μια από τις πιο ευέλικτες και συμπεριληπτικές μορφές τέχνης στη σημερινή οπτική κουλτούρα και αποτελεί πλέον σταθερό κομμάτι της εκδοτικής παραγωγής.

Ένα πρώτο αντιπροσωπευτικό δείγμα της είναι το "Έχεις ήδη πεθάνει" (Ελληνοεκδοτική, 2024) το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή, εάν αποτελούνταν απoκλειστικά από πυκνογραμμένο κείμενο. Το δημιούργημα των Θ. Τσίλη και Φρ. Νικολαΐδη, όμως, είναι ένα ατμοσφαιρικό graphic noir, το πρώτο ελληνικό του είδους, που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον ήδη από το τίτλο του – είναι η φράση στο σημείωμα που κρατά η Λίντα, μία εντυπωσιακή ντιζέζ της αθηναϊκής νύχτας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν επισκέπτεται τον Μάνο Βρεττό στο γραφείο του και του ζητά να την προστατεύσει.

Την επόμενη νύχτα, ο Βρεττός την επισκέπτεται στο κέντρο που εργάζεται αλλά δεν προλαβαίνουν να μιλήσουν – μια ξαφνική αδιαθεσία αναγκάζει την Λίντα να αποσυρθεί. Λίγα λεπτά αργότερα, θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο όπου, χωρίς προφανή αιτία, πεθαίνει. Αυτό θα είναι το σημείο εκκίνησης για τον πρώην αστυνομικό επιθεωρητή και νυν ιδιωτικό ντετέκτιβ. Η διαλεύκανση της υπόθεσης δεν θα είναι εύκολη: θα περάσει από κακόφημα μπαρ, μοντέρνα γραφεία και λαϊκές γειτονιές· θα συναντήσει πρώην συναδέλφους, εχθρούς και φίλους· θα μιλήσει με καθημερινούς ανθρώπους αλλά και ανθρώπους της νύχτας· θα αντιπαρέλθει συμφέροντα, θα συγκρουστεί με μεγαλοβιομηχάνους και θα ξεφύγει από τους μπράβους τους για ανακαλύψει τον δολοφόνο της πρώην συμμαθήτριάς του. Και όχι μόνον αυτής.

Οι χαρακτήρες είναι οι τυπικοί του είδους, εκτός ίσως από την βοηθό του Βρεττού – η νεαρά που τυγχάνει ανηψιά του αναλαμβάνει δράση όταν ο ίδιος κωλύεται. Η εικονογραφία παραπέμπει εμφανώς στο ιδίωμα του Φ. Δελλή, ενός από τους εικονογράφους των μυθιστορημάτων του Γ. Μαρή, με το χαρακτηριστικό ύφος και κιαροσκούρο της δεκαετίας του ΄50. Ωστόσο, σε τούτη την σύγχρονη ψηφιακή εκδοχή τους, και παρά τον τυποποιημένο και στυλιζαρισμένο ρεαλισμό της δισδιάστατης απεικόνισης, οι σιλουέτες αποπνέουν κίνηση και ζωντάνια. Ορισμένες δε λεπτομέρειες (πχ, το μικρό μαντήλι που συγκρατεί τα μαλλιά της νεαρής βοηθού) προσθέτουν με ακρίβεια στην ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Κάποιες άλλες, όπως η κεφαλίδα και τα στοιχεία μιας εφημερίδας, κλείνουν χιουμοριστικά το μάτι στον αναγνώστη.

Υπάρχουν βεβαίως και κείμενα – ολιγόλογες λεζάντες που πλαισιώνουν επιλεκτικά τις εικόνες εισάγοντας τον αναγνώστη στην σκηνή που διαδραματίζεται στο καρέ. Εκεί, οι διάλογοι στα μπαλονάκια, έχουν την αμεσότητα και την σπιρτάδα των προφορικών παρασύροντας αβίαστα το βλέμμα του αναγνώστη μέχρι το τέλος της αγωνιώδους, πράγματι, πλοκής. Η οποία, σε συνδυασμό με τις φειδωλές κοινωνικές νύξεις, κάνουν ετούτο το γκράφικ νουάρ ένα πλήρες κι ευχάριστο ψυχαγωγικό ανάγνωσμα.

Ένα δεύτερο, εξαιρετικά ενδιαφέρον δείγμα είναι το "Οι Όμηροι του Γκαίρλιτζ" (Ίκαρος, 2020) όπου εξιστορείται ένα άγνωστο στους πολλούς περιστατικό του Α' ΠΠ – την αμαχητί παράδοση του Δ' Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την ιδιότυπη αιχμαλωσία των περίπου 7.000 αξιωματικών και οπλιτών που το αποτελούσαν στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας.

Συνέβη ως εξής: Το 1916 είναι ο τρίτος χρόνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η κορύφωση του Εθνικού Διχασμού. Με την Ελλάδα να προσπαθεί να διατηρήσει στάση ουδετερότητας, η τότε κυβέρνηση αποφασίζει την παράδοση της οχυρωματικής γραμμής του Ρούπελ. Συνέπεια αυτού, η Βουλγαρία εισβάλλει στην Ανατολική Μακεδονία. Το Δ΄ Σώμα Στρατού βρίσκεται αποκλεισμένο και χωρίς δικαίωμα να αντισταθεί. Μετά από δραματικές διαβουλεύσεις και αφόρητες πιέσεις, ο επικεφαλής του Σώματος προτείνει την κατ' ευφημισμό φιλοξενία των ανδρών στην Γερμανία προκειμένου να αποφευχθεί η επώδυνη βουλγαρική αιχμαλωσία. Απίστευτο, κι όμως.

Αφηγητής είναι ο σαλονικιός Οικονόμου. Δεν είναι μόνον αυτός, ωστόσο, που μιλά σε τούτο το οδοιπορικό που εκτείνεται σε εκατό σελίδες: ξεκινά από το Σαρή Σαμπάν κοντά στον ποταμό Νέστο (η σημερινή Χρυσούπολη), κατευθύνεται στην Καβάλα, διασχίζει την βόρειο Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Σερβία και καταλήγει στη ανατολική Γερμανία· για να επιστρέψει τρία χρόνια αργότερα και πάλι στην πατρίδα. Στα καρέ του μυθιστορήματος, εμφανίζονται και παίρνουν τον λόγο πολλοί άλλοι στρατιωτικοί, βαθμοφόροι και μη – χαρακτήρες με διακριτό ύφος και ρόλο πλαισιωμένοι από το αντίστοιχο, υποβλητικό στην σκληρότητά του, περιβάλλον.

Ως έμπειρος κομίστας, ο Θανάσης Πέτρου απεικονίζει τον σουρεαλισμό και την παραφροσύνη του πολέμου με μια λιτή γήινη παλέτα, ιμπρεσιονιστικές πινελιές και ημι-αδρές γραμμές. Ως συγγραφέας επίσης, καθώς έχει γράψει ένα ολοκληρωμένο πρωτότυπο σενάριο, αντιμετωπίζει τα ρεαλιστικά και σύνθετα, ώριμα, θέματα που απορρέουν με στοχασμό κι ενίοτε δεικτικό χιούμορ. Εξερευνά δε τις ψυχολογικές και σωματικές βλάβες του πολέμου όχι μόνον με τις μουντές τονικότητες του χρωστήρα του, αλλά και με την γλώσσα – οι άνδρες του Σώματος μιλούν με τους ιδιωματισμούς και τις ιδιαίτερες λέξεις του τόπου απ' όπου προέρχονται. Έτσι ακούς τη Θεσσαλονίκη, τη Μάνη, τη Σμύρνη ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβάνεσαι και την κουλτούρα του κάθε τόπου, στοιχείο που δρα αντιστικτικά με το περιβάλλον του πολέμου και προσδίδει ξεχωριστή ενάργεια και πιστότητα στην αφήγηση.

Ο τόμος ετούτος είναι ο πρώτος από μία σειρά πέντε, μέχρι στιγμής, τόμων που ο Θ. Πέτρου έχει δημιουργήσει γύρω από συγκεκριμένα ορόσημα της ιστορίας της Ελλάδας και κατ' επέκταση της Ευρώπης. Συμπληρώνεται με ένα επιλογικό σημείωμα και σχετική βιβλιογραφία στις τελευταίες σελίδες του, είναι εξαιρετικής αισθητικής και γραφιστικής επιδεξιότητας, και σε απορροφά· τόσο που ξεχνάς πως διαβάζεις ένα μυθιστόρημα σε εικόνες 

Γραφιστική και οπτικά εφέ, design, εικονογράφηση, λογοτεχνία και τεχνικές του βιβλίου, comics, εννοιολογική τέχνη είναι τομείς που συγκλίνουν, αλληλοδιαχέονται και επηρεάζουν το πεδίο του graphic storytelling/novel – ένας ευρύς όρος που αφορά κατά κύριο λόγο σε ενήλικες καθώς έχει πλέον διαχωριστεί από τον όρο comics που απευθύνεται σε νεαρότερες ηλικίες και συνδέεται με σύντομα αφηγήματα σε περιοδικές εκδόσεις, και γελοιογραφίες.

Να όμως που το εικονογραφικό “Ένας Κόσμος Χωρίς Τέλος” (μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου / επμέλεια: Γιάννης Ζηρίνης – Κριτική, 2024) κοντράρει τον πιο πάνω διαχωρισμό – μοιάζει με τα μαμούθ-κόμικς κι έχει πρωταγωνιστή έναν σούπερ-ήρωα που παραπέμπει στον IronMan της Marvel. Συμπρωταγωνιστούν οι δημιουργοί του βιβλίου – δύο ανθρώπινα καρτούν που μιλούν, με αρκετό χιούμορ, σε διαλόγους-μπαλονάκια θυμίζοντας έντονα τα "μίκυ μάους" των παιδικών μας χρόνων. Κι επιπλέον, δεν σχετίζεται αμιγώς με το παρελθόν, ούτε είναι μυθοπλασία ή κάποιο άλλο λυρικό πεζογραφικό είδος όπως είναι η επικρατούσα μορφολογία των γκράφικ νόβελ.

Ο Jean-Marc Jancovici, διακεκριμένος μηχανικός, καθηγητής και συγγραφέας, έχει συντάξει μία εμβριθή μελέτη που αντλεί από το φλέγον παρόν – την ενέργεια, το κλίμα και το περιβάλλον. Και μέσω της έγχρωμης κι ευφυούς εικονογραφίας του βραβευμένου Christophe Blain, οπτικοποιεί με κάθε λεπτομέρεια τα ευρήματα: την εξάρτηση του σύγχρονου ανθρώπου από τα ορυκτά καύσιμα, τις βαθιές αλλαγές που επιφέρει η ανθρώπινη δραστηριότητα στο φυσικό περιβάλλον, και τις συνέπειες όλου αυτού του συστήματος αλληλεπίδρασης, από τις απαρχές της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα, στο σύνολο της κοινωνίας. Ως επίλογο, η γνώση και τα δεδομένα των πρότερων σελίδων προβάλλουν το επιτακτικό ερώτημα για το μέλλον της υφηλίου – μία αίσθηση υπεραρκετή για την αφύπνιση της κοινωνικής, κι όχι μόνον οικολογικής, συνείδησης των ενήλικων αναγνωστών. Οι δύο Γάλλοι προτείνουν, επίσης, την ανάληψη συγκεκριμένων ενεργειών της καθημερινότητας για την άσκηση ενεργειακής εγκράτειας. Όχι ακριβώς ανάλαφρο και ψυχαγωγικό ανάγνωσμα, σίγουρα όμως ένα καλαίσθητο, έγκυρο κι αντισυμβατικό εργαλείο μόρφωσης, προβληματισμού κι ευαισθητοποίησης. 

H εικόνα είναι νόημα και μεταφορική πληροφορίας. Εντείνει σημαντικά την κατανόηση ενός κειμένου ενώ παράλληλα καλλιεργεί την οπτική και γενικότερη αισθητική του αναγνώστη – μερικά από τα οφέλη των γκράφικ νόβελ που γνωρίζουν ραγδαία εξέλιξη την τελευταία, περίπου, δεκαετία. Η μεγάλη δημοφιλία τους, ωστόσο, με κάνει να σκέφτομαι πως μπορεί να θεωρηθούνται επαρκής ανάγνωση λογοτεχνίας. Δεν είναι παράλογο: στην εποχή της κυριαρχίας της εικόνας και της συμπυκνωμένης ψηφιακής πληροφορίας, της αμέτοχης αντίδρασης και των μονολεκτικών συμπερασμάτων είναι πολύ πιθανό έως φυσιολογικό επακόλουθο.  

Τα όρια του κόσμου μας είναι τα όρια της γλώσσας μας, είπε ο Wittgestein. Κι έχει δίκιο: όσο και αν οι εικόνες εμπλουτίζουν, θέλγουν ή κινητοποιούν έναν κόσμο –με την ευρεία ή την στενά προσωπική ερμηνεία του–, με τις λέξεις, και κατ’ επέκταση τα μεγάλα κείμενα, είναι που μαθαίνουμε να βλέπουμε κι όχι απλώς να κοιτάμε· να αναπτύσσουμε τις διαστάσεις της σκέψης και να ολοκληρώνουμε ένα σκεπτικό· να ασκούμε την πολυπόθητη κριτική εκδοχή της και να ερμηνεύουμε, όπως έδειξαν ο Italo Calvino και ο Jürgen Buchmann, γλαφυρές εκφάνσεις της σιωπής. Διαφορετικά, μιλάμε για απλή κατανάλωση εικόνων και εικονική επικοινωνία.





* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό των βιβλίων                                      The Books' Journal  ( τ.174 / Μάρτιος 2026 )




 



Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

 

 

 

bits & bobs 

  




 
Κι ενόσω η προγραμματισμένη συνάντηση καθυστερούσε, αξιοποίησα τον κενό χρόνο με μια επίσκεψη σε κοντινό βιβλιοπωλείο. Δίχως κάποιο συγκεκριμένο πλάνο αγορών ή λίστα τίτλων TBR. Μόνος σκοπός μου να ενημερωθώ in situ για όσο χρόνο διαρκεί ένας καφές.   

Πρώτο τμήμα του μεγάλου διαδρόμου οι Τέχνες. Ξέροντας πως φέτος το ενδιαφέρον στα εικαστικά θα τραβήξει ο Caspar David Friedrich με τις περισσότερες από 10 εκδηλώσεις κι εκθέσεις στη Γερμανία που σηματοδοτούν τα 250 χρόνια από την γέννησή του μεγάλου Ρομαντικού του 18ου αι., κοίταξα μήπως βρω κάτι σχετικό. Ήμουν όμως πιο τυχερή – η μικρή μονογραφία του "περσινού" κλασικού Johannes Vermeer, στο ράφι στο βάθος, σήμαινε πως δεν ήταν εντέλει εξαντλημένη, όπως πίστευα, και πως θα μάθαινα κάτι περισσότερο για την διαύγεια του φωτός, τα πλούσια σε βαθύτητα χρώματα και τη λεπτότητα με την οποία ο μπαρόκ Ολλανδός αποδίδει την πολυπλοκότητα της άσημης, εντός των οικιακών τειχών, καθημερινότητας του 17ου αι. Ίσως έγραφε και για την βία της εποχής που καλύπτει η ομορφιά των έργων του. Θα ήμουν εντελώς ανόητη εάν το άφηνα στη θέση του.

Φωτεινό κίτρινο και φλογερό πορτοκαλί – η επόμενη στάση στον επόμενο διάδρομο. Εάν ήταν μόνον η έντονη μονοχρωμία των εξωφύλλων που έκαναν τα δύο βιβλία λογοτεχνίας να ξεχωρίζουν, θα προσπερνούσα. Δεν προσπέρασα, ωστόσο, χάρη στα ονόματα των δύο συγγραφέων τους. Θα επανέλθω με σχετικές λεπτομέρειες μόλις τα διαβάσω.
 
   
Την πρώτη φορά που αγόρασα Τα ημερολόγια της Εστέρ ( μτφρ. Αριάδνη Λουκάκου – ποταμός, 2017ήταν για δώρο και δεν μπόρεσα να διαβάσω τις εξομολογήσεις της 10χρονης Γαλλίδας.  Εννοείται πως όταν το είδα μπροστά μου δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Όχι γιατί είναι ένα μακροχρόνιο best seller στη Γαλλία, αλλά διότι τα σκίτσα του  Riad Sattouf έχουν μια ιδιαίτερη, δυναμική κίνηση  κι επιπλέον η Εστέρ θεωρείται το σύγχρονο θηλυκό αντίστοιχο του μικρού Νικόλα. Δεν πρόκειται, όμως, για το αποκύημα της φαντασίας του βραβευμένου γάλλου κομίστα και σκηνοθέτη. Η Εστέρ Α. είναι ένα υπαρκτό κορίτσι που εκμυστηρεύτηκε τις σκέψεις της στον Σατούφ κι αυτός στην συνέχεια, με το δικό του ανατρεπτικό χιούμορ και το πενάκι του,  τις έκανε  αντικείμενο της κομικής στήλης του στο Le Nouveu Orbs – το εβδομαδιαίο γαλλικό περιοδικό όπου εργαζόταν εκείνη την εποχή αφότου είχε εγκαταλείψει την θέση του στο Charlie Hebdo. Η Εστέρ Α. είναι ένα παιδί της εποχής της, με την φρεσκάδα, τον αυθορμητισμό και την καυστική παρατηρητικότητα ενός φυσιολογικού παιδιού που απορεί με τις οξύμωρες και σουρεαλιστικές λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Η οικογένεια, το σχολείο, η ποπ κουλτούρα, η πολιτική ορθότητα που γίνεται γελοιότητα, ο ρατσισμός, η βία· η μόδα, ο καταναλωτισμός, τα αγόρια, το σώμα – ζητήματα που θίγει με ευθύβολη ειλικρίνεια η νεαρά και φέρνει σε δύσκολη θέση τους μεγάλους. Ετούτο το βιβλίο της Εστέρ, το οποίο είναι το πρώτο από μία σειρά τριών ημερολογίων και το μόνο  μέχρι στιγμής που κυκλοφορεί στα ελληνικά,  έχει ένα μειονέκτημα για τους ενήλικους αναγνώστες – χρειάζεσαι οπωσδήποτε γυαλιά πρεσβυωπίας, και στην δική μου περίπτωση, ειδικό φως ανάγνωσης, για να διαβάσεις την μικρή γραμματοσειρά και να δεις τα τόσα στοιχεία που ο Σατούφ βάζει σε ένα καρέ. Αμελητέα εντέλει λεπτομέρεια καθώς είναι απολαυστικότατο.
 
 
Το ανεξάρτητο, πρωτοπόρο πνεύμα του John Cassavetes και, ομολογώ, η μακρινή εντοπιότητα*,  με οδήγησαν στο  "Τζον Κασαβέτης, Μην πιστεύεις την αλήθεια" (αρχισυνταξία Γιώργος Παπαδημητρίου – Κυψέλη, 2022) – μία συλλογή 17 κειμένων για τις 11 από τις 12 ταινίες που συνιστούν την φιλμογραφία του Ελληνοαμερικανού auteur. Παράλληλα ωστόσο, συνιστούν και μία έμμεση βιογραφία του καθώς παρατίθενται, εκτός από τις πληροφορίες για την καταγωγή και την οικογένειά του, και στοιχεία της ζωής και της ιδιοσυγκρασίας του που είναι άμεσα συνυφασμένα με το έργο του. Όπως πχ η εμμονή του για ανεξαρτησία που τον οδήγησε σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε crowdfunding ώστε να χρηματοδοτήσει την πρώτη ταινία του Σκιές (1959). Ή, ότι αυτοσχεδίαζε συνεχώς – από το χτίσιμο των αληθινών διαλόγων έως  την ολοκλήρωση της παραγωγής και την προβολή των ταινιών του.  Για την μουσική επένδυση των Σκιών δε, αφού απέρριψε τον Miles Davis, προσέγγισε τον Charles Mingus ο οποίος "...δέχτηκε να συνεργαστεί με έναν 'όμοιό' του στην δημιουργική τρέλα και τα ντουζένια. Ο Τζον του 'κανε τα χατίρια, αλλά ο Τσάρλι διαφωνούσε με τις ακατέργαστες συνθέσεις που βιάστηκε να ενσωματώσει ο φουριόζος Τζον." Ή, ότι το ανήσυχο πνεύμα του, ο αυθορμητισμός και ο παρορμητισμός του τον οδηγούν να γίνει ανθρώπινα σημειολογικός: "...στα χαοτικά (κι όμως τόσο εύλογα δομημένα τελικά) καρέ των Συζύγων (1970)  ελλοχεύει το making of της ζωής..." 
 
Εξίσου ενδιαφέρον είναι και το γεγονός πως οι αρθρογράφοι-κριτικοί, μεταξύ των οποίων και ο Γιώργος Παππάς, ορίζοντας τον χωροχρόνο εξέλιξης του Κασσαβέτη –με την σύνδεση του έργου του με την ιστορία του κιν/φου αλλά και με το παρόν μας– ερμηνεύουν  παράλληλα τον άνθρωπο που αποτύπωσε σε φιλμ –ευθύτερα από οποιονδήποτε άλλον– τις ταπεινές προσωπικές αλήθειες της ανθρώπινης συνθήκης και θεμελίωσε έτσι, με την αυτοσχεδιαστική αισθητική του και την αίσθηση vérité που αποπνέουν οι ταινίες του, τον Νέο Ανεξάρτητο Κινηματογράφο στις ΗΠΑ. Κι επιπλέον, διασαφηνίζουν αυτό που σήμερα αναζητείται σε πολλούς τομείς: το πάθος και η δημιουργία καινούργιων σημείων αναφοράς.   
   
 
  
Να περιδιαβάζεις πάγκους γεμάτους βιβλία και να αφήνεσαι: να παρατηρείς τις συμβιώσεις που ορίζει η τυχαιότητα και το χέρι του υπαλλήλου· να αγγίζεις τα εξώφυλλα και να περιεργάζεσαι τις διάφορες υφές των χαρτιών, το βάρος και τις διαστάσεις τους, τα χρώματα και τις γραμματοσειρές τους· να διαβάζεις ανερμάτιστα τις περιλήψεις στα οπισθώφυλλα και  τα αφτιά·  να επιλέγεις, να απορρίπτεις και να συνδιαλέγεσαι με τις διαθέσεις τις στιγμής και τις προκατασκευασμένες  TBR λίστες, ίσως και με τις γνώμες φίλων, πιο πιθανό με την κριτική – αυτή η ενεργή σύζευξη των αισθήσεων είναι η υπεροχή της φυσικής παρουσίας σε ένα βιβλιοπωλείο. Η οποία, συν τοις άλλοις, συμβάλλει σημαντικά, όπως και η ανάγνωση, στην μείωση της αρτηριακής πίεσης, των σφυγμών της καρδιάς και συνεπώς του άγχους. Στην συγκεκριμένη περίπτωση,  για την επικείμενη συνάντηση.
 
Φεύγοντας υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως η επόμενη φορά θα διαρκέσει όσο μία κούπα αχνιστό τσάι.  My cuppa.
 



 
 
 

_______ 

 * Ο J. C. γεννήθηκε στην Λάρισα ενώ μέλη της οικογένειας Κασσαβέτη εγκαταστάθηκαν αργότερα στον Βόλο και την Ζαγορά Πηλίου.



Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης είναι μία αφηρημένη δική μου. Η δεύτερη είναι λεπτομέρεια από το οπισθόφυλλο του graphic novel του Σατούφ. Στην επόμενη, ο Τζον Κασσαβέτης βρίσκεται στο ιδιωτικό του στούντιο. Το εικαστικό στο τέλος είναι λεπτομέρεια από το The Art of Painting, το μεγαλύτερο σε διαστάσεις και πιο πολύπλοκο στη σύνθεση και εικονογραφία έργο του Johannes Vermeer όπου το μοντέλο ποζάρει ως Κλειώ, η Μούσα της Ιστορίας.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020








Σήμερα








...είναι μία ιδιαίτερη ημέρα. Θεσπίστηκε το 1977 όταν το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) όρισε την 18η Μαΐου ως τη Διεθνής Ημέρα των Μουσείων  θέλοντας έτσι να αναδείξει τον ρόλο των Μουσείων στην σύγχρονη κοινωνία και να μας προτρέψει να τα επισκεπτόμαστε περισσότερο.
 
"Τα μουσεία είναι διαχειριστές της επίγνωσης. Μας δίνουν μία ερμηνεία της ιστορίας, το πώς να δούμε τον κόσμο και να εντοπίσουμε τον εαυτό μας μέσα σ'αυτόν. Είναι, αν θέλετε να χρησιμοποιήσουμε θετικούς όρους, σπουδαία εκπαιδευτικά ιδρύματα." λέει ο Hans Haacke, εικαστικός και κριτικός τέχνης. Μπορείτε να το διαπιστώσετε αυτό με μία επίσκεψη που δεν είναι ποτέ αρκετή, σας διαβεβαιώ. Από την 15η Ιουνίου και μετά, όμως, που θα αρθούν και τα τελευταία περιοριστικά μέτρα. σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του ΥΠΠΟ, και τηρώντας όλα τα μέτρα προσωπικής υγιεινής και ασφάλειας - μην ξεχνιόμαστε. 










Σημειώσεις: Το σκίτσο είναι του γάλλου γελοιογράφου Jean-Jacques Sempé, συνδημιουργού (μαζί με τον René Goscinny) του Μικρού Νικόλα (εκτενής λίστα των βιβλίων της συλλογής εδώ). // Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών, έχουν προγραμματιστεί διαδυκτιακές εορταστικές δράσεις από διάφορα μουσεία, στις οποίες μπορείτε να συμμετάσχετε από την οθόνη του υπολογιστή σας. Λεπτομέρειες εδώ.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020










Counting

the holidays





Σημείο 0 · Η εκκίνηση των φετικών γιορτών έγινε με την "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" γιατί Χριστούγεννα χωρίς Ντίκενς δεν είναι ακριβώς Χριστούγεννα. Είδα την πιο πρόσφατη μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος – μία τρίωρη κινηματογραφική ταινία (στο ΗΒ προβλήθηκε ως τρία ωριαία τηλεοπτικά επεισόδια) η οποία αποδίδει με περισσό ρεαλισμό την βικτωριανή εποχή: γκόθικ ατμόσφαιρα που θυμίζει Σκοτεινό Ιππότη και Peaky Blinders, με θρησκευτικές αναφορές –το πνεύμα του Παρελθόντος πριν αρχίσει την ξενάγηση στην περασμένη ζωή του Σκρούτζ φορά ακάνθινο στεφάνι–, και στοιχεία σαιξπηρικού δράματος. Ακούγεται εντυπωσιακό, κι εν μέρει είναι. Όσο το ξανασκέφτομαι, όμως, βρίσκω πολλά στοιχεία που προκαλούν αμηχανία: το σενάριο είναι πλήρως συντονισμένο με την σημερινή επικαιρότητα  της πολιτικής ορθότητας, του φεμινισμού και της παιδικής σεξουαλικής παρενόχλησης/κακοποίησης - η σύζυγος του Μπομπ Κράτσιτ είναι έγχρωμη, ο μικρούλης Τιμ ΑμΕΑ (>νάνος) ενώ ο Σκρουτζ είχε τραυματικές εμπειρίες όσο ήταν εσώκλειστος στο σχολείο. Η παραγωγή έχει στιγμές νατουραλισμού χωρίς να υπάρχει λόγος, ενώ η προσπάθεια του Σκρουτζ να επανορθώσει την σκληρότητά του στον Μπομπ Κράτσιτ είναι τόσο βιαστική και άτσαλη που μοιάζει ασύνδετη κι εκτός πνεύματος. Ωστόσο, οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι αξιοπρόσεκτες, με τον Γκάι Πηρς  να ερμηνεύει ιδανικά τον Εμπενίζερ Σκρουτζ ως έναν απόλυτα στυγνό κερδοσκόπο – περισσότερο κοινωνιοπαθή όμως παρά ανέμπνευστο μισάνθρωπο όπως στο πρωτότυπο· γεμάτο παρ' όλα αυτά με κρυφά ψυχικά τραύματα.  Αν και το πραγματικό μήνυμα των Χριστουγέννων μοιάζει να του διαφεύγει, ετούτο το σκοτεινό παραμύθι φαντασίας μόνο για ενηλίκους σε βάζει στην διαδικασία να συγκρίνεις τις διαστάσεις του χρόνου και να προβληματιστείς, γενικώς. 


1 όπερα · Για την ακρίβεια όπερα-μπαλέτο του 18ου αι. που είναι συναφής, κατά κάποιον τρόπο, με το πνεύμα των Χριστουγέννων καθώς ασχολείται με το πως έβλεπαν οι Ευρωπαΐοι της εποχής τούς εξωτικούς Άλλους: Τούρκους, Ινδούς, Πέρσες. Το "Les Indes galantes" θεωρείται αριστούργημα της Αναγέννησης και με αυτό ο Ζαν-Φιλίπ Ραμώ εισήγαγε το νέο είδος (όπερα-μπαλέτο) που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένο τότε. Και τώρα, η πρόσφατη –μόλις πριν από τρεις μήνες– διασκευή του που ανέβηκε στην Όπερα του Παρισιού γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Δεν ήμουν δυστυχώς εκεί αλλά είδα online τον τρόπο με το οποίο ο σκηνοθέτης Clément Cogitore διανύει τον χρόνο επί σκηνής και μεταφέρει το έργο του Ραμώ στο σύγχρονο αστικό και πολιτικό περιβάλλον για να διερευνήσει τα όριά του. Εργαλεία του οι χορογραφίες vogue και Krumpη νέα επιβλητική εκτέλεση της μουσικής του Ραμώ και η δυναμικότητα που αυτή δίνει στο λιμπρέτο. Τα ευέλικτα σκηνικά και η εναλλαγή των εντυπωσιακών κοστουμιών συμβάλλουν κατά πολύ στην φαντασμαγορία της παράστασης. Από τις περιπτώσεις που μία εμπνευσμένη και δυναμική διασκευή είναι καλύτερη από το πρωτότυπο. Inoubliable.

2 μουσικές · Οι γιορτές των Χριστουγέννων θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι κατ' εξοχήν γιορτές με μουσική: παραδοσιακά κάλαντα, συναυλίες κατανυκτικής κλασικής μουσικής και ρυθμοί των κλασικών κρούνερς. Οι φετινές γιορτές, ωστόσο, χαρακτηρίστηκαν από δύο, κυρίως, ακούσματα: το Nouveaux Horizons της Melissa NKonda ως μουσική επένδυση των ευχών μου στην προηγούμενη ανάρτηση. Και το soundtrack της ταινίας Judy με την φωνή της Ρενέ Ζέλβεγκερ – δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με Χριστούγεννα, συνδυάζει ωστόσο τις δύο διαθέσεις μου: αλεγκρία και μία ιδέα μελαγχολίας. 


3 ταινίες · Εκτός από τις "παραδοσιακές" ταινίες των Χριστουγέννων που σε βάζουν στο αισιόδοξο κλίμα των γιορτών και της ενσυναίσθησης, οι ταινίες που αιχμαλώτισαν το βλέμμα μου φέτος ήταν ιδιαίτερα στοχαστικές. Όπως η Μια νύχτα με τη Μωντ του Éric Rohmer. Την βρήκα τυχαία και την είδα χωρίς δεύτερη σκέψη – αφενός η πλοκή εξελίσσεται την Παραμονή των Χριστουγέννων, αφετέρου την θεωρώ μια θαυμάσια μελέτη χαρακτήρων καθώς οι τέσσερις πρωταγωνιστές της συζητούν για την ηθική, τον έρωτα και την ανθρώπινη ύπαρξη, ενώ θέτουν διαρκώς ερωτήματα που, την ίδια στιγμή, καλούνται να απαντήσουν με την στάση τους. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως ήθελα να την ξαναδώ για τον ίδιο λόγο που την είδα την πρώτη φορά – έφηβη, χωρίς να γνωρίζω την γλώσσα και δίχως να μπορώ να καταλάβω την ουσία των διαλόγων, με γοήτευαν η ανεξαρτησία των πρωταγωνιστών και όλα εκείνα που δεν έλεγαν αλλά άφηναν να εννοηθούν (αυτό το τελευταίο, για να είμαι ακριβής, με απέλπιζε λίγο). Αρκετές δεκαετίες μετά, αν και τα γαλλικά μου έχουν βελτιωθεί, εξακολουθώ να μην κατανοώ ορισμένα σημεία (υπάρχουν αναφορές σε μαθηματικά και στην σκέψη του Πασκάλ) και η ήρεμη διεκδίκηση της Μωντ με μαγνητίζει το ίδιο.  

· Το Πορτραίτο μιας Κυρίας Που Φλέγεται της Céline Sciamma – υποψήφια για το φετινό BAFTA Καλύτερης Μη Αγγλόφωνης Ταινίας. Θα έπρεπε, ωστόσο, να είναι υποψήφια και στην κατηγορία της Φωτογραφίας – κάθε της καρέ είναι ένας ζωγραφικός πίνακας που σου φέρνει στο νου Caspar David Friedrich, Corot, John Constable. Σκηνικό απόλυτα συνυφασμένο με την πλοκή καθώς μία από τις πρωταγωνίστριες, η Μαριάν, είναι ζωγράφος που καλείται να κάνει το πορτραίτο μιας νεαρής ευγενούς, χωρίς ωστόσο η δεύτερη αρχικά να το γνωρίζει. Η σχέση που εντέλει θα αναπτύξουν οι δυο τους θα προκύψει από μια αμφισημία, κατόπιν θα γίνει έντονη και καθώς θα εξελίσσεται θα δίνει και το αντίστοιχο ύφος και απόχρωση στο πορτραίτο της Ελοΐζ - ανεπαίσθητη αναφορά, ίσως, στον Francis Bacon. Εκτός από την άρτια εικαστική ομορφιά της, η ταινία δίνει μια σαφή  και ψύχραιμη όψη της ζωής που βίωναν οι γυναίκες στο τέλος του 18ου αι. Κοινωνικός ρεαλισμός εποχής σε κλασικό ύφος, αφαιρετικό, και με αργούς ρυθμούς ωστόσο συναρπαστική. 

· I lost my body. Ένα animation που μιλά για τους νέους, απηχεί ωστόσο στους ενήλικες – διακρίθηκε στο φεστιβάλ των Καννών όπου απέσπασε το μεγάλο βραβείο της Εβδομάδας των Κριτικών. Ανεξάρτητη παραγωγή, σχεδιασμένη στο χέρι, η ταινία ετούτη με εντυπωσίασε και για τους χαμηλούς τόνους της και τον τρόπο που ο σκηνοθέτης  Jérémy Clapin αφηγείται οπτικά το ταξίδι ενός κομμένου χεριού (αντίστοιχο με το Αυτό της Οικογένειας Άνταμς) για να μιλήσει για το τυχαίο που μπορεί να ανατρέψει τα πάντα σε μια στιγμή, τις υλικές ελλείψεις και τα ψυχικά κενά, τα τραύματα που κουβαλάμε, την μειονεξία, τις σχέσεις -κι όχι το χάσμα- των γενεών και το θάρρος που βρίσκουμε για να αντιμετωπίσουμε τη ζωή. Η επεισοδιακή περιπλάνηση του Χεριού και η ιστορία του νεαρού Ναουφέλ είναι μεστή νοημάτων και συναισθήματος ενώ η σύνθεση των επιμέρους στοιχείων της πλοκής και η εξέλιξή της δίνουν την αίσθηση μιας καλογραμμένης νουβέλας. Δεν είναι τυχαίο - η παράξενη όσο και πρωτότυπη ετούτη ιστορία βασίζεται στο βιβλίο "Happy Hand" του Guillaume Laurant. Λίγο στενόχωρη, ωστόσο λυρική κι αυθεντική.  


? βιβλία · Σ' αυτές τις γιορτές διάβασα λιγότερο απ' ότι συνήθως – ίσως λόγω μιας γενικότερης διάθεσης, ίσως γιατί ορισμένα βιβλία που θέλησα να διαβάσω είχαν συντακτικές και μεταφραστικές αμέλειες που με εμπόδιζαν στην ανάγνωση και τελικά τα άφησα. Ένα άλλο, με διακρίσεις και θερμές συστάσεις, θυμίζει διπλωματική εργασία με την τόσο λεπτομερή παράθεση στοιχείων και  σημειώσεων. Αυτό, όμως, συνεχίζω να το διαβάζω  μέχρι να φτάσω στο προσωπικό όριο της περίπου εκατοστής σελίδας και να διαπιστώσω εάν αυτή η έκθεση πνευματικής βιρτουοζιτέ και τεχνικής αρτιότητας δεν είναι just beating around the bush αλλά έχει λόγο ύπαρξης κι εξυπηρετεί μία ευανάγνωστη ιστορία. 

Την σειρά του αναμένει ένα δοκίμιο της καναδής Άνν Κάρσον – μία από τις πιο δυναμικές προτάσεις της μεταμοντέρνας ποίησης. Την γνώρισα σχετικά πρόσφατα και βρήκα τα κείμενά της συναρπαστικά. Το Έρως ο γλυκόπικρος (μτφρ. Ανδρονίκης Μελετλίδου – Δώμα, 2019) είναι το πρώτο βιβλίο της και διερευνά το παράδοξο του έρωτα και το διάνυσμά του στην κλασική ποίηση. Χμ... μάλλον διαλειμματική θα είναι η αναμονή.

Αν μη τι άλλο, το τέλος της προηγούμενης χρονιάς και η αρχή της νέας ήταν θεαματικά, με περιπέτειες και υποσχέσεις. Και αρκετές χριστουγεννιάτικες λίστες με προτάσεις βιβλίων. Σ' αυτές, και όχι μόνο, θα ανατρέχω για τις επόμενες αναγνώσεις – το πνεύμα των γιορτών θα διατηρηθεί για πολύ ακόμη. 












Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία θα μπορούσε να είναι μεγέθυνση μίας λεπτομέρειας από την εγκατάσταση φωτός "Submergence"  της ομάδας Squidsoup αλλά είναι μόνο μία ανώνυμη εικόνα που αντλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο. Στην δεύτερη φωτογραφία είναι η Françoise Fabian σε σκηνή από την ταινία του Ερίκ Ρομέρ ενώ στην τρίτη, βλέπετε μία σκηνή από την παράσταση του Ραμώ. H παιδική φατσούλα, στην τελευταία φωτογραφία, ανήκει σε ένα ήρωα της ισπανικής ταινίας κινουμένων σχεδίων "Klaus", ένα από τα feel-good animation που, επίσης, είδα την περίοδο των Χριστουγέννων.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019








Then again, 

the pen would rather





Υπάρχει κάτι συναρπαστικό όταν ανακαλύπτεις τις πολλές όψεις της έκφρασης ενός λογοτέχνη, πολύ περισσότερο εάν είναι κλασικός που παρέμενε, μέχρι χθες, άγνωστος. Όπως ο Wilhelm Busch. Ποιητής, ζωγράφος κι ευθυμογράφος στην Γερμανία του 19ου αι. θεωρείται πρωτοπόρος των κόμικς με την σύγχρονη μορφή τους. Ωστόσο, θέλοντας να εμφανιστεί με πιο σοβαρά θέματα στους αναγνώστες του, ασχολήθηκε και με τον πεζό λόγο. "Το όνειρο του Εδουάρδου" (μτφρ. Γιάννη Κοιλή – Γαβριηλίδης, 2019είναι ένα από τα ελάχιστα πεζογράφηματά του και το πρώτο βιβλίο από το έργο του που εκδίδεται στα ελληνικά. 

Ο Εδουάρδος είναι ένας ήσυχος οικογενειάρχης. Ένα βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, προσπαθεί να κοιμηθεί αλλά δεν είναι εύκολο. Όταν το καταφέρνει, βρίσκει τον εαυτό του να μεταμορφώνεται σε ένα σημείο, μία κουκίδα αν θέλετε, χωρίς διαστάσεις αλλά με ανθρώπινα χαρακτηριστικά και "δίχως να λογαριάσω γυναίκα και παιδί, αποφάσισα να αρχίσω τα ταξίδια." Και  "...βρέθηκα ευθύς σε μέρος φιλικό, στην επικράτεια των αριθμών, όπου συνάντησα μιαν όμορφη αριθμητική κωμόπολη."   Αυτό δεν το περίμενα και με πτόησε – οι αριθμοί δεν είναι καθόλου στις προτιμήσεις μου, περισσότερο δε στις αναγνωστικές. Συνέχισα, ωστόσο, λίγο να διαβάζω από κεκτημένη συνήθεια και για καλή μου τύχη το κείμενο πήρε μια απροσδόκητη τροπή: "Υπήρχαν όμορφοι κήποι αναψυχής σε αυτήν την πόλη και οπωροφόρα γεμάτα μικρά χρυσά τοις εκατό. Σε σκάλες χάρτινες ανεβοκατέβαιναν οι διαιρετέοι· ορισμένοι έπεφταν χάμω, έτριβαν τα πλευρά των απωλειών και κούτσα κούτσα γύριζαν λυπημένοι σπίτι. 
   Πίκρα και δυστυχία υπήρχε και αλλού στην πόλη. Σε όλες τις γωνίες των δρόμων στρογγυλοκάθονταν οι κλασματικοί αριθμοί· φτωχοί, πρησμένοι παρονομαστές που, κοιτώντας με γεμάτοι παράπονο, κουβαλούσαν στην καμπούρα τους μικρούς ξερακιανούς, αριθμητούληδες. Παρέμεινα ψυχρός."  

Με την ίδια ψυχραιμία, και ερευνητική διάθεση, ο Εδουάρδος συνεχίζει να πετά από το ένα μέρος στο άλλο, από την γη στο διάστημα και μετά στο κενό και πάλι πίσω με την ευκολία της  Αλίκης. Από την αριθμητική πόλη, θα βρεθεί σε ένα μαθηματικό πεδίο, από εκεί σε μια πολιτεία γεμάτη ανθρώπινα άκρα, και μετά σε ένα φιλικό χωριουδάκι που δέσποζε στη μέση πολλών αγρών χωρισμένων σε ομοιόμορφα τετραγωνάκια. Τέλος, σε ένα όμορφο αγρόκτημα και στα τριγύρω σπίτια. Σε όλα αυτά τα μέρη, ο Εδουάρδος θα συναντήσει πολλές περίεργες καταστάσεις, πολλών τύπων ανθρώπους και θα μπει σε διάφορες περιπέτειες από τις οποίες φεύγει αμέσως, πετώντας. 



Ο Βίλχελμ  Μπους εγκατέλειψε τις σπουδές μηχανολογίας το 1851, λίγο πριν το πτυχίο, και ακολούθησε την κλίση του με σπουδές στην Ακαδημία Τέχνης  του  Ντύσσελντορφ, κατόπιν στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Antwerp και πολύ αργότερα στο Μόναχο. Όταν, μία δεκαετία αργότερα, θα ασχοληθεί εντατικά με την ζωγραφική, ήταν ήδη δημοφιλής από τα κόμικς που δημιούργησε το 1865 για βιοπορισμό – το Max und Moritz, με μόνο επτά επεισόδια, έγινε αμέσως επιτυχία και αποτελεί μέχρι και σήμερα κλασικό παιδικό ανάγνωσμα στην Γερμανία αλλά και διεθνώς. Εκτός από τους ανατρεπτικούς στίχους, που έγραψε ο ίδιος, και την βίαιη παιδικότητα που απεικονίζει, το κόμικ αυτό θεωρείται πρωτοπόρο και για έναν άλλο λόγο: σε αντίθεση με  τα εξαιρετικά απλά σχέδιά του και την τάση που επικρατούσε εκείνη την εποχή ("παγωμένοι" χαρακτήρες σε μία κίνηση), ο B. Μπους μπορούσε να μεταδώσει τις πιο περίπλοκες εκφράσεις και τις πιο εφήμερες κινήσεις με ελάχιστες διάσπαρτες γραμμές.

Την ίδια κίνηση και ζωντάνια έχει και "Το Όνειρο του Εδουάρδου". Μετά την σύντομη ψυχρολουσία της αριθμητικής και των μαθηματικών, όσο περισσότερο διάβαζα τη νουβέλα, τόσο περισσότερο διαπίστωνα το πόσο ασυνήθιστα πρωτότυπο και εμπνευσμένο είναι –  ο γερμανός συγγραφέας παίζει ανελέητα με τις παραδοσιακές φόρμες, δομές, εικόνες, μυθοπλαστικά θέματα και αφηγηματικό ύφος. Χρησιμοποιεί καρικατούρες ανθρώπων και ρυθμό σλάπστικ για να σχολιάσει το παράλογο και την αγριότητα της ανθρώπινης επιβίωσης. Και στον μικρό χώρο ελευθερίας που δημιουργεί το όνειρο εκφράζει όλα εκείνα που τον ενοχλούν ή τον προσβάλουν - οι χωρικοί που απεικονίζει με τις λέξεις του δεν έχουν καμία ευαισθησία και η ζωή στην ύπαιθρο χαρακτηρίζεται από την έλλειψη κάθε συναισθήματος. Η δημιουργική γραφή στο απώγειό της. 



Χωρίς αμφιβολία, ο χρόνος είναι ο καλύτερος κριτής ενός έργου. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην σκεφτώ πως δεν είναι και τόσο εύκολο, εντέλει, να διακρίνει κανείς την πηγαία, αυθεντική δημιουργικότητα στον καιρό της – όταν πρωτοδημοσιεύτηκε η νουβέλα, το 1891, οι κριτικοί την επέκριναν για το συγκεκριμένο ύφος. 

Υπήρξαν όμως κι εκείνοι που την θεώρησαν  το αποκορύφωμα της καριέρας του Β. Μπους – ένας εκδότης της εποχής, για παράδειγμα, σχολίασε πως το αφηγηματικό ύφος του Β. Μπους δεν έχει όμοιό του στην (μέχρι τότε) σύγχρονη λογοτεχνία. Πράγματι. Αντί για γραμμική αφήγηση, η νουβέλα αποτελείται από μικρά επεισόδια που συνθέτουν ένα μεγαλύτερο το οποίο συνδέεται με το επόμενο καi ούτω καθ' εξής – η διαδοχική τέχνη στην πεζογραφία. Υπάρχουν, επίσης, δύο αφηγητές και  ο Β. Μπους εναλλάσσει σβέλτα τις φωνές τους ενώ συνδέει τον ενύπνιο χρόνο του Εδουάρδου με την πραγματικότητά του με ένα απλό ροχαλητό!  Κι επιπλέον, ενσωματώνει το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου και συνομιλεί με τον αναγνώστη  – μεταμυθοπλασία πριν την Βιρτζίνια Γούλφ και τον Κερτ Βόννεγκατ. 

O Β. Μπους γράφει λιτά αν και η γλώσσα του είναι πλούσια και σφιχτά αρμολογημένη – κάτι που η μετάφραση αφήνει να αναδυθεί με μεστό κι αβίαστο τρόπο. Δίνει έτσι μια λεπτομερή και σαφή εικόνα της πόλης, του χωριού και των ανθρώπων τους: ποικιλόμορφοι τύποι οικείων ή εξωτικών ανθρώπων κι εννοιών, φιλόσοφοι και πολιτικοί, καλλιτέχνες και κριτικοί, διάβολοι και άγγελοι, λυτρωτές και τιμωροί. Και φυσικά, με τις αντίστοιχες συμπεριφορές τους. "Ένας κόσμος που μοιάζει χυλός" και ο οποίος μου έδωσε την εντύπωση μιας πιο ρεαλιστικής κι εξανθρωπισμένης, καθημερινής εκδοχής του "Κήπου των Επίγειων Απολαύσεων" του Ιερώνυμου Μπος



Το βιβλίο είναι μία εξαιρετικά φροντισμένη έκδοση  που χωρίζεται σε τέσσερα μέρη τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται. Εκτός από την ομότιτλη νουβέλα, υπάρχει και το "Όσο για μένα", ένα δεύτερο πεζό του γερμανού συγγραφέα όπου αυτοβιογραφείται με μία απολαυστική διήγηση. Ακολουθεί η ενότητα με τα Σχόλια του μεταφραστή και της Μαρίας Τσατήρα – ονομάζονται Άτακτα και είναι ακριβώς αυτό: διάφορα σχόλια, χωρίς άμεση παραπομπή, που διαφωτίζουν το βασικό αφήγημα του βιβλίου και τη ζωή του συγγραφέα. Τέλος, το επίμετρο του Νικήτα Σινιόσογλου εμβαθύνει στην λεγόμενη μοχθηρία του Μπους και προσδίδει επιπλέον ρεαλιστικές διαστάσεις στη νουβέλα και την ζωή του συγγραφέα που εκτείνονται μέχρι το δικό μας σήμερα. 

"Το Όνειρο του Εδουάρδου" είναι ένα πεζογράφημα αστείο και ακίνδυνο μόνο επιφανειακά. Δηκτικό κι επώδυνο στην πραγματικότητα, όπως πρέπει σε μία μελέτη του ανθρώπου, ιδίως εκείνης της εποχής. Και στις δύο περιπτώσεις, παραμένει ένα παιγνιώδες κι οξυδερκές κείμενο με συναισθηματικό βάθος που απηχεί και τις δύο όψεις μας – την ενήλικη και την παιδική με εξίσου ίδια ωριμότητα. 









Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος από το "Helen Who Couldn't Help It", ένα σατιρικό ποίημα του Β. Μπους, πολλές λεπτομέρειες του οποίου επικρίνουν κομψά τον τρόπο ζωής της Johanna Kessler - προσωπικότητα της καλλιτεχνικής ζωής της Φρανκφούρτης και πάτρονας του Β. Μπους στα χρόνια που εκείνος ασχολήθηκε εντατικά με την ζωγραφική. // Το πρώτο εικαστικό είναι το δεύτερο μέρος της Τριλογίας Μπλε (1938) του Paul Klee και το δεύτερο, λεπτομέρεια του Pierrot Lunaire (1924) του ίδιου. Ακολουθεί μία σπουδή του συγγραφέα και στο τέλος, μία φωτογραφία του.  

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015











'All we need is a book,' 




roared Leslie; 'don't panic, hit 'em with a book.”










Σημείωση: Το σκίτσο είναι του Χιλιανού Francisco Javier Olea - ένα από τα 21 που σχεδίασαν διάφοροι σκιτσογράφοι ως απάντηση στην αιματηρή τρομοκρατική επίθεση στην γαλλλική σατιρική εφημερίδα Charlie Hebdo. Το μικρό απόσπασμα  του Τζέραλντ Ντάρρελ είναι από το "Η οικογένειά μου και Άλλα Ζώα".

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011







by

                                 Dali + Disney
 




Σημείωση: Αυτή η μκρού μήκους -μόλις 7 λεπτών- μαγεία προέκυψε το 2003 από μία ομάδα περίπου 25 animateurs οι οποίοι ξέθαψαν το αρχικό πρότζεκτ και στη συνέχεια αποκρυπτογράφησαν αρχειακό υλικό και σημειώσεις για να ολοκληρώσουν την ιστορία του Χρόνου που ερωτεύεται με πάθος μια κοινή θνητή. Η  αρχική  συνεργασία των δύο μεγάλων ανατρεπτικών δημιουργών της εικόνας ξεκίνησε το 1945 και συνεχίστηκε για οκτώ μήνες αλλά λόγω των πολλών οικονομικών προβλημάτων που δημιούργησε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος στα στούντιο του Ντίσνεϋ η ταινία δεν προχώρησε πέρα από τα πιλοτικά 17''. Πείτε με υπερβολική αλλά, δεν χορταίνω να βλέπω τούτο το φιλμάκι...

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011





Σημείο καμπής




Το  “Μετά το σεισμό” του Χαρούκι Μουρακάμι (Ωκεανίδα, 2009, μετάφραση  από τα αγγλικά Βασίλης Κιμούλης)  είναι μια συλλογή έξι διηγημάτων που γράφηκαν κατά παραγγελία μετά τον καταστροφικό σεισμό του Κόμπε, στην Ιαπωνία, το 1995 που άφησε πίσω του περίπου έξι χιλιάδες νεκρούς.  Εκείνη την εποχή ο συγγραφέας  είχε ήδη εγκατασταθεί μόνιμα στις ΗΠΑ και ως writing fellow σε αμερικανικά πανεπιστήμια  γράφει το "Κουρδιστό Πουλί" και το “Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου”.  Συγκλονισμένος από το γεγονός, επιστρέφει στην πατρίδα του όπου,  αφήνοντας κατά μέρος τις αγαπημένες  του μεταφυσικές ανησυχίες που συναντούμε σε όλα τα υπόλοιπα έργα του, επικεντρώνεται στις γήινες και πολύ  ρεαλιστικές επιπτώσεις που έχει μία τόσο βίαιη φυσική καταστροφή στον ψυχισμό καθημερινών ανθρώπων. "Θέλω να γράψω ιστορίες διαφορετικές απ' αυτές που έγραφα μέχρι τώρα, θέλω να γράψω γι' ανθρώπους που ονειρεύονται και περιμένουν να τελειώσει η νύχτα, που λαχταρούν το φως για ν' αγκαλιάσουν αυτούς που αγαπούν" αναφέρει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. 

Και πράγματι. Οι πρωταγωνιστές του Μουρακάμι  είναι πολύ συνηθισμένοι άνθρωποι οι οποίοι όμως δεν πλήττονται άμεσα από τον καταστροφικό σεισμό αλλά έμμεσα - παρακολουθώντας το τραγικό γεγονός από την βολή του σπιτιού τους. Αν μη τι άλλο, ο σεισμός εκτός από την φυσική δύναμη της γης απελευθερώνει επίσης το κενό που είναι καλά θαμμένο μέσα τους.  

Θα ήθελα να σχολιάσω περισσότερο όμως δεν έχω γυρίσει  ακόμη την τελευταία σελίδα και μάλλον θα μου πάρει λίγο - είμαι περίπου προς το τέλος του βιβλίου και δεν μπορώ να ξεκολλήσω το μυαλό μου από  ένα παλιό σκίτσο του Μορδίγιο – εκείνο όπου στο πρώτο καρέ στο πάνω μέρος της σελίδας, σε ένα πολύχρωμο δάσος ένα από τα χαρακτηριστικά ανθρωπάκια του σκιτσογράφου, κυνηγά με μια απόχη μία πολύχρωμη πεταλούδα ενώ στο επόμενο,  δεύτερο καρέ, στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας, οι ρόλοι έχουν αλλάξει. Είναι τώρα μια γιγάντια πεταλούδα που κυνηγά  με την απόχη ένα μικρό, ασπρόμαυρο ανθρωπάκι.



UpDate: Μια ουσιαστική παρουσίαση του βιβλίου -δίχως να κολλά στα φυσικά φαινόμενα- κάνει ο Lou Read εδώ.



Σημείωση: Η εικόνα είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου