Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα literature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα literature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026





An Analogy

     

 



Εάν ήταν γλυπτό, θα ήταν μια μοντέρνα εκδοχή κάτι παλιού – αντιγραφή ενός αρχαϊκού ειδωλίου, για παράδειγμα, σε ανοξείδωτο χάλυβα. Επιβλητικό σε μέγεθος και σε φόρμα – θα είχε ύψος μέχρι το ταβάνι (αίθουσας παλιάς αστικής κατοικίας, όχι δωματίου  διαμερίσματος σύγχρονης πολυκατοικίας)· μια ιδέα καρικατούρας, αναφορές στο έργο κλασικών της ιστορίας της τέχνης και τεράστιες σαν μπαλόνια καμπύλες, λείες και γυμνές για να συγχρονίζονται οπτικά με το μοδάτο μίνιμαλ του παρόντος. Θα είχε εντυπωσιακά λαμπερό χρώμα – ένα  έντονο πορτοκαλί, πχ, που σε παρασύρει αβίαστα στη χαρά. Θα ήταν, επίσης, γυαλιστερό – οι επιφάνειές του θα είχαν ειδική ανακλαστική επίστρωση για να σε καθρεφτίζουν· να σε φέρνουν, όμως, και αντιμέτωπο με τον εσώτερο εαυτό σου. Θα είχε, επίσης, ιστορικό, πολιτισμικό και νοηματικό ενδιαφέρον ενώ θα προκαλούσε, επιπλέον, κοινωνιολογικές συζητήσεις για την εικόνα και την επιθυμία – της κατανάλωσης, της έκφρασης, και του ανήκειν. Η επιθυμία του σώματος και η γονιμότητά του, ή η έλλειψή τους, θα αναφέρονται εξ αντανακλάσεως. Όπως ακριβώς ισχύει για την Balloon Venus Lespunge (Orange) του Jeff Koons.

     



Ωστόσο, δεν πρόκειται για το δημοφιλές γλυπτό του αμερικανού καλλιτέχνη, αλλά για ένα εξίσου δημοφιλές έργο – λογοτεχνικό. Ένα βιβλίο που προκαλεί τόσο με την ρεπορταζιακή, έως ανέμπνευστη, γραφή του όσο και με το παραστατικό καθρέφτισμα, στις σελίδες του, της genZ. Ή, μιας μεγάλης μερίδας της, έστω. Δεν γυαλίζει, όμως, και έχει συμβατικό παραλληλόγραμμο σχήμα με ολοπράσινο εξώφυλλο – Η Τελειότητα (μετάφραση Δήμητρας Δότση – Loggia, 2025), το πέμπτο μυθιστόρημα του Vincenzo Latronico για το οποίο έγραψα σχετικά και το κείμενο θα δημοσιευτεί σε προσεχές τεύχος του The Books' Journal. Μέχρι τότε μπορείτε να διαβάσετε το διπλό τεύχος Ιουλίου–Αυγούστου που μόλις κυκλοφόρησε. 









Σημείωση: H έκθεση "Αφροδίτη του Lespunge", απ' όπου και οι πιο πάνω φωτογραφίες,  είναι πρωτότυπη, άρτια στοχευμένη στο αντικείμενό της, αναπτυγμένη με πληροφορίες και γνώση που εντυπώνονται, και  μεγαλειώδης, πλήρης ως αίσθηση. Θα τρέχει έως τις 31.08.2026 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. 

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

 




Διαβάζοντας Εικόνες 

   

Δεν υπάρχει θεωρητική περιγραφή, ούτε αναλύσεις της θεωρίας της τέχνης και σαφείς ορισμοί ή περιγραφές για αυτό το καλλιτεχνικό κίνημα. Ωστόσο, η σύγχρονη σειριακή τέχνη, ή αλλιώς Ένατη Τέχνη, είναι μια από τις πιο ευέλικτες και συμπεριληπτικές μορφές τέχνης στη σημερινή οπτική κουλτούρα και αποτελεί πλέον σταθερό κομμάτι της εκδοτικής παραγωγής.

Ένα πρώτο αντιπροσωπευτικό δείγμα της είναι το "Έχεις ήδη πεθάνει" (Ελληνοεκδοτική, 2024) το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή, εάν αποτελούνταν απoκλειστικά από πυκνογραμμένο κείμενο. Το δημιούργημα των Θ. Τσίλη και Φρ. Νικολαΐδη, όμως, είναι ένα ατμοσφαιρικό graphic noir, το πρώτο ελληνικό του είδους, που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον ήδη από το τίτλο του – είναι η φράση στο σημείωμα που κρατά η Λίντα, μία εντυπωσιακή ντιζέζ της αθηναϊκής νύχτας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν επισκέπτεται τον Μάνο Βρεττό στο γραφείο του και του ζητά να την προστατεύσει.

Την επόμενη νύχτα, ο Βρεττός την επισκέπτεται στο κέντρο που εργάζεται αλλά δεν προλαβαίνουν να μιλήσουν – μια ξαφνική αδιαθεσία αναγκάζει την Λίντα να αποσυρθεί. Λίγα λεπτά αργότερα, θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο όπου, χωρίς προφανή αιτία, πεθαίνει. Αυτό θα είναι το σημείο εκκίνησης για τον πρώην αστυνομικό επιθεωρητή και νυν ιδιωτικό ντετέκτιβ. Η διαλεύκανση της υπόθεσης δεν θα είναι εύκολη: θα περάσει από κακόφημα μπαρ, μοντέρνα γραφεία και λαϊκές γειτονιές· θα συναντήσει πρώην συναδέλφους, εχθρούς και φίλους· θα μιλήσει με καθημερινούς ανθρώπους αλλά και ανθρώπους της νύχτας· θα αντιπαρέλθει συμφέροντα, θα συγκρουστεί με μεγαλοβιομηχάνους και θα ξεφύγει από τους μπράβους τους για ανακαλύψει τον δολοφόνο της πρώην συμμαθήτριάς του. Και όχι μόνον αυτής.

Οι χαρακτήρες είναι οι τυπικοί του είδους, εκτός ίσως από την βοηθό του Βρεττού – η νεαρά που τυγχάνει ανηψιά του αναλαμβάνει δράση όταν ο ίδιος κωλύεται. Η εικονογραφία παραπέμπει εμφανώς στο ιδίωμα του Φ. Δελλή, ενός από τους εικονογράφους των μυθιστορημάτων του Γ. Μαρή, με το χαρακτηριστικό ύφος και κιαροσκούρο της δεκαετίας του ΄50. Ωστόσο, σε τούτη την σύγχρονη ψηφιακή εκδοχή τους, και παρά τον τυποποιημένο και στυλιζαρισμένο ρεαλισμό της δισδιάστατης απεικόνισης, οι σιλουέτες αποπνέουν κίνηση και ζωντάνια. Ορισμένες δε λεπτομέρειες (πχ, το μικρό μαντήλι που συγκρατεί τα μαλλιά της νεαρής βοηθού) προσθέτουν με ακρίβεια στην ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Κάποιες άλλες, όπως η κεφαλίδα και τα στοιχεία μιας εφημερίδας, κλείνουν χιουμοριστικά το μάτι στον αναγνώστη.

Υπάρχουν βεβαίως και κείμενα – ολιγόλογες λεζάντες που πλαισιώνουν επιλεκτικά τις εικόνες εισάγοντας τον αναγνώστη στην σκηνή που διαδραματίζεται στο καρέ. Εκεί, οι διάλογοι στα μπαλονάκια, έχουν την αμεσότητα και την σπιρτάδα των προφορικών παρασύροντας αβίαστα το βλέμμα του αναγνώστη μέχρι το τέλος της αγωνιώδους, πράγματι, πλοκής. Η οποία, σε συνδυασμό με τις φειδωλές κοινωνικές νύξεις, κάνουν ετούτο το γκράφικ νουάρ ένα πλήρες κι ευχάριστο ψυχαγωγικό ανάγνωσμα.

Ένα δεύτερο, εξαιρετικά ενδιαφέρον δείγμα είναι το "Οι Όμηροι του Γκαίρλιτζ" (Ίκαρος, 2020) όπου εξιστορείται ένα άγνωστο στους πολλούς περιστατικό του Α' ΠΠ – την αμαχητί παράδοση του Δ' Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την ιδιότυπη αιχμαλωσία των περίπου 7.000 αξιωματικών και οπλιτών που το αποτελούσαν στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας.

Συνέβη ως εξής: Το 1916 είναι ο τρίτος χρόνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η κορύφωση του Εθνικού Διχασμού. Με την Ελλάδα να προσπαθεί να διατηρήσει στάση ουδετερότητας, η τότε κυβέρνηση αποφασίζει την παράδοση της οχυρωματικής γραμμής του Ρούπελ. Συνέπεια αυτού, η Βουλγαρία εισβάλλει στην Ανατολική Μακεδονία. Το Δ΄ Σώμα Στρατού βρίσκεται αποκλεισμένο και χωρίς δικαίωμα να αντισταθεί. Μετά από δραματικές διαβουλεύσεις και αφόρητες πιέσεις, ο επικεφαλής του Σώματος προτείνει την κατ' ευφημισμό φιλοξενία των ανδρών στην Γερμανία προκειμένου να αποφευχθεί η επώδυνη βουλγαρική αιχμαλωσία. Απίστευτο, κι όμως.

Αφηγητής είναι ο σαλονικιός Οικονόμου. Δεν είναι μόνον αυτός, ωστόσο, που μιλά σε τούτο το οδοιπορικό που εκτείνεται σε εκατό σελίδες: ξεκινά από το Σαρή Σαμπάν κοντά στον ποταμό Νέστο (η σημερινή Χρυσούπολη), κατευθύνεται στην Καβάλα, διασχίζει την βόρειο Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Σερβία και καταλήγει στη ανατολική Γερμανία· για να επιστρέψει τρία χρόνια αργότερα και πάλι στην πατρίδα. Στα καρέ του μυθιστορήματος, εμφανίζονται και παίρνουν τον λόγο πολλοί άλλοι στρατιωτικοί, βαθμοφόροι και μη – χαρακτήρες με διακριτό ύφος και ρόλο πλαισιωμένοι από το αντίστοιχο, υποβλητικό στην σκληρότητά του, περιβάλλον.

Ως έμπειρος κομίστας, ο Θανάσης Πέτρου απεικονίζει τον σουρεαλισμό και την παραφροσύνη του πολέμου με μια λιτή γήινη παλέτα, ιμπρεσιονιστικές πινελιές και ημι-αδρές γραμμές. Ως συγγραφέας επίσης, καθώς έχει γράψει ένα ολοκληρωμένο πρωτότυπο σενάριο, αντιμετωπίζει τα ρεαλιστικά και σύνθετα, ώριμα, θέματα που απορρέουν με στοχασμό κι ενίοτε δεικτικό χιούμορ. Εξερευνά δε τις ψυχολογικές και σωματικές βλάβες του πολέμου όχι μόνον με τις μουντές τονικότητες του χρωστήρα του, αλλά και με την γλώσσα – οι άνδρες του Σώματος μιλούν με τους ιδιωματισμούς και τις ιδιαίτερες λέξεις του τόπου απ' όπου προέρχονται. Έτσι ακούς τη Θεσσαλονίκη, τη Μάνη, τη Σμύρνη ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβάνεσαι και την κουλτούρα του κάθε τόπου, στοιχείο που δρα αντιστικτικά με το περιβάλλον του πολέμου και προσδίδει ξεχωριστή ενάργεια και πιστότητα στην αφήγηση.

Ο τόμος ετούτος είναι ο πρώτος από μία σειρά πέντε, μέχρι στιγμής, τόμων που ο Θ. Πέτρου έχει δημιουργήσει γύρω από συγκεκριμένα ορόσημα της ιστορίας της Ελλάδας και κατ' επέκταση της Ευρώπης. Συμπληρώνεται με ένα επιλογικό σημείωμα και σχετική βιβλιογραφία στις τελευταίες σελίδες του, είναι εξαιρετικής αισθητικής και γραφιστικής επιδεξιότητας, και σε απορροφά· τόσο που ξεχνάς πως διαβάζεις ένα μυθιστόρημα σε εικόνες 

Γραφιστική και οπτικά εφέ, design, εικονογράφηση, λογοτεχνία και τεχνικές του βιβλίου, comics, εννοιολογική τέχνη είναι τομείς που συγκλίνουν, αλληλοδιαχέονται και επηρεάζουν το πεδίο του graphic storytelling/novel – ένας ευρύς όρος που αφορά κατά κύριο λόγο σε ενήλικες καθώς έχει πλέον διαχωριστεί από τον όρο comics που απευθύνεται σε νεαρότερες ηλικίες και συνδέεται με σύντομα αφηγήματα σε περιοδικές εκδόσεις, και γελοιογραφίες.

Να όμως που το εικονογραφικό “Ένας Κόσμος Χωρίς Τέλος” (μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου / επμέλεια: Γιάννης Ζηρίνης – Κριτική, 2024) κοντράρει τον πιο πάνω διαχωρισμό – μοιάζει με τα μαμούθ-κόμικς κι έχει πρωταγωνιστή έναν σούπερ-ήρωα που παραπέμπει στον IronMan της Marvel. Συμπρωταγωνιστούν οι δημιουργοί του βιβλίου – δύο ανθρώπινα καρτούν που μιλούν, με αρκετό χιούμορ, σε διαλόγους-μπαλονάκια θυμίζοντας έντονα τα "μίκυ μάους" των παιδικών μας χρόνων. Κι επιπλέον, δεν σχετίζεται αμιγώς με το παρελθόν, ούτε είναι μυθοπλασία ή κάποιο άλλο λυρικό πεζογραφικό είδος όπως είναι η επικρατούσα μορφολογία των γκράφικ νόβελ.

Ο Jean-Marc Jancovici, διακεκριμένος μηχανικός, καθηγητής και συγγραφέας, έχει συντάξει μία εμβριθή μελέτη που αντλεί από το φλέγον παρόν – την ενέργεια, το κλίμα και το περιβάλλον. Και μέσω της έγχρωμης κι ευφυούς εικονογραφίας του βραβευμένου Christophe Blain, οπτικοποιεί με κάθε λεπτομέρεια τα ευρήματα: την εξάρτηση του σύγχρονου ανθρώπου από τα ορυκτά καύσιμα, τις βαθιές αλλαγές που επιφέρει η ανθρώπινη δραστηριότητα στο φυσικό περιβάλλον, και τις συνέπειες όλου αυτού του συστήματος αλληλεπίδρασης, από τις απαρχές της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα, στο σύνολο της κοινωνίας. Ως επίλογο, η γνώση και τα δεδομένα των πρότερων σελίδων προβάλλουν το επιτακτικό ερώτημα για το μέλλον της υφηλίου – μία αίσθηση υπεραρκετή για την αφύπνιση της κοινωνικής, κι όχι μόνον οικολογικής, συνείδησης των ενήλικων αναγνωστών. Οι δύο Γάλλοι προτείνουν, επίσης, την ανάληψη συγκεκριμένων ενεργειών της καθημερινότητας για την άσκηση ενεργειακής εγκράτειας. Όχι ακριβώς ανάλαφρο και ψυχαγωγικό ανάγνωσμα, σίγουρα όμως ένα καλαίσθητο, έγκυρο κι αντισυμβατικό εργαλείο μόρφωσης, προβληματισμού κι ευαισθητοποίησης. 

H εικόνα είναι νόημα και μεταφορική πληροφορίας. Εντείνει σημαντικά την κατανόηση ενός κειμένου ενώ παράλληλα καλλιεργεί την οπτική και γενικότερη αισθητική του αναγνώστη – μερικά από τα οφέλη των γκράφικ νόβελ που γνωρίζουν ραγδαία εξέλιξη την τελευταία, περίπου, δεκαετία. Η μεγάλη δημοφιλία τους, ωστόσο, με κάνει να σκέφτομαι πως μπορεί να θεωρηθούνται επαρκής ανάγνωση λογοτεχνίας. Δεν είναι παράλογο: στην εποχή της κυριαρχίας της εικόνας και της συμπυκνωμένης ψηφιακής πληροφορίας, της αμέτοχης αντίδρασης και των μονολεκτικών συμπερασμάτων είναι πολύ πιθανό έως φυσιολογικό επακόλουθο.  

Τα όρια του κόσμου μας είναι τα όρια της γλώσσας μας, είπε ο Wittgestein. Κι έχει δίκιο: όσο και αν οι εικόνες εμπλουτίζουν, θέλγουν ή κινητοποιούν έναν κόσμο –με την ευρεία ή την στενά προσωπική ερμηνεία του–, με τις λέξεις, και κατ’ επέκταση τα μεγάλα κείμενα, είναι που μαθαίνουμε να βλέπουμε κι όχι απλώς να κοιτάμε· να αναπτύσσουμε τις διαστάσεις της σκέψης και να ολοκληρώνουμε ένα σκεπτικό· να ασκούμε την πολυπόθητη κριτική εκδοχή της και να ερμηνεύουμε, όπως έδειξαν ο Italo Calvino και ο Jürgen Buchmann, γλαφυρές εκφάνσεις της σιωπής. Διαφορετικά, μιλάμε για απλή κατανάλωση εικόνων και εικονική επικοινωνία.





* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό των βιβλίων                                      The Books' Journal  ( τ.174 / Μάρτιος 2026 )




 



Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

 

 

 

 


Σημειώσεις Ενός

   Καλοκαιριού  





"Η χρονιά του 1961 θ' αρχίσει με τη βαρυσήμαντη δήλωση της Απογευματινής: 'Παταγώδης αποτυχία των αστρολόγων το 1969', για να πάρει τη σκυτάλη ο Μαρής και ο Μπέκας: 'Ίλιγγος – ΄Ολα εμφανίζονται ανεξήγητα και μεταφυσικά' συνδυάζοντας στην εφημερίδα απολαυστικά για την εποχή του το ελαφρό ανάγνωσμα με το αστυνομικό αφήγημα."

Έτσι τελειώνει ο Πρόλογος του Ίλιγγος (Άγρα, 2013)  και θα συμφωνήσω με την εκτίμηση του υπογράφοντος Ανδρέα Αποστολίδη για το βιβλίο του Γιάννη Μαρή – είναι πράγματι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Έχει, όμως, πολλές περισσότερες αποχρώσεις από μία ιστορία μυστηρίου ή ένα απλό whodunnit.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο Γεραλέξης, λογιστής σε υπερωκυάνιο,  ξυπνά στο μπάνιο μιας έπαυλης και συνειδητοποιεί πως είναι κλεισμένος σε ένα άγνωστο μέρος. Κι επιπλέον, βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με έναν νεκρό, επίσης εντελώς άγνωστο. Παρά τη ζάλη και τον πανικό που τον κυριεύει, καταφέρνει να δραπετεύσει και να γυρίσει στο δωμάτιο του αθηναϊκού ξενοδοχείου που διαμένει – είναι σε άδεια και σκοπεύει να επιστρέψει στο νησί του. Το επεισόδιο όμως ετούτο θα ματαιώσει τα σχέδια.




Στην προσπάθειά του να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που τον βαραίνουν  (ποιός ήταν ο νεκρός δίπλα του; ποιος τον νάρκωσε; γιατί βρέθηκε κλεισμένος στην έπαυλη της Εκάλης;) ο Γεραλέξης θα απευθυνθεί στην αστυνομία. Την υπόθεσή του θα αναλάβει, ανόρεχτα είναι η αλήθεια, ο Αστυνόμος Μπέκας η φυσιογνωμία του οποίου φέρνει στο νου τον γάλλο συνάδελφό του Ζυλ Μαιγκρέ. Ανάμεσα στις επιρροές του συγγραφέα, όπως αναφέρει ο Κ. Καλφόπουλος στο επίμετρο της έκδοσης, είναι πράγματι και ο Ζωρζ Σιμενόν.  Παρά τον μπρίσκο αέρα που του προσδίδει ο Μίμης Πλέσσας, o Αστυνόμος Μπέκας, όπως και ο Μαιγκρέ, είναι χαμηλών τόνων, εσωστρεφής κι απότομος αλλά επίμονος για την λύση της κάθε υπόθεσης που αναλαμβάνει. Ωστόσο, ο έλληνας αστυνομικός έχει ένα ελαφρώς δύσθυμο δημοσιοϋπαλληλικό ύφος που τον διαφοροποιεί –στην διάθεση, όχι στην εμφάνιση ή στην γενικότερη στάση του– από τον γάλλο συνάδελφό του αλλά και από την περσόνα του Σταύρου Ξενίδη που τον υποδύθηκε στις τηλεοπτικές μεταφορές των μυθιστορημάτων του Μαρή.

Ο Μπέκας και ο Γεραλέξης θα περιηγηθούν στην Ομόνοια, με τα ξενοδοχεία και τα λαϊκά καμπαρέ, σε συνεργεία αυτοκινήτων στην Αχαρνών, σε χαμόσπιτα στο Δρογούτι αλλά και στο αστικό προάστιο του Διονύσου, στην ερημιά της Βούλας (όπου βρέθηκε στην συνέχεια πεταμένος ο νεκρός), στην αρχαία Επίδαυρο. Μαζί τους, ο αναγνώστης συναντά διάφορους χαρακτηριστικούς τύπους της κάθε περιοχής. Γνωρίζει, επίσης, τον Γραικό (δεύτερος μηχανικός στο ίδιο πλοίο με τον Γεραλέξη και φίλος του), τον επαγγελματία παλαιστή Γιώργο Λογοθέτη, μία "πριγκίπισσα" – την τροτέζα Άννα,  και τον  Καταπάνο – έναν βασιλιά του αθηναϊκού υποκόσμου. Ο μεγάλος κακός της ιστορίας, ένας τυχοδιώκτης ακαθόριστης εθνικότητας αλλά διεθνούς εμβέλειας ονόματι Ισαάκ Γιοβέλ ή Αράντο Κάστρο,  εμφανίζεται μόνον δια του έργου του – έχει γεμίσει το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας με αντίγραφα των μυκηναϊκών εκθεμάτων του, προωθώντας τα πρωτότυπα στο εξωτερικό. Είναι η πρώτη φορά, από τις δύο, που ο Γιάννης Τσιριμώκος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ασχολείται λογοτεχνικά με το ζήτημα της Αρχαιοκαπηλίας και γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, μάντης πραγματικών κακών – λίγους μήνες αργότερα από την δημοσίευση των κεφαλαίων του μυθιστορήματος, τα πρωτοσέλιδα του Τύπου της εποχής θα απασχολήσει μία παρόμοια υπόθεση.

 


Η αγωνιώδης αναζήτηση της χαμένης μνήμης και η δίνη του αγνώστου είναι το κεντρικό θέμα της πλοκής που ο Γιάννης Μαρής εμπνεύστηκε από τον κινηματογραφικό "Δεσμώτη του Ιλίγγγου" του Ά. Χίτσκοκ. Ωστόσο, διαφοροποιείται αρκετά προσδίδοντας στην αφήγηση επιπλέον αποχρώσεις μελοδράματος, ταξιδιωτικού πεζογραφήματος και χρονογραφήματος καθώς ενσωματώνει στην πλοκή λεπτομέρειες που αντανακλούν κοινωνικές αναφορές και ανθρωπογεωγραφικές παρατηρήσεις  που σκιαγραφούν εύγλωττα το ζωντανό μωσαϊκό της Αθήνας, της Ελλάδας καλύτερα, του '60, κάτι που εντέλει καθιστά το συγκεκριμένο έργο του λιγότερο ελαφρύ απ' ότι θα περίμενε κανείς. Τα συστατικά που τόσο συχνά χρησιμοποιεί ο συγγραφέας με πρόδηλο τρόπο –κοινωνικές αντιθέσεις, ίντριγκες και πάθη, πλαστοπροσωπίες κι ένοχα μυστικά, κλισέ, εξιδανικεύσεις, στερεότυπα, κ.ά.– δεν παρουσιάζονται εδώ. Αντ' αυτών, υπάρχουν ψήγματα χιούμορ που στηλιτεύουν το τότε σύγχρονο παρόν:  "Οι αστυνομικοί παρακολουθούσαν το κότερο του Νικολαΐδη με ένα τρεχαντήρι..."

 



Το μυθιστόρημα εκδόθηκε σε ογδόντα εννέα συνέχειες στον ημερήσιο Τύπο και δεν κυκλοφόρησε ποτέ σε μορφή βιβλίου παρά μόνον το 2013 όταν και εκδόθηκε η παρούσα πρώτη έκδοσή του κι αυτός είναι ένας λόγος για να το διαβάσει κανείς – δεδομένης της αποσπασματικότητάς του, και της μη επιμέλειάς του από τον συγγραφέα (κάτι που συνήθιζε όταν εκδιδόταν ένα βιβλίο του) το μυθιστόρημα έχει εξαιρετικά συνεκτική δομή και ο ρυθμός της αφήγησης παραμένει σταθερός κι ελεγχόμενος σε όλη την εξέλιξη της πλοκής. Οι δε χαρακτήρες της ιστορίας δεν είναι επίπεδοι ή στεγνοί παρ'  όλο το λιτό, ανεπιτήδευτο, ύφος της γραφής του. Ο σημαντικότερος όμως λόγος για να διαβαστεί το βιβλίο είναι η δεξιότητα του Γιάννη Μαρή να επικοινωνεί άμεσα και με οικείο, πειστικό κι ενδιαφέρον έως αγωνιώδες τρόπο την ιστορία του ενώ παράλληλα ψυχαγωγεί τον κάθε αναγνώστη δίχως να ευτελίζει την γλώσσα, την νοημοσύνη ή τον ψυχισμό του. Αυτός δεν είναι, άλλωστε, στόχος της λογοτεχνίας; 




 





Σημειώσεις: Το εικαστικό της ανάρτησης είναι λεπτομέρεια του ομότιτλου με την ανάρτηση έργου του  Γιώργου Χατζημιχάλη. Το ασπρόμαυρο σκίτσο είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου από τον Φ. Δελλή – ακόμη ένας λόγος για να διαβάσετε το βιβλίο. Η φωτογραφία της κόμμωσης της Tippi Hedren είναι από τον Δεσμώτη του Ιλίγγου. Στο τέλος, το πορτραίτο του συγγραφέα από τον Μ. Γαλλία κι έχει αντληθεί από το αυτί του βιβλίου. 

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

 


Landscapes & Portraits 

 

  




Έχουμε μυθιστορήματα γκόθικ; Στο νου μου έρχονται το Φθινόπωρο του Κων/νου Χατζόπουλου, αλλά και  Ο Πύργος του Ακροποτάμου του· ο Συμβολαιογράφος του Αλ. Ρίζου Ραγκαβή και  ο Αλ. Παπαδιαμάντης, επιλεκτικά – ελάχιστο, σε αριθμό, δείγμα κι αυτό γραμμένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κι επιπλέον, τα μυθιστορήματα αυτά έχουν ήδη, κατηγοριοποιηθεί μόνο ως αστική ηθογραφία. Δεν έχω πλήρη εικόνα για το σήμερα, σκέφτομαι όμως τα διηγήματα του Χρ. Τσαπραΐλη που εστιάζουν αποκλειστικά στην ελληνική παράδοση και θα μπορούσαν να ενταχθούν σε μια κατηγορία αμιγούς ελληνικού γκόθικ. Σε ένα ευρύτερο γεω-λογοτεχνικό γκόθικ πλαίσιο θα μπορούσαμε να εντάξουμε την πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του Ανδρέα Νικολακόπουλου

Το  "Σάλτος" (Ίκαρος, 2Ο22) αποτελείται από ιστορίες με στοιχεία Φανταστικού όπως για παράδειγμα στο δέκατο διήγημα, το Κύματα, όπου ένας εκπαιδευτής γερακιών καταλύει σε ένα ερημοκλήσι. Δεν είναι κάστρο, όπως θα ήθελε ο αφηγητής και όπως είναι σύνηθες στην γοτθική λογοτεχνία, αλλά ένα μέρος με θρύλους, το ίδιο απόκοσμο και μυστυριώδες – το ερημοκλήσι του Αγίου Γκόβαν βρίσκεται στο τέλος της στεριάς και στην αρχή της θάλασσας, όπου "...τα όρθια βράχια του σιγοτρώγονταν απο τα λευκογάλανα κύματα που έρχονταν φουσκωμένα από το κανάλι του Μπρίστολ και έσπαγαν με ορμή επάνω στους μελανιασμένους ασβεστόλιθους  που έμοιαζαν με ανθρώπους." Εκεί, κάποια στιγμή, εμφανίζεται η φασματική μορφή ενός νεκρού άντρα – θυμίζει τη φανέρωση της Φεγγαροντυμένης του Διονυσίου Σολωμού. Η αντίστοιχη του Νικολακόπουλου θα μπορούσε να είναι η Ραλλιώ στο τέταρτο διήγημα, το Μέλι και γάλα – μία γυναίκα όμορφη και προκλητική που θα εμπνεύσει τον πόθο στον αφηγητή και η οποία, ωστόσο, θα υποστεί την μοίρα που επιφυλάσσει η λαϊκή παράδοση για το είδος. Κι αυτό είναι ακόμη ένα στοιχείο γκόθικ – η γυναίκα που βρίσκεται υπό μεγάλη πίεση και κατατρεγμό, συνήθως από κοινωνικούς και υλιστικούς περιορισμούς.




Γεννημένος στην Αθήνα το 1983, ο Ανδρέας Νικολακόπουλος μοιράζει σήμερα την ζωή του ανάμεσα σε Λονδίνο και Αθήνα. Στο ενδιάμεσο, έχει ταξιδέψει σε πολλούς τόπους και σε τούτο, το τρίτο, βιβλίο του μεταφέρει τους χαρακτήρες σε αντίστοιχα μέρη ανά τον κόσμο, κάτι που έρχεται σε αντίθεση  με τον γοτθικό τύπο όπου η πλοκή τού κάθε διηγήματος εκτυλίσσεται σε έναν μόνον τόπο.  Έτσι, εκτός από την Βρετανία, οι πρωταγωνιστές στο Mon Nox, στο Αμάμπλε Πικουέρ, στο Αλισάχνη βρίσκονται στην Ισπανία. Ο αφηγητής στο Και οι ερυθρόδερμοι καλπάζουν νηπενθείς ταξιδεύει από την Ελλάδα στην Λατινική Αμερική και πάλι πίσω ενώ στο Η άσφαλτος που καίει  επιστρέφει  στην ελληνική ύπαιθρο και αποκαλύπτει την πραγματική εικόνα πίσω από έναν εφιαλτικό θρύλο του αντάρτικου.  Στην ελληνική επαρχία τοποθετείται και το ομότιτλο Σάλτος όπου ο αφηγητής εξιστορεί τον θρύλο ενός υπαρκτού βράχου απ' όπου οι ντόπιοι πετούν ανεμπόδιστα οποιοδήποτε πλάσμα είναι ελαττωματικό – σαν τον Καιάδα των αρχαίων. Ώσπου ο αφηγητής αναλαμβάνει ο ίδιος να φυλά το πέρασμα προς το βάραθρο.

Εκτός από την λατρεία της φύσης και της υπαίθρου που είναι φανερή στα διηγήματα, ο Ρομαντισμός –ακόμη ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της γοτθικής λογοτεχνίας–, γίνεται εμφανής και στην διακειμενικότητα του βιβλίου. Στις τελευταίες σελίδες του υπάρχουν επεξηγηματικές παραπομπές για τα αποσπάσματα που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως εισαγωγή σε κάθε διήγημα ή ως συνθετικό υλικό εντός του – Ρεμπώ, Τριστάν Τζαρά, Τρακλ αλλά και Τζιμ Μόρισσον. Κι επιπλέον, οι χαρακτήρες των διηγημάτων φέρουν το μακάβριο του Ε.Α.Πόου και την περιθωριακή αύρα και το ανεκπλήρωτο εκείνων της Κάρσον ΜακΚάλλερς. Ωστόσο, η εικαστική τεχνοτροπία της γραφής υπερισχύει – σαν impasto που δίνει πνοή στην αφήγηση και σε κάνει να αισθάνεσαι ψηφίδα σε πίνακα του Ιερώνυμου Μπος ή του Μουνκ.  Η παρουσία της μουσικής, επίσης, δεν είναι αμελητέα: τόσο ως μελωδικότητα και ρυθμός – η συναρμογή των λέξεων και των σημασιών απειχούν την βιαιότητα των συμβάντων, τον ζόφο, την τραχύτητα αλλά και το σφρίγος των ανθρώπων που συναντούμε στα παραδοσιακά τραγούδια. Όσο και ως αντικείμενο – στο Υπερμογγολικός ο νεαρός Ζίλιν μελετά το έργο του Ερίκ Σατί και προσπαθεί να βρει την εργασία των ονείρων του. Από το Ωδείο της Θεσσαλονίκης στο Γκρατς της Αυστρίας, στην Συμφωνική του Πεκίνου και από εκεί στον μεγαλύτερο σιδηρόδρομο του κόσμου, με πρόσληψη στο δρομολόγιο Πεκίνο-Σιβηρία. Μέσα από μεγαλουπόλεις, κωμοπόλεις, μικρά χωριά και ατέλειωτα χιλιόμετρα μετ' επιστροφής, ο νεαρός πιανίστας με την άσβεστη επιθυμία να γυρίσει τον κόσμο παίζοντας την αγαπημένη κλασική μουσική γίνεται μέρος του τραίνου, μόνιμο αξεσουάρ των βαγονιών ώσπου το γκρίζο κεφάλι του  "...σχηματίζει βαριά επάνω στα πλήκτρα τη συγχορδία Μι χωρίς εναλλαγή." 



 

Δεν θυμάμαι τον λόγο που επέλεξα το συγκεκριμένο βιβλίο, ούτε το τι περίμενα να διαβάσω – όταν βρίσκεσαι σε περίοδο ανόρεχτης περιδιάβασης σελίδων, δεν το πολυσκέφτεσαι. Αναζητάς κάτι που θα σε ιντριγκάρει, θα σε επανέφερει σε μια αναγνωστική κανονικότητα.  Το "Σάλτος" το κατάφερε όχι μόνον με τα κείμενά του που είναι πυκνά, ισόρροπα στην δομή τους και μεστά νοήματος αλλά κυρίως με την γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Νικολακόπουλος – μία γλώσσα ιδιότυπη κι απολύτως προσωπική. Γλώσσα δυναμική, εξαιρετικής ποιότητας, εκπληκτικού πλούτου, έντασης και αποχρώσεων – λέξεις αρχαίες που έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα σε ντοπιολαλιές συνδέονται με λέξεις σύγχρονες αστικές αλλά και της υπαίθρου, κι επίσης με λέξεις αντλημένες από διάφορες μικρο-διαλέκτους και ορολογίες (πχ. των ναυπηγών, των ρετσινάδων, των χημικών). Ανάμεσά τους αρκετές άγνωστες που με ανάγκασαν να ανοίξω λεξικό και να ανακαλύπτω, κάθε φορά, πόσο εύστοχα εκφράζουν τις έννοιες που θέλει ο συγγραφέας. Κι επιπλέον, πως συνθέτουν εικόνες μαγικού νατουραλισμού μεγάλης εκφραστικότητας.




"Η αναζήτηση λέξεων που εμπεριέχουν την πραγματικότητα και συνάμα το αίσθημα που προξενεί η πραγματικότητα παραμένει έως σήμερα το  αδιάλειπτο μέλημά μου όταν γράφω, όποιο κι αν είναι το θέμα,"  λέει ο συγγραφέας. Σ' ετούτη την συλλογή, θέμα του είναι ο χρόνος και οι επιβολές του: στο Παραπέτασμα του μύλου, όπου μία Διεθνής Γραμμή Ημερομηνίας επιβάλλει έναν παράξενο διαχωρισμό  στους κατοίκους ενός χωριού. Είναι, επίσης, η ιστορία και ο τρόπος που διαπερνά τις ζωές των ανθρώπων και τους αιώνες – στο Αλισάχνη είναι της ισπανικής γρίπης, στο Αμάμπλε Πικουέρ του ισπανικού εμφυλίου ενώ στο συνταρακτικό Η άσφαλτος που καίει του ελληνικού. Θέμα του συγγραφέα είναι, μεταξύ άλλων, και η απομυθοποίηση των προσδοκιών και της εργασίας. Σε όλα τα διηγήματα, ωστόσο, τονίζεται η ιδιαιτερότητα και η οικουμενικότητα των διαπροσωπικών σχέσεων καθώς και το πως το κοινωνικό επιβάλλει τους  όρους του στο ατομικό. Ιδίως δε ο τρόπος που το δεύτερο αμύνεται του πρώτου. Το τελευταίο διήγημα, Ο Αγγελοκρουσμένος, είναι ενδεικτικό του αποτελέσματος αυτής της μάχης.

Η ανθρώπινη φιγούρα, λέει ο Αλμπέρτο Τζιακομέττι για τα γλυπτά του, είναι μία κατασκευή. Το αποδεικνύει και ο Νικολακόπουλος με τις δικές του ανθρώπινες φιγούρες – ξεκινώντας από το προφανές, μια απλή μάζα σάρκας κι αίματος, ο συγγραφέας επεκτείνει τον στοχασμό και τις μνήμες του μέχρι το διαφανές, το γεμάτο θέλω, επιθυμίες, ένστικτα και βαθύτατους φόβους Είναι τους. Ετούτη η πρωτόγονη, προ-συνειδησιακή επικράτεια του νου όπως αναδύεται μέσα από τις λέξεις και τις γραμμές είναι ισχυρή και χαοτική, ωστόσο, το σύμπαν που δημιουργεί ο Νικολακόπουλος είναι στέρεο, άριστα οργανωμένο. Κι επιπλέον, εύθραυστο – ο Νικολακόπουλος καταφέρνει να αιχμαλωτίσει με διαύγεια το ρευστό εκείνο σημείο όπου συμβαίνει αυτή η υπέρβαση και η γήινη ψυχή παίρνει μια γρήγορη, σκοτεινή στροφή προς το απόξενο, το μεταφυσικό. Ή, απλώς, το άγνωστο και μη αναστρέψιμο όπως στο Ασημένια Χορδή, το Και οι ερυθρόδερμοι καλπάζουν νηπενθείς και το ομότιτλο Σάλτος. 




Το βιβλίο, γράφει ο συγγραφέας, αφιερώνεται στις κινούμενες σκιές και στα αμίλητα πνεύματα των κατά καιρούς δωματίων του. Και είναι αυτά, μαζί με αγαπημένους συγγενείς και γνωστούς από το παρελθόν του, που φέρει ως κορώνα του, όπως θα έλεγε ο Mallarmé, και τους δίνει βήμα. Το πιο σημαντικό ωστόσο είναι πως ο Νικολακόπουλος αποκαλύπτει ότι όλες οι πραγματικότητες, και οι ανθρώπινες ενέργειες σ' αυτές, δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Είναι, αντίθετα, καλυμμένες αντιδράσεις των ανθρώπινων αισθήσεων που εκκινούν από αρχετυπικές έννοιες. Είτε, λοιπόν, μετακινείται αφηγηματικά ανά την υφήλιο είτε παραμένει εντός της ελληνικής επικράτειας, ο Νικολακόπουλος μιλά για την επιβίωση, τον έρωτα, τις σχέσεις – το Οι κόρες της αιθάλης θα μπορούσε να είναι ένα μανιφέστο υπέρ του φεμινισμού. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, είναι μια αλληγορία για την εξουσία, ανεξαρτήτως φύλου, κι αυτό αιτιολογεί κάλλιστα, σε ένα πρώτο επίπεδο, την βία εν γένει. Έμφυλη και εμφύλια, ειδικότερα.

Οι προκαταλήψεις, οι δεισιδαιμονίες, οι εμμονές· η άγνοια, η παράνοια περιλαμβάνονται, επίσης, στην θεματική των ιστοριών, όπως και ο θάνατος – όχι όμως μόνον ο βιολογικός αλλά κυρίως ο ψυχικός. Λόγια που δεν ειπώθηκαν, άνθρωποι που έφυγαν, άλλοι που έμειναν πίσω και προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα από βαριές σιωπές· κι άλλοι που χάνονται, με την ερμηνεία που δίνει ο συγγραφέας: "ο χαμός –κάτι που το αποφασίζουν οι άνθρωποι που μένουν πίσω ή ο νεκρός κατά τη διάρκεια της ζωής του και με βάση τις πράξεις που έκανε ή τη στάση που κράτησε όσο ζούσε–, είναι ένα ατελείωτο και δραματικό γεγονός που παρασύρει πολλά μαζί του." Σαν να διάβαζα το συμπεριφορικό αντικαθρέφτισμα της Γραμματικής του Buchmann στον μοντέρνο κόσμο.  



 

Ίσως, εντέλει, εκείνο που με τράβηξε στο βιβλίο να ήταν η αντίστιξη του συμβολισμού στο εξώφυλλό του – ολόλευκα οστά και νεκροκεφαλές πλαισιωμένα από μικρά κλωνάρια αμάραντου, φυτό που είναι γνωστό ως λουλούδι της αιώνιας νεότητας. Μια εικόνα που συμπυκνώνει  την γενικότερη αίσθηση που διαπνέει τα διηγήματα της συλλογής. Μία συλλογή με τοπία ψυχομετρίας και  τραχιά πορτραίτα ανθρώπων με φανερές, ωστόσο, τις λειασμένες άκρες τους. Δεκατρία σκοτεινά παραμύθια για ενηλίκους με σφοδρή, γεμάτη αυτοπεποίθηση, γραφή χωρίς κανένα συγκινησιακό επίθετο (τι επίτευγμα!), μα παρ' όλα αυτά, πλήρους διαβροχής συναισθημάτων. Συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου ενθουσιασμού που διάβαζα ένα τέτοιο βιβλίο, ένα βιβλίο που στέκεται μακριά από μανιερισμούς, τυποποιήσεις και συρμούς. Τextpocalypse στην κυριολεξία.









Σημειώσεις: Η φωτογραφία του τίτλου είναι από τον Νίκο Παππά για την ελληνική Vogue. Το εικαστικό είναι η σπουδή Wing of a European Roller του Albrecht DürerΗ ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι Η Χειρονομία της Donata Wenders ενώ η κατασκευή με το μπαλόνι της κυπρίας εικαστικού Λευκής Σαββίδου. Στο τέλος, ένα ντεκολάζ του Jacques Villeglé από την περιοδική έκθεση Nouveau Réalisme του μουσείου Β&Ε Γουλανδρή, το Arcueil (1971) / Μπορείτε να δείτε την παρουσίαση του βιβλίου εδώ.

 

 ΥΓ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 135 (Οκτωβρίου 2Ο22) του The Books' Journal – της έγκριτης επιθεώρησης για το βιβλίο, με επιπλέον κείμενα παρεμβάσεων για τα γράμματα, τις τέχνες, τις ιδέες, την πολιτική, την επιστήμη.  Στην παρούσα αναδημοσίευση έχει προστεθεί η φράση "σε ένα πρώτο επίπεδο" στην όγδοη παράγραφο.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022


 


 Limelight, 

   

 ol' chum.

 

 

 



 

Είναι μέρες τώρα που προσπαθώ να γράψω για το "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ" (μτφρ: Λουίζα Μιζάν - Ψυχογιός, 2O19) – το βραβευμένο με Booker International (2O17) μυθιστόρημα του David Grossman που αφηγείται μία παράσταση κωμωδίας stand-up. Πάλκο, προβολείς, μικρόφωνο, σκαμπό, ένας κωμικός που αυτοσχεδιάζει. Κι ένα κοινό που, πίνοντας το ποτό του ή και τρώγοντας κάτι, ακούει αστεία όπως αυτό που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο του ισραηλινού συγγραφέα: "Ένα άλογο  μπαίνει σε ένα μπαρ και ζητάει από τον μπάρμαν μια μπίρα Γκόλντσταρ βαρέλι. Ο μπάρμαν τού δίνει, και το άλογο την πίνει και ζητάει ένα ποτήρι ουίσκι. Το πίνει, ζητάει ένα ποτηράκι τεκίλα, Την πίνει. 'Ενα σφηνάκι βότκα και μια μπίρα..."  Ωστόσο, ο τρόπος που το χειρίζεται ο ισραηλινός συγγραφέας αποδεικνύει ότι είναι κάτι πολύ σύνθετο, περίτεχνο και επώδυνο. 

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα καταγώγιο της  Νατάνια, μιας μικρής πόλης στο σύγχρονο Ισραήλ, όπου ο αφηγητής παρακολουθεί μια παράσταση κωμωδίας stand-up. Εντελώς ασυνήθιστο για κάποιον του κύρους και της φήμης ενός δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ωστόσο ο Αβισάι Λαζάρ, συνταξιούχος πλέον, αναγκάζεται να δεχτεί την πρόσκληση του κωμικού Ντόβαλε Γκρίνσταϊν που υπήρξε για λίγο παιδικός του φίλος. Γνωρίστηκαν όταν έκαναν μαζί ιδιαίτερα μαθήματα και δεν άργησαν να γίνουν κολλητοί – ο Ντόβαλε τον θαύμαζε για την εξυπνάδα και την σταθερότητά του ενώ εκείνος για το πνεύμα και την αντιδραστικότητά του. Όταν σταμάτησαν τα μαθήματα χάθηκαν, για να βρεθούν λίγα χρόνια αργότερα, κατά τύχη, στην στρατιωτική κατασκήνωση ΓκάντναΕκεί, ο Λαζάρ διατήρησε μια ουδέτερη, απόμακρη στάση απέναντι στον μικροκαμωμένο φίλο του κι αυτό τον κάνει να πιστεύει πως ο Ντόβαλε τον καλεί τώρα για κάποιον προσωπικό, εκδικητικό, λόγο. Ο κωμικός ωστόσο είναι σαφής – το μόνο που του ζητούσε ήταν να τον δει και να του πει, στο τέλος της παράστασης, «τι βγάζει προς τα έξω».

Η παράσταση ξεκινά με τον Ντόβαλε να λέει μερικά κοινότοπα αστεία και να φλυαρεί με το κοινό. Στην συνέχεια, ωστόσο, οι αυτοσχεδιασμοί του γίνονται μια σειρά από ξεκάρφωτα ξεσπάσματα –μία μείξη από προσωπικά βιώματα με εμβόλιμους χυδαίους, προσβλητικούς κυνισμούς εν είδει αστείων– για να καταλήξουν σε έναν σχεδόν ανεξέλεγκτο, παραλληρηματικό μονόλογο για την παιδική ηλικία του. Κανείς δεν ήξερε την τυραννική συμπεριφορά του πατέρα του ενώ αντίθετα όλοι ήξεραν ότι τραμπουκίζονταν συστηματικά από τους συμμαθητές του και κανείς δεν έκανε κάτι γι' αυτό. Έτσι, ο μικρός είχε αναπτύξει μια δουλική συμπεριφορά για να τους ικανοποιεί όλους, και να αποφεύγει τα χειρότερα, και μία κλοουνίστικη τεχνική που τους διασκέδαζε κιόλας – περπατούσε ανάποδα, με τα χέρια. Με όρους ψυχολογίας, αυτό θεωρείται συνήθης μαζοχιστική μανούβρα. Κομβικό σημείο στον μονόλογό του είναι ένα συγκεκριμένο γεγονός που τον στιγμάτισε – στα δεκατέσσερά του, κι ενώ βρισκόταν ακόμη στην Γκάντνα, οι αξιωματικοί διακόπτουν ένα από τα πολλά επεισόδιο τραμπουκισμού του για να του ανακοινώσουν ότι πρέπει να παραστεί στην κηδεία του γονιού του,  χωρίς ωστόσο να του πουν για ποιόν από τους δύο πρόκειται.

Ταυτόχρονα με την αφήγησή του στην σκηνή, ο Ντόβαλε κάνει σπασμωδικές, φρικαρισμένες  κινήσεις κι αυτοτραυματίζεται – σπάει τα γυαλιά του, ματώνει.  Έτσι, αυτό που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέσο ενδυνάμωσης της αυτοπεποίθησής του, ή έστω ένας μηχανισμός διαχείρησης μιας κρίσης άγχους ή της επανεμφάνισης του θρήνου για τον γονιό που έχασε, γίνεται ένα επώδυνο φιάσκο· μία τρύπια ασπίδα ενάντια στο βάρος της αναδυόμενης μνήμης και της τρέχουσας πραγματικότητας – στα πενήντα επτά του, με πέντε αποτυχημένους γάμους, ισάριθμα παιδιά που δεν θέλουν να έχουν σχέση μαζί του, πολλά μοναχικά βράδυα σε άθλια μοτέλ και μία πρόσφατη διάγνωση καρκίνου του προστάτη.

 


Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην διάρκεια μόλις δύο ωρών και ο συγχρονισμός του Νταβίντ Γκρόσμαν, που κινεί πολλά νήματα, είναι άψογος – κάθε ενέργεια του Ντόβαλε επί σκηνής επιδρά και συνυφαίνεται με κάθε σκέψη και κίνηση του Λαζάρ ο οποίος, παρακολουθώντας την παράσταση, συνειδητοποιεί πως και η δική του ζωή δεν είναι ακριβώς επιτυχημένη. Φημισμένος μεν για τις ακριβοδίκαιες αποφάσεις του και το πάθος του για δικαιοσύνη αλλά και ιδιαίτερα αντιπαθής για την επικριτικότητά του και την παγερή αποστασιοποίησή του, εντός κι εκτός δικαστηρίου, κάτι που επιτάχυνε την συνταξιοδότησή του. Χωρίς σύζυγο – πέθανε ξαφνικά από καρκίνο πριν από λίγα χρόνια. Χωρίς παιδιά. Με ελάχιστους φίλους κι ένα παρόν αυστηρά μοναχικό –  μόνοι σύντροφοί του ένας ηλικιωμένος σκύλος και η απαρηγόρητη θλίψη του. 

Παράλληλα, η παραμικρή αντίδραση του κοινού κουμπώνει εντελώς απρόσκοπτα με τις σκέψεις των δύο και  η εξέλιξη της πλοκής (η παράσταση έχει πράγματι πλοκή και μάλιστα περιπέτειας) μεταδίδει την αίσθηση του επείγοντος – ο αναγνώστης συμμερίζεται την πνιγηρή αίσθηση που δίνουν τόσο το γεμάτο καταγώγιο όσο και το μανιακό παραλλήρημα του Ντόβαλε. Ο συγγραφέας έχει δε προσδώσει στην παράσταση και μια χροιά θρίλερ –  ο επί σκηνής Ντόβαλε δεν αποκαλύπτει ποιός από τους δύο γονείς του είχε τότε πεθάνει παρά μόνον προς το τέλος της παράστασης. Όπως και ο έφηβος Ντόβαλε που το έμαθε μπροστά στη σορό. 

Η γραφή του Γκρόσμαν είναι λιτή και διαυγής αλλά πλούσια σε αποχρώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού τον οποίο ο συγγραφέας αποκαλύπτει με λεπτότητα. Ένα παράδειγμα: η μητέρα του Ντόβαλε –μία τραγική μορφή που επιχείρησε να σβήσει το ψυχικό εγκαυστικό που της άφησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κόβοντας τις φλέβες της–,  προβάλλει εύθραυστη. Ο πατέρας του, ένα δεύτερο – η αναπαράσταση του δαιμόνιου, αεικίνητου και σκληρού μα μίζερου άντρα είναι ζωντανή αλλά δεν τον αντιπαθείς (πολύ). Ή, στον αντίποδά τους, η Ευρύκλεια – μία μικροσκοπική και αφελής γυναίκα που έρχεται από το παρελθόν του Ντόβαλε και ως άλλη τροφός ενός σύγχρονου, συναισθηματικά χαμένου, Οδυσσέα παρακολουθεί την παράσταση με την σθεναρή πεποίθηση ότι ο φίλος της δεν είναι αυτή η αποκρουστική καρικατούρα που θέλει να παρουσιάσει στην σκηνή. Και του το λέει. Πόσο εξισορροπητικό εύρημα ετούτη η μητρική φιγούρα. 

Η οικογένεια και η δυναμική της είναι ένα από τα βασικά μοτίβα της θεματολογίας του Γκρόσμαν καθώς και η φιλία, η ιαματική δύναμη της αποδοχής από τον Άλλο, η ειρηνική συνύπαρξη με τους Άραβες – ενυπάρχουν κι εδώ όπως ακριβώς και στο magnus opus του, το "Στο τέλος της γης"Σε τούτο το "μυθιστόρημα δωματίου" ωστόσο λείπει η φύση και ο συγγραφέας "περιορίζεται" στις περιγραφές του εσώτερου τόπου των χαρακτήρων του. Ακόμη και των θεατών –μια ανάγλυφη εικόνα αντιπροσωπευτική της ισραηλινής κοινωνίας– που, όπως ο χορός αρχαίας τραγωδίας, δίνει τον τόνο και προάγει την δράση με την εναλλασσόμενη διάθεση του καθενός και τις διάφορες αντιδράσεις  τους – άλλοι γελούν, άλλοι φεύγουν αγανακτισμένοι, άλλοι παραμένουν αλλά δυσανασχετούν, μερικοί συμμετέχουν, κάποιοι σιωπούν αμήχανα, μία ώριμη κυρία φλερτάρει τον Λαζάρ ενώ μία νεαρή γυναίκα συγκινείται και δείχνει να συμπάσχει με το δράμα του κωμικού. 



Μία στερεότυπη  κωμωδία stand-up είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο είδος για να το αποδώσεις, πολύ περισσότερο δε τούτη η έκτροπη παράσταση, μα ο  Γκρόσμαν το κάνει με έξοχο τρόπο. Αποδίδει αριστοτεχνικά και με συναισθηματική ευφυΐα την πολυπρισματική θέαση και την χωροταξία της παράστασης όπως και τον ρυθμό της – αν και πράγματι δύσκολο να αναπαραχθεί γραπτώς, εδώ είναι διακριτός κι εύγλωττος, σταθερά κλιμακούμενος και ασύλληπτα έντονος. Η μετάφραση της Λουίζας Μιζάν (από τα εβραϊκά) συμπορεύεται με τον ίδιο ρυθμό και το πνεύμα του συγγραφέα. Μεταφράζει: "Την ακούω να ανασκάπτει με το ένα χέρι μέσα στην τσάντα της..." (σελ.276)

Στην αρχή είχα υποθέσει πως πρόκειται για μια ιστορία "Γέλα, παλιάτσο!" Σε αυτό συνέβαλλε το εξώφυλλο που παραπλανά – το καπέλο μπόουλερ είναι χαρακτηριστικό σύμβολο των παραστάσεων καμπαρέ ή ενός πρωτότυπου  κωμικοτραγικού vaudeville με μονόλογο τύπου Σαρλώ. Σε κάθε περίπτωση είναι κάτι εντελώς ξένο με το ύφος και το περιεχόμενό της κωμωδίας stand-up.  Το "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ"  είναι ένα πράγματι ξεχωριστό, ασυνήθιστο,  πιο οικουμενικό βιβλίο. Όχι μόνον επειδή μιλά για το πόσο φοβερά δυσλειτουργικοί είναι οι άνθρωποι και οι κοινωνίες, κι επιπλέον δείχνει τις αντιθετικές δυνάμεις  που διαμορφώνουν τις ζωές μας. Ούτε (μόνον) επειδή ο Γκρόσμαν περιγράφει τον πόνο με λέξεις κι έναν ακλόνητα νηφάλιο τρόπο –  αν και πολύ οδυνηρή η ιστορία και ο πρωταγωνιστής του όντως πάσχει, δεν τον καταδικάζει· δεν του δίνει ένα βεβιασμένο happy end, ούτε όμως του αφήνει χώρο για απόγνωση. Με μια θαραλέα κίνηση, ο Ντοβ υπερβαίνει το τραύμα του και πετά το γάντι στον Αβισάϊ και τους αναγνώστες – πόση πραγματικότητα μπορούμε να αντέξουμε και τι κάνουμε όταν αυτή γίνεται αβάσταχτη;

Ετούτο το θεμελιώδες ερώτημα είναι που θέτει ο βραβευμένος συγγραφέας και ακτιβιστής για περισσότερο από 3Ο χρόνια με το έργο του, τόσο για τους ενηλίκους όσο και για τα παιδιά. Και μας υπενθυμίζει πως πάντοτε έχουμε επιλογές. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε ποιοί είμαστε στ' αλήθεια και να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία των πράξεων, ή μη-πράξεών μας. Μας παρακινεί να αναλάβουμε ευθύνη, και δράση. Ο κόσμος, όλος μια σκηνή, δεν γυρνά με την αδράνεια. Η γνήσια λογοτεχνία και η ανάγνωσή της δεν είναι μία παθητική πράξη.  




ΥΓ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 131 (Ιουνίου 2Ο22) του The Books' Journal – της έγκριτης επιθεώρησης για το βιβλίο, με επιπλέον κείμενα παρεμβάσεων για τα γράμματα, τις τέχνες, τις ιδέες, την πολιτική, την επιστήμη.  





Σημειώσεις: Η αρχική εικόνα είναι λεπτομέρεια επεξεργασμένη από την σελίδα τίτλου του βιβλίου. Το εικαστικό είναι η έγχρωμη οπτικοποίηση των μουσικών δεδομένων των Τεσσάρων Εποχών του Antonio Vivaldi από τον σχεδιαστή και ψηφιακό καλλιτέχνη Nicholas Rougeux. Μπορείτε να το δείτε και σε κίνηση εδώ

Δευτέρα 18 Απριλίου 2022




 Limelight 




Είναι μέρες που προσπαθώ να γράψω για το  "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ" (μτφρ: Λουίζα Μιζάν - Ψυχογιός, 2O19) – το βραβευμένο με Booker International (2O17) μυθιστόρημα του David Grossman που αφηγείται μία παράσταση κωμωδίας stand-up. Πάλκο, προβολείς, μικρόφωνο, σκαμπό, ένας κωμικός που αυτοσχεδιάζει. Κι ένα κοινό που, πίνοντας το ποτό του ή και τρώγοντας κάτι, ακούει αστεία όπως αυτό που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο του ισραηλινού συγγραφέα: "Ένα άλογο  μπαίνει σε ένα μπαρ και ζητάει από τον μπάρμαν μια μπίρα Γκόλντσταρ βαρέλι. Ο μπάρμαν τού δίνει, και το άλογο την πίνει και ζητάει ένα ποτήρι ουίσκι. Το πίνει, ζητάει ένα ποτηράκι τεκίλα, Την πίνει. 'Ενα σφηνάκι βότκα και μια μπίρα..." 

Θα έπρεπε  να είναι  εύκολο να γράψω ένα κείμενο γι' αυτό – το χιούμορ είναι, γενικώς, κάτι απλό κι ευφρόσυνο ακόμη κι όταν είναι χονδροειδές ή άτσαλο ή επιθετικό όπως συμβαίνει συνήθως στα stand-ups. 

Ωστόσο, δεν είναι.  

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

 



Τι είναι σε μια λέξη;

  





Στην πιο πάνω παράφραση του Σαίξπηρ μοιάζει να απαντά ο Jürgen Buchmann με το ολιγοσέλιδο "Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ" (μτφρ. Συμεών Γρ. Σταμπουλού – Gutenberg, 2O19 / Aldina 18) –  ένα ιδιότυπο ανάγνωσμα που εστιάζει κατ'αρχάς στην γλώσσα· ή, μάλλον, στην ποικιλομορφία των γλωσσών του κόσμου.   

Γλώσσες ηχομιμητικές, νοηματικές, συνθηματικές, αργκό, διχαστικές. Γλώσσες δημιουργικές ή ασκητικές. Γλώσσες ζωντανές και υπόρρητες, μα κυρίως γλώσσες νεκρές – γλώσσες, διάλεκτοι και ιδιώματα τόπων όπου περιηγήθηκε κι έζησε ο Μάρκο Πόλο –Κίνα, Περσία, Ινδία, Ιαπωνία και άλλες ασιατικές χώρες και πόλεις–  πριν επιστρέψει στην πατρίδα του, τη Βενετία, το 1295. Εκείνη την περίοδο, ωστόσο, η Βενετία ήταν σε πόλεμο με την Γένοβα και ο Μάρκο Πόλο, που πήρε μέρος με τους συντοπίτες του, συνελήφθη και  φυλακίστηκε από τους Γενοβέζους για έναν χρόνο (1298 - 1299). Στην διάρκεια της φυλάκισής του υπαγόρευσε τις αναμνήσεις του στον συγκρατούμενό του, ποιητή και συγγραφέα ρομαντικών μυθιστορημάτων, Rustichello da Pisa ο οποίος αργότερα τις κατέγραψε σε βιβλίο – "Τα Ταξίδια του Μάρκο Πόλο / The Travels of Marco Polo" έδωσε στους Ευρωπαίους της εποχής μία πρώτη και ολοκληρωμένη εικόνα του τότε μυστήριου πολιτισμού και τις διάφορες εσωτερικές διεργασίες του κόσμου της Ανατολής καθώς και τον πλούτο και το μεγάλο μέγεθος της Αυτοκρατορίας των Μογγόλων και της Κίνας.

Σε αυτό το ταξιδιωτικό ημερολόγιο βασίζεται το παρόν βιβλίο με το οποίο ο γερμανός φιλόλοφος, φιλόσοφος και σεναριογράφος Γιούργκεν Μπούχμανν συστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για ένα παιγνιώδες εκ πρώτης όψεως, ανάγνωσμα – δίνει αρχικά την εντύπωση μυθοπλασίας μαγικού ρεαλισμού και άκρατου συμβολισμού καθώς ορισμένες από τις αφηγήσεις του είναι ασαφείς, άλλες εμφανίζουν κρυπτικές διαστάσεις ή γλαφυρές εκφάνσεις της σιωπής. Το ίδιο περίπου έχει κάνει και ο Ίταλο Καλβίνο στις  Αόρατες Πόλεις του. Ενώ όμως ο ιταλός συγγραφέας αναδημιουργεί και περιχαρακώνει έναν αστικό χώρο με ιστορίες ανθρώπων, την μνήμη, τα όνειρα, την επιθυμία και τις επιδιώξεις τους, ο  Μπούχμαν επικεντρώνεται στην ρεαλιστική πολυσχιδία των γλωσσών και τις ανάγλυφες διαστάσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας – το βάθος, την πολυπλοκότητα, την αμφισημία· τα όρια, τα κενά, τις πιθανότητες, την τυχαιότητα, τις παρεξηγήσεις. Την νοοτροπία, εντέλει, και την συμπεριφορά των ατόμων. 

Οι τριάντα τέσσερις μικροαφηγήσεις του βιβλίου, με τις συμπυκνωμένες μα λυρικές περιγραφές τους, θα προβληματίσουν τον τυπικό αναγνώστη της πεζογραφίας. Την προσοχή του θα τραβήξει πιο εύκολα η προσεκτική μετάφραση του Σ. Σταμπουλού και ιδίως το επίμετρό του όπου παραθέτει πληροφορίες για τον συγγραφέα και το έργο του. Ο ίδιος ο Μπούχμανν, συγγραφέας δύσκολος και όχι δημοφιλής, δίνει αρκετές πληροφορίες για το βιβλίο και την συγγραφή του στο δικό του σημείωμα, στις τελευταίες σελίδες, κι αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον και διαφωτιστικό. Ένας φιλόλογος ή γλωσσολόγος, όμως, θα βρει το Γλωσσολογικό Παράρτημα του βιβλίου συναρπαστικό. Ο συγγραφέας παραθέτει εκεί σημειώσεις, παρατηρήσεις και πραγματολογικές πληροφορίες που, εκτός από τις πηγές, αφορούν κυρίως την γραμματική και την σύνταξη της κάθε γλώσσας – δλδ, τον δομικό σκελετό της που αποκαλύπτει την λειτουργία και την φιλοσοφία της και, ως εργαλείο σκέψης που είναι, τον αντίκτυπο που έχει στις ζωές των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, τις σχέσεις και τις ταυτότητες των ανθρώπων που η κάθε γλώσσα διαμορφώνει.





Το βιβλίο ετούτο θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μικρά χρονικά της γλώσσας ως διαχρονικής οντότητας ανάλογης με τον χρόνο και τον τόπο και, όπως εδώ, την έμπνευση του συγγραφέα – ο Μπούχμανν δημιουργεί τόσο πολυεπίπεδους μικρόκοσμους που μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή για να τους κατανοήσεις. Εκείνο, ωστόσο, που ο κάθε  αναγνώστης αντιλαμβάνεται  με σαφήνεια εξαρχής είναι πως η γλώσσα είναι ένας ζωντανός σύνδεσμος μεταξύ των ανθρώπων – λειτουργικός ή όχι, είναι κάτι που το επιλέγει ο καθένας μας γιατί εκτός από μέσο επικοινωνίας, όπως λέει ο  Ngũgĩ wa Thiongʾo η γλώσσα είναι επίσης φορέας πολιτισμού. 















Σημειώσεις: Οι στίχοι του Σαίξπηρ, από το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, είναι:    "What's in a name? that which we call a rose / By any other name would smell as sweet." // Το ασπρόμαυρο εικαστικό με τον Πύργο της Βαβέλ είναι του γερμανού Athanasius Kircher ενός ιησουίτη λογίου και πολυμαθή τον οποίο έχουν συγκρίνει, για το τεράστιο εύρος των ενδιαφερόντων του, με τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. / Το δεύτερο εικαστικό είναι λεπτομέρεια του εξωφύλλου από το "Το βλέμμα" (2ΟΟ7) του Αλέξανδρου Ίσαρη. / Μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ τον μεταφραστή να μιλά για την βαβελική γλώσσα, τον γερμανό συγγραφέα,  κ.ά. ενδιαφέροντα.