Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2021

 


 


Come, they told me not 




 

Θεωρείται ο χαμένος γίγαντας της αμερικανικής λογοτεχνίας – όπως συνέβη με τον John Edward Williams και τη Lucia Berlin, στην εποχή του ο  William Melvin Kelley γνώρισε πρόσκαιρη φήμη και μετά βυθίστηκε στη λήθη για να ανακαλυφθεί κατά τύχη στις μέρες μας και να αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια με το πρώτο μυθιστόρημά του.   

Το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" (μτφρ. Γ. - Ί. Μπαμπασάκη – Μεταίχμιο, 2Ο2Ο) εκτυλίσσεται στο Σάτον, μία μικρή πόλη στον βαθύ αμερικανικό Νότο. Εκεί, η συνύπαρξη των Μαύρων με τους Λευκούς είναι ειρηνική εφόσον ο καθένας διατηρεί την θέση του – οι πρώτοι να επιτελούν το "κατώτερο" έργο τους ενώ οι δεύτεροι να ασκούν την ψιλή κυριότητα και κόσμια επιστασία τους. Ώσπου μία μέρα ο Τάκερ Κάλιμπαν –απελευθερωμένος σκλάβος και τώρα αγρότης με δική του περιουσία και σεβαστός από όλους–, σπέρνει αλάτι στο χωράφι του, σκοτώνει τα ζώα, βάζει φωτιά στο σπίτι του και φεύγει προς τον Βορρά με την έγκυο γυναίκα του και το παιδί τους. Δίχως να πει οτιδήποτε σε κανέναν. Ωστόσο, αυτή η κίνηση θα λειτουργήσει ως έναυσμα για τους υπόλοιπους Μαύρους της περιοχής οι οποίοι θα τον ακολουθήσουν μαζικά, αλλά ψύχραιμα και το ίδιο σιωπηλά. Είναι Ιούνιος του 1957 και η φανταστική Πολιτεία όπου ανήκει το Σάτον είναι η μοναδική "...της Ένωσης* που δεν έχει ούτε ένα μέλος της νέγρικης ράτσας ανάμεσα στους πολίτες της."  

Ο Κέλυ έχει επινοήσει εξ' ολοκληρου τον μυθιστορηματικό τόπο, όχι όμως και τις καταστάσεις που διαδραματίζονται στα έντεκα κεφάλαια του βιβλίου, το καθένα από τα οποία αφηγείται ένας λευκός: ο Χάρι Λίλαντ - ένας χαμηλών τόνων κι επιφυλακτικός οικογενειάρχης· ο γιος του,  ο μικρός Κύριος Λίλαντ – ο μόνος στον οποίο μίλησε ο Τάκερ όταν έφευγε: "Είπε πως είμαι νέος και δεν έχω χάσει τίποτε ακόμα". Τα τέσσερα μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας Γουίλσον στους οποίους δούλευαν ο Τάκερ και οι πρόγονοί του, και οι άντρες της μικρής πόλης που συναντιούνται κάθε μέρα στην βεράντα του τοπικού παντοπωλείου και σχολιάζουν.  

 


Η πολυφωνικότητα αυτή, μέσω της οποίας δίνεται η προσωπικότητα του πρωταγωνιστή, μια αίσθηση θεατρικότητας που μου άφησε  η ανάπτυξη της αφήγησης και το τραγικό τέλος προσδίδουν χροιά αρχαίου δράματος στο μυθιστόρημα. Με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στις αποχρώσεις και τις εντάσεις του κάθε χαρακτήρα, ο Κέλυ εκθέτει την στάση των Λευκών απέναντι στις θεσμοθετημένες  φυλετικές διακρίσεις και  τούτη την κινητική αφύπνιση των Μαύρων δίνοντας έτσι μία ζωντανή ρεαλιστική εικόνα της εποχής – στα τέλη της  δεκαετίας του 1950, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Μαύρων είχε ήδη εδραιωθεί με σημαντικότατες δικαστικές αποφάσεις υπέρ τους, ωστόσο το  δόγμα του equal but separate θα αργήσει πρακτικά να ανατραπεί. 

Λογοτεχνικά, το επιχειρεί ο Κέλυ στον "Τυμπανιστή" με ένα εύρημα που πολλοί το εξέλαβαν ως σάτιρα ή μαύρο χιούμορ ενώ στην πραγματικότητα είναι το λογικό αντικαθρέφτισμα της πεποίθησης ανωτερότητας των Λευκών – η παντελής απουσία των Μαύρων. Κι όχι μόνον επινοεί ένα σύμπαν όπου οι Μαύροι έχουν περισσότερη δύναμη και αρνούνται να συνεχίσουν να ζουν υπό συνθήκες υποταγής, αλλά πηγαίνει στην ρίζα ετούτης της λευκής πεποίθησης. Με ένα εκτενές flashback, στο δεύτερο κεφάλαιο, ο αμερικανός συγγραφέας αφηγείται το εμπόριο σκλάβων στα τέλη του 19ου αι. και το τοπικό παζάρι όπου ο φανταστικός στρατηγός των Νοτίων Ντιούι Γουίλσον αγοράζει έναν μεγαλόσωμο Αφρικανό. Ο σκλάβος όμως, που έχει εξεγερθεί στο αμπάρι του πλοίου που τον μετέφερε από την Αφρική, μόλις τον βγάζουν στη στεριά το σκάει. Η ένοπλη ομάδα του στρατηγού δεν θα μπορέσει να τον πιάσει ζωντανό κι έτσι ο στρατηγός Γουίλσον θα αποκτήσει μόνο το μωρό που ο Αφρικανός κρατούσε στα χέρια του και το οποίο θα μεγαλώσει στην δούλεψή του. Το μωρό εκείνο είναι ο προπάππος του Τάκερ κι αυτό δικαιολογεί, κατά τους λευκούς κατοίκους της πόλης, τις πράξεις  και τη φυγή του – κάλεσμα του αίματος το ονόμασαν. 

Η εξήγηση όμως δεν είναι τόσο απλοϊκή. Ο Τάκερ Κάλιμπαν, όπως ο ομώνυμος χαρακτήρας  της Τρικυμίας που έχει δική του ζωή έξω από την πλοκή του Σαίξπηρ, αποστασιοποιείται από το σύνολο των ομόφυλών του και με αποφασιστικότητα κάνει πράξη αυτό που πιστεύει πως θα αλλάξει την ρατσιστική πραγματικότητα – "...ο μόνος τρόπος για να πάνε καλύτερα τα πράγματα είναι να σηκωθούν και να φύγουν όλοι οι έγχρωμοι, να γυρίσουμε την πλάτη σε όλα όσα ξέραμε και ν' αρχίσουμε απ' την αρχή", λέει ένας Μαύρος καθώς εγκαταλείπει το Σάτον νοηματοδοτώντας με λέξεις την αποστασία του Τάκερ. Στην πραγματικότητα ο Κέλυ προσωποποιεί έτσι τον κύριο σκοπό του  Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Μαύρων – την ειρηνική αντίσταση και την πολιτική ανυπακοή.




'Ενα βιβλίο  τοποθετημένο ανάποδα  στο σκονισμένο ράφι ενός παζαριού, προκάλεσε την περιέργεια της αμερικανίδας δημοσιογράφου Kathryn Schulz. Ήταν η πανόδετη πρώτη έκδοση ενός σπάνιου βιβλίου  και στην πρώτη σελίδα έγραφε: "Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Ουίλιαμ Κέλυ –για την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι μας– καλωσόρισες!"  Υπογραφή: "Langston Hughes, 19 Φεβρουαρίου 1962" Ενθουσιασμένη με την πολύτιμη ανακάλυψή της, η Schulz συνέχισε το ψάξιμο, για το άγνωστο όνομα αυτή τη φορά, ώσπου ανακάλυψε το πρωτόλειο του Κέλυ.  Στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό άρθρο του New Yorker όπου εξιστορεί την όλη περιπέτεια και παραθέτει επίσης ένα εκτενές κι ενδιαφέρον βιογραφικό του συγγραφέα. 

Από την πρώτη κιόλας έκδοσή του, το 1962, παραλληλίστηκε με καταξιωμένους συγγραφείς, κυρίως με τους  James Baldwin και William Faulkner. Ωστόσο το συγκεκριμένο μυθιστόρημα τοποθετεί τον Κέλυ στο ενδιάμεσο – λιγότερο επικός ή δοκιμιακός από τον πρώτο και λιγότερο υπερβατικός ή "πομπώδης" από τον δεύτερο, ο Κέλυ στα είκοσι τέσσερά του είναι εντυπωσιακά ώριμος ως λογοτέχνης ώστε να αναβιώσει πρόσωπα και καταστάσεις μέσω συνεκτικών και πολυδιάστατων μυθοπλαστικών συμβάσεων, και αρκετά ρεαλιστής ώστε να σκιαγραφήσει με οξυδέρκεια, ενάργεια και αληθοφάνεια, εκτός των άλλων, και τον κάθε τύπο της νέγρικης ταυτότητας – από τους στωικούς κι εργατικούς οικογενειάρχες που κοιτούν την δουλειά τους μέχρι την νέα –τότε– δυναμική γενιά που σπουδάζει. Όπως, για παράδειγμα, η Μπέθρα – η νεαρή οικιακή βοηθός που εργάζεται εσωτερική στους Γουίλσον για να εξοικονομήσει τα δίδακτρα του κολεγίου· οι πρώην συμφοιτητές της στο τοπικό τμήμα του Εθνικού Συλλόγου για τα Ζητήματα των Εγχρώμων· ή, ο αιδεσιμότατος Μπένετ Μπράντσοου, πρώην συμφοιτητής και συγκάτοικος του υιού Γουίλσον στο Χάρβαρντ, που εξέλαβε την κινητοποίηση των Μαύρων ως προσωπική ήττα. 

Στις μέρες μας συγκρίθηκε επίσης, ως πρωτόλειο, με το "Στόουνερ" αν και δεν θα έπρεπε. Παρά την ίδια ψύχραιμη κι αποστασιοποιημένη αλλά περίπλοκη αφήγηση, πρόκειται για δύο αισθητά διαφορετικά έργα, με το "Στόουνερ" να υπερτερεί στον πλούτο της γλώσσας και τον "Τυμπανιστή" να εντυπωσιάζει με την λιτότητα και την πρωτοτυπία της δικής του, και την ενσυναίσθηση του συγγραφέα για το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι και πως αυτό αντανακλάται στους ομόφυλούς του ενώ βιώνεται από το κάθε άτομο ανεξαρτήτου φύλου και χρώματος. Κυρίως όμως με την ευφυή οπτική του – ένας Μαύρος μιλά εκ μέρους των Λευκών για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της φυλής του. Δεν είναι ακατανόητο, εντέλει, που παραγκωνίστηκε τότε – η νέα εισαγωγή της αμερικανικής έκδοσης αποδίδει την λογοτεχνική παρακμή του Κέλυ στο γεγονός ότι "...πολλοί λευκοί αναγνώστες δεν ήθελαν έναν μαύρο συγγραφέα να τους λέει τί σκέφτονταν, ιδίως όταν τόσα πολλά από αυτά ήταν επιτιμητικά."  Και είναι πράγματι πολλά – εκτός από τις διάφορες εκφάνσεις του ρατσισμού, οι οικονομικές ανισότητες, οι ιδεολογικές διώξεις, ο αριβιστικός λαϊκισμός και η θέση της γυναίκας στον λευκό κόσμο είναι ιδιαίτερα εμφανή στην αφήγηση. 



Ο Ουίλλιαμ Μέλβιν Κέλυ δεν είναι ακόμα μία περίπτωση παραγνωρισμένου ευφυούς δημιουργού που ανανήπτει. Είναι κάτι περισσότερο – προκαλεί τα στερεότυπα και τους παραλογισμούς των φυλετικών διακρίσεων με ένα εξαιρετικό εύρημα που μπορεί να προσληφθεί και ως θεωρητικό πείραμα. Και οι όποιες αδυναμίες του μυθιστορήματος, που είναι αρκετές, δεν αποδυναμώνουν την πρωτοτυπία και την τολμηρή ματιά ενός συγγραφέα που κάνει τους Μαύρους ορατούς κι αυτό είναι ουσιώδες –  το να υπάρχεις και να μην γίνεσαι αντιληπτός, λέει ο νομπελίστας Gao Xingjian, είναι το ίδιο σαν να μην υπάρχεις. Με αυτό κατά νου και υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων στην Ουάσινγκτον, όπου επανεμφανίζεται η σημαία της Συνομοσπονδίας, ο αμερικανός συγγραφέας δεν καθίσταται μόνον πολύ επίκαιρος αλλά απαραίτητος κλασικός. Και το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" μια αναγκαία ανάγνωση, αν όχι ιδέα. 






* Το κείμενο γράφει τη λέξη Ένωση αλλά πρόκειται για λάθος της μετάφρασης διότι η  Ένωση αφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, δλδ τους Βόρειους  – 20 ελεύθερες και 5 συνοριακές Πολιτείες που, κατά τον εμφύλιο πόλεμο,  υποστήριζαν τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν και το πρόγραμμά του. Αντίθετα, στο Νότο –όπου αναφέρεται ο συγγραφέας κι εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου–  οι 11 Πολιτείες που ήταν υπέρ της δουλείας και ήθελαν να αποσχιστούν από την Ένωση σχημάτισαν τις Συνομόσπονδες Πολιτείες ή απλώς Συνομοσπονδία.





Σημειώσεις: Το εικαστικό της ανάρτησης  είναι το #19: Postage Commemorating the Advent of Black Power (1967) και ανήκει στη σειρά με τίτλο "American People" της αμερικανίδας καλλιτέχνιδας Faith RinggoldΗ ασπρόμαυρη φωτογραφία τιτλοφορείται "Lowell Smith, 1981" και ανήκει στην συλλογή του Robert Mapplethorpe "Dark and Light" ενώ, στη συνέχεια, το "Gaze of Silence" (1932) είναι του Paul Klee// Η φωτογραφία του link της τελευταίας παραγράφου αντλήθηκε από εδώ

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021




Νερό συναντά

 κι άλλο νερό





Δεν συνηθίζω να μιλώ για ποίηση ωστόσο, η ποίηση του  Raymond Carver πατά στο μοτίβο των πεζών του κι αυτό μου δίνει μία ευκολία, πολύ περισσότερο δε εφόσον πρόκειται για έναν από τους αγαπημένους μου πεζογράφους και η ποίηση  δεν ήταν για εκείνον μια περιστασιακή αποφόρτιση – ο μινιμαλιστής διηγηματογράφος που θεωρείται ο ανανεωτής της μικρής φόρμας στην Αμερική τον 2Οο αι. έγραφε ποίηση με την ίδια αφοσίωση ακόμα και όταν καταξιώθηκε ως διηγηματογράφος. Για την ακρίβεια, θεωρούσε εαυτόν ποιητή εξίσου και δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση, παράλληλα με τα πεζά του, ακόμα και σε περιόδους που τον έζωναν υπαρξιακές ανησυχίες. 

Δεν είχα συνειδητοποιήσει τον όγκο του ποιητικού έργου του παρά μόνο διαβάζοντας προσεκτικά το εκτενές και πυκνογραμμένο επίμετρο του Άκη Παπαντώνη στο πρόσφατο "Εκεί που είχαν ζήσει" (Κίχλη, 2Ο2Ο) – μία συλλογή 57 ποιημάτων του Κάρβερ που μετέφρασε ο έλληνας πεζογράφος έχοντας προηγουμένως ανθολογήσει την συγκεντρωτική έκδοση "All of Us" (Harvill, 1996)  που περιλαμβάνει τις τρεις ευρείας κυκλοφορίας συλλογές ποίησης  του Αμερικανού και μία που εκδόθηκε  μετά θάνατον συν κάποια αθησαύριστα ποιήματά του. 

Η παρούσα έκδοση είναι δίγλωσση αλλά  όχι με αντικριστή έκθεση των δύο εκδοχών – τα ποιήματα στην ελληνική τους μετάφραση βρίσκονται στο πρώτο μέρος της συλλογής και τα πρωτότυπα ακολουθούν στο δεύτερο. Έτσι, χωρίς την άμεση αντιπαραβολή και σύγκριση, η ανάγνωση επικεντρώνεται στο ύφος και την ουσία των ποιημάτων ενώ η δυναμική της κάθε γλώσσας αναδύεται αυτόνομη – η στιλπνή αφαιρετικότητα των στίχων στην αγγλική και ο λιτός λυρισμός της ελληνικής. 

Ως πεζογράφος, κάποιος δλδ με γνώσεις και τεχνική στην χρήση της ελληνικής γλώσσας, ο Παπαντώνης θα μπορούσε να πειραματιστεί με την απόδοση των λέξεων από την μία γλώσσα στην άλλη ή να επιβάλλει το δικό του ύφος μεταφραστική αδεία. Ωστόσο, δεν αυθαιρετεί.  Αν και σε σημεία τού διαφεύγει ο κοφτός ρυθμός του Κάρβερ, μεταφέρει στην γλώσσα μας το ιδίωμα, την  οπτική και τον εσωτερικό ρυθμό του – ένα μη ειδυλλιακό σκηνικό,  μια ζωή μουντή που έρπει σε σκληρές επιφάνειες· οξεία παρατηρητικότητα στο περιβάλλον -φυσικό και ιδιωτικό-,  μια γενναιόδωρη κατανόηση της ζωής και μια φωνή που σου μιλά με οικειότητα. Αυτή η φωνή του ποιητή είναι εδώ ελαφρά λιγότερο δραματική απ' ό,τι στα διηγήματά του ωστόσο, και παρά το "κουμπωμένο" ύφος του, ο Κάρβερ αφήνει να φανούν –με την ίδια ουδέτερη ένταση, την ίδια αποστασιοποιημένη ακρίβεια– διακριτικές λεπτομέρειες μιας δυνατής συγκίνησης.



Απέρριπτε κάθε κατηγοριοποίηση, λέει η Carol Sklenicka, βιογράφος του Κάρβερ κι αυτό είναι φανερό στο τρόπο που τα όρια της ποίησης και της διηγηματογραφίας του συγκλίνουν και σχεδόν αναιρούνται. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Κάρβερ εκκινεί από το προσωπικό του βίωμα –μία ζωή με φτώχεια και πολύ αλκοόλ–, το οποίο διυλίζει και εκπέμπει σε κάτι μεγαλύτερης εμβέλειας, πανανθρώπινο.  Το  "Εκεί που είχαν ζήσει"  όμως μου δίνει την εντύπωση πως αφορά στο πιο αυτοαναφορικό, πιο ιδιωτικό,  κομμάτι του αμερικανού λογοτέχνη ώστε στο τέλος της ανάγνωσης, προκύπτει ένα ολοκληρωμένο πορτραίτο του κι ένα αποκατεστημένο ψηφιδωτό της ανθρώπινης συνθήκης. Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που σου μένει κάθε φορά που διαβάζεις ένα έργο του Κάρβερ είναι ευδιάκριτες και όμορφες, παράδοξα όμορφες κι αρμονικές εικόνες – βασικό κριτήριο λογοτεχνικότητας κι απόσταγμα αξίας.  







Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από τον τίτλο μίας από τις ποιητικές συλλογές που ανθολογήθηκαν για το βιβλίο, την "Where water comes together with other water" (1985). Η πρώτη φωτογραφία είναι του μεταφραστή αντλημένη από τον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook. 

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2020

 




Στην τελική ευθεία






...για τα φετινά Χριστούγεννα, όπως κάθε χρόνο. Σχεδόν. Τα ίδια στολίδια στη θέση τους, οι προμήθειες (γλυκών και βιβλίων) έχουν ολοκληρωθεί, δεν υπάρχουν όμως ραντεβού και έξοδοι – τα περιοριστικά μέτρα επιβάλλουν στον καθένα να περάσει τις γιορτές μόνος του ή στον πολύ στενό οικογενειακό κύκλο του. Ωστόσο, θα είμαι κοντά σε φίλους και γνωστούς  όχι μόνον με zoom και βιντεοκλήσεις αλλά με ένα λιγότερο φυσικό κι εμφανή τρόπο από τον σωματικό, αλλά κατά μία έννοια άμεσο: θα κατασκευάσω η ίδια τις ευχετήριες κάρτες που τις προηγούμενες χρονιές έστελνα ηλεκτρονικά και θα τις γράψω με το χέρι, κάτι που προϋποθέτει αρκετό χρόνο, προσπάθεια και σκέψη  ώστε  να απευθύνονται στον καθένα και στην κάθε μια προσωπικά και να τους αφορούν. Το πότε θα τις ταχυδρομήσω ή πότε θα φτάσουν, με την κατάσταση που επικρατεί στο ταχυδρομείο και στις ταχυμεταφορές, είναι ένα θέμα. Ίσως τις επιδώσω αυτοπροσώπως, κατόπιν εορτής, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν – να διατηρήσω το πνεύμα των Χριστουγέννων όλο τον χρόνο, σύμφωνα με τον Ντίκενς. Ή, να γίνει πιο μεστή η αίσθηση της γιορτής. Όπως και να 'χει, θα είναι μια άσκηση πειθαρχίας, ενσυναίσθησης και αισιοδοξίας αναγκαία σε τούτες τις μουντές μουδιασμένες στιγμές που ζούμε, τις οποίες μοιάζει να συνοψίζει με ρεαλισμό σε γιορτινή διάθεση κι ομοιοκαταληξία ο Langston Hughes στο παρακάτω στιχάκι:  



Κι αυτό θα σας ευχηθώ: Cheer up! 

Κυρίως όμως: Stay Safe & Sound! 

Be Merry! 








Σημείωση: Το στιχάκι είναι γραμμένο στην αυτοσχέδια χριστουγεννιάτικη κάρτα του αμερικανού ποιητή που βλέπετε στην δεύτερη φωτογραφία και βρίσκεται στην κατοχή της βιβλιοθήκης του πανεπιστημίου Yale η οποία φέτος διοργάνωσε ψηφιακή εκδήλωση με τα εορταστικά ποιήματα του Hughes και την συλλογή του από χριστουγεννιάτικες κάρτες που έλαβε ο ίδιος το 1950. Δείτε εδώ μερικές από τις χειροποίητες δικές του που έστειλε στους φίλους του την ίδια χρονιά.                   

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

 




Η καλλιέργεια αυγών


 


Η δημιουργικότητα είναι μία σημαντική κι αναγκαία στις μέρες μας δεξιότητα. Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλοι με την αξία και την σημασία της στην εκπαίδευση, δεν υπάρχει καν ένας κοινά αποδεκτός ορισμός της λέξης. Ο καθένας δίνει την δική του ερμηνεία στον όρο και αναπόφευκτα υπάρχουν και παρανοήσεις – μερικοί νομίζουν ότι είναι μία κατάσταση ατέρμονου παιχνιδιού (που συνήθως αποβαίνει χαοτικό και θορυβώδες)· άλλοι ότι αφορά μόνον στη ζωγραφική, οι περισσότεροι ότι δεν είναι απαραίτητη σε όσα παιδιά ακολουθήσουν θετική κατεύθυνση στο σχολείο, κ.ά.

Ουσιαστικά, η δημιουργικότητα – η δημιουργική σκέψη, για την ακρίβεια– είναι μία "άναρχη ιδέα"  και ο τρόπος που την διαχειριζόμαστε, μικροί ή μεγάλοι. Για τους πρώτους, ο αμερικανός Kobi Yamata έγραψε το "Τι μπορείς να κάνεις με μια ιδέα;" (Α. Α. Λιβάνη, 2015) όπου αφηγείται με απλά λόγια την ιστορία ενός μικρού αγοριού που νιώθει άβολα με μια παράξενη ιδέα η οποία επιμένει να τον ακολουθεί παντού. Παράλληλα, η ασπρόμαυρη και πυκνή σε νοήματα εικονογράφηση της Mae Besom αναπαριστά εύγλωττα το πως μια ιδέα από κάτι άυλο κι ανεπιθύμητο γίνεται –με πολλή σκέψη, φροντίδα και θάρρος– κάτι απτό και χρήσιμο για τους πολλούς, και πηγή ευτυχίας κι αυτοπεποίθησης για τον μικρούλη. 



Η  ικανότητα του νου να παράγει μια διαφοροποιημένη από το σύνηθες σκέψη δεν θεωρείται πλέον ταλέντο, δηλαδή κάτι κεραυνοβόλο κι ανεξιχνίαστο. Είναι ένας τρόπος λειτουργίας του που καλλιεργείται με πολύ χρόνο και χώρο, επιμονή, χιούμορ και παιχνίδι. Και βεβαίως, τα κατάλληλα βιβλία που λειτουργούν, εκτός από πνευματική τροφή, όπως μια μίζα αυτοκινήτου: το  "Τι μπορείς να κάνεις με μια ιδέα;" μπορεί να πυροδοτήσει συζητήσεις φιλοσοφικής φύσεως με τους μικρούς αναγνώστες –ένα εξίσου απαραίτητο δομικό υλικό για την ανάπτυξη της σκέψης–, ενώ το καλαίσθητο "Μικρός οδηγός βιβλίων" (Ίκαρος, 2Ο2Ο) ενθαρρύνει στην πράξη την "αυθάδη" σκέψη και εμπνέει παιγνιώδεις σκανταλιές. Αρχής γενομένης από τον τίτλο του – την πρώτη φορά που τον διάβασα θεώρησα πως το βιβλίο είναι ένα είδος καταλόγου, κάτι σαν ευρετήριο για παιδικά βιβλία. Λάθος. Όχι ακριβώς, διότι πρόκειται μεν για ένα δειγματολόγιο με τις διάφορες χρήσεις ενός βιβλίου αλλά είναι, επίσης, η ιδιότητα του μικρού Έντυ – το ποδήλατό του έχει ένα καροτσάκι και μ' αυτό μεταφέρει  τα βιβλία του. Και διασκεδάζει αφάνταστα καθώς, όπως λέει, τα βιβλία ποτέ δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι! Πράγματι. Θα μπορούσατε εσείς να φανταστείτε ότι με ένα βιβλίο γίνεσαι αόρατος; Βέβαια μία μακριά μπέρτα, όπως ήθελα όταν ήμουν μικρή, θα ήταν μια πιο ζεστή λύση με συμπαγή αόρατα αποτελέσματα, αλλά ο Έντυ μας δείχνει στην πράξη πως το βιβλίο είναι εξίσου άνετο, πιο πρακτικό και με πολλαπλά οφέλη: σου δίνει πόντους στο ύψος και στο πινγκ-πονγκ, σου ανοίγει πόρτες, σου δείχνει τον δρόμο, σε πηγαίνει σε κορυφές βουνών. 

  
Τα πολύχρωμα, σαν από κολάζ, ανθρωπάκια που εικονογράφησε η Ντανιέλα Σταματιάδη μοιάζουν να ξεπήδησαν από κάποια ναΐφ σύνθεση και μέσα στο υπόλευκο, αφαιρετικό, φόντο της κάθε σελίδας συνοδεύουν με σκέρτσο και ζωηράδα το λιτό και πνευματώδες κείμενο  της Σταυρούλας Παγώνα – μοιάζει σαν διάλογος με έναν ενήλικα και τις γνωστές θεωρίες (πλεονεκτήματα) για το βιβλίο, από τη μια· κι από την άλλη, τον  Έντυ να τις ανατρέπει με την φαντασία του και την αντισυμβατική χρήση του βιβλίου. Αυτό το χαριτωμένο αντιμίλημα, που αποδεικνύεται στην πράξη σωστό κι ενέχει την έμφυτη αμεσότητα και αντιδραστικότητα ενός παιδιού, προκαλεί αβίαστα μικρούς στοχασμούς, έκπληξη, γέλιο και την αυθόρμητη διάθεση στο παιδί να συνεχίσει το παιχνίδι που διαδραματίζεται στις σελίδες του βιβλίου. Ή, να διαβάσει ξανά το βιβλίο. Ή, να διαβάσει ακόμη ένα τέτοιο βιβλίο. Η ενστάλαξη της φιλαναγνωσίας σε ένα τρίχρονο (ηλικία στην οποία απευθύνεται καταρχάς το βιβλίο) με αυτό τον πηγαίο και απολαυστικό τρόπο δεν είναι καθόλου αμελητέο επίτευγμα, αν σκεφτεί κανείς ότι αρκετά βιβλία αυτού του είδους τείνουν να αποθαρρύνουν τα μικρά παιδιά από την ανάγνωση – είτε περιλαμβάνουν διδακτικές ασκήσεις στις τελευταίες σελίδες τους που υποδεικνύουν την υποχρέωση για την συμπλήρωσή τους, ή  το κείμενό τους είναι τόσο εκτενές που αγγίζει τα όρια της φλυαρίας ή της κούρασης των γονιών που τα διαβάζουν μαζί τους. 

Η  αναρχία του νου, δηλαδή η ευελιξία του να σκεφτεί κάτι πέρα από κανόνες και οδηγίες, να κρίνει, να αποφασίζει και να παίρνει πρωτοβουλίες όπου είναι απαραίτητο, δεν περιορίζεται μόνο στα Γράμματα και τις Τέχνες. Αφορά και στην Επιστήμη, την Ιατρική, τις επιχειρήσεις, την κοινωνία. Γι' αυτό, όποια ερμηνεία κι αν επιλέγει κάποιος να δώσει στην λέξη "δημιουργικότητα", αυτή δεν μπορεί να είναι ξέχωρη από την καθημερινότητα και το βιβλίο. Για τα μικρά παιδιά, απόδειξη είναι ο μικρός ετούτος οδηγός – ένα βιβλίο που παιχνιδίζει. Ή, για να ακολουθήσω το πνεύμα της αφήγησης, ένα πολυχρηστικό αντικείμενο με σελίδες που διαβάζεται. 





Σημειώσεις: Το εικαστικό είναι ένα πρόσφατο Άτιτλο του Τζουλιάνο Καγκλή. Οι επόμενες δύο εικόνες είναι από την εικονογράφηση του κάθε βιβλίου. 

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2020

 

 




The Rolling Form 

  

   

Η ιστορία της ταινίας "My Mexican Bretzel"  δεν θα μπορούσε να είναι πιο συνηθισμένη: μία σύζυγος αφηγείται την εύπορη ζωή της στο πέρασμα είκοσι χρόνων. Τίποτα άλλο, ωστόσο, δεν είναι συνηθισμένο σε τούτο το σύγχρονο mockumentary που, αν και φαινομενικά αργόσυρτο και απλό, επαναπροσδιορίζει την ουσία του κινηματογράφου και τον φορμαλιστικό πειραματισμό όπως και την σχέση μας με τον χωροχρόνο.

Καταρχάς, η ταινία είναι μία συρραφή των διαφόρων καρέ από τις ερασιτεχνικές ταινίες μικρού μήκους που είχε γυρίσει ο παππούς της Nuria Giménez Lorang στα ταξίδια του με την γιαγιά της. Παρακολουθώντας για ώρες τα 50 καρούλια φιλμ με τα 300 αδιάφορα πλάνα, η ισπανίδα σκηνοθέτρια επινόησε το προσωπικό ημερολόγιο της Vivian Barrett – μιας γυναίκας που ζει την εποχή της με άνεση και συχνές διακοπές σε θέρετρα διαφόρων χωρών. Την δεκαετία του '40, ο σύζυγός της Léon Barrett (πλούσιος βιομήχανος, αν θυμάμαι καλά) κατατάσσεται στην πολεμική αεροπορία, μάχεται κι επιστρέφει με σοβαρό πρόβλημα ακοής εξαιτίας ενός αεροπορικού ατυχήματος που παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή. Δεν είναι εύκολο να συνηθίσει τη νέα άηχη κατάσταση και την "ακινησία" που αυτή του επιβάλλει (δεν μπορεί να ξαναπετάξει), αλλά η ζωή κυλά και το ζευγάρι συνεχίζει να ταξιδεύει ανά τον κόσμο είτε για αναψυχή είτε για τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του Léon που είναι πλέον εμπορικός αντιπρόσωπος του Lovedyn – ένα νέο ελπιδοφόρο αντικαταθλιπτικό σκεύασμα στην δημιουργία του οποίου συμμετείχε. 

Έπειτα, η ηχητική επένδυση της ταινίας είναι η ελάχιστη δυνατή. Η στοχαστική, μελαγχολική φωνή της πρωταγωνίστριας ακούγεται να μονολογεί σποραδικά, και οι σκέψεις της (που τις βλέπουμε και ως υπότιτλους) συνοδεύουν ορισμένες από τις εικόνες, σαν να τις επεξηγούν. Οι ελάχιστοι ήχοι που, επίσης, ακούγονται στιγμιαία στις ενδιάμεσες παύσεις υπονοούν το συναίσθημα ή τον σκοπό της αντίστοιχης σκηνής: ο ήχος των καταδρομικών αεροπλάνων, το φτερούγισμα μιας κουκουβάγιας που εφορμά στο θύραμά της, ο ήχος μιας γόνδολας που κινείται στο νερό ή το πέρασμα ενός τραίνου, κύματα να σπάνε σε βράχια· μια φωνή που αναγγέλλει την εκκίνηση αυτοκινητιστικών αγώνων – το ζευγάρι βρίσκεται στο ράλι του Le Mans, στη Γαλλία, όπου το 1955 έγινε το χειρότερο ατύχημα στην ιστορία του αθλήματος. Είναι μια περίοδος καμπής για τον Léon κι αυτό το κομβικό σημείο για τη ζωή ενός φανατικού  της αυτοκίνησης δεν θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα. 

Ο ήχος της μηχανής προβολής καλύπτει τον υπόλοιπο χρόνο των 97' της ταινίας. Ετούτη η εσκεμμένη έλλειψη μουσικής ή άλλης γνώριμης ηχητικής επένδυσης δίνει μια έντονα δραματική χροιά στον αισθητικά όμορφο και τρυφηλό βίο του ζευγαριού και αναδεικνύει την υποκείμενη προσωπική ιστορία  της Βίβιαν – μια ιστορία απουσίας κι αποξένωσης  που γίνεται σταδιακά απρόβλεπτη.  




Με σπουδές στην Δημοσιογραφία, τις Διεθνείς Σχέσεις και το Ντοκιμαντέρ, η Νούρια Χιμένεθ ξεκίνησε την σκηνοθετική πορεία της το 2016 με ένα συμβατικό ντοκιμαντέρ μικρού μήκους - το Kafeneio. Το Mexican Bretzel είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της και είναι εντελώς ανορθόδοξη όχι μόνον ως προς το όλο concept και την εκτέλεσή του, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εμπλέκει τον θεατή στην αφήγηση και τον κρατά σε εγρήγορση – μετά την ανυπομονησία των πρώτων λεπτών για την υποτίθεται-γνώριμη συνέχεια, η αμηχανία μπροστά στον επαναληπτικό ήχο της κινηματογραφικής μηχανής και ύστερα η σχεδόν άβολη αίσθηση μπροστά στο άγνωστο εκράν (στην οθόνη του η/υ για την ακρίβεια. Στην πραγματική μεγάλη οθόνη ενός κινηματογράφου η επίδραση, υποθέτω, θα είναι πιο έντονη) και στην οικειότητα που δημιουργείται από αυτό το "κενό" στην αφήγηση, σαν εκμυστήρευση, των ενδόμυχων σκέψεών της. Κι έπειτα η ένταση τού να αφουγκράζεσαι το παρελθόν και να ανιχνεύεις τις ανεπαίσθητες κινήσεις που προδίδουν την πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα – το χαμόγελο που σοβαρεύει, τα χέρια που ντύνονται με γάντια, το βλέμμα που μελαγχολεί, την διαβάθμιση των αποχρώσεων στα επιχρωματισμένα καρέ που τείνει να σκουραίνει καθώς η σχέση της Βίβιαν με τον Λεόν αλλάζει.

"Δεν υπάρχει ιστορία που δεν είναι αλήθεια", λέει ο Chinua Achebe. Ωστόσο, το ντοκυμαντερικό ετούτο δράμα προβοκάρει την ρήση του – αν και οι πρωταγωνιστές Ilse G. Ringier και Frank A. Lorang υπήρξαν στην πραγματικότητα και όλα τα καρέ είναι κομμάτια της αληθινής ζωής τους, η ταινία δεν είναι η ζωή τους – οι πληροφορίες που παίρνουμε και για τους δύο δεν είναι παρά ελάχιστες κι επιφανειακές. Η ταινία αφηγείται κάτι  ψεύτικο ενώ μετατρέπει τους ίδιους, άθελά τους και μετά θάνατον, σε ηθοποιούς. “Τα ψέματα είναι ένας άλλος τρόπος να πεις την αλήθεια”,  γράφει στο ημερολόγιό της η Βίβιαν και η κινηματογραφική σιωπή που την περιβάλλει υπογραμμίζει το οντολογικό υπόβαθρο της ταινίας – εγείρει πολλά από τα ρεαλιστικά ζητήματα που απασχολούν τις γυναίκες για την ζωή και τον έρωτα μέχρι σήμερα: οι επιλογές και ο ρόλος τους, οι προσδοκίες των άλλων και της κοινωνίας που πρέπει να εκπληρώσουν, οι απρόβλεπτες επιθυμίες και το κόστος τους. 



"Είναι μία διαρκής έρευνα για πατήματα, αλλά στο τέλος υπάρχει μόνο μία βεβαιότητα που είναι ο θάνατος. Κι έτσι είναι. Είναι το μόνο πράγμα για το οποίο η ταινία αντικατοπτρίζει μία αλήθεια." λέει η σκηνοθέτης. Κι ωστόσο,  ο δεξιοτεχνικότατος χειρισμός ενός τυχαίου υλικού από μέρους της παρουσιάζει έναν σαφή οπτικό στοχασμό για το ουσιώδες και το άπειρο· για την σχέση μας με τις έννοιες, τις ερμηνείες και τα φαινόμενα· την ζωή – εν κινήσει και γενικώς.





Σημειώσεις: Το 11ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας διεξήχθη διαδικτυακά, μέσω του  ιστότοπου της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, από 16 έως 26.10.2020 // Η πρώτη εικόνα είναι στιγμιότυπο από την ταινία "The Mysteries of Château du Dé" (1929) του Man Ray που εκτός από εικαστικός υπήρξε και μικρομηκάς ενώ η δεύτερη, στιγμιότυπο της πιο πάνω ταινίας. Στο τέλος, χαρακτηριστική λεπτομέρεια μίας παζλ προσωπογραφίας του Charis Tsevis

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2020







Ascending Figure





Στην αμερικανίδα ποιήτρια και δοκιμιογράφο Louise Elisabeth Glück απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020 για "την αδιαμφισβήτητη ποιητική φωνή της η οποία με αυστηρή, λιτή ομορφιά καθιστά την ατομική ύπαρξη οικουμενική."

Άγνωστη στο ευρύ κοινό, η Λουίζ Γκλυκ θεωρείται μία από τους πιο ατόφιους και ταλαντούχους  σύγχρονους ποιητές και διακρίνεται για την γλωσσική και τεχνική ακρίβεια της ποίησής της, την ευαισθησία και την γνώση της σε θέματα μοναχικότητας, οικογενειακών σχέσεων, διαζυγίου και θανάτου. Χαρακτηριστικό της, επίσης, το "classicizing of gestures" - η συχνή παραλλαγή, με άλλα λόγια, των ελληνικών και ρωμαϊκών μύθων ώστε να μπορέσει να μιλήσει για τις καταστροφικές δια/προσωπικές σχέσεις, την υπαρξιακή απελπισία και την αγωνία του εαυτού. 

Λογοτέχνης με εκτενές ποιητικό και θεωρητικό έργο και πολλές βραβεύσεις στο ενεργητικό της, η Λουίζ Γκλυκ είχε πει πως "Η συγγραφή είναι ένα είδος εκδίκησης ενάντια στις καταστάσεις: κακοτυχία, απώλεια, οδύνη."  Το ίδιο ισχύει και για την ανάγνωση. Mετά από μια σειρά αντικομφορμιστικών κι αμφιλεγόμενων επιλογών που έμοιαζαν με έναν τρόπο ανεπίκαιρες, η Σουηδική Ακαδημία,βρίσκει τον καλό εαυτό της με τούτη την καίρια, για την εποχή μας, επιλογή. 





Σημειώσεις: Διαβάστε εδώ  μία λεπτομερή παρουσίαση της ποιήτριας από τον George Le Nonce και τρία ποιήματα της Λουίζ Γκλυκ, κι εδώ ένα μεμονωμένο ποίημά της, όλα σε μετάφραση του ιδίου. Μπορείτε να παρακολουθήσετε το βίντεο της ανακοίνωσης εδώ. / Το πορτρέτο της ποιήτριας είναι φιλοτεχνημένο από τον σουηδό Niklas Elmehed, υπεύθυνο για τα επίσημα πορτρέτα των βραβευμένων με Νόμπελ.