Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2021






Art as
 
resistace and memory




Θα μπορούσε να εξιστορεί τις παρούσες συνθήκες του προσφυγικού – ορδές ανθρώπων εγκαταλείπουν την χώρα τους που βρίσκεται σε καθεστώς πολέμου όπως στη Συρία ή επικείμενης αυταρχικής διακυβέρνησης όπως στο Αφγανιστάν· και αντί της ελευθερίας και της καλύτερης ζωής που ψάχνουν, βρίσκονται στοιβαγμένοι σε στρατόπεδα κράτησης. Το δραματικό animation Josep, ωστόσο, αφορά ένα σχεδόν άγνωστο γεγονός του ισπανικού εμφυλίου πολέμου – με την λήξη του, τον Φεβρουάριο 1939, και την νίκη του εθνικιστή Φράνκο, περίπου 5ΟΟ.ΟΟΟ Ισπανοί που τάχθηκαν υπέρ ή και πολέμησαν με τον δημοκρατικό στρατό, προκειμένου να μην υποστούν αντίποινα, καταφεύγουν στη νότιο Γαλλία. Εκεί, οδηγούνται σε ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων όπου αναγκάζονται να ζήσουν  σε ελεεινές συνθήκες: παγωνιά, έλλειψη τροφής και νερού, αρρώστειες, κακουχίες, κτηνωδίες, βία, πείνα, θάνατος. "Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την πείνα", λέει κάποια στιγμή ο αφηγητής της ταινίας.

Σε ένα από αυτά τα στρατόπεδα, δύο άνδρες, ένας από κάθε πλευρά του συρματοπλέγματος, θα γίνουν φίλοι – ο Γιοζέπ, καταλανός σκιτσογράφος και ο Σερζ, ένας από τους γάλλους χωροφύλακες που περιφρουρούν τους εγκλείστους. Ο Σερζ θα προστατεύει, όσο μπορεί, τον Γιοζέπ. Θα του προμηθεύσει  χαρτί και μολύβι για να σχεδιάζει γιατί ο Γιοζέπ σχεδιάζει ακατάπαυστα ό,τι φρικτό κι αδιανόητο βλέπει να συμβαίνει μπροστά του. Ο Σερζ, επίσης, θα προσπαθήσει να εντοπίσει ανάμεσα στις χιλιάδες των προσφύγων την αγαπημένη του  Καταλανού ενώ στην διάρκεια της μεταγωγής του στο Νταχάου –το γνωστό–, ο Σερζ θα του σώσει κυριολεκτικά την ζωή. Και, πολλά χρόνια αργότερα, ο Σερζ είναι αυτός που θα διασώσει και την προσωπική ιστορία του – γέρος πια με άνια και στα πρόθυρα του θανάτου, θα διηγηθεί την περιπετειώδη ζωή του Γιοζέπ στον εγγονό του.  Η ταινία ξεκινά με τον νεαρό Βαλεντάν να θέλει να συναντήσει τους φίλους του ενώ η μητέρα του τον αφήνει να προσέχει τον παππού του ο οποίος, όταν κάποια στιγμή σηκώνεται από το κρεβάτι, του δείχνει ένα ασπρόμαυρο ρεαλιστικό σχέδιο της κεφαλής ενός ανθρώπου που ψυχορραγεί.


Ο Josep Bartolí υπήρξε μια πραγματική προσωπικότητα που έζησε σχεδόν όλο τον προηγούμενο αιώνα. Γεννημένος το 191Ο, θα ζήσει τη μποέμ Βαρκελώνη της δεκαετίας του '20, ως πολιτικός γελοιογράφος στον Τύπο θα εμπλακεί ενεργά με την δημιουργία του Γενικού Εργατικού Συνδικάτου, θα πολεμήσει με τους δημοκρατικούς στον Εμφύλιο, θα δραπετεύσει στη νότιο Γαλλία όπου πράγματι θα δημιουργήσει κρυφά μια σειρά σχεδίων με την αποτύπωση των φρικτών σκηνών διαβίωσης στα στρατόπεδα προσφύγων όπου κρατούνταν – ετούτη την τελευταία περίοδο καλύπτει στο μεγαλύτερο μέρος της η ταινία όπως επίσης και το γεγονός πως, έχοντας δραπετεύσει για δεύτερη φορά, το 1943,  θα φτάσει στο Μεξικό όπου θα εκδώσει για πρώτη φορά σε βιβλίο την συγκεκριμένη συλλογή σχεδίων του. Στην ταινία δεν αναφέρεται η πρώτη φορά που ο Γιοζέπ δραπέτευσε και βρέθηκε στο Παρίσι όπου εργάστηκε ως σκηνογράφος και σχεδιαστής κοστουμιών ενώ όταν μετοίκησε στη Νέα Υόρκη, το 1946, εργάστηκε ως σεναριογράφος, εικαστικός και συγγραφέας. Εκεί, κατά την δεκαετία του '5Ο, συναναστράφηκε με τα μεγάλα ονόματα του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού: Ρόθκο, Κλάιν, ντε Κούνινγκ, Πόλλοκ. Εργάστηκε, επίσης, στο Χόλυγουντ ως σκηνογράφος και σχεδιαστής κοστουμιών μέχρι να συμπεριληφθεί στην μαύρη λίστα Μακάρθυ, κάτι που τον οδήγησε, προσωρινά, πάλι πίσω στο Μεξικό.


H ταινία είναι μια βιογραφία του εμβληματικού για τις ισπανικές Τέχνες Καταλανού  και αντίθετα με τις συμβατικές, η εικόνα εδώ είναι χαρισματική χάρη στην εικονιστική του Aurélien Froment aka Aurel – ο δημοφιλής γελοιογράφος της Le Monde και σκηνοθέτης της ταινίας δίνει στα κινούμενα σχέδιά του ιδιαίτερο χαρακτήρα και συναισθηματική φόρτιση με την εναλλαγή των εργαλείων του (μολύβι, πενάκι, πινέλο) και τη σφουμάτη διαβάθμιση του χρώματος – στο μεγαλύτερο μέρος της η ταινία έχει σκούρες μπλε, γκρι, καφέ και μαύρες αποχρώσεις που διαχέονται ομοιόμορφα. Την μουντάδα αυτή σπα η έντονη πολυχρωμία του Μεξικού – είναι η περίοδος που ο Γιοζέπ γνωρίζει την Φρίντα Κάλο με την οποία θα αλληλογραφήσει αργότερα για τρία χρόνια. Με το ιδιότυπο λυρικό ύφος της η Κάλο γράφει λεπτομέρειες για τους πίνακές της,  μία άγνωστη εγκυμοσύνη της, τις μετεγχειρητικές σχέσεις της με τον Ντιέγκο Ριβέρα, τις διάφορες προσωπικές κι επαγγελματικές αγωνίες και τον ακλόνητο έρωτά της για τον Μπαρτολί. Στην ταινία δεν γίνεται αναφορά σε τούτες τις επιστολές αλλά αναπαρίσταται η καθεαυτή ερωτική σχέση τους και ο τρόπος που η Φρίντα βοήθησε τον Γιοζέπ να αποβάλλει τους φόβους του – ο Καταλανός θα αρχίσει να ζωγραφίζει με πλούσιο χρώμα και δεν θα το εγκαταλείψει μέχρι τον θάνατό του το 1995. 



 
Το σκίτσο είναι ίσως το μόνο μέσο που μπορεί να αποδώσει πολλά νοήματα με απλό τρόπο. Έτσι, παρά την φαινομενική απλότητά του το "Josep" αποδίδει με ιδιαίτερη γλαφυρότητα και σαφήνεια την ζωή, την επιβίωση και τον θάνατο, την προσφυγιά, την αλληλεγγύη, την τέχνη και τον έρωτα ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί κι εμπλουτίζει την οπτική μνήμη μας με τον δυναμικό τρόπο που ο Μπαρτολί χρησιμοποίησε την τέχνη του για να αντισταθεί στο κακό. Κι εκτός από μέσο αντίστασης, ετούτη η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Aurel είναι μία συγκινητική ιστορία για το γεφύρωμα των γενεών και την μετάδοση της μνήμης, προσωπικής και ιστορικής. Ιδίως στην εποχή όπου έχουν απομείνει πολύ λίγοι αυτόπτες μάρτυρες της ιστορίας ενώ το πέρασμα τόσου χρόνου έχει αμβλύνει την τραγικότητα των γεγονότων, αυτός ο παραστατικός μυθοπλαστικός τρόπος είναι ίσως ο πιο αναγκαίος σκοπός ύπαρξης της Τέχνης, της κάθε τέχνης – εικόνας ή λόγου. 










Σημειώσεις:  Το πρώτο εικαστικό είναι η μακέτα ενός έργου διαμαρτυρίας του Alexander Calder για την πολιορκία των ορυχείων υδραργύρου στην πόλη Almadén από τους εθνικιστές του Φράνκο στην διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου. Το πρωτότυπο Fuente de Mercurio, που εκτίθεται σήμερα στο Ίδρυμα Χουάν Μιρό, είχε εκπροσωπήσει, μαζί με την Guernica του Πικάσο, την Ισπανική Δημοκρατία στην Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι το 1937. Η τρίτη και η τελευταία εικόνα είναι στιγμιότυπα της ταινίας, στην τελευταία δε η σκιτσογραφική απόδοση του Γιοζέπ Μπαρτολί είναι εμβόλιμη σε πραγματικό σκίτσο του, όπως εμβόλιμα στην πλοκή της ταινίας είναι και αρκετά από τα πραγματικά, ασπρόμαυρα σκίτσα του Μπαρτολί. Η φωτογραφία του Καταλανού καλλιτέχνη επί τω έργω είναι αντλημένη από τον Guardian.

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2021





 

  

Fields

of

Opposition



Τρεις είναι οι πρωταγωνιστές της βρετανικής ταινίας "Η Ανασκαφή" : ο Ρέιφ Φάινς και η Κάρυ Μάλιγκαν με τις τόσο μεστές κι ανάγλυφες ερμηνείες τους, και η αγγλική ύπαιθρος. Δεν περίμενα ότι μια ταινία για την ανασκαφή μίας αδιάφορης έκτασης θα είχε τόσο ρυθμό, ενδιαφέρον κι ευαισθησία. Κι εάν η κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου σε κρατά προσηλωμένο, πως θα είναι άραγε το ίδιο το βιβλίο;

Η ιστορία του John Preston βασίζεται στην πραγματική ανασκαφή στο Σάττον Χου  –μία τοποθεσία βορειοανατολικά του Λονδίνου– όπου κάτω από τους άθικτους χωμάτινους λόφους στην ιδιοκτησία της Ίντιθ Πρίττυ ανακαλύφθηκε θαμμένος ο ασύλητος τάφος ενός πλοίου που έφερε μια πληθώρα τεχνουργημάτων της αγγλοσαξωνικής εποχής, και ανάμεσά τους την παγκοσμίως γνωστή τελετουργική περικεφαλαία – ευρήματα που αποτελούν τον σημαντικότερο θησαυρό που βρέθηκε ποτέ στο ΗΒ.

Η περιπέτεια της ανασκαφής ξεκινά λίγο πριν την κήρυξη του Β' ΠΠ –
το καλοκαίρι του 1939, η εύπορη χήρα Ίντιθ Πρίττυ αποφασίζει να μην περιμένει άλλο τους ειδικούς του γειτονικού μουσείου του Ίπσουιτς και να ανοίξει τους λόφους  που και εκείνη και ο σύζυγός της υποψιάζονταν ότι κάτι έκρυβαν. Γι' αυτό ζητά την βοήθεια του αυτοδίδακτου κι ευφυούς αρχαιολόγου Μπάσιλ Μπράουν που, έχοντας μόλις απολυθεί από το μουσείο του Ίπσουιτς, αναλαμβάνει να ερευνήσει τις πιθανότητες οι λόφοι αυτοί να περιέχουν κάτι. Μαζί του, δύο εργάτες που τον  βοηθούν στην ανασκαφή και ο μικρός Ρόμπερτ - γιος της μεσήλικης Ίντιθ που παρακολουθεί την πρόοδο των εργασιών από μακριά και ο οποίος από φιλομαθή περιέργεια και μια αίσθηση εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του Μπράουν τον ακολουθεί όπου και όταν του επιτρέπεται. 

Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες –διάβρωση του εδάφους από την αγγλική βροχή αλλά και από τα κοπάδια κουνελιών που υποσκάπτουν αυθαίρετα τα πάντα, κλέφτες που σύλησαν δύο από τους τρεις λόφους για μικροπράγματα, ατύχημα που παραλίγο να στοιχίσει τη ζωή του Μπράουν-, η ανασκαφή προχωρά με σταθερό ρυθμό και μηδενικό αποτέλεσμα.  Ώσπου, λίγο πριν εγκαταλείψει οριστικά την προσπάθεια, ο Μπράουν αρχίζει να αποκαλύπτει τον σκελετό  ενός πλοίου πολύ μεγάλων διαστάσεων το οποίο, σύμφωνα με την εκτίμηση του, δεν είχε υπάρξει στο παρελθόν όμοιό του κι επιπλέον ανήκε σε μια σκοτεινή και άγονη --όπως πίστευαν μέχρι τότε-- ιστορική περίοδο της βρετανικής ιστορίας.

Μόλις η εκτίμησή του για τα πρώτα ευρήματα γίνεται γνωστή στους αρχαιολογικούς κύκλους, θα αρχίσει και η διεκδίκηση της ανασκαφής. Αν και γίνεται σε ιδιωτικό χώρο και υπό τις εντολές, και χρηματοδότηση, της Ίντιθ Πρίττυ, την επίβλεψη των εργασιών αναλαμβάνει, με πρόσχημα το εθνικό κύρος και συμφέρον, το Βρετανικό Μουσείο με τον αρχαιολόγο του Τσαρλς Φίλιπς να παραγκωνίζει τον Μπράουν και να καλεί το νεαρό ζευγάρι των Πίγκοτ για να επισπεύσει τις εργασίες. Η Πέγκυ Πίγκοτ υπήρξε στην πραγματικότητα θεία του συγγραφέα, εξού και το ενδιαφέρον του Πρέστον για την υπόθεση. Στο πεδίο εμφανίζεται κάποια στιγμή και ο Ρόρυ Λόμαξ – ο νεαρός ανηψιός της Ίντιθ που  καταγράφει με την φωτογραφική του μηχανή τις πολλές όψεις του αρχαιολογικού τόπου και των ευρημάτων ώστε να τα στοιχειοθετήσει. Μεταξύ των δύο θα αναπτυχθεί μία δυνατή έλξη η οποία στην ταινία παίρνει διαφορετική, μελοδραματική, υπόσταση, κι αυτή είναι μία από τις διαφορές των δύο ειδών.

Μία άλλη διαφορά είναι πως ενώ στην ταινία η πλοκή εκτυλίσσεται με την συμβατική αφήγηση ενός ρομαντκού δράματος, στο βιβλίο την αφήγηση αναλαμβάνουν η Ίντιθ Πρίττυ, ο Μπάσιλ Μπράουν και η Πέγκυ Πίγκοτ με αντίστοιχα κεφάλαια που εναλλάσσονται κι έτσι δίνει ο καθένας την δική του γνώση για τα γεγονότα σε μία γραμμική εξέλιξη και σε πραγματικό χρόνο. Αυτό δίνει, επιπλέον, την ευκαιρία στον συγγραφέα να παρουσιάσει επιλεκτικά και με εύληπτο τρόπο τα πραγματολογικά στοιχεία της υπόθεσης που κάνουν σαφή την σπουδαιότητα των ανακαλύψεων. Τον επίλογο αναλαμβάνει ο Ρόμπερτ Πρίττυ που, σχεδόν μεσήλικας ο ίδιος,  περιγράφει την εξέλιξη της ανασκαφής μετά τις πρώτες θριαμβικές ημέρες της και μας πληροφορεί για τις τύχες των πρωταγωνιστών – ανθρώπων που ο συγγραφέας επέλεξε να μην είναι λαμπερές μορφές της μοντέρνας εποχής, ούτε οι αυτοαποκαλούμενοι ήρωες της ανασκαφής.

Η ομορφιά και η επιβλητικότητα της φύσης είναι πιο εμφανής και εφελκυστική στην ταινία, αν και στο βιβλίο υπάρχει ένας βραδινός περίπατος στο δάσος και η αναφορά στην πρώτη ηχογράφηση του BBC σε εξωτερικό χώρο ενός κονσέρτου τσέλο της Μπεατρίς Χάρρισον με τη συνοδεία αηδονιών.  Η διαρκής αναμέτρηση των πρωταγωνιστών με την Ιστορία, την μνήμη και την θνητότητα είναι ακόμη ένα στοιχείο που διαπερνά την ταινία με πολύ πιο εμφανή τρόπο. Το βιβλίο, ωστόσο, σε κερδίζει με τη λιτή γλώσσα του Πρέστον. Υπερβολικά λιτή, θα έλεγα, έως σχεδόν ανάλαφρη.
 Είναι όμως αρκετά γλαφυρή ώστε να προσδώσει τις ανάλογες αποχρώσεις στα συναισθήματα, τα ελαττώματα και τις συμπεριφορές των "σκονισμένων" πρωταγωνιστών – την αυτοκυριαρχία της Ίντιθ που παρ' όλα αυτά καταφεύγει στον πνευματισμό για να συμφιλιωθεί με τον θάνατο του συζύγου της· την φιλομάθεια, την περιέργεια και την επιμονή του Μπάζιλ· την απογοήτευση της Πέγκυ για τον γάμο της. Γενικώς, μπορώ να πω ότι δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Ωστόσο, μπορεί να αποτελέσει αναγνωστική απόλαυση για όποιον μπορεί να εκτιμήσει τoυς ήσυχους τόνους του και  τις διάσπαρτες σε όλο το κείμενο δεικτικές, υποφώσκουσες λεπτομέρειες.

   



Δεικτικές λεπτομέρειες είναι που ο Κώστας Πούλος κάνει ορατές στα πολύ μικρά διηγήματά του στο "Αμφίβια Τέρατα" (Μεταίχμιο, 2Ο21)  Πρόκειται για ανεξήγητα συμβάντα, όπως είναι η ερμηνεία της λέξης "τέρατα" στα ελληνικά του Ομήρου,  που συμβαίνουν απροσδόκητα στην επίμοχθη καθημερινότητα των πρωταγωνιστών του και ενέχουν το ανθρώπινο δράμα – θάνατος, ηλικία, φόβος, απώλεια, ανεστιότητα, φθορά. Ενέχουν όμως και το αντίθετό του – έρωτας, επιθυμία, απόκλιση. Τα συμβάντα αυτά αρχικώς ερμηνεύονται ως σημεία θεϊκής ειρωνίας ή κάποιου άλλου είδους οιωνοί. Στην ουσία τους, ωστόσο, όπως δείχνει ο συγγραφέας είναι είτε συμπτώσεις είτε ανθρώπινη υπέρβαση. Είτε, επίσης, η ανατρεπτική ματιά του Πούλου που, με την χρήση ενός μινιμαλιστικού μαγικού ρεαλισμού, προεκτείνει την λογική με τον τρόπο της τέχνης για να δώσει τις διαφορετικές όψεις της προσπάθειας που κάνει κάθε άνθρωπος ώστε να αποσπάσει το λίγο εκείνο της ευτυχίας και κατανόησης που του αναλογεί. Όπως πχ. στο διήγημα "Γιούλα" όπου ένα ποτήρι της ομώνυμης υαλουργίας αφηγείται με ραγδαία σφαιρικότητα την ζωή του Λουκά – από ανέμελο φοιτηταριό σε αλκοολικό σε προχωρημένη αποσύνθεση, με ενδιάμεσο έναν χωρισμό. Ή, όπως στα "Κατοικίδια" όπου ένα ζευγάρι σκύλων υιοθετούν τα αφεντικά τους και παρατηρούν με κριτική διάθεση τις συνήθειές τους. Στο "Μπανάνες" ένα σουρεαλιστικό όνειρο ενσωματώνει την τρέλα και τον φόβο του αύριο ενός άντρα ενώ στο "Φι" η ιστορία ενός λαουτιέρη σε ένα νησί και του γιου του μοιάζει να επηρεάζεται με έναν μεταφυσικό τρόπο από τον βίαιο άνεμο που λυσσομανούσε την ημέρα της γέννησής του δεύτερου. Ένα πραγματικό δέντρο που είναι το μισό κάτω από την επιφάνεια της λίμνης Πλαστήρα είναι το αντικείμενο του ομότιτλου διηγήματος ενώ στο "Νόημα." ένας άντρας στοιχειώνεται από το κλαδί ενός δέντρου απ’ όπου είχε κρεμαστεί ο πατέρας του. Στην τσέπη κρατά ένα παλιό σημείωμα που αλλάζει νόημα κάθε φορά που το διαβάζει. 

Στα περισσότερα από τα σαράντα μικροδιηγήματα του τόμου υπάρχει μία φωτογραφία στην αρχή τους, ένα ασπρόμαυρο στιγμιότυπο που μοιάζει να λειτουργεί ως  εισαγωγική πρόταση της αφήγησης που ακολουθεί. Και αποδίδει, πιστεύω, το ύφος του συγγραφέα ενώ παράλληλα υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο Πούλος διοχετεύει την μακρά κι αξιόλογη εμπειρία του από τον χώρο του παιδικού βιβλίου στην ενήλικη πεζογραφία – ευθεία εστίαση στο μικρό και ουσιώδες με συμπυκνωμένη, χωρίς γλωσσικές εξάρσεις, αφήγηση η οποία παρ' όλες τις διακυμάνσεις και τις αδυναμίες της, κρατά σταθερό το ενδιαφέρον ακόμα κι αν η ματιά του αναγνώστη παρασυρθεί από την παιγνιώδη διάθεσή του (του συγγραφέα).


 

Στον αντίποδα των ήσυχων τόνων, η ασυνήθιστη γραφή μιας συγγραφέως που δεν έχει ακουστεί όσο θα έπρεπε. Τα παιδικά/εφηβικά βιβλία της Αλεξάνδρας Κ* έχουν μία έντονα φιλοπερίεργη κι  αντισυμβατική ζωηράδα στον λόγο που είναι χαρακτηριστική των παιδιών και γι' αυτό θελκτική για τους αναγνώστες –μικρούς και μεγάλους–, ενώ το  "Πώς φιλιούνται οι αχινοί", το πρώτο ενήλικο μυθιστόρημά της, είναι αρκετά jazz – αεράτο ύφος και αντισυμβατική κι εύστροφη γραφή με μαύρο χιούμορ που δεν συνιστούν, σε καμμία περίπτωση, βερμπαλισμό. Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό το ότι οι σουρεαλιστικές περιγραφές της στο μυθιστόρημα, που εκ πρώτης αφήνει την εντύπωση ότι είναι κενό νοήματος, σου αφήνουν κάθε φορά ευδιάκριτες και συγκινητικά εύγλωττες  εικόνες ανθρώπινων χαρακτήρων, καταστάσεων, συναισθημάτων.  

Δεν ξέρω πως έχει μεταφερθεί αυτό το ιδιότυπο ύφος της στο θεατρικό "γάλα-αίμα" που συνέγραψε και ανέβηκε στην Μικρή Επίδαυρο στις 16 και 17 Ιουλίου. Όπως διαβάζω, όμως, είναι σε ένα αρκετά διαφορετικό επίπεδο – η συγγραφέας, που κλήθηκε να γράψει ένα πρωτότυπο έργο με βάση μία αρχαία τραγωδία, επέλεξε τα λόγια των πρωταγωνιστών της να απηχούν τον δεκαπεντασύλλαβο, μια φόρμα που είναι για κείνη τρομερά συγκινητική και την θεωρεί ταυτόσημη με τα σχήματα και τις εικόνες της Επιδαύρου. "Ταυτόχρονα όμως ήθελα να μην λέγεται καμία σύγχρονη λέξη που δεν θα λεγόταν τότε και καμία παλαιότερη που δεν θα ακουγόταν σήμερα. Έπαιξα με έναν πολύ απλό λεξιλόγιο και προσπάθησα να πλέξω τις λέξεις με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό το πλέξιμο να είναι το απροσδόκητο."  

 

 

Από την περιγραφή και μόνον διαφαίνεται κάτι πολύ ενδιαφέρον έως προκλητικό και καίριο όταν ακούγεται από το στόμα μιας Μήδειας την οποία η Αλεξάνδρα Κ* τοποθετεί στην μετεμφυλιακή Πελοπόννησο. Κι αυτή η ανατρεπτική γραφή της, και ο αντίστοιχος λόγος, μού υπενθυμίζουν πως και το θέατρο είναι, εκτός των άλλων, εύφορο πεδίο αντιπαράθεσης και αντικομφορμισμού. «Δεν μπορεί κανείς να κάνει θέατρο βασιζόμενος στον φόβο και τους συμβιβασμούς. Χωρίς διαφωνία, δεν υπάρχει τέχνη» λέει ο Σάιμον Στόουν, ο αυστραλός σκηνοθέτης της "Ανασκαφής". Το ίδιο ισχύει και για την λογοτεχνία

Ωστόσο, εκείνο που τα διαχωρίζει, –όπως και κάθε τι άλλωστε που θέλει να προσδιορίζεται ως ανατρεπτικό–,  από την κακότροπη αναρχία και την βαρετή, αν όχι επικίνδυνη, κενότητα είναι ο τρόπος που οι δημιουργοί επιλέγουν για να εκφράσουν την αντισυμβατικότητά τους, την διαφωνία ή την όποια άποψή τους. Οι πιο πάνω συγγραφείς το κάνουν  με ελάχιστα μέσα και ουσιαστικά αποτελέσματα – λόγος που εκγυμνάζει την σκέψη του αναγνώστη/θεατή, και συγχρόνως εκθέτει και υπονομεύει τα λανθάνοντα, τα αυτονόητα και τους βλαπτικούς κανόνες. 

Εntertainment reassuring.

 

 

 

 


 

 

 

Σημειώσεις: Το εικαστικό είναι μία υδατογραφία του "ζωγραφικού αφηγητή"  Ανδρέα Βουρλούμη, αντλημένο από το «Μπλοκ Εκστρατείας. Ζωγραφική περιήγηση στο Αλβανικό Μέτωπο» (Ίκαρος, 2ΟΟΟ). Η επόμενη εικόνα είναι στιγμιότυπο από την κινηματογραφική ταινία. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία, στη συνέχεια, είναι από το διήγημα "Μπανάνες" της πιο πάνω συλλογής ενώ η φωτογραφία στο τέλος είναι από το ανακαινισμένο Κολοσσαίο όπου το 2ΟΟΟ, μετά από σχεδόν 15ΟΟ χρόνια, άνοιξε τις πύλες του για το κοινό. Πολιτισμένο κοινό αυτή τη φορά που παρακολούθησε τον Οιδίποδα Τύραννο σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου μας – στο στιγμιότυπο βλέπεται τα σκηνικά και τον φωτισμό της συγκεκριμένης παράστασης. Στιγμιότυπα από τις πρόβες της παράστασης της Αλεξάνδρας Κ* μπορείτε να δείτε εδώ.

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2021

 




Correlation

 





" I was always interested in language. I thought, why not? If a painting, by the normal definition of the term, is paint on canvas, why can't it be painted words on canvas? "


John Baldessari






Σημείωση: Η εγκατάσταση με νέον (1991) που μοιάζει να απαντά στην σκέψη του Μπαλντεσσάρι είναι έργο του σύγχρονου εννοιολογικού καλλιτέχνη Joseph Kosuth ο οποίος πίστευε πως με τον ίδιο τρόπο που η τέχνη εκφράζει τους ορισμούς της τέχνης, η γλώσσα εκφράζει το νόημά της μέσω της χρήσης. 

Κυριακή, 16 Μαΐου 2021

 




The Three Oddest Words


   



" When I pronounce the word Future,

the first syllable already belongs to the past.

When I pronounce the word Silence,

I destroy it.

When I pronounce the word nothing,

I make something no nonbeing can hold. "



Wisława Szymborska





Σάββατο, 27 Μαρτίου 2021






True Colours

 




 

Η ζωγραφική με τα βασικά χρώματα είναι το πρώτο μάθημα οπτικού γραμματισμού στα νήπια και τα μικρά παιδιά. Στο βιβλίο του Μάικλ Χολλ  "Κόκκινο: Η ιστορία ενός κραγιονιού" (μτφρ. Ειρήνη Συμεωνίδου – Εκδόσεις πουά 2Ο2Ο) γίνεται επιπλέον και συναισθηματικής νοημοσύνης – ένα μάθημα για την ταυτότητα του κάθε ανθρώπου  και  τα εμπόδια που μπορεί να συναντήσει μέχρι να βρει τον δικό του δρόμο. 

Πρωταγωνιστής ένα κραγιόνι ζωγραφικής. Η ετικέτα του γράφει πως είναι κόκκινο ενώ το σώμα του στην πραγματικότητα είναι μπλε. Έτσι, όλοι έχουν την προσδοκία το κραγιόνι να ζωγραφίζει κόκκινα – οι δάσκαλοί του προσπαθούν να το ενθαρρύνουν να ζωγραφίσει κόκκινα φρούτα (φράουλες),  η μητέρα του το προτρέπει να παίξει με το κίτρινο κραγιόνι ενώ το ψαλίδι τού κόβει λίγο την ετικέτα για να αναπνέει πιο ελεύθερα και το σελοτέιπ  το τυλίγει για να συγκρατήσει το σώμα του στη σωστή θέση. Το Κόκκινο όμως δεν ζωγραφίζει κόκκινα και όλοι έχουν μία δικαιολογία γι' αυτό – δεν είναι αρκετά έξυπνος, δεν είναι αρκετά μελετηρός, χρειάζεται να προσπαθήσει περισσότερο.  Έχουν και τις αντίστοιχες συμβουλές έτοιμες.  

 


 

Κανένα όμως αποτέλεσμα. Το πορτοκάλι που ζωγραφίζει με το Κίτρινο βγαίνει πράσινο, οι φράουλες μπλε και ό,τι άλλο το κραγιόνι προσπαθεί να σχεδιάσει έχει λάθος χρώμα. Το Κόκκινο γίνεται δυστυχισμένο γιατί δεν μπορεί να είναι κόκκινο, όσο και αν προσπαθεί. Και προσπαθεί πολύ. Ώσπου, παρουσιάζεται ένα νέο κραγιόνι, το μωβ, και του ζητά να ζωγραφίσει μία θάλασσα. Και το Κόκκινο ανακαλύπτει αυτό που οι αναγνώστες βλέπουν από την αρχή – είναι Μπλε και  μπορεί  να ζωγραφίσει θαυμάσια μπλε φρούτα (μύρτιλα), μπλε πουλιά (γαλαζοπούλια), μπλε ψάρια (φάλαινα), μπλε λουλούδια (καμπανούλες).

Στην Αμερική όπου πρωτοεκδόθηκε το 2Ο15 θεωρείται από πολλούς παραμύθι για την αποδοχή της ομοφυλοφιλίας. Ωστόσο, το πολυβραβευμμένο ετούτο εικονοβιβλίο διαβάζεται άνετα από τα μικρά παιδιά (5+, ίσως και λίγο μικρότερα) και για κάθε άλλο λόγο. Ο συγγραφέας, όσο το έγραφε, ανακαλούσε την δική του περίπτωση: είχε δυσλεξία και το περιβάλλον του, όσο υποστηρικτικό και αν ήταν, δεν γνώριζε πολλά γι'αυτή την κατάσταση. Έτσι, ως παιδί βίωσε την απόγνωση, τη λύπη και την απογοήτευση που εκφράζει και το Κόκκινο κραγιόνι του πριν αρχίσει να ζωγραφίζει με το δικό του πραγματικό χρώμα.



Το βιβλίο ωστόσο δεν έχει αντίκτυπο θλίψης. Αντιθέτως. Έχει ευφυή σχεδιασμό που εμπλέκει την θεωρία των χρωμάτων με την κοινωνική πραγματικότητα ενώ τα κραγιόνια δεν έχουν συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο αφήνοντας έτσι την παιδική σκέψη ελεύθερη να εστιάσει στο ουσιαστικό· έντονα, χαρούμενα, χρώματα που δεν περιορίζονται στα τρία βασικά αλλά περιλαμβάνουν και άλλα  –λαδί, χακί, ανθρακί, φούξια, κεχριμπάρι, καφέ, κ.λπ.– το καθένα από τα οποία είναι κι ένας διαφορετικός χαρακτήρας στην ιστορία. Κι επιπλέον, αιχμηρές, σπιρτόζικες, λεπτομέρειες που το κάνουν εύστοχο, πνευματώδες και πολύ διασκεδαστικό. Το ιδανικό κλειδί για να ανοίξει η δημιουργικότητα και η περιέργεια των παιδιών ώστε να συζητήσουν για την διάδραση των ανθρώπων και την επικοινωνία, τις ετικέτες και τις νόρμες, την καθολική αποδοχή του διαφορετικού και τον σεβασμό προς αυτό. Και βεβαίως για τα χρώματα που δεν είναι άλλο παρά ο τρόπος που το μάτι αντιλαμβάνεται το φως. Δηλαδή, η οπτική μας. 

Εξαιρετικό βιβλίο και απαραίτητο. 





Σημείωση: Οι δύο πρώτες εικόνες είναι από έργα του γερμανού καλλιτέχνη κι εκπαιδευτικού Josef Albers

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

 





Προς τις Παρισινές Κυρίες,

    






     Μία κόρη απλή, μεγαλωμένη σ' ένα βράχο, θρεμμένη μεσ΄ στη θλίψη μη αναπνέοντας παρά τον αέρα του πατριωτισμού, θα ακουσθεί άραγε από ένα πλήθος κυριών βυθισμένων στις απολαύσεις της ζωής, τριγυρισμένων, από τα παιδικά τους χρόνια, απ' όλα τα θαύματα του ανθρωπίνου πνεύματος, τις ωραίες τέχνες και τις πολυτέλειες, συνηθισμένων στην κομψότητα των τρόπων, στον αττικισμό του λόγου; Τόση αντίθεση στον τρόπο της ζωής μας μπορεί τάχα να βοηθήσει στην συνεννόησή μας, και δεν κινδυνεύω να γελοιοποιηθώ αν μιλήσω για την επαναστατημένη ηρωϊκή μου πατρίδα σε γυναίκες που δεν ξέρουν ν' ασχολούνται παρά μόνο με τις επαναστάσεις της μόδας;

     Μήπως, αγαπητές Παρισινές, με προδιέθεσαν κακά εναντίον σας;  (...)

    Οι Έλληνες γεννημένοι φιλελεύθεροι  μόνο στον εαυτό τους θα οφείλουν την ελευθερία τους. Ώστε δεν επικαλούμαι τη μεσολάβησή σας για να διαθέσετε τους συμπατριώτας σας στο να μας στείλουν βοηθήματα, αλλά μόνο στο να τους μετατρέψετε την ιδέα του να στείλουν βοηθήματα στους εχθρούς μας. (...)

    Ναι, το πιστεύω πως η Γαλλία δεν θα επέμβει στις διαμάχες μας με τους βαρβάρους, παρά για να δώσει τέλος σ' ένα πολύ αιματηρό αγώνα. Νέα Ρώμη, θα διακηρύξει τον ελευθερία της Ελλάδας, θα εξακολουθήσει τον αθάνατο ρόλο που έπαιξε τότε κατά την ανεξαρτησία της Αμερικής του Βορρά και θα σταθεί στην πρώτη γραμμή των Εθνών, σ΄ αυτή την υψηλή γραμμή που της αξίζει ένεκα των τόσων τίτλων της... Μ΄ αυτό τον τρόπο οι επευφημίες της αναγεννημένης Ελλάδας θα χαιρετήσουν τη Γαλλία, τη διαιτήτρια του κόσμου και την χορηγό της ειρηνικής ελευθερίας των λαών."








Σημείωση: Τα πιο πάνω αποσπάσματα είναι από την επιστολή της σπουδαίας Μαντώς Μαυρογένους και είναι αντλημένα από σχετικό άρθρο της Αθηνάς Ταρσούλη στη Νέα Εστία [τομ. 79, τ/χ.929, (1966), σελς 392-393]. Η κυρίως επιστολή είναι μακροσκελέστατη αλλά το άρθρο παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία. Αξίζει να το διαβάσετε γιατί δείχνει  την  κοινωνική κατάσταση της εποχής και το περιβάλλον όπου κινούταν η Μαυρογένους όσο ζούσε στην Γαλλία ενώ περιγράφει, σε πλήρη αντίστοιξη, τις συνθήκες που επικρατούν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Με τον διπλωματικό λόγο της, που σε σημεία γίνεται δεικτικός,  η ελληνίδα αγωνίστρια επικαλείται τόσο τα συναισθήματα όσο και την λογική των ακροατριών της  ώστε να βοηθήσουν τους Έλληνες. Την επιστολή αυτή η Μαντώ την εμπιστεύτηκε σε δύο γάλλους αξιωματικούς που την παρέδωσαν στον J. Ginouvier κι εκείνος το δημοσίευσε το 1825 στο βιβλίο του "Mavrogenie ou l' héroïne de la Grèce".

Η ηρωίδα του Εικοσιένα έστειλε και στις γυναίκες της Αγγλίας μία επίκληση για τον αγώνα της Ελλάδας, γραμμένη σε εντελώς διαφορετικό ύψος την οποία ωστόσο δεν μπόρεσα να εντοπίσω.

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2021

 

  



Nothing Special


 


 

   

nothing special

boards paint

nails paste

paper string


mr artist

builds a world

not from atoms

but from remnants


forest of arden

from umbrella

ionian sea

from parkers quink


just as long as

his look is wise

just as long as

his hand is sure -


and presto the world -



hooks of flowers 

on needles of grass 

clouds of wire 

drawn out by the wind


·

 

Zbigniew Herbert





Note: The artwork is a Study for the Head of "Poetry" (1895 - 1899) for the composition "The Apotheosis of Bavaria" by Nikolaos Gyzis.