Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα theatre. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα theatre. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026



Η Προδοσία των Εικόνων

   

 


 

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής κουλτούρας που δεν συζητείται είναι η ψευδαίσθηση που δίνει στους χρήστες της τεχνολογίας ότι έχουν τον απόλυτο έλεγχο της ζωής τους κι ότι αυτό που θα θελήσουν, εντός κι εκτός η/υ, εκτελείται κι ολοκληρώνεται άμεσα κι επιτυχώς. Είναι όμως μία από τις καταστάσεις που αποδίδει εύγλωττα ο Vincenzo Latronico στο "Η τελειότητα" (σε στιλπνή, άψογη μετάφραση της Δήμητρας Δότση – Loggia, 2025). Πρωταγωνιστούν ο Τομ και η Άννα, ψηφιακοί νομάδες που μετακομίζουν στο Βερολίνο με σκοπό να ενσωματωθούν στην γερμανική κοινωνία και να πραγματώσουν το όνειρό τους – να επανεφεύρουν τον εαυτό τους, μακριά και πλήρως ανεξάρτητοι από τις επιρροές της οικογένειας.

Το βιβλίο γεννήθηκε ως φόρος τιμής στα "Πράγματα: Μια ιστορία της δεκαετίας του 1960" – το πρωτόλειο μυθιστόρημα του George Perec που κέρδισε το βραβείο Renaudot, και την γενικότερη κριτική, για τον τρόπο που αναδεικνύει την επιδίωξη ενός ζευγαριού για ευζωία και ατομική ταυτότητα μέσω της πολυτέλειας και της επιτήδευσης. Ενώ, ωστόσο, ο Περέκ υπογραμμίζει τον τρόπο που οι πρωταγωνιστές του ετεροπροσδιορίζονται από τα αντικείμενα, ο Λατρόνικο εστιάζει διπλά: και στο υλικό/άυλο των αντικειμένων και στο κυνήγι των πρωταγωνιστών του για εμπειρίες: δραστηριότητες, συνθήκες και αντιδράσεις που, ωστόσο, χαρακτηρίζονται από αυτοματισμό και οπτική, απόλυτα επιμελημένη, ομορφιά. Μία τελειότητα η οποία, εκτός από κίβδηλη, αποδεικνύεται κι αδρανοποιός για τη ζωή τους – "...ζωή τόσο περιορισμένη και επαναλαμβανόμενη, με το πέρασμα του χρόνου τους είχε στερήσει κάθε πρωτοβουλία, κάθε ίχνος περιέργειας."

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια με αντίστοιχους αφηγηματικούς χρόνους: Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος, Μέλλοντας. Και στα τέσσερα, παρακολουθούμε το ζευγάρι να διάγει την ζωή του πανομοιότυπα και μηχανιστικά: εργάζονται, τρώνε, διασκεδάζουν, κάνουν έρωτα, πακετάρουν-ξεπακετάρουν-αποθηκεύουν, μετακομίζουν. Σε όλους τους χρόνους, oι σκέψεις τους παραμένουν επίπεδες όπως ακριβώς οι ψηφιακές οθόνες· οι προθέσεις και οι επιδιώξεις τους εκτείνονται μέχρι την επόμενη μετακόμιση, οι αναμνήσεις τους το ίδιο βραχείες. Τα συναισθήματά τους, επιδερμικά. Καμμία δημιουργική απασχόληση εκτός του ότι "...αφιέρωναν ώρες και ώρες δαμάζοντας την πραγματικότητα ώσπου να ευθυγραμμιστεί με την εικόνα της." Ελάχιστη, αντανακλαστική κυρίως, η φροντίδα εαυτών και πραγμάτων. Ούτε τα φυτά τους δεν ποτίζουν.




Το κείμενο δεν διεκδικεί δάφνες λογοτεχνικότητας. Το πολύ αντίθετο, θα έλεγα. Παρ' όλα αυτά, αποδίδει με ρεαλισμό και ακρίβεια την συνύφανση του στεγνού ψυχισμού των δύο πρωταγωνιστών με τις παθογένειες της εποχής: παγκοσμιοποίηση –σε δύο εκδοχές: την μετα-καταναλωτική και την ευδαιμονιστική–, gentrification, airbnb, αισθητικοποίηση και ομοιομορφία, αυτοαναφορικότητα, έλλειψη ταυτότητας και αξιών. Κι επιπλέον, έχει δύο λεπτομέρειες πολύ ενδιαφέρουσες, αν και αρνητικές: η πρώτη είναι η μη ύπαρξη βιβλίων ή εφημερίδων στην ζωή των πρωταγωνιστών. Οι δύο νέοι ξεφυλλίζουν μόνον κάποια περιοδικά τα οποία όμως έχουν τις ίδιες στυλιζαρισμένες εικόνες με αυτές που βλέπουν στο Instagram και παράγουν οι ίδιοι στην δουλειά τους. Στοιχείο, βέβαια, που αιτιολογεί την ημιμάθεια και την καταφανή έλλειψη συνειδητότητας και των δύο.

Η δεύτερη, η γλώσσα. Σε πραγματολογικό επίπεδο: οι αγγλικές λέξεις της ψηφιακής κουλτούρας που έχουν ενσωματωθεί στην αφήγηση, κι αφεθεί επιμελώς αμετάφραστες, είναι πάρα πολλές για ένα μη τεχνικό, μη επιστημονικού περιεχομένου κείμενο. Ωστόσο, επισημαίνουν κάτι στο αφηγηματικό επίπεδο· κάτι που επαυξάνουν οι δύο πρωταγωνιστές με το ότι, παρόλο που επιδιώκουν να γίνουν μέρος της γερμανικής κοινωνίας, δεν καταβάλουν καμμία απολύτως προσπάθεια να μάθουν γερμανικά και να συνομιλήσουν, να συγχρωτιστούν με ντόπιους. Ούτε καν τα αγγλικά που χρησιμοποιούν ως γλώσσα επικοινωνίας “...δεν ήταν τέλεια,…” Η παντελής έλλειψη διαλόγου μεταξύ του ζευγαριού είναι εκείνο που ενοχλεί περισσότερο. Δεν υπάρχουν μια-δυο λέξεις της καθημερινότητας που θα δημιουργούσαν συναισθηματική ασφάλεια, σταθερότητα, συντροφικότητα. Ούτε καν μία αντιπαράθεση, ένας διαπληκτισμός, κάτι έντονο τέλος πάντων που θα τάραζε τον υπνωτικό μιμιτισμό τους και θα τους έβαζε στην διαδικασία να καταλάβουν την ζωή τους και να δηλώσουν παρόν στην ζωή του/της συντρόφου τους.




Λογοτεχνία είναι η καταγγελία της εποχής στην οποία ζει κανείς, λέει ο Camilo José Cela και ο σαραντάχρονος Λατρόνικο κάνει ακριβώς αυτό με τρόπο νηφάλιο και συνοπτικό, σαν ρεπορτάζ. Άθελά του όμως, και υπόρρητα ανατρεπτικό έως τρομακτικό: η ομοιομορφία –στην εμφάνιση, την συμπεριφορά έως την αρχιτεκτονική και το design εσωτερικών χώρων–, και η αίσθηση ανελευθερίας που καταγράφει μού έφεραν στο νου την ολιγοσέλιδη “Νέα Ουτοπία” του Jerome K. Jerome. Δεν είναι υπερβολή, τηρουμένων κάποιων αναλογιών, αν σκεφτούμε πως η τεχνολογία (ιδίως η ΤΝ και τα κοινωνικά δίκτυα) εξαπλώνεται με όρους αυταρχικού καθεστώτος. Ξεχνάμε, επίσης, πως κάθε γενιά έχει την δική της περίοδο πειραματισμού πριν την ουσιαστική ενηλικίωση – το να δοκιμάζεις νέες εμπειρίες και να δοκιμάζεσαι, ή απλώς να παρασύρεσαι από την μαζικότητα ενός τυποποιημένου κοινωνικού μοντέλου ευζωίας είναι μέρος της διαδικασίας της ανθρώπινης ωρίμανσης και δεν έχει στενά γενεολογικά ή ηλικιακά όρια. Ο Joakim Pirinen, πχ, την τοποθετεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στο πλαίσιο μιας Καλής Οικογένειας (το πρωτότυπο για την εποχή του θεατρικό έργο που ανέβηκε και στην Ελλάδα την περίοδο 2008-09 από το Εθνικό) η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η μετεξέλιξη της Άννας και του Τομ – μακάρια ευτυχισμένο ζευγάρι, χαμογελαστό, ό,τι κι αν συμβεί, η Εύα και ο Λάσσε έχουν μία υπέροχη δουλειά, δύο αξιολάτρευτα παιδιά και κατοικούν σε πολυτελή κατοικία με άψογα φροντισμένο κήπο, όπως στις διαφημίσεις ή τα παιδικά βιβλία της δεκαετίας του 1960.

Εκείνο που διαφοροποιεί την Άννα και τον Τομ από τους πρωταγωνιστές των Περέκ και Πίρινερ είναι η εκτεταμένη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και η εφελκυστική δύναμη της εικόνας. Όχι, όμως, το ότι κάνουν σχεδόν τα πάντα μέσω διαδικτύου και ψηφιακών εφαρμογών – η χρήσιμη αυτοματοποίηση είναι και αναγκαία. Είναι η αδυναμία τους να θέσουν ένα όριο στις ατέλειωτες δυνατότητες και ερμηνείες της πραγματικότητας που εμφανίζει η οθόνη. Η διάψευση των πεποιθήσεών τους με το κλείσιμο της οθόνης και η αποστασιοποίησή τους από την απτή πραγματικότητα όταν δεν συνάδει με την τελειότητα που αναπαράγουν. Η απομόνωση στην οποία οδηγούνται και η ανελευθερία όταν δεν μπορούν να αντιδράσουν σε αυτό το χάος που είναι το εκτός υπολογιστή βίωμα· πόσο μάλλον να διακρίνουν την αληθινή ομορφιά που προσδίδουν στην καθημερινότητα τα λάθη και οι ατέλειες. Γι’ αυτό άλλωστε δεν μπορούν να εκτιμήσουν την τέχνη, ή να της προσδώσουν συναισθηματική αξία, αν κι επισκέφτονται ανελλιπώς εκθέσεις εικαστικών. Κάπως έτσι αρχίζει να μεταβάλλεται η ανθρωπινή υπόσταση του ατόμου, κι όχι μόνον στις σελίδες ενός βιβλίου: Πόσες φορές δεν απαντήσατε, αν απαντήσατε, με τον αυτοματισμό ενός like; Πόσες φορές μία σκέψη διακλαδώθηκε αυτόματα με τον τρόπο που ανοίγουμε συνδέσμους; Πόσες φορές βάλατε κάτι σε αναμονή χωρίς τελικά να το απαντήσετε, όπως κάνουμε με τις καρτέλες στον Firefox; Ή, σβήσατε μία υποχρέωση με την ευκολία ενός κλικ; Πόσες δεν κινήθηκε το χέρι ασυναίσθητα για να ζουμάρει την οθόνη της τηλεόρασης; Πόσες φορές, πάλι, νιώσατε αποτυχημένοι προσπαθώντας να εκτελέσετε την τέλεια συνταγή του TikTοk;

 

                                                                                   


Ο αυστριακός ψυχολόγος Alfred Adler ορίζει το lifestyle ως ένα σχήμα ζωής, όχι έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής όπως έχει επικρατήσει να σημαίνει σήμερα. Ένα σχήμα ζωής που περιλαμβάνει όχι μόνον τον τρόπο που ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους, αλλά και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό του σε όλο το βάθος του βιωμένου χρόνου του. Αυτό συνεπάγεται πως η εμπειρία και το νόημα είναι ενεργές κατασκευές και υπόκεινται σε μια ακονισμένη αντίληψη. Ή, καλύτερα, ακονιζόμενη καθώς η αντίληψη είναι μία συνεχής επαγωγική διαδικασία κι όχι η παθητική αποδοχή κάποιας σταθερής αλήθειας, ή η στείρα αναπαραγωγή ενός μοντέλου.

"Λυπάμαι, αυτό το βιβλίο είναι ανέκδοτο. Δεν έχει διαλόγους. Δεν έχει πλοκή. Είναι αντίγραφο άλλου βιβλίου," έγραψε ο ιταλός συγγραφέας στον εκδότη του για αυτό που αποδεικνύεται ένα θαυμάσιο εθνογράφημα της genZ. Ένα, εντέλει, απαιτητικό κείμενο που μεταβολίζει την ανία της συγκεκριμένης ανάγνωσης και το μάταιο της σύγχρονης ζωής σε ένα ερώτημα: ποιά πραγματικότητα επιλέγουμε να οικοδομήσουμε; Κι ένα ζητούμενο: τη δυνατότητα να ενοικήσουμε ουσιαστικά τον εαυτό μας, χωρίς υποκατάστατα, επιβολές κι αυταπάτες, και να ενδυθούμε μια αληθινή αυτονομία· μια ελευθερία με νόημα, joie de vivre κι αυθεντικότητα – η τελειότητα όπως θα έπρεπε να είναι.



* Το κείμενο, με διαφορετική εικονογράφηση, πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 179 – Σεπτεμβρίου 2026 του περιοδικού The Books' Journal 





Σημείωση: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια επίτοιχου έργου της Βένιας Μπεχράκη. Στη φωτογραφία της Catherine Chabrol είναι ο εκφραστικός μίμος Marcel Marceau. Ακολουθεί το Future eye seeing now (2020) του Olafur Eliasson. Τέλος, το δημοφιλές έργο του René Magritte που επιγράφεται "Cesi n'est pas une pipe", ρήση που υπονοεί πως αυτό που βλέπουμε είναι μόνον η απεικόνιση του αντικειμένου. Ο πραγματικός τίτλος του πίνακα είναι La Trahison des Images / The Treachery of Images, απ' όπου και ο τίτλος του άρθρου. 

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2024

  




Όψεις μίας Dame

 





"Ήταν και η Μάγκυ Σμιθ εκεί – να την βλέπεις την μια στιγμή στο φιλμ να κυλά ένα ποτήρι κρασί στο μέτωπό της ως η προσποιητά-σέξι Μύρα στο Hay Fever του Noel Coward, και το επόμενο λεπτό παρούσα, με σάρκα και όστά να εκφωνεί έναν λόγο από το The Beaux' Stratagem του Farquhar με ανεπητίδευτη απλότητα." λέε ο κριτικός Michael Billington με αφορμή την 50η επέτειο του National Theatre.

Της άρεσε το εφήμερο του θεάτρου. Κάθε παράσταση, έλεγε, είναι σαν φάντασμα – την μια στιγμή είναι εκεί, την επόμενη δεν είναι. Από την Δεισδαιμόνα δίπλα στον Laurence Olivier –ο πρώτος δραματικός θεατρικός ρόλος της καριέρας της, το 1964– στην εμβληματική Miss Jean Brodie και την Diana Barrie στο California Suite  μέχρι την Κυρία στο Φορτηγάκι του κινηματογράφου και την βιτριολική Dowager Countess of Grantham, Violet Crawley στο τηλεοπτικό Downton Abbey, η Margaret Natalie Smith μαγνήτιζε με την ενέργεια, την ανεπιτήδευτη ερμηνεία της, μία σαρδόνια ανυπομονησία για τη ζωή και  το πνευματώδες θράσος της, ιδίως σε κωμικούς ρόλους – "...Νομίζω πως με έχουν κατατάξει στο χιούμορ· ο Σαίξπηρ δεν είναι το φόρτε μου. ( ... ) Έχω την τάση να κατευθύνομαι σε ό,τι είναι διασκεδαστικό διότι πολλά πράγματα δεν είναι χαρούμενα. Συνήθως όμως μπορείς να βρεις μια αστεία πλευρά σε σχεδόν οτιδήποτε."

Εκτός από το διττό ύφος (αυστηρή με τρυφερά –έως και σκανταλιάρικα– ανοίγματα), διέθετε ταλέντο κι ευελιξία στους ρόλους της. Το παλμαρέ της εξαιρετικά πλούσιο – μεταξύ άλλων, κατέκτησε το Τριπλό Στέμμα Ερμηνείας [Triple Crown of Acting – Oscar (2), Emmy (4)  and Tony]. Ωστόσο, και παρά την 72 χρόνων καλλιτεχνική πορεία της, έλεγε:  "Έχω κερδίσει δύο Όσκαρ κι ακόμα δεν έχω αρχίσει να καταλαβαίνω την υποκριτική στον κινηματογράφο." Για την ερμηνεία της δε στις ταινίες του Χάρι Πότερ δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη. 

 


 

Η Minerva McGonagall, ωστόσο, είναι η πιο αγαπημένη μου από τους ρόλους της. Όχι γιατί είμαι φαν της κιν/κής σειράς του Χάρι Πότερ. Aλλά διότι κάποτε ένας νεαρός μαθητής μου, με την βεβαιότητα και την αυτοπεποίθηση της ηλικίας του, μου είπε πως της μοιάζω. Κι αυτό ήταν ιδιαίτερα συγκινητικό, μετά το αρχικό σοκ – ήμουν σίγουρη πως με έβλεπαν ως Umbridge. Γι' αυτό, κάθισα στη συνέχεια και είδα όλες τις ταινίες της σειράς. Μία από τις σκηνές χαρακτηριστικές του ύφους της είναι αυτή. Κρατώ, ωστόσο, στη μνήμη μου ετούτη – δεν θα γυριζόταν καν εάν η J.K. Rowling δεν επέμενε να συμπεριληφθεί στο σενάριο καθώς δείχνει μία κομβική στιγμή στην ζωή της Miss McGonaghall. Γυρίστηκε όταν η Μάγκυ Σμιθ ήταν 76 χρονών – είχε ήδη ξεπεράσει τον σκόπελο του καρκίνου και το κεφάλι της δεν έμοιαζε πλέον με βραστό αβγό.*

 


 "... Έχω ζήσει μία προνομιούχα κι ενδιαφέρουσα ζωή και τώρα... είναι ώρα να φύγω." είχε πει σε συνέντευξή της. Η Μάγκυ Σμιθ δεν είναι πλέον εδώ. Το έργο της, ευρύ κι άκρως ψυχαγωγικό, παραμένει.










___

* Στην διάρκεια της χημειοθεραπείας, το 2008, συνέχιζε να πηγαίνει στα γυρίσματα του “Χάρυ Πότερ και ο Ημίμαιμος Πρίγκιψ" φορώντας περούκα: “I was hairless. I had no problem getting the wig on. I was like a boiled egg,”



Σημείωση: Το πρώτο φωτοραφικό πορτραίτο είναι από τον Lord Snowdon και το δεύτερο από τον Tom Miller. Και τα δύο από την συλλογή της National Portrait Gallery. Η φωτογραφία της Miss McGonagall  είναι αντλημένη τυχαία από το διαδίκτυο.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

 

 

 

 

 

Δεν κάνουμε θέατρο

  


    

...για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας."

 

Κάρολος Κουν








Σημείωση: Το στιγμιότυπο είναι από την παράσταση Sunday in the Park with George, που ανέβηκε το 2014 στο θέατρο Signature (Arlington) από τον θρυλικό  Steven Sondheim ο οποίος  μετέγραψε  σε μιούζικαλ  τον  πίνακα  A Sunday Afternoon on the Island of La Grande Jatte του Georges Seurat.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2022






This Figure, that thou here ſeeſt put,




Ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ ήταν ήδη επτά χρόνια νεκρός όταν, το 1623, εκδόθηκε για πρώτη φορά η πλήρης συλλογή των έργων του.  Για την ακρίβεια, ήταν η πρώτη φορά που όλα τα θεατρικά έργα του άγγλου Βάρδου συγκεντρώνονται σε μία έκδοση, κίνηση ιδιαίτερης ματαιοδοξίας και τόλμης για την εποχή καθώς τα θεατρικά  έργα τότε δεν θεωρούνταν σοβαρά κείμενα ώστε να απαθανατιστούν με τέτοιον τρόπο. Από αυτή την άποψη, το The First Folio, όπως έχει μείνει στην ιστορία η συλλογή, του Σαίξπηρ είναι ο πρώτος τόμος με θεατρικά που εκδόθηκε ποτέ σε όλη την Αγγλία διασώζοντας έτσι ένα σημαντικό μέρος ολόκληρης της ελισαβετιανής και ιακωβιανής δραματουργίας.  

Ο πραγματικός τίτλος του τόμου είναι "Mr. William Shakespeare's Comedies, Histories & Tragedies" και είναι, επίσης, η πρώτη φορά που το έργο του Σαίξπηρ κατηγοριοποιείται σε αυτές ακριβώς τις τρεις κατηγορίες – κωμωδίες, ιστορίες και τραγωδίες. Το Πρώτο Φόλιο είναι αναμφισβήτητα το μόνο αξιόπιστο εγχειρίδιο για περίπου 2Ο από τα θεατρικά του Βάρδου, και μία πολύτιμη πηγή αναφοράς για πολλά από τα υπόλοιπα έργα του που είχαν δημοσιευτεί πριν την έκδοσή του συγκεκριμένου τόμου και κυκλοφορούσαν σε μορφή quarto – αυτό που σήμερα θα λέγαμε οχτασέλιδο φυλλάδιο. Ο Bill Bryson, στο βιβλίο του για την ζωή του Σαίξπηρ, αναφέρει πολλές ενδιαφέρουσες πραγματολογικές λεπτομέρειες  για την περιπέτεια έκδοσής του εμβληματικού ετούτου τόμου των 9ΟΟ+ σελίδων.

Κανείς δεν ξέρει σε πόσα αντίτυπα κυκλοφόρησε το Πρώτο Φόλιο. Οι περισσότερες εκτιμήσεις αναφέρουν χίλια αντίτυπα, αλλά στην ουσία πρόκειται για εικασίες. "Το γεγονός ότι το βιβλίο ανατυπώθηκε ύστερα από εννέα μόλις χρόνια σημαίνει ότι τα αντίτυπα ήταν μάλλον λιγότερα," λέει ο Πίτερ Μπλέινι, ο κατεξοχής ειδικός για το Πρώτο Φόλιο, "ίσως δεν ξεπερνούσαν τα 75Ο, ή μπορεί να ήταν και ακόμα λιγότερα."  Από αυτά σώζονται σήμερα (ολόκληρα ή εν μέρει) 235 – ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό. Τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται είτε σε δημόσιες βιβλιοθήκες είτε σε ιδιωτικές συλλογές.      



Ένα αντίτυπο βρισκόταν στην βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου του Durham απ' όπου κλάπηκε το 1988. Από πολλούς θεωρούνταν χαμένο για πάντα μέχρι το 2ΟΟ8 που ανακαλύφθηκε κι επιστράφηκε στο πανεπιστήμιο το οποίο, στη συνέχεια, έστειλε τον τόμο για εκτίμηση στη Βιβλιοθήκη Folger Shakespeare στην Ουάσινγκτον. Εκεί αναγνωρίστηκε ως ο χαμένος τόμος του Ντάραμ και η βιβλιοθήκη Folger ειδοποίησε το FBI με αποτέλεσμα να συλληφθεί ένας άντρας, ο Ρέιμοντ Σκοτ, να δικαστεί και να καταδικαστεί σε οχτώ έτη κάθειρξης. Το βιβλίο, που σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου είχε κακοποιηθεί (έλειπαν το εξώφυλλο, η σελίδα τίτλου και μερικές εσωτερικές σελίδες) βρίσκεται τώρα στη βιβλιοθήκη Ερευνών του πανεπιστημίου στο Palace Green του Ντάραμ, εκεί όπου φιλοξενούνταν από το 1664. 

Ένα άλλο αντίτυπο βρίσκεται στην βιβλιοθήκη Beinecke του πανεπιστημίου Yale. Περιήλθε στα ράφια της μετά από διαδοχικές πωλήσεις που εκκίνησαν από τον αρχικό κάτοχο του Φόλιο: τον άγγλο αρχαιοκάπηλο Henry Constantine Jennings. Aυτό το αντίτυπο είναι που ψηφιοποιήθηκε πρόσφατα με υπέρτατη προσοχή, είμαι σίγουρη. Λεπτομέρεια: τον 16ο αι. το χαρτί ήταν καλής ποιότητας. Το έφτιαχναν από κουρέλια και δεν είχε πραγματικά καθόλου οξύ, επομένως διατηρείται πολύ καλά. Ωστόσο, το χαρτί του Πρώτου Φόλιο ήταν μεσαίας ποιότητος γι' αυτό η μελάνη έχει δημιουργήσει εμφανή προβλήματα – πολλά αποσπάσματα είναι αχνά ή λίγο μουτζουρωμένα. 


  

Το αντίτυπο βρίσκεται ήδη αναρτημένο στην ψηφιακή συλλογή της βιβλιοθήκης Beinecke και μπορείτε να το δείτε εδώ. 







Σημειώσεις:  Το εικαστικό είναι μία σύγχρονη εκδοχή του "Shakespeare and His Contemporaries" του Σκωτσέζου ζωγράφου John Faed. Ο τίτλος της ανάρτησης είναι ο πρώτος στίχος του ποιήματος του Ben Johnson που βρίσκεται ως εισαγωγή στο First Folio. Η φωτογραφία του τόμου αντλήθηκε από εδώ. Η δεύτερη φωτογραφία είναι λεπτομέρεια της σελίδας τίτλου.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021





 

  

Fields

of

Opposition



Τρεις είναι οι πρωταγωνιστές της βρετανικής ταινίας "Η Ανασκαφή" : ο Ρέιφ Φάινς και η Κάρυ Μάλιγκαν με τις τόσο μεστές κι ανάγλυφες ερμηνείες τους, και η αγγλική ύπαιθρος. Δεν περίμενα ότι μια ταινία για την ανασκαφή μίας αδιάφορης έκτασης θα είχε τόσο ρυθμό, ενδιαφέρον κι ευαισθησία. Κι εάν η κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου σε κρατά προσηλωμένο, πως θα είναι άραγε το ίδιο το βιβλίο;

Η ιστορία του John Preston βασίζεται στην πραγματική ανασκαφή στο Σάττον Χου  –μία τοποθεσία βορειοανατολικά του Λονδίνου– όπου κάτω από τους άθικτους χωμάτινους λόφους στην ιδιοκτησία της Ίντιθ Πρίττυ ανακαλύφθηκε θαμμένος ο ασύλητος τάφος ενός πλοίου που έφερε μια πληθώρα τεχνουργημάτων της αγγλοσαξωνικής εποχής, και ανάμεσά τους την παγκοσμίως γνωστή τελετουργική περικεφαλαία – ευρήματα που αποτελούν τον σημαντικότερο θησαυρό που βρέθηκε ποτέ στο ΗΒ.

Η περιπέτεια της ανασκαφής ξεκινά λίγο πριν την κήρυξη του Β' ΠΠ –
το καλοκαίρι του 1939, η εύπορη χήρα Ίντιθ Πρίττυ αποφασίζει να μην περιμένει άλλο τους ειδικούς του γειτονικού μουσείου του Ίπσουιτς και να ανοίξει τους λόφους  που και εκείνη και ο σύζυγός της υποψιάζονταν ότι κάτι έκρυβαν. Γι' αυτό ζητά την βοήθεια του αυτοδίδακτου κι ευφυούς αρχαιολόγου Μπάσιλ Μπράουν που, έχοντας μόλις απολυθεί από το μουσείο του Ίπσουιτς, αναλαμβάνει να ερευνήσει τις πιθανότητες οι λόφοι αυτοί να περιέχουν κάτι. Μαζί του, δύο εργάτες που τον  βοηθούν στην ανασκαφή και ο μικρός Ρόμπερτ - γιος της μεσήλικης Ίντιθ που παρακολουθεί την πρόοδο των εργασιών από μακριά και ο οποίος από φιλομαθή περιέργεια και μια αίσθηση εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του Μπράουν τον ακολουθεί όπου και όταν του επιτρέπεται. 

Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες –διάβρωση του εδάφους από την αγγλική βροχή αλλά και από τα κοπάδια κουνελιών που υποσκάπτουν αυθαίρετα τα πάντα, κλέφτες που σύλησαν δύο από τους τρεις λόφους για μικροπράγματα, ατύχημα που παραλίγο να στοιχίσει τη ζωή του Μπράουν-, η ανασκαφή προχωρά με σταθερό ρυθμό και μηδενικό αποτέλεσμα.  Ώσπου, λίγο πριν εγκαταλείψει οριστικά την προσπάθεια, ο Μπράουν αρχίζει να αποκαλύπτει τον σκελετό  ενός πλοίου πολύ μεγάλων διαστάσεων το οποίο, σύμφωνα με την εκτίμηση του, δεν είχε υπάρξει στο παρελθόν όμοιό του κι επιπλέον ανήκε σε μια σκοτεινή και άγονη --όπως πίστευαν μέχρι τότε-- ιστορική περίοδο της βρετανικής ιστορίας.

Μόλις η εκτίμησή του για τα πρώτα ευρήματα γίνεται γνωστή στους αρχαιολογικούς κύκλους, θα αρχίσει και η διεκδίκηση της ανασκαφής. Αν και γίνεται σε ιδιωτικό χώρο και υπό τις εντολές, και χρηματοδότηση, της Ίντιθ Πρίττυ, την επίβλεψη των εργασιών αναλαμβάνει, με πρόσχημα το εθνικό κύρος και συμφέρον, το Βρετανικό Μουσείο με τον αρχαιολόγο του Τσαρλς Φίλιπς να παραγκωνίζει τον Μπράουν και να καλεί το νεαρό ζευγάρι των Πίγκοτ για να επισπεύσει τις εργασίες. Η Πέγκυ Πίγκοτ υπήρξε στην πραγματικότητα θεία του συγγραφέα, εξού και το ενδιαφέρον του Πρέστον για την υπόθεση. Στο πεδίο εμφανίζεται κάποια στιγμή και ο Ρόρυ Λόμαξ – ο νεαρός ανηψιός της Ίντιθ που  καταγράφει με την φωτογραφική του μηχανή τις πολλές όψεις του αρχαιολογικού τόπου και των ευρημάτων ώστε να τα στοιχειοθετήσει. Μεταξύ των δύο θα αναπτυχθεί μία δυνατή έλξη η οποία στην ταινία παίρνει διαφορετική, μελοδραματική, υπόσταση, κι αυτή είναι μία από τις διαφορές των δύο ειδών.

Μία άλλη διαφορά είναι πως ενώ στην ταινία η πλοκή εκτυλίσσεται με την συμβατική αφήγηση ενός ρομαντκού δράματος, στο βιβλίο την αφήγηση αναλαμβάνουν η Ίντιθ Πρίττυ, ο Μπάσιλ Μπράουν και η Πέγκυ Πίγκοτ με αντίστοιχα κεφάλαια που εναλλάσσονται κι έτσι δίνει ο καθένας την δική του γνώση για τα γεγονότα σε μία γραμμική εξέλιξη και σε πραγματικό χρόνο. Αυτό δίνει, επιπλέον, την ευκαιρία στον συγγραφέα να παρουσιάσει επιλεκτικά και με εύληπτο τρόπο τα πραγματολογικά στοιχεία της υπόθεσης που κάνουν σαφή την σπουδαιότητα των ανακαλύψεων. Τον επίλογο αναλαμβάνει ο Ρόμπερτ Πρίττυ που, σχεδόν μεσήλικας ο ίδιος,  περιγράφει την εξέλιξη της ανασκαφής μετά τις πρώτες θριαμβικές ημέρες της και μας πληροφορεί για τις τύχες των πρωταγωνιστών – ανθρώπων που ο συγγραφέας επέλεξε να μην είναι λαμπερές μορφές της μοντέρνας εποχής, ούτε οι αυτοαποκαλούμενοι ήρωες της ανασκαφής.

Η ομορφιά και η επιβλητικότητα της φύσης είναι πιο εμφανής και εφελκυστική στην ταινία, αν και στο βιβλίο υπάρχει ένας βραδινός περίπατος στο δάσος και η αναφορά στην πρώτη ηχογράφηση του BBC σε εξωτερικό χώρο ενός κονσέρτου τσέλο της Μπεατρίς Χάρρισον με τη συνοδεία αηδονιών.  Η διαρκής αναμέτρηση των πρωταγωνιστών με την Ιστορία, την μνήμη και την θνητότητα είναι ακόμη ένα στοιχείο που διαπερνά την ταινία με πολύ πιο εμφανή τρόπο. Το βιβλίο, ωστόσο, σε κερδίζει με τη λιτή γλώσσα του Πρέστον. Υπερβολικά λιτή, θα έλεγα, έως σχεδόν ανάλαφρη.
 Είναι όμως αρκετά γλαφυρή ώστε να προσδώσει τις ανάλογες αποχρώσεις στα συναισθήματα, τα ελαττώματα και τις συμπεριφορές των "σκονισμένων" πρωταγωνιστών – την αυτοκυριαρχία της Ίντιθ που παρ' όλα αυτά καταφεύγει στον πνευματισμό για να συμφιλιωθεί με τον θάνατο του συζύγου της· την φιλομάθεια, την περιέργεια και την επιμονή του Μπάζιλ· την απογοήτευση της Πέγκυ για τον γάμο της. Γενικώς, μπορώ να πω ότι δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Ωστόσο, μπορεί να αποτελέσει αναγνωστική απόλαυση για όποιον μπορεί να εκτιμήσει τoυς ήσυχους τόνους του και  τις διάσπαρτες σε όλο το κείμενο δεικτικές, υποφώσκουσες λεπτομέρειες.

   



Δεικτικές λεπτομέρειες είναι που ο Κώστας Πούλος κάνει ορατές στα πολύ μικρά διηγήματά του στο "Αμφίβια Τέρατα" (Μεταίχμιο, 2Ο21)  Πρόκειται για ανεξήγητα συμβάντα, όπως είναι η ερμηνεία της λέξης "τέρατα" στα ελληνικά του Ομήρου,  που συμβαίνουν απροσδόκητα στην επίμοχθη καθημερινότητα των πρωταγωνιστών του και ενέχουν το ανθρώπινο δράμα – θάνατος, ηλικία, φόβος, απώλεια, ανεστιότητα, φθορά. Ενέχουν όμως και το αντίθετό του – έρωτας, επιθυμία, απόκλιση. Τα συμβάντα αυτά αρχικώς ερμηνεύονται ως σημεία θεϊκής ειρωνίας ή κάποιου άλλου είδους οιωνοί. Στην ουσία τους, ωστόσο, όπως δείχνει ο συγγραφέας είναι είτε συμπτώσεις είτε ανθρώπινη υπέρβαση. Είτε, επίσης, η ανατρεπτική ματιά του Πούλου που, με την χρήση ενός μινιμαλιστικού μαγικού ρεαλισμού, προεκτείνει την λογική με τον τρόπο της τέχνης για να δώσει τις διαφορετικές όψεις της προσπάθειας που κάνει κάθε άνθρωπος ώστε να αποσπάσει το λίγο εκείνο της ευτυχίας και κατανόησης που του αναλογεί. Όπως πχ. στο διήγημα "Γιούλα" όπου ένα ποτήρι της ομώνυμης υαλουργίας αφηγείται με ραγδαία σφαιρικότητα την ζωή του Λουκά – από ανέμελο φοιτηταριό σε αλκοολικό σε προχωρημένη αποσύνθεση, με ενδιάμεσο έναν χωρισμό. Ή, όπως στα "Κατοικίδια" όπου ένα ζευγάρι σκύλων υιοθετούν τα αφεντικά τους και παρατηρούν με κριτική διάθεση τις συνήθειές τους. Στο "Μπανάνες" ένα σουρεαλιστικό όνειρο ενσωματώνει την τρέλα και τον φόβο του αύριο ενός άντρα ενώ στο "Φι" η ιστορία ενός λαουτιέρη σε ένα νησί και του γιου του μοιάζει να επηρεάζεται με έναν μεταφυσικό τρόπο από τον βίαιο άνεμο που λυσσομανούσε την ημέρα της γέννησής του δεύτερου. Ένα πραγματικό δέντρο που είναι το μισό κάτω από την επιφάνεια της λίμνης Πλαστήρα είναι το αντικείμενο του ομότιτλου διηγήματος ενώ στο "Νόημα." ένας άντρας στοιχειώνεται από το κλαδί ενός δέντρου απ’ όπου είχε κρεμαστεί ο πατέρας του. Στην τσέπη κρατά ένα παλιό σημείωμα που αλλάζει νόημα κάθε φορά που το διαβάζει. 

Στα περισσότερα από τα σαράντα μικροδιηγήματα του τόμου υπάρχει μία φωτογραφία στην αρχή τους, ένα ασπρόμαυρο στιγμιότυπο που μοιάζει να λειτουργεί ως  εισαγωγική πρόταση της αφήγησης που ακολουθεί. Και αποδίδει, πιστεύω, το ύφος του συγγραφέα ενώ παράλληλα υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο Πούλος διοχετεύει την μακρά κι αξιόλογη εμπειρία του από τον χώρο του παιδικού βιβλίου στην ενήλικη πεζογραφία – ευθεία εστίαση στο μικρό και ουσιώδες με συμπυκνωμένη, χωρίς γλωσσικές εξάρσεις, αφήγηση η οποία παρ' όλες τις διακυμάνσεις και τις αδυναμίες της, κρατά σταθερό το ενδιαφέρον ακόμα κι αν η ματιά του αναγνώστη παρασυρθεί από την παιγνιώδη διάθεσή του (του συγγραφέα).


 

Στον αντίποδα των ήσυχων τόνων, η ασυνήθιστη γραφή μιας συγγραφέως που δεν έχει ακουστεί όσο θα έπρεπε. Τα παιδικά/εφηβικά βιβλία της Αλεξάνδρας Κ* έχουν μία έντονα φιλοπερίεργη κι  αντισυμβατική ζωηράδα στον λόγο που είναι χαρακτηριστική των παιδιών και γι' αυτό θελκτική για τους αναγνώστες –μικρούς και μεγάλους–, ενώ το  "Πώς φιλιούνται οι αχινοί", το πρώτο ενήλικο μυθιστόρημά της, είναι αρκετά jazz – αεράτο ύφος και αντισυμβατική κι εύστροφη γραφή με μαύρο χιούμορ που δεν συνιστούν, σε καμμία περίπτωση, βερμπαλισμό. Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό το ότι οι σουρεαλιστικές περιγραφές της στο μυθιστόρημα, που εκ πρώτης αφήνει την εντύπωση ότι είναι κενό νοήματος, σου αφήνουν κάθε φορά ευδιάκριτες και συγκινητικά εύγλωττες  εικόνες ανθρώπινων χαρακτήρων, καταστάσεων, συναισθημάτων.  

Δεν ξέρω πως έχει μεταφερθεί αυτό το ιδιότυπο ύφος της στο θεατρικό "γάλα-αίμα" που συνέγραψε και ανέβηκε στην Μικρή Επίδαυρο στις 16 και 17 Ιουλίου. Όπως διαβάζω, όμως, είναι σε ένα αρκετά διαφορετικό επίπεδο – η συγγραφέας, που κλήθηκε να γράψει ένα πρωτότυπο έργο με βάση μία αρχαία τραγωδία, επέλεξε τα λόγια των πρωταγωνιστών της να απηχούν τον δεκαπεντασύλλαβο, μια φόρμα που είναι για κείνη τρομερά συγκινητική και την θεωρεί ταυτόσημη με τα σχήματα και τις εικόνες της Επιδαύρου. "Ταυτόχρονα όμως ήθελα να μην λέγεται καμία σύγχρονη λέξη που δεν θα λεγόταν τότε και καμία παλαιότερη που δεν θα ακουγόταν σήμερα. Έπαιξα με έναν πολύ απλό λεξιλόγιο και προσπάθησα να πλέξω τις λέξεις με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό το πλέξιμο να είναι το απροσδόκητο."  

 

 

Από την περιγραφή και μόνον διαφαίνεται κάτι πολύ ενδιαφέρον έως προκλητικό και καίριο όταν ακούγεται από το στόμα μιας Μήδειας την οποία η Αλεξάνδρα Κ* τοποθετεί στην μετεμφυλιακή Πελοπόννησο. Κι αυτή η ανατρεπτική γραφή της, και ο αντίστοιχος λόγος, μού υπενθυμίζουν πως και το θέατρο είναι, εκτός των άλλων, εύφορο πεδίο αντιπαράθεσης και αντικομφορμισμού. «Δεν μπορεί κανείς να κάνει θέατρο βασιζόμενος στον φόβο και τους συμβιβασμούς. Χωρίς διαφωνία, δεν υπάρχει τέχνη» λέει ο Σάιμον Στόουν, ο αυστραλός σκηνοθέτης της "Ανασκαφής". Το ίδιο ισχύει και για την λογοτεχνία

Ωστόσο, εκείνο που τα διαχωρίζει, –όπως και κάθε τι άλλωστε που θέλει να προσδιορίζεται ως ανατρεπτικό–,  από την κακότροπη αναρχία και την βαρετή, αν όχι επικίνδυνη, κενότητα είναι ο τρόπος που οι δημιουργοί επιλέγουν για να εκφράσουν την αντισυμβατικότητά τους, την διαφωνία ή την όποια άποψή τους. Οι πιο πάνω συγγραφείς το κάνουν  με ελάχιστα μέσα και ουσιαστικά αποτελέσματα – λόγος που εκγυμνάζει την σκέψη του αναγνώστη/θεατή, και συγχρόνως εκθέτει και υπονομεύει τα λανθάνοντα, τα αυτονόητα και τους βλαπτικούς κανόνες. 

Εntertainment reassuring.

 

 

 

 


 

 

 

Σημειώσεις: Το εικαστικό είναι μία υδατογραφία του "ζωγραφικού αφηγητή"  Ανδρέα Βουρλούμη, αντλημένο από το «Μπλοκ Εκστρατείας. Ζωγραφική περιήγηση στο Αλβανικό Μέτωπο» (Ίκαρος, 2ΟΟΟ). Η επόμενη εικόνα είναι στιγμιότυπο από την κινηματογραφική ταινία. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία, στη συνέχεια, είναι από το διήγημα "Μπανάνες" της πιο πάνω συλλογής ενώ η φωτογραφία στο τέλος είναι από το ανακαινισμένο Κολοσσαίο όπου το 2ΟΟΟ, μετά από σχεδόν 15ΟΟ χρόνια, άνοιξε τις πύλες του για το κοινό. Πολιτισμένο κοινό αυτή τη φορά που παρακολούθησε τον Οιδίποδα Τύραννο σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου μας – στο στιγμιότυπο βλέπεται τα σκηνικά και τον φωτισμό της συγκεκριμένης παράστασης. Στιγμιότυπα από τις πρόβες της παράστασης της Αλεξάνδρας Κ* μπορείτε να δείτε εδώ.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020










...και άκμονος






Την πρώτη φορά που είδα το θεατρικό έργο "Η Βαθιά Μπλε Θάλασσα"  του Terence Rattigan ήταν στην κινηματογραφική μεταφορά του το 2011 με εντυπωσιακές ερμηνείες. Η Rachel Weisz ως Έστερ Κόλλυερ, ο Tom Hiddleston στον ρόλο του νεαρού κι επιπόλαιου Φρέντυ Πέιτζ και ο Simon Russel Beale, ο σπουδαιότερος –σύμφωνα με κριτικές– ηθοποιός της γενιάς του, ως συντηρητικός δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου – όλοι τους αποδίδουν και τις πιο λεπτές αποχρώσεις και διαβαθμίσεις των πολύ έντονων συναισθημάτων των χαρακτήρων τους. Και παρ' όλη την μελαγχολία και τον οδυνηρό ρεαλισμό του θέματος, η ταινία διακρίνεται από μία εκλέπτυνση κι εκφραστικότητα που περίμενα να δω και στο αντίστοιχο θεατρικό που μεταδίδει αυτές τις ημέρες διαδικτυακά το National Theatre At Home. 

Οι προσδοκίες μου επαληθεύτηκαν, τηρουμένων των αναλογιών βεβαίως, καθώς το θέατρο και ο κινηματογράφος είναι δύο εντελώς διαφορετικά μέσα με διαφορετικούς κανόνες, συνθήκες και, κυρίως, ατμόσφαιρα. Ένα παράδειγμα: ενώ στην ταινία το έργο εκτυλίσσεται σε πολλά διαφορετικά και ιδιαιτέρως στυλιζαρισμένα μέρη που επιτρέπουν κι εμπνέουν ευελιξία στις ερμηνείες, το θεατρικό περιορίζεται στην μία και μόνο, συγκεκριμένων διαστάσεων, σκηνή. Η σκηνογραφία του συγκεκριμένου έργου, ωστόσο, περιλαμβάνει, εκτός από το μικρό διαμέρισμα όπου η Έστερ συζεί με τον Φρέντυ, και άλλους χώρους του κτηρίου ώστε να μεταδίδει, κατ' αρχάς, την αίσθηση μιας συνεχούς κίνησης. Και κατά δεύτερο λόγο, στον οποίο συμβάλλουν και τα λίγα –αλλά κομψά– κοστούμια, σου επιτρέπει να εστιάσεις στις ερμηνείες. 

Το έργο ξεκινά με την Έστερ αναίσθητη στο πάτωμα του διαμερίσματός της, στο Landbroke Grove του Δυτικού Λονδίνου. Από την οσμή γκαζιού, οι γείτονες που την βρίσκουν καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για απόπειρα αυτοκτονίας. Όχι μοιραία, όμως. Καθώς η Έστερ συνέρχεται, αρχίζει να αναδύεται  η τραγική ιστορία της: Βρισκόμαστε στην δεκαετία 1950 και η Έστερ έχει εγκαταλείψει τον ευυπόληπτο, κι ευκατάστατο, σύζυγό της και συζεί με έναν ημι-αλκοολικό πρώην πιλότο της RAF. Η σχέση της με τον Φρέντυ Πέιτζ είναι σωματική κι αυτό το πάθος, όπως είναι αναμενόμενο, εξαντλείται μετά από λίγο αφήνοντάς την συναισθηματικά εξαντλημένη κι απελπισμένη. Ο Φρέντυ δεν πολυενδιαφέρεται – συνεχίζει την άσωτη ζωή του. Όταν μαθαίνει, τυχαία, για την  απόπειρα της Έστερ θα επισπεύσει την απόφασή του να δεχθεί μία θέση πιλότου δοκιμών στην Νότιο Αμερική, αν και δεν έχει πλέον την ικανότητα για κάτι τέτοιο. Μέχρι το τέλος της μέρας, θα συμβούν αρκετά άλλα που θα φανερώσουν κι άλλες πτυχές της σχέσης του παράνομου ζευγαριού και θα απελπίσουν περισσότερο την  Έστερ που έχει ήδη συνειδητοποιήσει πλέον το πόσο δύσκολη είναι η κατάστασή της – μόνη, κοινωνικά απομονωμένη και δίχως επαγγελματική διέξοδο. Παρ' όλα αυτά,  και παρά την σκέψη για δεύτερη απόπειρα, η Έστερ αρνείται την ειλικρινή πρόσκληση του νόμιμου συζύγου της να επιστρέψει, και αποφασίσει να προχωρήσει τη ζωή της όπως μπορεί. 




Η μεγαλοαστική κοινωνία της Αγγλίας και τα συναισθήματα που καταπιέζονται σύμφωνα με τις επιταγές του βρετανικού etiquette είναι το μοτίβο των έργων του Ράττιγκαν που εδώ στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά το 2013-14 με την 'Εκδοχή του Μπράουνινγκ' στην σκηνή του "Εμπορικόν". Γεννημένος και μορφωμένος σε μεγαλοαστικό περιβάλλον, ο Ράττιγκαν αντλεί από τις δικές του εμπειρίες για να περιγράψει με μαεστρία ένα πορτραίτο ανάγκης, μοναξιάς και καταπιεσμένου πάθους – το "Βαθιά Μπλε Θάλασσα" γράφτηκε το 1952 και βασίζεται εν μέρει στην μυστική σχέση του Ράττιγκαν με ομόφυλό του και στα επακόλουθα  της λήξης της (μετά από δέκα χρόνια σχέσης, ο εραστής του αυτοκτόνησε εισπνέοντας υγραέριο).  Είναι από τα λιγότερο δημοφιλή έργα του Βρετανού συγγραφέα ο οποίος θεωρείται ένας από τους σύγχρονους κλασικούς δραματουργούς των '50ς στην Αγγλία ενώ κάποια στιγμή υπήρξε και ο πιο ακριβοπληρωμένος σεναριογράφος στον κόσμο. 

Το έργο γνώρισε επιτυχία στις μέρες του και κατόπιν πολλές διασκευές και θεατρικά ανεβάσματα. Η παράσταση που μεταδίδει διαδικτυακά το National Theatre At Home  είναι η πιο πρόσφατη – του 2016 στην ομώνυμη σκηνή του Λονδίνου κι έχει χαρακτηριστεί από τους κριτικούς ως μια εκρηκτική αναβίωση του έργου,  δλδ το ακριβώς αντίθετο από την γλυκύτητα και τους υποδόριους τόνους που εκπέμπει η ταινία. Προκλητική η διαφορά, αν μη τι άλλο.





Πράγματι, η Έστερ της Helen McCrory είναι πιο δυναμική στην έκφραση της αγωνίας της, πιο γήινη και ώριμη από το "αερικό"  της Ρέιτσελ Βάις. Πιο αυτοκαταστροφική, θα έλεγα. Η φορτισμένη ερμηνεία της μεταδίδει με διαύγεια την δίνη των συναισθημάτων Έστερ – την απόγνωση της για τον Φρέντυ που δεν ανταποκρίνεται στον έρωτά της, την τραγική επιμονή της να τον αποζητά, την γενναία –για κάποια με μικροαστικές καταβολές όπως αυτή– απόφασή της να αφήσει έναν πολύ βολικό γάμο· το συναισθηματικό κενό εκείνης της συμβατικής ένωσης και τον τρόπο που αυτό μεταβάλλεται σε ορμή και την ωθεί να φύγει ώστε να ανακαλύψει και να ορίσει η ίδια τον εαυτό της. Πόσο απτή η ασφυξία που της προκαλούν εντέλει και οι δύο άντρες!

Η παράσταση ανακαλεί ιδανικά τον μεταπολεμικό κόσμο του Ράττιγκαν, με την παλιομοδίτικη γλώσσα του και την επιπλέον σημασία που έδινε στους περιφερειακούς χαρακτήρες. Η αδιάκριτη σπιτονοικοκυρά και το νεαρό ζευγάρι που βρίσκουν την Έστερ αναίσθητη, όπως και ο ιδιότυπος γιατρός που δίνει τις πρώτες βοήθειες, ερμηνεύουν ρόλους κομβικούς – μέσα από τις αφηγήσεις τους εμφανίζονται οι δραματικές λεπτομέρειες της ζωής της Έστερ. Ο Peter Sullivan αποδίδει με σχετική τυπικότητα τον διαπρεπή δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σερ Ουίλλιαμ Κόλλυερ ενώ ο Tom Burke υποδύεται μεν καλώς τον τυχοδιωκτισμό της νεότητας του Φρέντυ Πέιτζ αλλά αυτό είναι κάτι δεν μπορεί να μεταδοθεί με πειστικό τρόπο μέσω τηλεοπτικής οθόνης.

Θα μπορούσα να λεπτολογήσω αρκετά ακόμη για την παράσταση και τις διαφορές της με την ταινία. Ουσιαστικά όμως, όπως συνειδητοποίησα γράφοντας την ανάρτηση, τα δύο θεάματα προβάλλουν τα δύο στάδια ενός ανθρώπου: στο πρώτο (την ταινία) κυριαρχεί η ευθραυστότητα της Έστερ, στο δεύτερο (το θεατρικό)  η Έστερ είναι ήδη "σπασμένη".  Και σε μια κατά τ' άλλα συμβατική παράσταση, ο τρόπος που η Έλεν ΜακΚρόρυ παρουσιάζει την βίαιη αυτή αίσθηση απώλειας κι επιθυμίας είναι κάτι ασυνήθιστο και ξεχωριστό. Κι ετούτο,  σε αντίθεση με κάθε τι avant-guard, είναι ό,τι πιο σύγχρονο μπορεί να δει κανείς σήμερα.









Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από την ελληνική μετάφραση του τίτλου του θεατρικού, δηλαδή "Μεταξύ σφύρας και άκμονος". Στη μεσαία φωτογραφία είναι ο συγγραφέας ενώ οι δύο άλλες φωτογραφίες είναι από την παράσταση κι έχουν αντληθεί από τον ιστότοπο του National Theatre. // Η παράσταση είναι η προτελευταία διαδικτυακή μετάδοση του National Theatre at Home που διεξάγεται κατ' εξαίρεση λόγω του lockdown στην Βρετανία. Μπορείτε να την παρακολουθήσετε  εδώ και η δωρεάν προβολή της διαρκεί μέχρι και σήμερα, Πέμπτη 16 Ιουλίου, στις 21.00μμ (ώρα Ελλάδος). Προλαβαίνετε!

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020










Counting

the holidays





Σημείο 0 · Η εκκίνηση των φετικών γιορτών έγινε με την "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" γιατί Χριστούγεννα χωρίς Ντίκενς δεν είναι ακριβώς Χριστούγεννα. Είδα την πιο πρόσφατη μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος – μία τρίωρη κινηματογραφική ταινία (στο ΗΒ προβλήθηκε ως τρία ωριαία τηλεοπτικά επεισόδια) η οποία αποδίδει με περισσό ρεαλισμό την βικτωριανή εποχή: γκόθικ ατμόσφαιρα που θυμίζει Σκοτεινό Ιππότη και Peaky Blinders, με θρησκευτικές αναφορές –το πνεύμα του Παρελθόντος πριν αρχίσει την ξενάγηση στην περασμένη ζωή του Σκρούτζ φορά ακάνθινο στεφάνι–, και στοιχεία σαιξπηρικού δράματος. Ακούγεται εντυπωσιακό, κι εν μέρει είναι. Όσο το ξανασκέφτομαι, όμως, βρίσκω πολλά στοιχεία που προκαλούν αμηχανία: το σενάριο είναι πλήρως συντονισμένο με την σημερινή επικαιρότητα  της πολιτικής ορθότητας, του φεμινισμού και της παιδικής σεξουαλικής παρενόχλησης/κακοποίησης - η σύζυγος του Μπομπ Κράτσιτ είναι έγχρωμη, ο μικρούλης Τιμ ΑμΕΑ (>νάνος) ενώ ο Σκρουτζ είχε τραυματικές εμπειρίες όσο ήταν εσώκλειστος στο σχολείο. Η παραγωγή έχει στιγμές νατουραλισμού χωρίς να υπάρχει λόγος, ενώ η προσπάθεια του Σκρουτζ να επανορθώσει την σκληρότητά του στον Μπομπ Κράτσιτ είναι τόσο βιαστική και άτσαλη που μοιάζει ασύνδετη κι εκτός πνεύματος. Ωστόσο, οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι αξιοπρόσεκτες, με τον Γκάι Πηρς  να ερμηνεύει ιδανικά τον Εμπενίζερ Σκρουτζ ως έναν απόλυτα στυγνό κερδοσκόπο – περισσότερο κοινωνιοπαθή όμως παρά ανέμπνευστο μισάνθρωπο όπως στο πρωτότυπο· γεμάτο παρ' όλα αυτά με κρυφά ψυχικά τραύματα.  Αν και το πραγματικό μήνυμα των Χριστουγέννων μοιάζει να του διαφεύγει, ετούτο το σκοτεινό παραμύθι φαντασίας μόνο για ενηλίκους σε βάζει στην διαδικασία να συγκρίνεις τις διαστάσεις του χρόνου και να προβληματιστείς, γενικώς. 


1 όπερα · Για την ακρίβεια όπερα-μπαλέτο του 18ου αι. που είναι συναφής, κατά κάποιον τρόπο, με το πνεύμα των Χριστουγέννων καθώς ασχολείται με το πως έβλεπαν οι Ευρωπαΐοι της εποχής τούς εξωτικούς Άλλους: Τούρκους, Ινδούς, Πέρσες. Το "Les Indes galantes" θεωρείται αριστούργημα της Αναγέννησης και με αυτό ο Ζαν-Φιλίπ Ραμώ εισήγαγε το νέο είδος (όπερα-μπαλέτο) που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένο τότε. Και τώρα, η πρόσφατη –μόλις πριν από τρεις μήνες– διασκευή του που ανέβηκε στην Όπερα του Παρισιού γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Δεν ήμουν δυστυχώς εκεί αλλά είδα online τον τρόπο με το οποίο ο σκηνοθέτης Clément Cogitore διανύει τον χρόνο επί σκηνής και μεταφέρει το έργο του Ραμώ στο σύγχρονο αστικό και πολιτικό περιβάλλον για να διερευνήσει τα όριά του. Εργαλεία του οι χορογραφίες vogue και Krump, η νέα επιβλητική εκτέλεση της μουσικής του Ραμώ και η δυναμικότητα που αυτή δίνει στο λιμπρέτο. Τα ευέλικτα σκηνικά και η εναλλαγή των εντυπωσιακών κοστουμιών συμβάλλουν κατά πολύ στην φαντασμαγορία της παράστασης. Από τις περιπτώσεις που μία εμπνευσμένη και δυναμική διασκευή είναι καλύτερη από το πρωτότυπο. Inoubliable.

2 μουσικές · Οι γιορτές των Χριστουγέννων θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι κατ' εξοχήν γιορτές με μουσική: παραδοσιακά κάλαντα, συναυλίες κατανυκτικής κλασικής μουσικής και ρυθμοί των κλασικών κρούνερς. Οι φετινές γιορτές, ωστόσο, χαρακτηρίστηκαν από δύο, κυρίως, ακούσματα: το Nouveaux Horizons της Melissa NKonda ως μουσική επένδυση των ευχών μου στην προηγούμενη ανάρτηση. Και το soundtrack της ταινίας Judy με την φωνή της Ρενέ Ζέλβεγκερ – δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με Χριστούγεννα, συνδυάζει ωστόσο τις δύο διαθέσεις μου: αλεγκρία και μία ιδέα μελαγχολίας. 


3 ταινίες · Εκτός από τις "παραδοσιακές" ταινίες των Χριστουγέννων που σε βάζουν στο αισιόδοξο κλίμα των γιορτών και της ενσυναίσθησης, οι ταινίες που αιχμαλώτισαν το βλέμμα μου φέτος ήταν ιδιαίτερα στοχαστικές. Όπως η Μια νύχτα με τη Μωντ του Éric Rohmer. Την βρήκα τυχαία και την είδα χωρίς δεύτερη σκέψη – αφενός η πλοκή εξελίσσεται την Παραμονή των Χριστουγέννων, αφετέρου την θεωρώ μια θαυμάσια μελέτη χαρακτήρων καθώς οι τέσσερις πρωταγωνιστές της συζητούν για την ηθική, τον έρωτα και την ανθρώπινη ύπαρξη, ενώ θέτουν διαρκώς ερωτήματα που, την ίδια στιγμή, καλούνται να απαντήσουν με την στάση τους. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως ήθελα να την ξαναδώ για τον ίδιο λόγο που την είδα την πρώτη φορά – έφηβη, χωρίς να γνωρίζω την γλώσσα και δίχως να μπορώ να καταλάβω την ουσία των διαλόγων, με γοήτευαν η ανεξαρτησία των πρωταγωνιστών και όλα εκείνα που δεν έλεγαν αλλά άφηναν να εννοηθούν (αυτό το τελευταίο, για να είμαι ακριβής, με απέλπιζε λίγο). Αρκετές δεκαετίες μετά, αν και τα γαλλικά μου έχουν βελτιωθεί, εξακολουθώ να μην κατανοώ ορισμένα σημεία (υπάρχουν αναφορές σε μαθηματικά και στην σκέψη του Πασκάλ) και η ήρεμη διεκδίκηση της Μωντ με μαγνητίζει το ίδιο.  

· Το Πορτραίτο μιας Κυρίας Που Φλέγεται της Céline Sciamma – υποψήφια για το φετινό BAFTA Καλύτερης Μη Αγγλόφωνης Ταινίας. Θα έπρεπε, ωστόσο, να είναι υποψήφια και στην κατηγορία της Φωτογραφίας – κάθε της καρέ είναι ένας ζωγραφικός πίνακας που σου φέρνει στο νου Caspar David Friedrich, Corot, John Constable. Σκηνικό απόλυτα συνυφασμένο με την πλοκή καθώς μία από τις πρωταγωνίστριες, η Μαριάν, είναι ζωγράφος που καλείται να κάνει το πορτραίτο μιας νεαρής ευγενούς, χωρίς ωστόσο η δεύτερη αρχικά να το γνωρίζει. Η σχέση που εντέλει θα αναπτύξουν οι δυο τους θα προκύψει από μια αμφισημία, κατόπιν θα γίνει έντονη και καθώς θα εξελίσσεται θα δίνει και το αντίστοιχο ύφος και απόχρωση στο πορτραίτο της Ελοΐζ - ανεπαίσθητη αναφορά, ίσως, στον Francis Bacon. Εκτός από την άρτια εικαστική ομορφιά της, η ταινία δίνει μια σαφή  και ψύχραιμη όψη της ζωής που βίωναν οι γυναίκες στο τέλος του 18ου αι. Κοινωνικός ρεαλισμός εποχής σε κλασικό ύφος, αφαιρετικό, και με αργούς ρυθμούς ωστόσο συναρπαστική. 

· I lost my body. Ένα animation που μιλά για τους νέους, απηχεί ωστόσο στους ενήλικες – διακρίθηκε στο φεστιβάλ των Καννών όπου απέσπασε το μεγάλο βραβείο της Εβδομάδας των Κριτικών. Ανεξάρτητη παραγωγή, σχεδιασμένη στο χέρι, η ταινία ετούτη με εντυπωσίασε και για τους χαμηλούς τόνους της και τον τρόπο που ο σκηνοθέτης  Jérémy Clapin αφηγείται οπτικά το ταξίδι ενός κομμένου χεριού (αντίστοιχο με το Αυτό της Οικογένειας Άνταμς) για να μιλήσει για το τυχαίο που μπορεί να ανατρέψει τα πάντα σε μια στιγμή, τις υλικές ελλείψεις και τα ψυχικά κενά, τα τραύματα που κουβαλάμε, την μειονεξία, τις σχέσεις -κι όχι το χάσμα- των γενεών και το θάρρος που βρίσκουμε για να αντιμετωπίσουμε τη ζωή. Η επεισοδιακή περιπλάνηση του Χεριού και η ιστορία του νεαρού Ναουφέλ είναι μεστή νοημάτων και συναισθήματος ενώ η σύνθεση των επιμέρους στοιχείων της πλοκής και η εξέλιξή της δίνουν την αίσθηση μιας καλογραμμένης νουβέλας. Δεν είναι τυχαίο - η παράξενη όσο και πρωτότυπη ετούτη ιστορία βασίζεται στο βιβλίο "Happy Hand" του Guillaume Laurant. Λίγο στενόχωρη, ωστόσο λυρική κι αυθεντική.  


? βιβλία · Σ' αυτές τις γιορτές διάβασα λιγότερο απ' ότι συνήθως – ίσως λόγω μιας γενικότερης διάθεσης, ίσως γιατί ορισμένα βιβλία που θέλησα να διαβάσω είχαν συντακτικές και μεταφραστικές αμέλειες που με εμπόδιζαν στην ανάγνωση και τελικά τα άφησα. Ένα άλλο, με διακρίσεις και θερμές συστάσεις, θυμίζει διπλωματική εργασία με την τόσο λεπτομερή παράθεση στοιχείων και  σημειώσεων. Αυτό, όμως, συνεχίζω να το διαβάζω  μέχρι να φτάσω στο προσωπικό όριο της περίπου εκατοστής σελίδας και να διαπιστώσω εάν αυτή η έκθεση πνευματικής βιρτουοζιτέ και τεχνικής αρτιότητας δεν είναι just beating around the bush αλλά έχει λόγο ύπαρξης κι εξυπηρετεί μία ευανάγνωστη ιστορία. 

Την σειρά του αναμένει ένα δοκίμιο της καναδής Άνν Κάρσον – μία από τις πιο δυναμικές προτάσεις της μεταμοντέρνας ποίησης. Την γνώρισα σχετικά πρόσφατα και βρήκα τα κείμενά της συναρπαστικά. Το Έρως ο γλυκόπικρος (μτφρ. Ανδρονίκης Μελετλίδου – Δώμα, 2019) είναι το πρώτο βιβλίο της και διερευνά το παράδοξο του έρωτα και το διάνυσμά του στην κλασική ποίηση. Χμ... μάλλον διαλειμματική θα είναι η αναμονή.

Αν μη τι άλλο, το τέλος της προηγούμενης χρονιάς και η αρχή της νέας ήταν θεαματικά, με περιπέτειες και υποσχέσεις. Και αρκετές χριστουγεννιάτικες λίστες με προτάσεις βιβλίων. Σ' αυτές, και όχι μόνο, θα ανατρέχω για τις επόμενες αναγνώσεις – το πνεύμα των γιορτών θα διατηρηθεί για πολύ ακόμη. 












Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία θα μπορούσε να είναι μεγέθυνση μίας λεπτομέρειας από την εγκατάσταση φωτός "Submergence"  της ομάδας Squidsoup αλλά είναι μόνο μία ανώνυμη εικόνα που αντλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο. Στην δεύτερη φωτογραφία είναι η Françoise Fabian σε σκηνή από την ταινία του Ερίκ Ρομέρ ενώ στην τρίτη, βλέπετε μία σκηνή από την παράσταση του Ραμώ. H παιδική φατσούλα, στην τελευταία φωτογραφία, ανήκει σε ένα ήρωα της ισπανικής ταινίας κινουμένων σχεδίων "Klaus", ένα από τα feel-good animation που, επίσης, είδα την περίοδο των Χριστουγέννων.