Η Προδοσία των Εικόνων
Ένα από τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής κουλτούρας που δεν συζητείται είναι η ψευδαίσθηση που δίνει στους χρήστες της τεχνολογίας ότι έχουν τον απόλυτο έλεγχο της ζωής τους κι ότι αυτό που θα θελήσουν, εντός κι εκτός η/υ, εκτελείται κι ολοκληρώνεται άμεσα κι επιτυχώς. Είναι όμως μία από τις καταστάσεις που αποδίδει εύγλωττα ο Vincenzo Latronico στο "Η τελειότητα" (σε στιλπνή, άψογη μετάφραση της Δήμητρας Δότση – Loggia, 2025). Πρωταγωνιστούν ο Τομ και η Άννα, ψηφιακοί νομάδες που μετακομίζουν στο Βερολίνο με σκοπό να ενσωματωθούν στην γερμανική κοινωνία και να πραγματώσουν το όνειρό τους – να επανεφεύρουν τον εαυτό τους, μακριά και πλήρως ανεξάρτητοι από τις επιρροές της οικογένειας.
Το βιβλίο γεννήθηκε ως φόρος τιμής στα "Πράγματα: Μια ιστορία της δεκαετίας του 1960" – το πρωτόλειο μυθιστόρημα του George Perec που κέρδισε το βραβείο Renaudot, και την γενικότερη κριτική, για τον τρόπο που αναδεικνύει την επιδίωξη ενός ζευγαριού για ευζωία και ατομική ταυτότητα μέσω της πολυτέλειας και της επιτήδευσης. Ενώ, ωστόσο, ο Περέκ υπογραμμίζει τον τρόπο που οι πρωταγωνιστές του ετεροπροσδιορίζονται από τα αντικείμενα, ο Λατρόνικο εστιάζει διπλά: και στο υλικό/άυλο των αντικειμένων και στο κυνήγι των πρωταγωνιστών του για εμπειρίες: δραστηριότητες, συνθήκες και αντιδράσεις που, ωστόσο, χαρακτηρίζονται από αυτοματισμό και οπτική, απόλυτα επιμελημένη, ομορφιά. Μία τελειότητα η οποία, εκτός από κίβδηλη, αποδεικνύεται κι αδρανοποιός για τη ζωή τους – "...ζωή τόσο περιορισμένη και επαναλαμβανόμενη, με το πέρασμα του χρόνου τους είχε στερήσει κάθε πρωτοβουλία, κάθε ίχνος περιέργειας."
Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια με αντίστοιχους αφηγηματικούς χρόνους: Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος, Μέλλοντας. Και στα τέσσερα, παρακολουθούμε το ζευγάρι να διάγει την ζωή του πανομοιότυπα και μηχανιστικά: εργάζονται, τρώνε, διασκεδάζουν, κάνουν έρωτα, πακετάρουν-ξεπακετάρουν-αποθηκεύουν, μετακομίζουν. Σε όλους τους χρόνους, oι σκέψεις τους παραμένουν επίπεδες όπως ακριβώς οι ψηφιακές οθόνες· οι προθέσεις και οι επιδιώξεις τους εκτείνονται μέχρι την επόμενη μετακόμιση, οι αναμνήσεις τους το ίδιο βραχείες. Τα συναισθήματά τους, επιδερμικά. Καμμία δημιουργική απασχόληση εκτός του ότι "...αφιέρωναν ώρες και ώρες δαμάζοντας την πραγματικότητα ώσπου να ευθυγραμμιστεί με την εικόνα της." Ελάχιστη, αντανακλαστική κυρίως, η φροντίδα εαυτών και πραγμάτων. Ούτε τα φυτά τους δεν ποτίζουν.
Το κείμενο δεν διεκδικεί δάφνες λογοτεχνικότητας. Το πολύ αντίθετο, θα έλεγα. Παρ' όλα αυτά, αποδίδει με ρεαλισμό και ακρίβεια την συνύφανση του στεγνού ψυχισμού των δύο πρωταγωνιστών με τις παθογένειες της εποχής: παγκοσμιοποίηση –σε δύο εκδοχές: την μετα-καταναλωτική και την ευδαιμονιστική–, gentrification, airbnb, αισθητικοποίηση και ομοιομορφία, αυτοαναφορικότητα, έλλειψη ταυτότητας και αξιών. Κι επιπλέον, έχει δύο λεπτομέρειες πολύ ενδιαφέρουσες, αν και αρνητικές: η πρώτη είναι η μη ύπαρξη βιβλίων ή εφημερίδων στην ζωή των πρωταγωνιστών. Οι δύο νέοι ξεφυλλίζουν μόνον κάποια περιοδικά τα οποία όμως έχουν τις ίδιες στυλιζαρισμένες εικόνες με αυτές που βλέπουν στο Instagram και παράγουν οι ίδιοι στην δουλειά τους. Στοιχείο, βέβαια, που αιτιολογεί την ημιμάθεια και την καταφανή έλλειψη συνειδητότητας και των δύο.
Η δεύτερη, η γλώσσα. Σε πραγματολογικό επίπεδο: οι αγγλικές λέξεις της ψηφιακής κουλτούρας που έχουν ενσωματωθεί στην αφήγηση, κι αφεθεί επιμελώς αμετάφραστες, είναι πάρα πολλές για ένα μη τεχνικό, μη επιστημονικού περιεχομένου κείμενο. Ωστόσο, επισημαίνουν κάτι στο αφηγηματικό επίπεδο· κάτι που επαυξάνουν οι δύο πρωταγωνιστές με το ότι, παρόλο που επιδιώκουν να γίνουν μέρος της γερμανικής κοινωνίας, δεν καταβάλουν καμμία απολύτως προσπάθεια να μάθουν γερμανικά και να συνομιλήσουν, να συγχρωτιστούν με ντόπιους. Ούτε καν τα αγγλικά που χρησιμοποιούν ως γλώσσα επικοινωνίας “...δεν ήταν τέλεια,…” Η παντελής έλλειψη διαλόγου μεταξύ του ζευγαριού είναι εκείνο που ενοχλεί περισσότερο. Δεν υπάρχουν μια-δυο λέξεις της καθημερινότητας που θα δημιουργούσαν συναισθηματική ασφάλεια, σταθερότητα, συντροφικότητα. Ούτε καν μία αντιπαράθεση, ένας διαπληκτισμός, κάτι έντονο τέλος πάντων που θα τάραζε τον υπνωτικό μιμιτισμό τους και θα τους έβαζε στην διαδικασία να καταλάβουν την ζωή τους και να δηλώσουν παρόν στην ζωή του/της συντρόφου τους.
Λογοτεχνία είναι η καταγγελία της εποχής στην οποία ζει κανείς, λέει ο Camilo José Cela και ο σαραντάχρονος Λατρόνικο κάνει ακριβώς αυτό με τρόπο νηφάλιο και συνοπτικό, σαν ρεπορτάζ. Άθελά του όμως, και υπόρρητα ανατρεπτικό έως τρομακτικό: η ομοιομορφία –στην εμφάνιση, την συμπεριφορά έως την αρχιτεκτονική και το design εσωτερικών χώρων–, και η αίσθηση ανελευθερίας που καταγράφει μού έφεραν στο νου την ολιγοσέλιδη “Νέα Ουτοπία” του Jerome K. Jerome. Δεν είναι υπερβολή, τηρουμένων κάποιων αναλογιών, αν σκεφτούμε πως η τεχνολογία (ιδίως η ΤΝ και τα κοινωνικά δίκτυα) εξαπλώνεται με όρους αυταρχικού καθεστώτος. Ξεχνάμε, επίσης, πως κάθε γενιά έχει την δική της περίοδο πειραματισμού πριν την ουσιαστική ενηλικίωση – το να δοκιμάζεις νέες εμπειρίες και να δοκιμάζεσαι, ή απλώς να παρασύρεσαι από την μαζικότητα ενός τυποποιημένου κοινωνικού μοντέλου ευζωίας είναι μέρος της διαδικασίας της ανθρώπινης ωρίμανσης και δεν έχει στενά γενεολογικά ή ηλικιακά όρια. Ο Joakim Pirinen, πχ, την τοποθετεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στο πλαίσιο μιας Καλής Οικογένειας (το πρωτότυπο για την εποχή του θεατρικό έργο που ανέβηκε και στην Ελλάδα την περίοδο 2008-09 από το Εθνικό) η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η μετεξέλιξη της Άννας και του Τομ – μακάρια ευτυχισμένο ζευγάρι, χαμογελαστό, ό,τι κι αν συμβεί, η Εύα και ο Λάσσε έχουν μία υπέροχη δουλειά, δύο αξιολάτρευτα παιδιά και κατοικούν σε πολυτελή κατοικία με άψογα φροντισμένο κήπο, όπως στις διαφημίσεις ή τα παιδικά βιβλία της δεκαετίας του 1960.
Εκείνο που διαφοροποιεί την Άννα και τον Τομ από τους πρωταγωνιστές των Περέκ και Πίρινερ είναι η εκτεταμένη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και η εφελκυστική δύναμη της εικόνας. Όχι, όμως, το ότι κάνουν σχεδόν τα πάντα μέσω διαδικτύου και ψηφιακών εφαρμογών – η χρήσιμη αυτοματοποίηση είναι και αναγκαία. Είναι η αδυναμία τους να θέσουν ένα όριο στις ατέλειωτες δυνατότητες και ερμηνείες της πραγματικότητας που εμφανίζει η οθόνη. Η διάψευση των πεποιθήσεών τους με το κλείσιμο της οθόνης και η αποστασιοποίησή τους από την απτή πραγματικότητα όταν δεν συνάδει με την τελειότητα που αναπαράγουν. Η απομόνωση στην οποία οδηγούνται και η ανελευθερία όταν δεν μπορούν να αντιδράσουν σε αυτό το χάος που είναι το εκτός υπολογιστή βίωμα· πόσο μάλλον να διακρίνουν την αληθινή ομορφιά που προσδίδουν στην καθημερινότητα τα λάθη και οι ατέλειες. Γι’ αυτό άλλωστε δεν μπορούν να εκτιμήσουν την τέχνη, ή να της προσδώσουν συναισθηματική αξία, αν κι επισκέφτονται ανελλιπώς εκθέσεις εικαστικών. Κάπως έτσι αρχίζει να μεταβάλλεται η ανθρωπινή υπόσταση του ατόμου, κι όχι μόνον στις σελίδες ενός βιβλίου: Πόσες φορές δεν απαντήσατε, αν απαντήσατε, με τον αυτοματισμό ενός like; Πόσες φορές μία σκέψη διακλαδώθηκε αυτόματα με τον τρόπο που ανοίγουμε συνδέσμους; Πόσες φορές βάλατε κάτι σε αναμονή χωρίς τελικά να το απαντήσετε, όπως κάνουμε με τις καρτέλες στον Firefox; Ή, σβήσατε μία υποχρέωση με την ευκολία ενός κλικ; Πόσες δεν κινήθηκε το χέρι ασυναίσθητα για να ζουμάρει την οθόνη της τηλεόρασης; Πόσες φορές, πάλι, νιώσατε αποτυχημένοι προσπαθώντας να εκτελέσετε την τέλεια συνταγή του TikTοk;
Ο αυστριακός ψυχολόγος Alfred Adler ορίζει το lifestyle ως ένα σχήμα ζωής, όχι έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής όπως έχει επικρατήσει να σημαίνει σήμερα. Ένα σχήμα ζωής που περιλαμβάνει όχι μόνον τον τρόπο που ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους, αλλά και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό του σε όλο το βάθος του βιωμένου χρόνου του. Αυτό συνεπάγεται πως η εμπειρία και το νόημα είναι ενεργές κατασκευές και υπόκεινται σε μια ακονισμένη αντίληψη. Ή, καλύτερα, ακονιζόμενη καθώς η αντίληψη είναι μία συνεχής επαγωγική διαδικασία κι όχι η παθητική αποδοχή κάποιας σταθερής αλήθειας, ή η στείρα αναπαραγωγή ενός μοντέλου.
"Λυπάμαι, αυτό το βιβλίο είναι ανέκδοτο. Δεν έχει διαλόγους. Δεν έχει πλοκή. Είναι αντίγραφο άλλου βιβλίου," έγραψε ο ιταλός συγγραφέας στον εκδότη του για αυτό που αποδεικνύεται ένα θαυμάσιο εθνογράφημα της genZ. Ένα, εντέλει, απαιτητικό κείμενο που μεταβολίζει την ανία της συγκεκριμένης ανάγνωσης και το μάταιο της σύγχρονης ζωής σε ένα ερώτημα: ποιά πραγματικότητα επιλέγουμε να οικοδομήσουμε; Κι ένα ζητούμενο: τη δυνατότητα να ενοικήσουμε ουσιαστικά τον εαυτό μας, χωρίς υποκατάστατα, επιβολές κι αυταπάτες, και να ενδυθούμε μια αληθινή αυτονομία· μια ελευθερία με νόημα, joie de vivre κι αυθεντικότητα – η τελειότητα όπως θα έπρεπε να είναι.
* Το κείμενο, με διαφορετική εικονογράφηση, πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 179 – Σεπτεμβρίου 2026 του περιοδικού The Books' Journal
Σημείωση: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια επίτοιχου έργου της Βένιας Μπεχράκη. Στη φωτογραφία της Catherine Chabrol είναι ο εκφραστικός μίμος Marcel Marceau. Ακολουθεί το Future eye seeing now (2020) του Olafur Eliasson. Τέλος, το δημοφιλές έργο του René Magritte που επιγράφεται "Cesi n'est pas une pipe", ρήση που υπονοεί πως αυτό που βλέπουμε είναι μόνον η απεικόνιση του αντικειμένου. Ο πραγματικός τίτλος του πίνακα είναι La Trahison des Images / The Treachery of Images, απ' όπου και ο τίτλος του άρθρου.


.jpg)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου