Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019








Αναπάντεχες

Συναντήσεις




Την πρώτη φορά που τον συνάντησα ήταν στο βιβλίο Ιστορίας της Β' Γυμνασίου - το όνομά του ελληνικό αλλά τόσο ασυνήθιστο, γι'αυτό εύκολο να το συγκρατήσω. Αργότερα, τον ξανασυνάντησα σε έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης - αυστηρή μορφή, μονοχρωματική, ελαφρώς θλιμμένη κι επιβλητική, πόλος μεγάλης έλξης των επισκεπτών. Σε τι οφείλετο, όμως, αυτή η δημοτικότητα του Μιχαήλ Μάρουλλου Ταρχανιώτη; Ποιά η σχέση του λατίνου ποιητή με το ελληνικό όνομα με την Ιταλική Αναγέννηση; 

Τις απορίες μου αυτές απαντά ένα βιβλίο που κυκλοφορεί δεκαέξι χρόνια μετά – στο "Αλλόκοτος Ελληνισμός" (Κίχλη, 2016) ο Νικήτας Σινιόσογλου αναφέρεται με τον πιο εμπεριστατωμένο τρόπο στο έργο και την ζωή του Μιχαήλ Μάρουλλου. Πιθανώς γεννημένος στο τότε Δεσποτάτο του Μωριά, ο Μάρουλλος μετοίκησε σε μικρή ηλικία με την οικογένειά του στην Ιταλία. Εκεί σπούδασε δίπλα σε σπουδαίους δασκάλους του Ουμανισμού ενώ ως επαγγελματίας stratioti, μισθοφόρος, πολέμησε στην Κριμαία. Παράλληλα, ωστόσο, ο Μάρουλλος ασχολήθηκε με την ποίηση. Θέματά του η ανεστιότητα, η νοσταλγία, ο έρωτας – εκείνα που αφιερώνει στην μυστηριώδη "Νέαιρα" θα αποτελέσουν αργότερα έμπνευση γνωστών γάλλων ποιητών.  Μέσω της ποίησης ο Μάρουλλος συναναστράφηκε με μεγάλα ονόματα της Ιταλικής αναγέννησης κι έγινε σημαντικό μέλος της. Δέχθηκε, ωστόσο, πυρά για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του που, ακόμα και με την μορφή της ποίησης, απείχαν πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν χριστιανικές. Το έργο του είναι σημαντικό, ακόμη και στις μέρες μας, τόσο για την καινούργια γλώσσα που δημιούργησε -τα νεολατινικά-, όσο και την επιμονή του να υποστηρίζει, από την επαύριο της Άλωσης, την συγκρότηση μιας πατρίδας ελεύθερης από τους Οθωμανούς, ένα -με τους σημερινούς όρους- νεοελληνικό κράτος με διακριτή κι αυτόνομη ταυτότητα, πράγμα παράξενο για κάποιον μακριά από τον  γενέθλιο τόπο και δίχως τη μητρική του γλώσσα. Παράξενο φαινομενικά γιατί ουσιαστικά "Ποτέ δεν ήταν δικός μας, πάντα έφερε την ταυτότητα του Έλληνα…"  όπως φέρεται να είπε ιταλός αξιωματούχος της εποχής. 




Το θέμα του βιβλίου ωστόσο δεν είναι μόνον ο Μάρουλλος. Είναι  εκείνοι  που βίωσαν ακραίες μορφές σκέψης, τις δικές τους ιδέες που στην εποχή τους θεωρήθηκαν αιρετικές, προκάλεσαν αντιδράσεις και την μήνιν της Εκκλησίας γι' αυτό δέχθηκαν τα πυρά της και εξοστρακίστηκαν.  Έτσι, ο συγγραφέας συμπεριλαμβάνει στο βιβλίο του άλλους  έξι Έλληνες λογίους, έξι έκκεντρες προσωπικότητες της νεοελληνικής πνευματικής ιστορίας και της ιστορίας της ελληνικής εκπαίδευσης, τους οποίους γνώρισε σχεδόν τυχαία, στο περιθώριο έρευνάς του σε άλλο αντικείμενο. Είναι οι:
  • Κυριακός ΑγκωνίτηςΙταλός έμπορος και ουμανιστής, ταξιδεύει ακατάπαυστα στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία λίγο πριν την κατάρρευση του Βυζαντίου. Θεωρείται ο πρόδρομος τόσο του περιηγητισμού όσο και της σύγχρονης επιστήμης της αρχαιολογίας - στις περιηγήσεις του πραγματοποιεί τοπογραφικές παρατηρήσεις, σχεδιάζει κατόψεις και συγκρίνει πηγές και χειρόγραφα. Πίστευε στην ενότητα καθολικών και ορθοδόξων χριστιανών.
  • ΠλήθωνΈνθερμος υπερασπιστής της φυσικής και πολιτισμικής συνέχειας του Ελληνισμού, βαθύς γνώστης του πλατωνισμού, συνέθεσε πολλούς ύμνους προς τους αρχαιοελληνικούς θεούς.  
  • Χριστόδουλος Παμπλέκηςτο έργο του περιείχε επιχειρήματα της νεότερης μεταφυσικής για την ύπαρξη του Θεού και ασκούσε κριτική στη θρησκεία. 
  • Θεόφιλος ΚαΐρηςΚορυφαίος Νεοέλληνας διαφωτιστής, φιλόσοφος, διδάσκαλος του Γένους και πολιτικός. Θεωρήθηκε αιρετικός κι επικίνδυνος για τους θρησκευτικούς πειραματισμούς του.
  • Παναγιώτης Σοφιανόπουλος ιατρός, Φιλικός, αγωνιστής του 1821, εκδότης, πολιτικός και υποστηρικτής προοδευτικών για την εποχή του ιδεών – στρεφόταν κατά των ισχυρών της γης κατηγορώντας τους ότι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν για τον λαό. Υποστήριζε, επίσης, πως η κοινωνία έπρεπε να διαμορφωθεί ως μια συντροφική κοινωνία. 
  • Κωνσταντίνος Συμωνίδηςπαλαιογράφος, έμπορος εικόνων, πολυμαθής, γνώστης των χειρογράφων και εκπληκτικός καλλιγράφος. Ήταν διάσημος παραχαράκτης, ο πιο εύστροφος του 19ου αι. Αμφισβήτησε πολλές από τις επίσημες επιστημονικές παραδοχές των φιλολόγων της εποχής του και  είχε την δική του, συνήθως αμφιλεγόμενη, άποψη. 



Το βιβλίο είναι ένας πρότυπος συνδυασμός ιστορικής έρευνας, δοκιμίου και φιλοσοφικής μελέτης καθώς διατηρεί μεν το ακαδημαϊκό ύφος με την σαφή καταγραφή των στοιχείων και την συνήθη οργάνωση κι ευδιάκριτη δομή, παραθέσεις και παραπομπές αλλά η σκέψη του συγγραφέα εκτείνεται σε πολλές διαστάσεις, χρόνου και ιδεών – ο Σινιόσογλου διαβάζει τους Αλλόκοτους Επτά  μέσα από σύγχρονους στοχαστές και φιλοσόφους (Μπένγιαμιν, Ρουσσώ, Σπινόζα, Βίτγκεστάιν), ακόμη και λογοτέχνες (Μπόρχες, νομίζω και Βερν).  Το πιο αξιοπρόσεκτο και αξιοθαύμαστο στοιχείο του βιβλίου, ωστόσο, είναι ο τρόπος που ξεδιπλώνει την σκέψη του ο Σινιόσογλου – δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, δεν λειαίνει τις ακμές αλλά αναδεικνύει την διανοητική διαδρομή και τον αντικομφορμιστικό χαρακτήρα της σκέψης και του βίου αυτών των επτά μοναχικών, επίμονα λοξών ιδεαλιστών που αναζητούσαν επειγόντως μία νέα ελληνική ταυτότητα.  

Εξίσου σημαντικό είναι το ότι μέσα από αυτό το βιβλίο ο Σινιόσογλου δείχνει τα όρια των καθεστωτικών ιδεών και τα αίτια της αποτυχίας τους ενώ παράλληλα εντοπίζει τα ιχνοστοιχεία εκείνου που ορίζουμε σήμερα ως νεοελληνική ταυτότητα. Βοηθά, επίσης, να αναδειχθούν δίπολα (περιθώριο-κέντρο, παρελθόν-παρόν, άτομο-κοινωνία, θεωρία-εμπειρία/εφαρμογή ιδεών) που φωτίζουν τις έντονες πολιτιστικές ζυμώσεις σε μια εποχή που θεωρείται ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός ενώ οι εύστοχες συνδέσεις που επιχειρεί διαστέλλουν τον χωροχρόνο της συγκεκριμένης περιόδου και την επίδρασή της – το έργο του Πλήθωνα άσκησε επιρροή, τόσο για τις αντιθρησκευτικές πεποιθήσεις του όσο και για την ομορφιά των τόπων που έζησε, στους: Παλαμά, Παπαδιαμάντη, Ρίτσο, Καζαντζάκη, Σικελιανό· ο Θεόφιλος Καΐρης  συνδέθηκε στενά με το Αδαμάντιο Κοραή στο Παρίσι· ο Σοφιανόπουλος θεωρείται ο πρώτος Έλληνας φεμινιστής. Διαβάζοντας όλα αυτά δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ τις αντίστοιχες ζυμώσεις των εκπροσώπων της γενιάς του '30 – ελάχιστα ακραίες, σε διαφορετικά πεδία και με καταφανώς πιο ήπιες αντιδράσεις ωστόσο με το ίδιο αίτημα - μία αυθεντική ελληνική ταυτότητα.  





Τιμήθηκε με το Βραβείο Δοκιμίου του  η-περιοδικού Αναγνώστης (2017) και  στο πρότυπο ύφος ετούτου του "Δοκιμίου για την οριακή εμπειρία των ιδεών", όπως είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, προστίθεται και η εναργής λογοτεχνικότητα του συγγραφέα – λεξιπλάστης και λεπτολόγος, ο Σινιόσογλου μεταδίδει στον αναγνώστη την θέρμη – όχι, αυτό είναι πάθος – και την πολυπλοκότητα της δικής του σκέψης με μία γλώσσα πλούσια και δυναμική,  δημιουργική, τολμηρή και καθαρά προσωπική η οποία όχι μόνο εκπλήσσει αλλά και μαγνητίζει: το βιβλίο δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα, ωστόσο, συνεχίζεις να διαβάζεις σαν να πρόκειται για μυθιστόρημα. Κι όσο διαβάζεις, τόσο κατανοείς το πόσο "κάθε σύστημα ωφελείται αναγνωρίζοντας την ανάγκη της παρέκκλισης, ενώ συνάμα τρέμει την υπερβολή της." Και στα ενδιάμεσα διαλείμματα συνειδητοποιείς, με έκπληξη, πως ό,τι αντιστέκεται, ό,τι δηλαδή είναι αλλόκοτο στους πολλούς –αν και ακραίο, παράδοξο, ουτοπικό– δεν είναι τελικά και τόσο ανοίκειο. Μόνον εξαιρετικά σημαίνον, συγκρουσιακό και βραχύβιο. 














Σημειώσεις: Το βιβλίο βρίσκεται ήδη στην τέταρτη έκδοσή του. // Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου – μία ξυλογραφία του ολλανδού γραφίστα M.C. Escher με τίτλο "Ένας Άλλος Κόσμος" (1947). Το "Πορτραίτο του Μιχαήλ Μάρουλλου" λέγεται πως είναι το τελευταίο πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Sandro Botticelli σε αντίθεση με προγενέστερα έργα του που ζωγραφίστηκαν από βοηθούς του στο εργαστήριό του. Στη συνέχεια, μία φωτογραφία του λεγόμενου Πάπυρου του Αρτεμιδώρου – σύμφωνα με κάποιους μελετητές το χειρόγραφο είναι πλαστογράφημα του Σιμωνίδη. Αντλήθηκε από το ΒΗΜΑgazino της 28.07.19. Τέλος, το "Rotorelief No 3" του  Marcel Duchamp είναι από την ομότιτλη σειρά έργων του.

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019








Δεκαοκτώ μύθοι

σ'ένα παραμύθι





Πινιάτα είναι ιταλική λέξη και σημαίνει εύθραυστο δοχείο. Είναι επίσης ένα μεγάλο χάρτινο παιχνίδι – συνήθως μοιάζει με ένα μεγάλο μπαλόνι με επτά κώνους που εξέχουν και κορδέλες. Μπορεί όμως να έχει όποιο άλλο σχήμα θέλει κανείς, είναι όμως πάντα γεμισμένο με διάφορα γλυκίσματα που συμβολίζουν τους πειρασμούς της ζωής. Την πινιάτα την δένουν με σχοινί κάπου ψηλά και τα παιδιά, ή οι ενήλικοι, πρέπει να την χτυπήσουν με κάποιο ραβδί, κι ενώ έχουν δεμένα τα μάτια τους, ώστε να σπάσει και να ξεχυθούν αυτά που έχει μέσα. 

Αυτό είναι το αγαπημένο παιχνίδι της Πεπίτας, της ηρωίδας του "Η τελευταία πινιάτα" (Καστανιώτης, 2019) της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου. Η Πεπίτα ζει στο Μεξικό και κάθε χρόνο στα γενέθλιά της ζητά από τον δον Φουλχένιο να της κατασκευάσει αυτό το παιχνίδι που θα έχει, φυσικά, διαφορετική γέμιση κάθε φορά – από καραμέλες που είχε στα πρώτα της γενέθλια μέχρι γεμιστά σοκολατάκια, μπισκότα, παιχνίδια, φρούτα και ό,τι άλλο ήθελε.  

Ο δον Φουλχένιο είναι ειδικός στις πινιάτες – οι δικές του είναι οι πιο φημισμένες στο Μεξικό και κάθε χρόνο εκτελεί την παραγγελία της Πεπίτας με ιδιαίτερη φροντίδα. Μα κάθε φορά, κάτι κάνει στραβά. Για παράδειγμα, στα τρίτα της γενέθλια η Πεπίτα του ζήτησε να γεμίσει την πινιάτα της με πολλά μπισκότα κι εκείνος έβαλε μεν μπισκότα αλλά τριμμένα μπισκότα. Την επόμενη χρονιά του ζήτησε να βάλει πάλι μπισκότα, κανονικά αυτή τη φορά, κι εκείνος τα έβαλε, αλλά ήταν μπαγιάτικα και πολύ σκληρά. Αυτό γινόταν κάθε χρόνο – πότε έβαζε αυγά (ωμά), πότε φραγκόσυκα (με όλα τους τα αγκάθια), πότε άμμο, πότε αλεύρι...  Στα τελευταία παιδικά γενέθλια της Πεπίτας, τα δέκατα όγδοα, την παραγγελία εκτελεί ο εγγονός του και, σύμφωνα με τις οδηγίες του δον Φουλχένιο, η κοπέλα έπρεπε να την σπάσει όταν ήταν μόνη. Η Πεπίτα το κάνει, μα μέσα από το μεγάλο άδειο παιχνίδι πέφτει μόνο ένα γράμμα. 




Η συγγραφέας μετέγραψε τις αναμνήσεις της από ένα ταξίδι στο Μεξικό σε μία πρωτότυπη ιστορία που διαθέτει φαντασία, έξυπνους διαλόγους κι ενδιαφέροντες συνειρμούς καθώς και μια απορία που δεν απαντάται αμέσως: γιατί το κάνει αυτό ο δον Φουλχένιο;  Γιατί χαλάει τις πινιάτες και τα πάρτυ της Πεπίτας;  Τα θερμά χρώματα της εικονογράφησης από την Χρύσα Σπυρίδωνος προσδίδουν  τόνο στην ανάγνωση της ιστορίας και μεταδίδουν την κίνηση, την ζωντάνια και το χιούμορ των χαρακτήρων -παιδιών κι ενηλίκων-  αφήνοντας μία χαρούμενη, ναΐφ αίσθηση.

Σαν τους μύθους του Αισώπου -μία πινιάτα, ένας μύθος-, το βιβλίο ετούτο μιλά απλά, με τρυφερότητα, δίχως μελό συναισθηματισμούς για τις μικρές πραγματικότητες που συνήθως παραβλέπουμε – την αγάπη που δεν είναι πάντοτε φανερή, τους φόβους και τις δυσκολίες της ζωής, την επιμονή να ζητάς αυτό που θέλεις. Δεκαοκτώ μικρές αλλά βασικές λεπτομέρειες της ζωής που ισχύουν εκτός σελίδων παντού στον κόσμο. 











Σημείωση: Οι εικόνες είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019










 Ήττες & Νίκες 




Ο εκφοβισμός, το bullying κοινώς, είναι μία εξαιρετικά σύνθετη και περίπλοκη κατάσταση που έχει, πολλές φορές, αναπόδραστες συνέπειες. Δεν είναι, επίσης, ένα θέμα που εξαντλείται εύκολα, ιδίως όταν αφορά στις μικρές ηλικίες –  υπάρχει ένα πλήθος βιβλίων της νεανικής λογοτεχνίας  που καλύπτουν τις πολλές και διάφορες παραλλαγές του στο σχολείο, τον χώρο που, κατά κύριο λόγο, εμφανίζεται. "Το λουζεράκι" (Καστανιώτης, 2019) της Ελένης Τασοπούλου  είναι ένα νεανικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης που αναφέρεται σ'αυτό αλλά ξεχωρίζει για την οξυδερκή και ψύχραιμη ματιά του.  

Η Θάλεια είναι μία δεκαπεντάχρονη που δεν θέλει να ακούγεται, ούτε να φαίνεται – στην τάξη, στο σχολείο, στις εξωσχολικές της δραστηριότητες. Ως μια τυπική εσωστρεφής έφηβη νιώθει μεγάλη έκπληξη όταν παίρνει ένα σημείωμα από το πιο όμορφο αγόρι της τάξης της."Θα σε περιμένω το απόγευμα μετά τα Αγγλικά στο πάρκο, στα πλατάνια." γράφει.  Όπως αποδεικνύεται στην συνέχεια, το σημείωμα προοριζόταν για την μπροστινή της, την ντίβα της τάξης, Υβόννη. Η Θάλεια το μαθαίνει αργά - είναι ήδη στο σημείο του ραντεβού, μπροστά στον Κωνσταντίνο, την Υβόννη και την Ζέττα. Το συμβάν, ωστόσο, δεν θα μείνει μία απλή παρεξήγηση και δεν θα ξεχαστεί σε λίγες ημέρες. Την αμέσως επόμενη, η Υβόννη μαζί με την κολλητή της Ζέτα έχουν φροντίσει να το μάθει όλο το σχολείο και να της κολλήσουν μια ετικέτα: "λουζεράκι". Η Θάλεια προσπαθεί να περάσει απαρατήρητη στο σχολείο και αποτραβιέται ακόμα πιο πολύ στον εαυτό της. Αυτό όμως είναι το ιδανικό κόκκινο πανί για την Υβόννη και τις φίλες της οι οποίες, στη συνέχεια, θα παίξουν ακόμη ένα παιχνίδι σε βάρος της - θα γράψουν το όνομα της Θάλειας, εν αγνοία της,  στην λίστα εκείνων που θέλουν να συμμετέχουν στην θεατρική ομάδα του σχολείου. "...να μου κάνουν φάρσα. Και τώρα περιμένουν να πω: ' Όχι, όχι, κυρία, εγώ δε δήλωσα συμμετοχή για την οντισιόν, δεν ξέρω πώς βρέθηκε το όνομά μου στη λίστα.' Για να γελάσουν. 
       Ε, λοιπόν, όχι. Δεν θα τους κάνω τη χάρη. Σηκώνω το χέρι. Η κυρία Ζηρίδη με κοιτάζει. Ακούω τον εαυτό μου να μιλάει. 'Ναι, κυρια.', επιβεβαιώνω." 



Το μυθιστόρημα της Τασοπούλου έχει όλα τα κοινά χαρακτηριστικά του θέματος και της ηλικίας – την ωραιοπάθεια και την εγωπάθεια, την αδιαφορία για τα μαθήματα και την πρόοδο, την ηττοπάθεια, την εσωστρέφεια και την αδυναμία που απορρέει από τις δύο τελευταίες· την σκληρότητα και τις κλίκες των παιδιών, καθηγητές που θέλουν να βοηθήσουν αλλά, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν· γονείς που πιέζονται από την οικονομική κρίση. Ακόμη και μία γιαγιά που δρα παρηγορητικά στις βουβές ανησυχίες της Θάλειας.

Ο χειρισμός του υλικού, ωστόσο, δεν είναι κοινότοπος. Στην ιστορία συνυφαίνονται πολύ ζωντανοί χαρακτήρες: η Μάρα, μία καλλιτεχνική φύση που "στα διαλείμματα λιγουρεύεται τους αδειανούς τοίχους του σχολικού κτηρίου" για να τους ζωγραφίσει· η Ρενέ, ή Ουράνιο Τόξο, μία εκκεντρική πιτσιρίκα που φορά πολύχρωμα ρούχα, σφυρίζει όπως κανείς άλλος και δεν θέλει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του θεατρικού αλλά έναν δεύτερο γιατί είναι πιο γενναίος και περιπετειώδης· η κ.Παπαδημητρίου, ιστορικός της τάξης, η οποία πίσω από την τυπικότητά της φανερώνει μία εγκάρδια, τρυφερή συμπεριφορά και μία κόρη ΑμΕΑ. Κι επιπλέον, η γιαγιά είναι από τις παλιές, εκείνες που ζυμώνουν ψωμί και μιλούν κόβοντας τις λέξεις.

Η συγγραφέας αφηγείται γραμμικά την περιπέτεια της Θάλειας χρησιμοποιώντας flashbacks για να διευκρινίσει τα συναισθήματα και τις δύσκολες στιγμές της έφηβης. Η γλώσσα  της σύγχρονη, δυναμική και προσεγμένη, δεν υποκύπτει σε εύκολους συναισθηματισμούς ενώ η κλιμάκωση της πλοκής ενσωματώνει αποτελεσματικά τα διάφορα στάδια του εκφοβισμού – από τον "απλό" λεκτικό στην βία (> δύο αγόρια από το σχολείο ακινητοποιούν την Θάλεια και την εξαναγκάζουν να τους τραγουδήσει για να την καταγράψουν με το κινητό τους), καθώς και καινούργια στοιχεία γνώσης (> την γκλαβανή στο σπίτι της γιαγιάς), στοιχεία τρόμου (> το παλιό σπίτι της γιαγιάς διαθέτει σκοτεινό υπόγειο, με ξύλινα σκαλοπάτια που τρίζουν) και αγωνίας (> θα μπορέσει η Θάλεια να αποτρέψει το σαμποτάζ στην διάρκεια της παράστασης;)

Βασικό ρόλο στην ιστορία έχουν η Τέχνη και η λογοτεχνία – τα μέσα που χρησιμοποιεί η Θάλεια, με την στήριξη της Μάρας και  της Ρενέ, για να χειριστεί την δική της ηττοπάθεια και τις παρενοχλήσεις των συμμαθητών της. Το ανέβασμα του "Ημερολογίου της Άννας Φρανκ" όπου η Θάλεια έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, σε συνδυασμό με τα βιβλία που της δίνει η Ρενέ, της δίνουν την ευκαιρία να απαλλαγεί από τις αγκυλώσεις και τις αβεβαιότητες της ηλικίας και να αποκαταστήσει τον χαμένο αυτοσεβασμό της – "δεν έπαψα να είμαι λουζεράκι. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ήμουνα ποτέ." Έτσι, μετατρέπει την "παγίδα" της Υβόννης σε δικό της προσωπικό θρίαμβο και, συγχρόνως, επιτυχία της ομάδας του σχολείου της στο ετήσιο φεστιβάλ μαθητικού θεάτρου.

*

Αν και οι πρωταγωνιστές βρίσκονται ήδη στα μέσα της εφηβείας, το βιβλίο ανήκει στην κατηγορία της ηλικιακής ομάδας 10+. Για να προετοιμάσει τους προεφήβους για καταστάσεις που θα συναντήσουν αργότερα; αναρωτιέμαι.  Ίσως – οι σκόπελοι της εφηβείας αφορούν κάθε ηλικία. Όπως και ο εκφοβισμός/τραμπουκισμός/καψόνι/bulling. Το ίδιο και η τέχνη και η λογοτεχνία ως μέσα αυτογνωσίας και ψυχαγωγίας. "Το λουζεράκι" τα συνταιριάζει με εύγλωττο και περιπετειώδη τρόπο δίνοντας ένα σαφές μήνυμα: κανείς δεν είναι λουζέρι, ή λουζεράκι*. Κι αυτό δεν είναι διδακτισμός, ούτε αφορά μόνο στους εφήβους. 









*Λουζέρι: (μεταφορικά, μειωτικό) άχρηστος, αποτυχημένος 
                 [ < αγγλικό loser ]




Σημειώσεις: Το πρώτο γραφικό είναι λεπτομέρεια του εξωφύλλου ενώ η δεύτερη φωτογραφία screenshot από τη μοναδική αποτύπωση σε φιλμ της Άννας Φρανκ. / Μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ
Συμπτωματικό trivia: κ. Παπαδημητρίου λεγόταν και η φιλόλογος που δίδασκε Ιστορία στην τάξη μου στο γυμνάσιο.