Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020








Κούκλες & Λέξεις





"Για να ορίσουμε τη σφαίρα στην οποία εμπίπτουν με την υπόστασή τους οι κούκλες της Λόττε Πρίτσελ, θα πρέπει πρώτα ν' αναλογιστούμε πως στη ζωή τους δεν υπάρχουν παιδιά, πως κατά κάποιον τρόπο η γένεσή τους προϋποθέτει έναν κόσμο παιδικό που έχει παρέλθει. Σ' αυτές, η κούκλα έχει επιτέλους απογαλακτιστεί απ' τα βιώματα και τις παραστάσεις, απ' τη χαρά και τον πόνο του παιδιού, έχει γίνει ανεξάρτητη, μεγάλη, πρόωρα ενήλικη, έχει εισέλθει πλήρως σ' όλες τις μη πραγματικότητες της δικής της ζωής."

Με εξαιρετικά λεπτοδουλεμένα άκρα από κερί και επιμήκη σώματα, κομψά πολυτελή κοστούμια και μια ιδιαίτερη, μελαγχολική κι ελαφρώς ηδυπαθή, έκφραση στο πρόσωπό τους, οι κούκλες της Lotte Pritzel  μοιάζουν να είναι μία ζωντανή έγχρωμη εκδοχή των πιο ήπιων σχεδίων του Aubrey Beardsley. Είναι ωστόσο γέννημα της φαντασίας της γερμανίδας κουκλοποιού, "...σαν αυτοσχεδιασμοί του ασυνειδήτου", ορμώμενη από γιορτές μεταμφιεσμένων, χορευτικές και θεατρικές παραστάσεις. Εξού και η θαυμάσια θεατρικότητα στην κίνηση που δίνει στις δημιουργίες της.  

Γεννημένη στην Σιλεσία το 1887, όταν γίνεται 18 η Λόττε Πρίτσελ μετοικεί στο Μόναχο  όπου οι χειροποίητες κούκλες/μαριονέτες της γνωρίζουν τεράστια απήχηση. Γράφονται πολλά άρθρα για αυτές και η φήμη τους εξαπλώνεται πολύ γρήγορα μέχρι την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Είναι δε τόσο δημοφιλείς ώστε o  γερμανός ιστορικός τέχνης Max von Boehn δηλώνει δημοσίως πως "εμπεριέχουν την αίσθηση της εποχής μας περισσότερο από ένα μουσείο γεμάτο με πίνακες μοντέρνας ζωγραφικής."   Είναι η εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και οι κούκλες "Πρίτσελ" ενσαρκώνουν ιδανικά την παρακμή και την σεξουαλική αμφισημία της περιόδου από το 1919 έως την άνοδο στην εξουσία της Ναζιστικής Γερμανίας του Χίτλερ το 1933.




Την ίδια εποχή σχεδιάζει μία εξίσου επιτυχημένη σειρά λιθογραφιών – η "Dance - Movements and Costumes" έχει αντίστοιχες γυναικείες μορφές κι αισθητική και γίνεται η έμπνευση για διάσημες χορεύτριες της εποχής ώστε να χρησιμοποιήσουν τις κούκλες της στις παραστάσεις τους. Αυτό μοιάζει να "οδηγεί" την αυτοδίδακτη δημιουργό σχεδόν αναπόφευκτα στον σχεδιασμό κοστουμιών για το θέατρο. Έτσι, σε όλη την  διάρκεια της δεκαετίας του 1920, η Λόττε Πρίτσελ εργάζεται ντύνοντας τους πρωταγωνιστές κλασικών έργων.  

Όσο ξεχωριστές ήταν οι κούκλες της, τόσο ξεχωριστή και συναρπαστική ήταν η προσωπικότητα της γερμανίδας καλλιτέχνιδας που κινούνταν άνετα στους μποέμ και καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής. Εκεί γνώρισε τον Rainer Maria Rilke  ο οποίος το 1913 επισκέφτηκε το ατελιέ της. Ήταν τόσο έντονος ο θαυμασμός του που κατόπιν γράφει το "Σχετικά με τις Κούκλες της Λόττε Πρίτσελ" – μία συναισθηματικά φορτισμένη αποτίμηση της παιδικής ηλικίας όπου αναφέρεται στις παιδικές κούκλες ως μέσο ταύτισης κι έκφρασης του παιδιού καθώς και αλληλεπίδρασής του με τον κόσμο. Τις χρησιμοποιεί δε, όπως και άλλα παιδικά παιχνίδια, για να τονίσει την αντιδιαστολή τους με τις ενήλικες κούκλες/μαριονέτες της Πρίτσελ που έχουν εκείνο που διαφεύγει στα άλλα, κάθε είδους, παιχνίδια – το άυλο συναίσθημα του σώματος, την ψυχή. Το μικρό αυτό δοκίμιο θα τυπωθεί σε βιβλίο –με περιορισμένο αριθμό αντιτύπων– το 1921 και θα συνοδεύεται από έγχρωμες λιθογραφίες που έχει σχεδιάσει και χρωματίσει στο χέρι η ίδια η καλλιτέχνιδα.  

Το σχεδόν πρόσφατο "Κούκλες" (Περισπωμένη, 2012αναβιώνει αυτήν ακριβώς την έκδοση με τις 16 αυθεντικές λιθογραφίες της Πρίτσελ που απεικονίζουν τις λεπταίσθητες κέρινες κούκλες της. Στην παρούσα δίγλωσση έκδοση, ωστόσο, εκτός από το πρωτότυπο κείμενο του Ρίλκε που βρίσκεται αντικριστά με την ελληνική μετάφρασή του από τον  Κώστα Κουτσουρέλη, έχει προστεθεί κι ένα εμπεριστατωμένο και λεπτομερές σημείωμα του εκδότη που αναφέρεται στο έργο της γερμανίδας δημιουργού και στην καλλιτεχνική σχέση της με τον γερμανόφωνο ποιητή. 

Εξαιρετικό από κάθε άποψη –αισθητικής, λογοτεχνικής, εικαστικής–λεύκωμα, και γι' αυτό συλλεκτικό. 










Σημειώσεις: Το απόσπασμα της ανάρτησης είναι η εναρκτήριος παράγραφος του κειμένου του Ρίλκε. // Οι δύο κούκλες της πρώτης φωτογραφίας ανήκουν στην συλλογή "Puppen  für die vitrine" (1914). Το τελευταίο σκίτσο είναι μία από τις δεκαέξι λιθογραφίες της έκδοσης. 

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020






Ασπίδα και δόρυ

και μαγικό ραβδί





Ένα παραμύθι με την ανατολίτικη ατμόσφαιρα του "Χίλιες και Μία Νύχτες" είναι  το πρόσφατο βιβλίο του  Γιώργου Παναγιωτάκη. Ωστόσο, το "Ο Ισιντόρ και το φεγγάρι" (Πατάκης, 2019) είναι μια αφήγηση που μιλά για πολύ σύγχρονες καταστάσεις με τον τρόπο της φιλοσοφίας. Αν και αυτό ακούγεται κάπως περισπούδαστο ή δυσνόητο, το βιβλίο δεν είναι καθόλου. 

Ο μικρός Ισιντόρ είναι ο παραγιός του Λιβόρνο, του μάγου που κατάφερε το ακατόρθωτο: αιχμαλώτισε το φεγγάρι, το έδεσε με ένα αόρατο σκοινί και το τράβηξε κοντά στη γη. Και τώρα, το φυλά δεμένο στο σπίτι του. Πως; "Στις λέξεις. Εκεί κρύβεται η μαγεία. Αν τις διαλέξεις μία μία, αν τις πλέξεις μαστορικά μεταξύ τους κι έπειτα τις πεις ή τις γράψεις στο χαρτί, είναι ικανές να κάνουν θαύματα. (...) Μέχρι και να δέσουν το φεγγάρι μπορούν."  Είναι τέτοια η ισχύς των λέξεων ώστε ο χαλίφης Μουρμάχ τις χρησιμοποιεί και τρομοκρατεί τους πάντες. Το ότι μπόρεσε να δέσει το φεγγάρι, όπως λέει στους κατοίκους της χώρας του για το δώρο που του έκανε ο Λιβόρνο, αποδεικνύει την παντοδυναμία του, αυτή την απόλυτη εξουσία που έχει πάνω στη φύση και τους ανθρώπους. Κι εκείνοι τον πιστεύουν, τον φοβούνται και τον προσκυνούν. 

Ο Ισιντόρ ονειρεύεται να γίνει αυτός ο φύλακας του αόρατου σκοινιού που συγκρατεί το φεγγάρι – να περιπολεί ακούραστος στην ταράτσα, να δοκιμάζει το σκοινί με το χέρι του για να δει αν είναι δεμένο καλά. Όπως ακριβώς το κάνει η Μπέλα,  η λιγόλογη και μονίμως μουτρωμένη πρώτη βοηθός του μάγου. Ο Ισιντόρ την παρακολουθεί κάθε μέρα και η επιθυμία του μεγαλώνει. Έτσι, ένα βράδυ χρησιμοποιεί ένα μαγικό κόλπο του Λιβόρνο, την υπνωτίζει και της παίρνει την θέση. Γίνεται έτσι αμέσως αυτό που ονειρεύεται. Τα πράγματα όμως δεν θα εξελιχθούν σύμφωνα με το όνειρό του – κουρασμένος από τις δουλειές της ημέρας, ο Ισιντόρ αποκοιμιέται, το σκοινί λύνεται και το φεγγάρι απομακρύνεται. Ο χαλίφης, μόλις το αντιλαμβάνεται εξοργίζεται και συλλαμβάνει τον Λιβόρνο και την Μπέλα ως υπαίτιους με σκοπό να τους θανατώσει. Όλοι του λένε να τρέξει μακριά από το σπίτι του μάγου, να κρυφτεί από την οργή του χαλίφη αλλά ο Ισιντόρ δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να αποχωριστεί τους φίλους και το σπίτι του· γιατί το σκοινί του φεγγαριού δεν υπάρχει, γιατί  ο Λιβόρνο είπε μια ψεύτικη ιστορία, γιατί τώρα δεν μπορούν να πουν την αλήθεια, γιατί ο χαλίφης δεν πρόκειται να τους ακούσει, γιατί..., γιατί...




Οι απορίες, είτε όταν εκφράζονται είτε ως εσωτερικός αναστοχασμός είναι μία φυσική κατάσταση στα παιδιά - ρωτούν συνεχώς και για τα πάντα ώστε να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους και την θέση τους σ' αυτόν. Και ο Ισιντόρ, όπως όλα τα παιδιά, είναι "θρασύς" και θαρραλέος και κάνει ερωτήσεις συνεχώς. Για να βρει τις απαντήσεις μιλά με τον εαυτό του αλλά και με τον Λιβόρνο και την Μπέλα. Με οδηγό τις απαντήσεις τους και το αίσθημα δικαίου και λογικής που έχουν έμφυτα τα παιδιά, συνειδητοποιεί την πραγματικότητα και διαμορφώνει την δική του στάση – είναι αυτός που θα δώσει τη λύση και μάλιστα με το ίδιο "όπλο". Όπως και ο χαλίφης, χρησιμοποιεί δυνατές λέξεις και λόγο  για να προκαλέσει την εξουσία του Μουρμάχ και καταφέρνει  έτσι να απελευθερώσει τον Λιβόρνο και την Μπέλα. 

Δεν είναι υπερβολή το ότι τα παιδιά θεωρούνται μικροί φιλόσοφοι καθώς οι απορίες αποτελούν την βάση της φιλοσοφίας. Ο συγγραφέας έχει αποδώσει τα ερωτήματα του Ισιντόρ και την διαδικασία της συνειδητοποίησης και της δράσης του με εύγλωττο και παραστατικό τρόπο – η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι νεανική, σβέλτη και σύγχρονη· η δράση κλιμακωτή, οι μεταφορές  λυρικές  χωρίς ωστόσο εκβιαστικούς μελοδραματισμούς· οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ολοκληρωμένοι ενώ τα ονόματά τους έχουν κάποια μουσικότητα: Μουρμάχ, Φαρυντούν, Κύρος, Σοράγια. Ακόμη και το σκοινί με το οποίο υποτίθεται πως ο Λιβόρνο έδεσε το φεγγάρι έχει ένα εύηχο και συμβολικό όνομα: γκορουνμέζ, μία τουρκική λέξη που σημαίνει αόρατος.

Το βιβλίο απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά και μικρούς εφήβους και τα θέματα που θίγει είναι σημαντικά για αυτή την ηλικιακή ομάδα αναγνωστών: οι πεισματικές αποφάσεις, τα όνειρα και οι φιλοδοξίες. Η φιλία, επίσης, η προσωπική ευθύνη και το θάρρος να αντιμετωπίζεις τις συνέπειες των δικών σου πιστεύω και των δικών σου πράξεων. Ο κύριος άξονας, όμως, του βιβλίου είναι η δύναμη των λέξεων – ανάλογα με το ποιος τις χρησιμοποιεί, με ποιον τρόπο και ποιος είναι ο σκοπός του, οι λέξεις μπορούν να προστατεύσουν ή να πληγώσουν. Μπορούν να παραπλανήσουν και να τρομοκρατήσουν  ή να κάνουν θαύματα, όπως ακριβώς  συμβαίνει και στην εκτός παραμυθιών πραγματικότητα. 


Κάθε βιβλίο του Γιώργου Παναγιωτάκη είναι μια ιστορία που συμβαδίζει μεν με την επικαιρότητα, αλλά δεν υποκύπτει στις ευκολίες ή τις επιβολές της. Ο "Ισιντόρ..." είναι μία επίκαιρη και πολύ καίρια ιστορία για την χρήση των λέξεων και την δύναμη του λόγου σε μια εποχή που οι κάθε είδους τραμπισμοί και κλοουνίστικοι λαϊκισμοί βρίσκουν πολύ πρόσφορο έδαφος· ένα παραμύθι πρώιμης ενηλικίωσης, θα έλεγα, που βοηθά τους νεαρούς αναγνώστες να δουν την διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και να ξεχωρίσουν την διαστρέβλωση που μεσολαβεί μεταξύ μιας ιδέας και της υλοποίησής της. Ωστόσο, μπορείτε κάλλιστα να παραβλέψετε προς στιγμήν όλα τα παραπάνω –συμβολισμούς και θεωρίες– και να το διαβάσετε  μόνον ως μια απολαυστική, αγωνιώδη περιπέτεια ενός μικρού αγοριού κι αυτό είναι το πιο σημαντικό ατού του βιβλίου. Και της λογοτεχνίας εν γένει, παιδικής ή ενήλικης: η διασκέδαση.  










Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από ταπισερί βασισμένη σε έργο του Σπύρου Βασιλείου - δύο εκθέματα που συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση "Υφάνσεις: Ζωγραφική και ταπισερί στην Ελλάδα από το 1960 έως σήμερα" που τρέχει τώρα στο Μουσείο Μπενάκη - Κτήριο Πειραιώς και θα διαρκέσει μέχρι την 1η  Μαρτίου. Το δεύτερο από την ασπρόμαυρη εικονογράφηση του βιβλίου που έκανε ο Βασίλης Κουτσογιάννης

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2020









Πρωτοπόρος 





...του μυθιστορήματος σε συνέχειες, ο Charles Dickens έγραψε τα περισσότερα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του σε μηνιαία ή εβδομαδιαία επεισόδια που δημοσιεύονταν σε διάφορα περιοδικά και αργότερα ανατυπώνονταν σε μορφή βιβλίου. Αυτές οι συνέχειες καθιστούσαν τις ιστορίες οικονομικά προσιτές και εύκολα κατανοητές ενώ το αγωνιώδες φινάλε του κάθε επεισοδίου έκανε το αναγνωστικό κοινό να αποζητά το επόμενο με επιμονή – όταν δημοσιεύονταν το "Παλαιοπωλείο"  οι αμερικανοί αναγνώστες του περίμεναν στις αποβάθρες της Νέας Υόρκης, φωνάζοντας στο πλήρωμα εισερχόμενου βρετανικού πλοίου "Είναι νεκρή η μικρή Νέλλ;"  Το ταλέντο του Ντίκενς ήταν να ενσωματώνει αυτό τον σποραδικό τρόπο γραφής σε ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό, στο τέλος, μυθιστόρημα.

"Το Παλαιοπωλείο" εκτυπώθηκε σε μορφή βιβλίου το 1841. Η Βασίλισσα Βικτώρια που  το διάβασε, το 1841, το βρήκε "πολύ ενδιαφέρον και έξυπνα γραμμένο".


Στα ελληνικά όμως το συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν υπήρξε δημοφιλές – έχουν κυκλοφορήσει μόνο δύο μεταφράσεις του. Η πρώτη, για ενήλικες, ήταν σε μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη στην συλλεκτική, πλέον, και εξαντλημένη έκδοση της ΩκεανίδαςΚαι η δεύτερη,  μια  διασκευή για νέους. Η εικόνα στα αριστερά είναι του Μποστ από την εικονογράφηση στο δικό μου αντίτυπο (της πρώτης έκδοσης – Αστήρ, 1975), η πρώτη ουσιαστικά επαφή μου με το έργο του Καρόλου Ντίκενς.