Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα literature - translated. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα literature - translated. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

 



Read the quiet





Μακριά από πολιτικές συνδηλώσεις και προεκτάσεις αλλά εύστοχο είναι το φετινό βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας που ανακοινώθηκε νωρίτερα σήμερα. 

Με την βράβευση της ποιήτριας, δοκιμιογράφου, μεταφράστριας και ακαδημαϊκού Anne Carson, το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας επαληθεύει τους όρους δημιουργίας του και αναδεικνύει το πολυδιάστατο της τέχνης του Λόγου – το έργο της της 75χρονης Καναδής εκτείνεται σε και συνυφαίνει πολλά είδη: ποίηση, δοκίμιο, έμμετρη πρόζα, κριτική, μετάφραση, θεατρικό-λιμπρέτο, non-fiction. Αναδεικνύει επίσης την βαρύτητα και τον άμεσο συσχετισμό των κλασικών κειμένων με την σύγχρονη εποχή, κάτι που η Carson κάνει με ευφυή δεξιοτεχνία και πρωτοποριακό, στην κυριολεξία, τρόπο – τα βιβλία της κατηγοριοποιούνται μεν στην Ποίηση, ωστόσο, η ιδιαίτερη φόρμα τους τα καθιστά μη κατατάξιμα.

"Κανείς δεν γράφει σαν κι αυτή. Και κανείς, νομίζω, δεν τολμά να το κάνει με αυτό τον τρόπο," είπε ο Steve Sem-Sandberg, μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας η οποία με την φετινή επιλογή της μένει πιστή στις προτιμήσεις της για εξαιρετικά, τολμηρής μορφής και ύφους, έργα μεγάλης λογοτεχνικής αξίας. 

Η ίδια η Άν Κάρσον, βέβαια, χαρακτηρίζει το έργο της ακούσιο (inadvertent)· μια συνεχής προσπάθεια να κάνει κάτι διαφορετικό. Ένας διαρκής πειραματισμός ενάντια στην ανία που θεωρεί εχθρό της. Και η ανάγνωση, όπως η γραφή, είναι το ίδιο αποτελεσματικό όπλο. Για τους φιλόδοξους συγγραφείς αλλά και τους φιλοπερίεργους αναγνώστες που, μην γνωρίζοντας το έργο της, θα θελήσουν να το διαβάσουν η βραβευμένη λογοτέχνης έχει μία συμβουλή: "Ξεκινήστε από τη μέση."  

Ή, από ετούτο το απόσπασμα. 

Ή, να επιλέξετε από το έργο της που κυκλοφορεί ήδη στα ελληνικά από εδώ  – είναι μόνον τέσσερις τόμοι, αλλά δίγλωσσες ( κι εξαιρετικές ) εκδόσεις. 







Σημειώσεις: Μπορείτε να παρακολουθήσετε την ανακοίνωση της επιτροπής εδώ. / Ο τίτλος της ανάρτησης είναι μικρή παράφραση της απάντησης που έδωσε η ΑΚ όταν ρωτήθηκε πως θα γιορτάσει το γεγονός: "We’re going to go out and walk in the woods so that we don’t have to answer the phone, to be honest. Then we’re going to hear the quiet."   Ακούστε τη, όπως και τις πρώτες αντιδράσεις της, εδώ. / Η προσωπογραφία της συγγραφέως είναι του σουηδού εικαστικού και εικονογράφου Niklas Elmehed, υπεύθυνου για τα επίσημα πορτραίτα των βραβευθέντων της Σουηδικής Ακαδημίας.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026



Η Προδοσία των Εικόνων

   

 


 

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής κουλτούρας που δεν συζητείται είναι η ψευδαίσθηση που δίνει στους χρήστες της τεχνολογίας ότι έχουν τον απόλυτο έλεγχο της ζωής τους κι ότι αυτό που θα θελήσουν, εντός κι εκτός η/υ, εκτελείται κι ολοκληρώνεται άμεσα κι επιτυχώς. Είναι όμως μία από τις καταστάσεις που αποδίδει εύγλωττα ο Vincenzo Latronico στο "Η τελειότητα" (σε στιλπνή, άψογη μετάφραση της Δήμητρας Δότση – Loggia, 2025). Πρωταγωνιστούν ο Τομ και η Άννα, ψηφιακοί νομάδες που μετακομίζουν στο Βερολίνο με σκοπό να ενσωματωθούν στην γερμανική κοινωνία και να πραγματώσουν το όνειρό τους – να επανεφεύρουν τον εαυτό τους, μακριά και πλήρως ανεξάρτητοι από τις επιρροές της οικογένειας.

Το βιβλίο γεννήθηκε ως φόρος τιμής στα "Πράγματα: Μια ιστορία της δεκαετίας του 1960" – το πρωτόλειο μυθιστόρημα του George Perec που κέρδισε το βραβείο Renaudot, και την γενικότερη κριτική, για τον τρόπο που αναδεικνύει την επιδίωξη ενός ζευγαριού για ευζωία και ατομική ταυτότητα μέσω της πολυτέλειας και της επιτήδευσης. Ενώ, ωστόσο, ο Περέκ υπογραμμίζει τον τρόπο που οι πρωταγωνιστές του ετεροπροσδιορίζονται από τα αντικείμενα, ο Λατρόνικο εστιάζει διπλά: και στο υλικό/άυλο των αντικειμένων και στο κυνήγι των πρωταγωνιστών του για εμπειρίες: δραστηριότητες, συνθήκες και αντιδράσεις που, ωστόσο, χαρακτηρίζονται από αυτοματισμό και οπτική, απόλυτα επιμελημένη, ομορφιά. Μία τελειότητα η οποία, εκτός από κίβδηλη, αποδεικνύεται κι αδρανοποιός για τη ζωή τους – "...ζωή τόσο περιορισμένη και επαναλαμβανόμενη, με το πέρασμα του χρόνου τους είχε στερήσει κάθε πρωτοβουλία, κάθε ίχνος περιέργειας."

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια με αντίστοιχους αφηγηματικούς χρόνους: Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος, Μέλλοντας. Και στα τέσσερα, παρακολουθούμε το ζευγάρι να διάγει την ζωή του πανομοιότυπα και μηχανιστικά: εργάζονται, τρώνε, διασκεδάζουν, κάνουν έρωτα, πακετάρουν-ξεπακετάρουν-αποθηκεύουν, μετακομίζουν. Σε όλους τους χρόνους, oι σκέψεις τους παραμένουν επίπεδες όπως ακριβώς οι ψηφιακές οθόνες· οι προθέσεις και οι επιδιώξεις τους εκτείνονται μέχρι την επόμενη μετακόμιση, οι αναμνήσεις τους το ίδιο βραχείες. Τα συναισθήματά τους, επιδερμικά. Καμμία δημιουργική απασχόληση εκτός του ότι "...αφιέρωναν ώρες και ώρες δαμάζοντας την πραγματικότητα ώσπου να ευθυγραμμιστεί με την εικόνα της." Ελάχιστη, αντανακλαστική κυρίως, η φροντίδα εαυτών και πραγμάτων. Ούτε τα φυτά τους δεν ποτίζουν.




Το κείμενο δεν διεκδικεί δάφνες λογοτεχνικότητας. Το πολύ αντίθετο, θα έλεγα. Παρ' όλα αυτά, αποδίδει με ρεαλισμό και ακρίβεια την συνύφανση του στεγνού ψυχισμού των δύο πρωταγωνιστών με τις παθογένειες της εποχής: παγκοσμιοποίηση –σε δύο εκδοχές: την μετα-καταναλωτική και την ευδαιμονιστική–, gentrification, airbnb, αισθητικοποίηση και ομοιομορφία, αυτοαναφορικότητα, έλλειψη ταυτότητας και αξιών. Κι επιπλέον, έχει δύο λεπτομέρειες πολύ ενδιαφέρουσες, αν και αρνητικές: η πρώτη είναι η μη ύπαρξη βιβλίων ή εφημερίδων στην ζωή των πρωταγωνιστών. Οι δύο νέοι ξεφυλλίζουν μόνον κάποια περιοδικά τα οποία όμως έχουν τις ίδιες στυλιζαρισμένες εικόνες με αυτές που βλέπουν στο Instagram και παράγουν οι ίδιοι στην δουλειά τους. Στοιχείο, βέβαια, που αιτιολογεί την ημιμάθεια και την καταφανή έλλειψη συνειδητότητας και των δύο.

Η δεύτερη, η γλώσσα. Σε πραγματολογικό επίπεδο: οι αγγλικές λέξεις της ψηφιακής κουλτούρας που έχουν ενσωματωθεί στην αφήγηση, κι αφεθεί επιμελώς αμετάφραστες, είναι πάρα πολλές για ένα μη τεχνικό, μη επιστημονικού περιεχομένου κείμενο. Ωστόσο, επισημαίνουν κάτι στο αφηγηματικό επίπεδο· κάτι που επαυξάνουν οι δύο πρωταγωνιστές με το ότι, παρόλο που επιδιώκουν να γίνουν μέρος της γερμανικής κοινωνίας, δεν καταβάλουν καμμία απολύτως προσπάθεια να μάθουν γερμανικά και να συνομιλήσουν, να συγχρωτιστούν με ντόπιους. Ούτε καν τα αγγλικά που χρησιμοποιούν ως γλώσσα επικοινωνίας “...δεν ήταν τέλεια,…” Η παντελής έλλειψη διαλόγου μεταξύ του ζευγαριού είναι εκείνο που ενοχλεί περισσότερο. Δεν υπάρχουν μια-δυο λέξεις της καθημερινότητας που θα δημιουργούσαν συναισθηματική ασφάλεια, σταθερότητα, συντροφικότητα. Ούτε καν μία αντιπαράθεση, ένας διαπληκτισμός, κάτι έντονο τέλος πάντων που θα τάραζε τον υπνωτικό μιμιτισμό τους και θα τους έβαζε στην διαδικασία να καταλάβουν την ζωή τους και να δηλώσουν παρόν στην ζωή του/της συντρόφου τους.




Λογοτεχνία είναι η καταγγελία της εποχής στην οποία ζει κανείς, λέει ο Camilo José Cela και ο σαραντάχρονος Λατρόνικο κάνει ακριβώς αυτό με τρόπο νηφάλιο και συνοπτικό, σαν ρεπορτάζ. Άθελά του όμως, και υπόρρητα ανατρεπτικό έως τρομακτικό: η ομοιομορφία –στην εμφάνιση, την συμπεριφορά έως την αρχιτεκτονική και το design εσωτερικών χώρων–, και η αίσθηση ανελευθερίας που καταγράφει μού έφεραν στο νου την ολιγοσέλιδη “Νέα Ουτοπία” του Jerome K. Jerome. Δεν είναι υπερβολή, τηρουμένων κάποιων αναλογιών, αν σκεφτούμε πως η τεχνολογία (ιδίως η ΤΝ και τα κοινωνικά δίκτυα) εξαπλώνεται με όρους αυταρχικού καθεστώτος. Ξεχνάμε, επίσης, πως κάθε γενιά έχει την δική της περίοδο πειραματισμού πριν την ουσιαστική ενηλικίωση – το να δοκιμάζεις νέες εμπειρίες και να δοκιμάζεσαι, ή απλώς να παρασύρεσαι από την μαζικότητα ενός τυποποιημένου κοινωνικού μοντέλου ευζωίας είναι μέρος της διαδικασίας της ανθρώπινης ωρίμανσης και δεν έχει στενά γενεολογικά ή ηλικιακά όρια. Ο Joakim Pirinen, πχ, την τοποθετεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στο πλαίσιο μιας Καλής Οικογένειας (το πρωτότυπο για την εποχή του θεατρικό έργο που ανέβηκε και στην Ελλάδα την περίοδο 2008-09 από το Εθνικό) η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η μετεξέλιξη της Άννας και του Τομ – μακάρια ευτυχισμένο ζευγάρι, χαμογελαστό, ό,τι κι αν συμβεί, η Εύα και ο Λάσσε έχουν μία υπέροχη δουλειά, δύο αξιολάτρευτα παιδιά και κατοικούν σε πολυτελή κατοικία με άψογα φροντισμένο κήπο, όπως στις διαφημίσεις ή τα παιδικά βιβλία της δεκαετίας του 1960.

Εκείνο που διαφοροποιεί την Άννα και τον Τομ από τους πρωταγωνιστές των Περέκ και Πίρινερ είναι η εκτεταμένη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και η εφελκυστική δύναμη της εικόνας. Όχι, όμως, το ότι κάνουν σχεδόν τα πάντα μέσω διαδικτύου και ψηφιακών εφαρμογών – η χρήσιμη αυτοματοποίηση είναι και αναγκαία. Είναι η αδυναμία τους να θέσουν ένα όριο στις ατέλειωτες δυνατότητες και ερμηνείες της πραγματικότητας που εμφανίζει η οθόνη. Η διάψευση των πεποιθήσεών τους με το κλείσιμο της οθόνης και η αποστασιοποίησή τους από την απτή πραγματικότητα όταν δεν συνάδει με την τελειότητα που αναπαράγουν. Η απομόνωση στην οποία οδηγούνται και η ανελευθερία όταν δεν μπορούν να αντιδράσουν σε αυτό το χάος που είναι το εκτός υπολογιστή βίωμα· πόσο μάλλον να διακρίνουν την αληθινή ομορφιά που προσδίδουν στην καθημερινότητα τα λάθη και οι ατέλειες. Γι’ αυτό άλλωστε δεν μπορούν να εκτιμήσουν την τέχνη, ή να της προσδώσουν συναισθηματική αξία, αν κι επισκέφτονται ανελλιπώς εκθέσεις εικαστικών. Κάπως έτσι αρχίζει να μεταβάλλεται η ανθρωπινή υπόσταση του ατόμου, κι όχι μόνον στις σελίδες ενός βιβλίου: Πόσες φορές δεν απαντήσατε, αν απαντήσατε, με τον αυτοματισμό ενός like; Πόσες φορές μία σκέψη διακλαδώθηκε αυτόματα με τον τρόπο που ανοίγουμε συνδέσμους; Πόσες φορές βάλατε κάτι σε αναμονή χωρίς τελικά να το απαντήσετε, όπως κάνουμε με τις καρτέλες στον Firefox; Ή, σβήσατε μία υποχρέωση με την ευκολία ενός κλικ; Πόσες δεν κινήθηκε το χέρι ασυναίσθητα για να ζουμάρει την οθόνη της τηλεόρασης; Πόσες φορές, πάλι, νιώσατε αποτυχημένοι προσπαθώντας να εκτελέσετε την τέλεια συνταγή του TikTοk;

 

                                                                                   


Ο αυστριακός ψυχολόγος Alfred Adler ορίζει το lifestyle ως ένα σχήμα ζωής, όχι έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής όπως έχει επικρατήσει να σημαίνει σήμερα. Ένα σχήμα ζωής που περιλαμβάνει όχι μόνον τον τρόπο που ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους, αλλά και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό του σε όλο το βάθος του βιωμένου χρόνου του. Αυτό συνεπάγεται πως η εμπειρία και το νόημα είναι ενεργές κατασκευές και υπόκεινται σε μια ακονισμένη αντίληψη. Ή, καλύτερα, ακονιζόμενη καθώς η αντίληψη είναι μία συνεχής επαγωγική διαδικασία κι όχι η παθητική αποδοχή κάποιας σταθερής αλήθειας, ή η στείρα αναπαραγωγή ενός μοντέλου.

"Λυπάμαι, αυτό το βιβλίο είναι ανέκδοτο. Δεν έχει διαλόγους. Δεν έχει πλοκή. Είναι αντίγραφο άλλου βιβλίου," έγραψε ο ιταλός συγγραφέας στον εκδότη του για αυτό που αποδεικνύεται ένα θαυμάσιο εθνογράφημα της genZ. Ένα, εντέλει, απαιτητικό κείμενο που μεταβολίζει την ανία της συγκεκριμένης ανάγνωσης και το μάταιο της σύγχρονης ζωής σε ένα ερώτημα: ποιά πραγματικότητα επιλέγουμε να οικοδομήσουμε; Κι ένα ζητούμενο: τη δυνατότητα να ενοικήσουμε ουσιαστικά τον εαυτό μας, χωρίς υποκατάστατα, επιβολές κι αυταπάτες, και να ενδυθούμε μια αληθινή αυτονομία· μια ελευθερία με νόημα, joie de vivre κι αυθεντικότητα – η τελειότητα όπως θα έπρεπε να είναι.



* Το κείμενο, με διαφορετική εικονογράφηση, πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 179 – Σεπτεμβρίου 2026 του περιοδικού The Books' Journal 





Σημείωση: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια επίτοιχου έργου της Βένιας Μπεχράκη. Στη φωτογραφία της Catherine Chabrol είναι ο εκφραστικός μίμος Marcel Marceau. Ακολουθεί το Future eye seeing now (2020) του Olafur Eliasson. Τέλος, το δημοφιλές έργο του René Magritte που επιγράφεται "Cesi n'est pas une pipe", ρήση που υπονοεί πως αυτό που βλέπουμε είναι μόνον η απεικόνιση του αντικειμένου. Ο πραγματικός τίτλος του πίνακα είναι La Trahison des Images / The Treachery of Images, απ' όπου και ο τίτλος του άρθρου. 

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026





An Analogy

     

 



Εάν ήταν γλυπτό, θα ήταν μια μοντέρνα εκδοχή κάτι παλιού – αντιγραφή ενός αρχαϊκού ειδωλίου, για παράδειγμα, σε ανοξείδωτο χάλυβα. Επιβλητικό σε μέγεθος και σε φόρμα – θα είχε ύψος μέχρι το ταβάνι (αίθουσας παλιάς αστικής κατοικίας, όχι δωματίου  διαμερίσματος σύγχρονης πολυκατοικίας)· μια ιδέα καρικατούρας, αναφορές στο έργο κλασικών της ιστορίας της τέχνης και τεράστιες σαν μπαλόνια καμπύλες, λείες και γυμνές για να συγχρονίζονται οπτικά με το μοδάτο μίνιμαλ του παρόντος. Θα είχε εντυπωσιακά λαμπερό χρώμα – ένα  έντονο πορτοκαλί, πχ, που σε παρασύρει αβίαστα στη χαρά. Θα ήταν, επίσης, γυαλιστερό – οι επιφάνειές του θα είχαν ειδική ανακλαστική επίστρωση για να σε καθρεφτίζουν· να σε φέρνουν, όμως, και αντιμέτωπο με τον εσώτερο εαυτό σου. Θα είχε, επίσης, ιστορικό, πολιτισμικό και νοηματικό ενδιαφέρον ενώ θα προκαλούσε, επιπλέον, κοινωνιολογικές συζητήσεις για την εικόνα και την επιθυμία – της κατανάλωσης, της έκφρασης, και του ανήκειν. Η επιθυμία του σώματος και η γονιμότητά του, ή η έλλειψή τους, θα αναφέρονται εξ αντανακλάσεως. Όπως ακριβώς ισχύει για την Balloon Venus Lespunge (Orange) του Jeff Koons.

     



Ωστόσο, δεν πρόκειται για το δημοφιλές γλυπτό του αμερικανού καλλιτέχνη, αλλά για ένα εξίσου δημοφιλές έργο – λογοτεχνικό. Ένα βιβλίο που προκαλεί τόσο με την ρεπορταζιακή, έως ανέμπνευστη, γραφή του όσο και με το παραστατικό καθρέφτισμα, στις σελίδες του, της genZ. Ή, μιας μεγάλης μερίδας της, έστω. Δεν γυαλίζει, όμως, και έχει συμβατικό παραλληλόγραμμο σχήμα με ολοπράσινο εξώφυλλο – Η Τελειότητα (μετάφραση Δήμητρας Δότση – Loggia, 2025), το πέμπτο μυθιστόρημα του Vincenzo Latronico για το οποίο έγραψα σχετικά και το κείμενο θα δημοσιευτεί σε προσεχές τεύχος του The Books' Journal. Μέχρι τότε μπορείτε να διαβάσετε το διπλό τεύχος Ιουλίου–Αυγούστου που μόλις κυκλοφόρησε. 









Σημείωση: H έκθεση "Αφροδίτη του Lespunge", απ' όπου και οι πιο πάνω φωτογραφίες,  είναι πρωτότυπη, άρτια στοχευμένη στο αντικείμενό της, αναπτυγμένη με πληροφορίες και γνώση που εντυπώνονται, και  μεγαλειώδης, πλήρης ως αίσθηση. Θα τρέχει έως τις 31.08.2026 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. 

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022


 


 Limelight, 

   

 ol' chum.

 

 

 



 

Είναι μέρες τώρα που προσπαθώ να γράψω για το "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ" (μτφρ: Λουίζα Μιζάν - Ψυχογιός, 2O19) – το βραβευμένο με Booker International (2O17) μυθιστόρημα του David Grossman που αφηγείται μία παράσταση κωμωδίας stand-up. Πάλκο, προβολείς, μικρόφωνο, σκαμπό, ένας κωμικός που αυτοσχεδιάζει. Κι ένα κοινό που, πίνοντας το ποτό του ή και τρώγοντας κάτι, ακούει αστεία όπως αυτό που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο του ισραηλινού συγγραφέα: "Ένα άλογο  μπαίνει σε ένα μπαρ και ζητάει από τον μπάρμαν μια μπίρα Γκόλντσταρ βαρέλι. Ο μπάρμαν τού δίνει, και το άλογο την πίνει και ζητάει ένα ποτήρι ουίσκι. Το πίνει, ζητάει ένα ποτηράκι τεκίλα, Την πίνει. 'Ενα σφηνάκι βότκα και μια μπίρα..."  Ωστόσο, ο τρόπος που το χειρίζεται ο ισραηλινός συγγραφέας αποδεικνύει ότι είναι κάτι πολύ σύνθετο, περίτεχνο και επώδυνο. 

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα καταγώγιο της  Νατάνια, μιας μικρής πόλης στο σύγχρονο Ισραήλ, όπου ο αφηγητής παρακολουθεί μια παράσταση κωμωδίας stand-up. Εντελώς ασυνήθιστο για κάποιον του κύρους και της φήμης ενός δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ωστόσο ο Αβισάι Λαζάρ, συνταξιούχος πλέον, αναγκάζεται να δεχτεί την πρόσκληση του κωμικού Ντόβαλε Γκρίνσταϊν που υπήρξε για λίγο παιδικός του φίλος. Γνωρίστηκαν όταν έκαναν μαζί ιδιαίτερα μαθήματα και δεν άργησαν να γίνουν κολλητοί – ο Ντόβαλε τον θαύμαζε για την εξυπνάδα και την σταθερότητά του ενώ εκείνος για το πνεύμα και την αντιδραστικότητά του. Όταν σταμάτησαν τα μαθήματα χάθηκαν, για να βρεθούν λίγα χρόνια αργότερα, κατά τύχη, στην στρατιωτική κατασκήνωση Γκάντνα. Εκεί, ο Λαζάρ διατήρησε μια ουδέτερη, απόμακρη στάση απέναντι στον μικροκαμωμένο φίλο του κι αυτό τον κάνει να πιστεύει πως ο Ντόβαλε τον καλεί τώρα για κάποιον προσωπικό, εκδικητικό, λόγο. Ο κωμικός ωστόσο είναι σαφής – το μόνο που του ζητούσε ήταν να τον δει και να του πει, στο τέλος της παράστασης, «τι βγάζει προς τα έξω».

Η παράσταση ξεκινά με τον Ντόβαλε να λέει μερικά κοινότοπα αστεία και να φλυαρεί με το κοινό. Στην συνέχεια, ωστόσο, οι αυτοσχεδιασμοί του γίνονται μια σειρά από ξεκάρφωτα ξεσπάσματα –μία μείξη από προσωπικά βιώματα με εμβόλιμους χυδαίους, προσβλητικούς κυνισμούς εν είδει αστείων– για να καταλήξουν σε έναν σχεδόν ανεξέλεγκτο, παραλληρηματικό μονόλογο για την παιδική ηλικία του. Κανείς δεν ήξερε την τυραννική συμπεριφορά του πατέρα του ενώ αντίθετα όλοι ήξεραν ότι τραμπουκίζονταν συστηματικά από τους συμμαθητές του και κανείς δεν έκανε κάτι γι' αυτό. Έτσι, ο μικρός είχε αναπτύξει μια δουλική συμπεριφορά για να τους ικανοποιεί όλους, και να αποφεύγει τα χειρότερα, και μία κλοουνίστικη τεχνική που τους διασκέδαζε κιόλας – περπατούσε ανάποδα, με τα χέρια. Με όρους ψυχολογίας, αυτό θεωρείται συνήθης μαζοχιστική μανούβρα. Κομβικό σημείο στον μονόλογό του είναι ένα συγκεκριμένο γεγονός που τον στιγμάτισε – στα δεκατέσσερά του, κι ενώ βρισκόταν ακόμη στην Γκάντνα, οι αξιωματικοί διακόπτουν ένα από τα πολλά επεισόδιο τραμπουκισμού του για να του ανακοινώσουν ότι πρέπει να παραστεί στην κηδεία του γονιού του,  χωρίς ωστόσο να του πουν για ποιόν από τους δύο πρόκειται.

Ταυτόχρονα με την αφήγησή του στην σκηνή, ο Ντόβαλε κάνει σπασμωδικές, φρικαρισμένες  κινήσεις κι αυτοτραυματίζεται – σπάει τα γυαλιά του, ματώνει.  Έτσι, αυτό που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέσο ενδυνάμωσης της αυτοπεποίθησής του, ή έστω ένας μηχανισμός διαχείρησης μιας κρίσης άγχους ή της επανεμφάνισης του θρήνου για τον γονιό που έχασε, γίνεται ένα επώδυνο φιάσκο· μία τρύπια ασπίδα ενάντια στο βάρος της αναδυόμενης μνήμης και της τρέχουσας πραγματικότητας – στα πενήντα επτά του, με πέντε αποτυχημένους γάμους, ισάριθμα παιδιά που δεν θέλουν να έχουν σχέση μαζί του, πολλά μοναχικά βράδυα σε άθλια μοτέλ και μία πρόσφατη διάγνωση καρκίνου του προστάτη.

 


Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην διάρκεια μόλις δύο ωρών και ο συγχρονισμός του Νταβίντ Γκρόσμαν, που κινεί πολλά νήματα, είναι άψογος – κάθε ενέργεια του Ντόβαλε επί σκηνής επιδρά και συνυφαίνεται με κάθε σκέψη και κίνηση του Λαζάρ ο οποίος, παρακολουθώντας την παράσταση, συνειδητοποιεί πως και η δική του ζωή δεν είναι ακριβώς επιτυχημένη. Φημισμένος μεν για τις ακριβοδίκαιες αποφάσεις του και το πάθος του για δικαιοσύνη αλλά και ιδιαίτερα αντιπαθής για την επικριτικότητά του και την παγερή αποστασιοποίησή του, εντός κι εκτός δικαστηρίου, κάτι που επιτάχυνε την συνταξιοδότησή του. Χωρίς σύζυγο – πέθανε ξαφνικά από καρκίνο πριν από λίγα χρόνια. Χωρίς παιδιά. Με ελάχιστους φίλους κι ένα παρόν αυστηρά μοναχικό –  μόνοι σύντροφοί του ένας ηλικιωμένος σκύλος και η απαρηγόρητη θλίψη του. 

Παράλληλα, η παραμικρή αντίδραση του κοινού κουμπώνει εντελώς απρόσκοπτα με τις σκέψεις των δύο και  η εξέλιξη της πλοκής (η παράσταση έχει πράγματι πλοκή και μάλιστα περιπέτειας) μεταδίδει την αίσθηση του επείγοντος – ο αναγνώστης συμμερίζεται την πνιγηρή αίσθηση που δίνουν τόσο το γεμάτο καταγώγιο όσο και το μανιακό παραλλήρημα του Ντόβαλε. Ο συγγραφέας έχει δε προσδώσει στην παράσταση και μια χροιά θρίλερ –  ο επί σκηνής Ντόβαλε δεν αποκαλύπτει ποιός από τους δύο γονείς του είχε τότε πεθάνει παρά μόνον προς το τέλος της παράστασης. Όπως και ο έφηβος Ντόβαλε που το έμαθε μπροστά στη σορό. 

Η γραφή του Γκρόσμαν είναι λιτή και διαυγής αλλά πλούσια σε αποχρώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού τον οποίο ο συγγραφέας αποκαλύπτει με λεπτότητα. Ένα παράδειγμα: η μητέρα του Ντόβαλε –μία τραγική μορφή που επιχείρησε να σβήσει το ψυχικό εγκαυστικό που της άφησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κόβοντας τις φλέβες της–,  προβάλλει εύθραυστη. Ο πατέρας του, ένα δεύτερο – η αναπαράσταση του δαιμόνιου, αεικίνητου και σκληρού μα μίζερου άντρα είναι ζωντανή αλλά δεν τον αντιπαθείς (πολύ). Ή, στον αντίποδά τους, η Ευρύκλεια – μία μικροσκοπική και αφελής γυναίκα που έρχεται από το παρελθόν του Ντόβαλε και ως άλλη τροφός ενός σύγχρονου, συναισθηματικά χαμένου, Οδυσσέα παρακολουθεί την παράσταση με την σθεναρή πεποίθηση ότι ο φίλος της δεν είναι αυτή η αποκρουστική καρικατούρα που θέλει να παρουσιάσει στην σκηνή. Και του το λέει. Πόσο εξισορροπητικό εύρημα ετούτη η μητρική φιγούρα. 

Η οικογένεια και η δυναμική της είναι ένα από τα βασικά μοτίβα της θεματολογίας του Γκρόσμαν καθώς και η φιλία, η ιαματική δύναμη της αποδοχής από τον Άλλο, η ειρηνική συνύπαρξη με τους Άραβες – ενυπάρχουν κι εδώ όπως ακριβώς και στο magnus opus του, το "Στο τέλος της γης". Σε τούτο το "μυθιστόρημα δωματίου" ωστόσο λείπει η φύση και ο συγγραφέας "περιορίζεται" στις περιγραφές του εσώτερου τόπου των χαρακτήρων του. Ακόμη και των θεατών –μια ανάγλυφη εικόνα αντιπροσωπευτική της ισραηλινής κοινωνίας– που, όπως ο χορός αρχαίας τραγωδίας, δίνει τον τόνο και προάγει την δράση με την εναλλασσόμενη διάθεση του καθενός και τις διάφορες αντιδράσεις  τους – άλλοι γελούν, άλλοι φεύγουν αγανακτισμένοι, άλλοι παραμένουν αλλά δυσανασχετούν, μερικοί συμμετέχουν, κάποιοι σιωπούν αμήχανα, μία ώριμη κυρία φλερτάρει τον Λαζάρ ενώ μία νεαρή γυναίκα συγκινείται και δείχνει να συμπάσχει με το δράμα του κωμικού. 



Μία στερεότυπη  κωμωδία stand-up είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο είδος για να το αποδώσεις, πολύ περισσότερο δε τούτη η έκτροπη παράσταση, μα ο  Γκρόσμαν το κάνει με έξοχο τρόπο. Αποδίδει αριστοτεχνικά και με συναισθηματική ευφυΐα την πολυπρισματική θέαση και την χωροταξία της παράστασης όπως και τον ρυθμό της – αν και πράγματι δύσκολο να αναπαραχθεί γραπτώς, εδώ είναι διακριτός κι εύγλωττος, σταθερά κλιμακούμενος και ασύλληπτα έντονος. Η μετάφραση της Λουίζας Μιζάν (από τα εβραϊκά) συμπορεύεται με τον ίδιο ρυθμό και το πνεύμα του συγγραφέα. Μεταφράζει: "Την ακούω να ανασκάπτει με το ένα χέρι μέσα στην τσάντα της..." (σελ.276)

Στην αρχή είχα υποθέσει πως πρόκειται για μια ιστορία "Γέλα, παλιάτσο!" Σε αυτό συνέβαλλε το εξώφυλλο που παραπλανά – το καπέλο μπόουλερ είναι χαρακτηριστικό σύμβολο των παραστάσεων καμπαρέ ή ενός πρωτότυπου  κωμικοτραγικού vaudeville με μονόλογο τύπου Σαρλώ. Σε κάθε περίπτωση είναι κάτι εντελώς ξένο με το ύφος και το περιεχόμενό της κωμωδίας stand-up.  Το "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ"  είναι ένα πράγματι ξεχωριστό, ασυνήθιστο,  πιο οικουμενικό βιβλίο. Όχι μόνον επειδή μιλά για το πόσο φοβερά δυσλειτουργικοί είναι οι άνθρωποι και οι κοινωνίες, κι επιπλέον δείχνει τις αντιθετικές δυνάμεις  που διαμορφώνουν τις ζωές μας. Ούτε (μόνον) επειδή ο Γκρόσμαν περιγράφει τον πόνο με λέξεις κι έναν ακλόνητα νηφάλιο τρόπο –  αν και πολύ οδυνηρή η ιστορία και ο πρωταγωνιστής του όντως πάσχει, δεν τον καταδικάζει· δεν του δίνει ένα βεβιασμένο happy end, ούτε όμως του αφήνει χώρο για απόγνωση. Με μια θαραλέα κίνηση, ο Ντοβ υπερβαίνει το τραύμα του και πετά το γάντι στον Αβισάϊ και τους αναγνώστες – πόση πραγματικότητα μπορούμε να αντέξουμε και τι κάνουμε όταν αυτή γίνεται αβάσταχτη;

Ετούτο το θεμελιώδες ερώτημα είναι που θέτει ο βραβευμένος συγγραφέας και ακτιβιστής για περισσότερο από 3Ο χρόνια με το έργο του, τόσο για τους ενηλίκους όσο και για τα παιδιά. Και μας υπενθυμίζει πως πάντοτε έχουμε επιλογές. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε ποιοί είμαστε στ' αλήθεια και να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία των πράξεων, ή μη-πράξεών μας. Μας παρακινεί να αναλάβουμε ευθύνη, και δράση. Ο κόσμος, όλος μια σκηνή, δεν γυρνά με την αδράνεια. Η γνήσια λογοτεχνία και η ανάγνωσή της δεν είναι μία παθητική πράξη.  




ΥΓ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 131 (Ιουνίου 2Ο22) του The Books' Journal – της έγκριτης επιθεώρησης για το βιβλίο, με επιπλέον κείμενα παρεμβάσεων για τα γράμματα, τις τέχνες, τις ιδέες, την πολιτική, την επιστήμη.  





Σημειώσεις: Η αρχική εικόνα είναι λεπτομέρεια επεξεργασμένη από την σελίδα τίτλου του βιβλίου. Το εικαστικό είναι η έγχρωμη οπτικοποίηση των μουσικών δεδομένων των Τεσσάρων Εποχών του Antonio Vivaldi από τον σχεδιαστή και ψηφιακό καλλιτέχνη Nicholas Rougeux. Μπορείτε να το δείτε και σε κίνηση εδώ. 

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

  





Fiction &

Interference facts 



    

Ποιός ήταν ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ; Και πώς αλήθεια έμοιαζε; Μία απλή εγκυκλοπαιδική καταγραφή δίνει αρκετά στοιχεία που είναι λίγο-πολύ γνωστά και σχηματίζουν μια συγκεκριμένη, οικεία εικόνα του Βάρδου. Ωστόσο, ο Bill Bryson στη βιογραφία "Σαίξπηρ: Ολη η αλήθεια για τη ζωή του" (μτφρ. Ελένη Βαχλιώτη – Μεταίχμιο, 2Ο22 / β' έκδοση) ανατρέπει όσα γνωρίζουμε:

"Με τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ λοιπόν βρισκόμαστε στην περίεργη θέση να έχουμε τρεις διαφορετικές προσωπογραφίες από τις οποίες  προήλθαν όλες οι άλλες – δύο από αυτές δεν είναι πολύ καλές και είναι έργα καλλιτεχνών που έζησαν χρόνια μετά τον θάνατό του. Η τρίτη είναι πιο εντυπωσιακή ως πορτρέτο, αλλά μπορεί να παριστάνει ένα εντελώς διαφορετικό άτομο. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι μάλλον παράδοξο. Όλοι αναγνωρίζουμε αμέσως μια προσωπογραφία του Σαίξπηρ μόλις τη δούμε, χωρίς όμως να ξέρουμε πραγματικά πώς έμοιαζε ο ίδιος. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες σχεδόν τις πτυχές της ζωής του και του χαρακτήρα του. Είναι συγχρόνως το πιο γνωστό και το πιο άγνωστο πρόσωπο των αγγλικών γραμμάτων." 

Ο μόλις 2Ο3 σελίδων (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι Ευχαριστίες του συγγραφέα, οι υποσημειώσεις της μεταφράστριας και μία βασική βιβλιογραφία) τόμος είναι διαρθρωμένος σε εννέα κεφάλαια,  καθένα από τα οποία αφορά και μία διαφορετική χρονική περίοδο της ζωής του μεγάλου δραματουργού. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το τρίτο κεφάλαιο όπου ο συγγραφέας διερευνά τα "χαμένα χρόνια" – την βαρετή για πολλούς μελετητές περίοδο 1585-1592 όπου δεν υπάρχει κανένα ιστορικό ίχνος του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ εκτός από έναν υπαινιγμό ότι το 1592 ήταν μέρος της θεατρικής σκηνής του Λονδίνου. Κι αυτό είναι ένα από τα αξιοπρόσεκτα στοιχεία ετούτης της βιογραφίας – οι πολλές ιδιότητες του Άγγλου που εκτός από δραματουργός, υπήρξε σκηνοθέτης και ηθοποιός. "Ο Σαίξπηρ φαίνεται πως ήταν ηθοποιός σε όλη την επαγγελματική ζωή του..."  γράφει ο Μπράισον. Αναφέρεται επίσης και στην ύπαρξη της Anne Whateley – της νεαρής γυναίκας που υποτίθεται πως προοριζόταν για μελλοντική σύζυγος του Ουίλλιαμ πριν αυτός παντρευτεί την Ανν Χάθαγουέι. Αν και οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν πως η Ουότλι δεν υπήρξε ποτέ και πως το όνομά της σε ένα έγγραφο σχετικά με τον γάμο του Σαίξπηρ οφείλεται σε λάθος υπαλλήλου, αρκετοί είναι εκείνοι που πιστεύουν πως η Ουότλι υπήρξε πραγματικά και ήταν αντίζηλος της Χάθαγουέι.



Το βιβλίο δεν γράφτηκε για να συνεισφέρει νέα βιογραφικά στοιχεία για τον άγγλο δραματουργό αλλά για να συμπληρώσει την σειρά βιβλίων μεγάλου εκδοτικού οίκου η οποία περιλαμβάνει βιογραφίες  σημαντικών προσωπικοτήτων. Ωστόσο, ο λόγος συγγραφής του μοιάζει να είναι  η ανατροπή της κάθε βεβαιότητας που έχουμε για τον Άγγλο. Ο Μπράισον, σε όλη την έκταση του βιβλίου, χρησιμοποιεί τις ελάχιστες επιβεβαιωμένες πληροφορίες που υπάρχουν για τον Σαίξπηρ και, βασιζόμενος μόνο σε πρωτογενείς πηγές και αποκωδικοποιημένα αρχεία της εποχής, φωτίζει τις συνθήκες διαβίωσης του Βάρδου ενώ αντικρούει, επίσης, τις όποιες σκοτεινές θεωρίες κυκλοφορούν για το έργο του χωρίς να προβεί στην παραμικρή κριτική για την λογοτεχνικότητά του. Κι επιπλέον, δίχως να κάνει τις συνήθεις συνδέσεις βίου κι έργου, όπως οι υπόλοιποι βιογράφοι του Σαίξπηρ τους οποίους επικαλείται.          

Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς πως ο αμερικανο-βρετανός Μπράισον, ως ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος που είναι, γράφει με στεγνό, ενημερωτικό τρόπο και γι'αυτό ανιαρό. Πολύ περισσότερο δε τη στιγμή που χρησιμοποιεί ακαδημαϊκό υλικό και συγκεκριμένη μεθοδολογία με συστηματικό κι εκτενή τρόπο. Ωστόσο, ο Μπράισον είναι επίσης ένας χαρισματικός συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα δημοφιλής, και κάνει εδώ αυτό που ξέρει να κάνει πολύ καλά – μιλά για το αντικείμενό του τοποθετώντας το στο αντίστοιχό του χρονικό πλαίσιο και αναλύοντάς το περιμετρικά και με κάθε λεπτομέρεια. Από τις διατροφικές συνήθειες, τις ενδυματολογικές μόδες και τον καλλωπισμό· την κοινωνική διαστρωμάτωση και τις υγειονομικές συνθήκες (βλ. πανώλη) μέχρι την τυπογραφία, την ιστορία του θεάτρου στο Λονδίνο, τις θεατρικές πρακτικές και τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες του Γκλόουμπ έως την ορθογραφία, την χρήση και την εξέλιξή της αγγλικής γλώσσας και την δημιουργία του Σίτι. 




Έτσι το βιβλίο, που απευθύνεται στο γενικό κοινό και όχι σε αναγνώστες με επαγγελματική ειδίκευση, θα μπορούσε να είναι μία δελεαστική και edutaining εισαγωγή στο έργο του μεγάλου Βάρδου. Ένα πυκνό και πράγματι συναρπαστικό αφήγημα με πολύ γνώση, πνευματώδεις παρατηρήσεις και σασπένς που αναβιώνει δύο εποχές (ελισαβετιανή και ιακωβιανή) και περιβάλλει τον αναγνώστη με την αύρα τoυς. Και αν, στο τέλος της ανάγνωσης, μας διαφεύγουν η αληθινή, φωτορεαλιστική εικόνα του προσώπου του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και οι πολλές επακριβείς λεπτομέρειες για την ζωή του σε όλες τις εκφάνσεις της, μας μένει ανεξίτηλη η αίσθηση του πνεύματος και του χαρακτήρα του – ευγενική φύση, δυναμικός μα ελκυστικός σκεπτικισμός κι ένα χάρισμα (για τις λέξεις και την αφήγηση) ασυναγώνιστο, ακόμη και στην εποχή μας. 






Σημειώσεις: H πρώτη εικόνα είναι λεπτομέρεια από χειρόγραφο του "Οι Δαιμονισμένοι" όπου ο  Fyodor Dostoevsky έχει σκιτσάρει  ένα μικροσκοπικό πορτρέτο του Σαίξπηρ σε προφίλ. Στο κολάζ βλέπετε τις τρεις γνωστές προσωπογραφίες και το γλυπτό που αναφέρονται στο βιβλίο και αποδίδουν την υποτιθέμενη μορφή του Σαίξπηρ. Τέλος, η επιχρωματισμένη μεζοτίντα του M. Rapine δείχνει τα χρώματα που εμφανίζονται σε μια σαπουνόφουσκα από την παρεμβολή των ανακλώμενων ακτίνων φωτός. 

Δευτέρα 18 Απριλίου 2022




 Limelight 




Είναι μέρες που προσπαθώ να γράψω για το  "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ" (μτφρ: Λουίζα Μιζάν - Ψυχογιός, 2O19) – το βραβευμένο με Booker International (2O17) μυθιστόρημα του David Grossman που αφηγείται μία παράσταση κωμωδίας stand-up. Πάλκο, προβολείς, μικρόφωνο, σκαμπό, ένας κωμικός που αυτοσχεδιάζει. Κι ένα κοινό που, πίνοντας το ποτό του ή και τρώγοντας κάτι, ακούει αστεία όπως αυτό που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο του ισραηλινού συγγραφέα: "Ένα άλογο  μπαίνει σε ένα μπαρ και ζητάει από τον μπάρμαν μια μπίρα Γκόλντσταρ βαρέλι. Ο μπάρμαν τού δίνει, και το άλογο την πίνει και ζητάει ένα ποτήρι ουίσκι. Το πίνει, ζητάει ένα ποτηράκι τεκίλα, Την πίνει. 'Ενα σφηνάκι βότκα και μια μπίρα..." 

Θα έπρεπε  να είναι  εύκολο να γράψω ένα κείμενο γι' αυτό – το χιούμορ είναι, γενικώς, κάτι απλό κι ευφρόσυνο ακόμη κι όταν είναι χονδροειδές ή άτσαλο ή επιθετικό όπως συμβαίνει συνήθως στα stand-ups. 

Ωστόσο, δεν είναι.  

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

 



Τι είναι σε μια λέξη;

  





Στην πιο πάνω παράφραση του Σαίξπηρ μοιάζει να απαντά ο Jürgen Buchmann με το ολιγοσέλιδο "Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ" (μτφρ. Συμεών Γρ. Σταμπουλού – Gutenberg, 2O19 / Aldina 18) –  ένα ιδιότυπο ανάγνωσμα που εστιάζει κατ'αρχάς στην γλώσσα· ή, μάλλον, στην ποικιλομορφία των γλωσσών του κόσμου.   

Γλώσσες ηχομιμητικές, νοηματικές, συνθηματικές, αργκό, διχαστικές. Γλώσσες δημιουργικές ή ασκητικές. Γλώσσες ζωντανές και υπόρρητες, μα κυρίως γλώσσες νεκρές – γλώσσες, διάλεκτοι και ιδιώματα τόπων όπου περιηγήθηκε κι έζησε ο Μάρκο Πόλο –Κίνα, Περσία, Ινδία, Ιαπωνία και άλλες ασιατικές χώρες και πόλεις–  πριν επιστρέψει στην πατρίδα του, τη Βενετία, το 1295. Εκείνη την περίοδο, ωστόσο, η Βενετία ήταν σε πόλεμο με την Γένοβα και ο Μάρκο Πόλο, που πήρε μέρος με τους συντοπίτες του, συνελήφθη και  φυλακίστηκε από τους Γενοβέζους για έναν χρόνο (1298 - 1299). Στην διάρκεια της φυλάκισής του υπαγόρευσε τις αναμνήσεις του στον συγκρατούμενό του, ποιητή και συγγραφέα ρομαντικών μυθιστορημάτων, Rustichello da Pisa ο οποίος αργότερα τις κατέγραψε σε βιβλίο – "Τα Ταξίδια του Μάρκο Πόλο / The Travels of Marco Polo" έδωσε στους Ευρωπαίους της εποχής μία πρώτη και ολοκληρωμένη εικόνα του τότε μυστήριου πολιτισμού και τις διάφορες εσωτερικές διεργασίες του κόσμου της Ανατολής καθώς και τον πλούτο και το μεγάλο μέγεθος της Αυτοκρατορίας των Μογγόλων και της Κίνας.

Σε αυτό το ταξιδιωτικό ημερολόγιο βασίζεται το παρόν βιβλίο με το οποίο ο γερμανός φιλόλοφος, φιλόσοφος και σεναριογράφος Γιούργκεν Μπούχμανν συστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για ένα παιγνιώδες εκ πρώτης όψεως, ανάγνωσμα – δίνει αρχικά την εντύπωση μυθοπλασίας μαγικού ρεαλισμού και άκρατου συμβολισμού καθώς ορισμένες από τις αφηγήσεις του είναι ασαφείς, άλλες εμφανίζουν κρυπτικές διαστάσεις ή γλαφυρές εκφάνσεις της σιωπής. Το ίδιο περίπου έχει κάνει και ο Ίταλο Καλβίνο στις  Αόρατες Πόλεις του. Ενώ όμως ο ιταλός συγγραφέας αναδημιουργεί και περιχαρακώνει έναν αστικό χώρο με ιστορίες ανθρώπων, την μνήμη, τα όνειρα, την επιθυμία και τις επιδιώξεις τους, ο  Μπούχμαν επικεντρώνεται στην ρεαλιστική πολυσχιδία των γλωσσών και τις ανάγλυφες διαστάσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας – το βάθος, την πολυπλοκότητα, την αμφισημία· τα όρια, τα κενά, τις πιθανότητες, την τυχαιότητα, τις παρεξηγήσεις. Την νοοτροπία, εντέλει, και την συμπεριφορά των ατόμων. 

Οι τριάντα τέσσερις μικροαφηγήσεις του βιβλίου, με τις συμπυκνωμένες μα λυρικές περιγραφές τους, θα προβληματίσουν τον τυπικό αναγνώστη της πεζογραφίας. Την προσοχή του θα τραβήξει πιο εύκολα η προσεκτική μετάφραση του Σ. Σταμπουλού και ιδίως το επίμετρό του όπου παραθέτει πληροφορίες για τον συγγραφέα και το έργο του. Ο ίδιος ο Μπούχμανν, συγγραφέας δύσκολος και όχι δημοφιλής, δίνει αρκετές πληροφορίες για το βιβλίο και την συγγραφή του στο δικό του σημείωμα, στις τελευταίες σελίδες, κι αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον και διαφωτιστικό. Ένας φιλόλογος ή γλωσσολόγος, όμως, θα βρει το Γλωσσολογικό Παράρτημα του βιβλίου συναρπαστικό. Ο συγγραφέας παραθέτει εκεί σημειώσεις, παρατηρήσεις και πραγματολογικές πληροφορίες που, εκτός από τις πηγές, αφορούν κυρίως την γραμματική και την σύνταξη της κάθε γλώσσας – δλδ, τον δομικό σκελετό της που αποκαλύπτει την λειτουργία και την φιλοσοφία της και, ως εργαλείο σκέψης που είναι, τον αντίκτυπο που έχει στις ζωές των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, τις σχέσεις και τις ταυτότητες των ανθρώπων που η κάθε γλώσσα διαμορφώνει.





Το βιβλίο ετούτο θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μικρά χρονικά της γλώσσας ως διαχρονικής οντότητας ανάλογης με τον χρόνο και τον τόπο και, όπως εδώ, την έμπνευση του συγγραφέα – ο Μπούχμανν δημιουργεί τόσο πολυεπίπεδους μικρόκοσμους που μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή για να τους κατανοήσεις. Εκείνο, ωστόσο, που ο κάθε  αναγνώστης αντιλαμβάνεται  με σαφήνεια εξαρχής είναι πως η γλώσσα είναι ένας ζωντανός σύνδεσμος μεταξύ των ανθρώπων – λειτουργικός ή όχι, είναι κάτι που το επιλέγει ο καθένας μας γιατί εκτός από μέσο επικοινωνίας, όπως λέει ο  Ngũgĩ wa Thiongʾo,  η γλώσσα είναι επίσης φορέας πολιτισμού. 















Σημειώσεις: Οι στίχοι του Σαίξπηρ, από το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, είναι:    "What's in a name? that which we call a rose / By any other name would smell as sweet." // Το ασπρόμαυρο εικαστικό με τον Πύργο της Βαβέλ είναι του γερμανού Athanasius Kircher – ενός ιησουίτη λογίου και πολυμαθή τον οποίο έχουν συγκρίνει, για το τεράστιο εύρος των ενδιαφερόντων του, με τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. / Το δεύτερο εικαστικό είναι λεπτομέρεια του εξωφύλλου από το "Το βλέμμα" (2ΟΟ7) του Αλέξανδρου Ίσαρη. / Μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ τον μεταφραστή να μιλά για την βαβελική γλώσσα, τον γερμανό συγγραφέα,  κ.ά. ενδιαφέροντα. 

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

 




Ένα τεράστιο πεδίο 

ελευθερίας 



...που ο καθένας μπορεί να πει τα πάντα ( ... ) γι' αυτό η λογοτεχνία είναι πιο απαραίτητη από ποτέ. Αποκαθιστά την πολυπλοκότητα και την αμφισημία σε έναν κόσμο που τις έχει αποσύρει. Μπορεί να ακροαστεί, χωρίς εξωραϊσμούς και αυταρέσκεια, ό,τι πιο άσχημο, πιο επικίνδυνο και πιο ανίερο παράγουν οι κοινωνίες μας. Η λογοτεχνία ζητάει χρόνο μέσα σ' έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι γρήγορα, που η εικόνα και το θυμικό κατατροπώνουν την ανάλυση. Για να παίξει όμως πλήρως τον ρόλο της, πρέπει να μείνει στο ύφος της και στα ιδανικά της. 

      Η λογοτεχνία είναι το ουσιώδες ή τίποτα. Αυτή η αντίληψη δεν εντέλλεται την απουσία της ηθικής, απαιτεί μία "υπερηθική", έγραφε ο Ζωρζ Μπατάιγ. 


*

                                                                                            

Το "Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες" (μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου – Στερέωμα, 2Ο18) είναι ένα μόλις 69 σελίδων βιβλίο που περιλαμβάνει έξι κείμενα της γαλλόφωνης Μαροκινής Leïla Slimani τα οποία αγγίζουν σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα και, παρ' όλη την ελαφρώς ρομαντική χροιά τους, διακρίνονται για τον δυναμισμό, την απροκάλυπτη αμεσότητα και την ευκρίνεια της σκέψης της. 

Την συλλογή προλογίζει ο Éric Fottorino που εκτός από έγκριτος συγγραφέας είναι και διευθυντής του Le 1 – το ανεξάρτητο κι αντισυμβατικό περιοδικό όπου πρωτοδημοσιεύτηκαν τα άρθρα της συλλογής, διαφορετικά μεταξύ τους σε ύφος. Δύο είναι δημοσιογραφικά: Το "Ένας στρατός από πένες", απ' όπου και το πιο πάνω απόσπασμα,  γράφτηκε μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Charlie Hebdo και η ανάγνωσή του, όπως και του "Φονταμενταλιστές, σας μισώ" που γράφτηκε την επομένη των επιθέσεων στο Μπατακλάν, κάνει αισθητό τον θυμό της συγγραφέως για την νοοτροπία του τρομοκράτη, τον αναλφαβητισμό του μουσουλμανικού κόσμου και κάθε τι δογματικό που φύεται στις κοινωνίες.

Τρία άρθρα είναι μικρά διηγήματα: Στο ομότιτλο "Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες" και στο "Περιμένοντας τον Μεσσία"  η συγγραφέας προτάσσει, όπως και στα υπόλοιπα άρθρα της αλλά και γενικότερα στο έργο της, την ανεκτικότητα, την απόρριψη των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, και την υπεράσπιση των πεποιθήσεων και των αξιών του δυτικού πολιτισμού. Το "Ένα αλλού", ωστόσο, είναι ένα τεκμήριο υπεράσπισης της ελευθερίας του νου και της λογοτεχνίας – η Ριμ, η πρωταγωνίστρια του διηγήματος, μεγαλώνοντας σε ένα σκληρό περιβάλλον, βρίσκει διέξοδο στα ταξίδια της ανά τον κόσμο με οδηγούς τους Μάντελσταμ, Τολστόι, Φώκνερ, Φιτζέραλντ και άλλους λογοτέχνες που, μέσα από τις σελίδες των έργων τους, την ξεναγούν στα διάφορα μήκη και πλάτη της γης.

Στο πρωτοπρόσωπο κι εξομολογητικό "Γαλλίδα, αλλοδαπών γονέων" η Σλιμανί, που γεννήθηκε το 1981 στο Μαρόκο και έφτασε στη Γαλλία για σπουδές στα 17 της, ομολογεί με θάρρος και υπερηφάνεια τον σύνθετο εαυτό της:
«Είμαι το παιδί όλων αυτών των ξένων και είμαι Γαλλίδα. Είμαι μετανάστρια, Παριζιάνα, ελεύθερη γυναίκα, σίγουρη ότι μπορείς να αυτοπροσδιοριστείς χωρίς να πρέπει να ακυρώσεις τους άλλους. Ότι η εθνικότητα δεν είναι ούτε δόξα, ούτε τιμή».

Ετούτη η πολλαπλή ταυτότητά της, συνδυαζόμενη με την διπλή υπηκοότητα –την Μαροκινή και την Γαλλική–, την καθιστά ικανή να διακρίνει τις ευαίσθητες λεπτομέρειες των δύο πολιτισμών που συνήθως υπερκαλύπτονται από την κεκτημένη ταχύτητα της προόδου και τα ταχύτατα αντανακλαστικά των ανθρώπων να συμπορευτούν. Τέτοιες λεπτομέρειες, που μορφοποιούν και δίνουν νόημα στην απτή πραγματικότητα, και την Ιστορία παρεμπιπτόντως, μαζί με την έντονη δίψα της για ελευθερία σκέψης και έκφρασης, συνιστούν το όραμα της Σλιμανί για την χώρα: "Να με τι θα ήθελα να μοιάζει η Γαλλία του 2Ο16: με τα χαρούμενα και ατέλειωτα χριστουγεννιάτικα δείπνα της, εκεί που ο καθένας είχε την θέση του, εκεί που κανείς δεν κατέκρινε, ούτε αυτούς που είχαν μεθύσει ούτε τους άλλους που λέγανε αυτό που νοιώθανε. Εκεί που οι γέροι δεν κορόιδευαν τις κουβέντες των πιο νέων, εκεί που οι βλάσφημοι διασκέδαζαν όλο το τραπέζι. Εκεί που, στο τέλος, δεν απέμενε παρά μόνον η σιγουριά ότι είναι προνόμιο να είμαστε όλοι μαζί σ' έναν κόσμο όπου, παρ' όλα αυτά, τα πάντα έχουν βαλθεί να μας χωρίσουν."   




Δημοσιογράφος, δημοφιλής συγγραφέας βραβευμένη με Goncourt (2O16) και εκπρόσωπος του γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν στον Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας, η Λεϊλά Σλιμανί, με τα κείμενά της, συμβάλλει ουσιαστικά στο ζήτημα του διαλόγου μεταξύ των πολιτισμών. Και αν κάτι κάνει την ολιγοσέλιδη ετούτη συλλογή αξιοδιάβαστη δεν είναι μόνο το ότι συνιστά μια καλή αρχή για να γνωρίσει κάποιος μία από τις πιο φωτεινές νέες πένες της Γαλλίας. Είναι και το ότι η συγγραφέας καταταδεικνύει εύστοχα και συγκινησιακά αφενός τον πλούτο της διαπολιτισμικότητας και την συγκολλητική ιδιότητα του ανθρωπισμού, κι αφετέρου την ικανότητα της λογοτεχνίας να προβάλει έναν δικαιότερο κόσμο και να μάχεται γι' αυτόν.





Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία εικονίζει την Εθνική Βιβλιοθήκη της Βρετανίας.

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

 





Admired Silence

 



Σε έναν από τους σημαντικότερους ζώντες αφρικανούς λογοτέχνες απονεμήθηκε φέτος το Νόμπελ Λογοτεχνίας: στον πεζογράφο και κριτικό  Abdulrazak Gurnah για "την ασυμβίβαστη και γεμάτη κατανόηση εμβάθυνσή του στις επιπτώσεις της αποικιοκρατίας και τη μοίρα των προσφύγων στο μεταίχμιο μεταξύ πολιτισμών και ηπείρων."

Ο Αμπντουλραζάκ Γκούρνα είναι ο πρώτος μαύρος αφρικανός λογοτέχνης που βραβεύεται από το 1986 –όταν είχε βραβευτεί ο Wole Soyinka–, ο πρώτος Τανζανός και ο πρώτος μαύρος συγγραφέας από το 1993 – χρονιά που βραβεύτηκε η Τόνι Μόρρισον. Γεννήθηκε στην Ζανζιβάρη το 1948 κι έφτασε στη Βρετανία το 1968 ως μετανάστης για σπουδές έχοντας δραπετεύσει από τη νήσο για να γλιτώσει από τις διώξεις κατά των Αράβων πολιτών στη διάρκεια της Επανάστασης της Ζανζιβάρης. Στη συνέχεια εργάζεται ως καθηγητής και Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών στο τμήμα της Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Κεντ μέχρι την συνταξιοδότησή του. 

Στα μυθιστορήματά του ασχολείται πάντοτε με τους απόκληρους και η κυρίαρχη θεματολογία του είναι η ταυτότητα και  η μετανάστευση και ο τρόπος που αυτές διαμορφώνονται από τα απότοκα  της αποικιοκρατίας. "Δεν πρόκειται πάντοτε για την αναζήτηση ασύλου, μπορεί να είναι για τόσους πολλούς λόγους – εμπόριο, εκπαίδευση, έρωτας," λέει η εκδότρια του στον οίκο Bloomsbury και προσθέτει πως ο Γκούρνα είναι τόσο σπουδαίος όσο ο Chinua Achebe ενώ η γραφή του "είναι ιδιαίτερα όμορφη και σοβαρή αλλά, επίσης, χιουμοριστική και ευγενική και ευαίσθητη. Ένας εξαιρετικός συγγραφέας που γράφει για πραγματικά σημαντικά ζητήματα."

Ευκαρία, λοιπόν, να γνωρίσουμε αυτόν τον αξιοσημείωτο συγγραφέα που αποστρέφεται τις στερεότυπες περιγραφές και ανοίγει το βλέμμα μας σε μια πολιτιστικά διαφοροποιημένη Ανατολική Αφρική, άγνωστη σε πολλούς.  






Σημείωση: Η κεφαλίδα της ανάρτησης είναι ο τίτλος του πέμπτου μυθιστορήματος του νομπελίστα πλέον συγγραφέα, Admiring Silence (1996), σε παράφραση. / Το πορτρέτο του Γκουρά είναι φιλοτεχνημένο από τον σουηδό Niklas Elmehed, υπεύθυνο για τα επίσημα πορτρέτα των βραβευμένων με Νόμπελ. / Μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ το βίντεο της ανακοίνωσης. 

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

 


 


Come, they told me not 




 

Θεωρείται ο χαμένος γίγαντας της αμερικανικής λογοτεχνίας – όπως συνέβη με τον John Edward Williams και τη Lucia Berlin, στην εποχή του ο  William Melvin Kelley γνώρισε πρόσκαιρη φήμη και μετά βυθίστηκε στη λήθη για να ανακαλυφθεί κατά τύχη στις μέρες μας και να αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια με το πρώτο μυθιστόρημά του.   

Το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" (μτφρ. Γ. - Ί. Μπαμπασάκη – Μεταίχμιο, 2Ο2Ο) εκτυλίσσεται στο Σάτον, μία μικρή πόλη στον βαθύ αμερικανικό Νότο. Εκεί, η συνύπαρξη των Μαύρων με τους Λευκούς είναι ειρηνική εφόσον ο καθένας διατηρεί την θέση του – οι πρώτοι να επιτελούν το "κατώτερο" έργο τους ενώ οι δεύτεροι να ασκούν την ψιλή κυριότητα και κόσμια επιστασία τους. Ώσπου μία μέρα ο Τάκερ Κάλιμπαν –απελευθερωμένος σκλάβος και τώρα αγρότης με δική του περιουσία και σεβαστός από όλους–, σπέρνει αλάτι στο χωράφι του, σκοτώνει τα ζώα, βάζει φωτιά στο σπίτι του και φεύγει προς τον Βορρά με την έγκυο γυναίκα του και το παιδί τους. Δίχως να πει οτιδήποτε σε κανέναν. Ωστόσο, αυτή η κίνηση θα λειτουργήσει ως έναυσμα για τους υπόλοιπους Μαύρους της περιοχής οι οποίοι θα τον ακολουθήσουν μαζικά, αλλά ψύχραιμα και το ίδιο σιωπηλά. Είναι Ιούνιος του 1957 και η φανταστική Πολιτεία όπου ανήκει το Σάτον είναι η μοναδική "...της Ένωσης* που δεν έχει ούτε ένα μέλος της νέγρικης ράτσας ανάμεσα στους πολίτες της."  

Ο Κέλυ έχει επινοήσει εξ' ολοκληρου τον μυθιστορηματικό τόπο, όχι όμως και τις καταστάσεις που διαδραματίζονται στα έντεκα κεφάλαια του βιβλίου, το καθένα από τα οποία αφηγείται ένας λευκός: ο Χάρι Λίλαντ - ένας χαμηλών τόνων κι επιφυλακτικός οικογενειάρχης· ο γιος του,  ο μικρός Κύριος Λίλαντ – ο μόνος στον οποίο μίλησε ο Τάκερ όταν έφευγε: "Είπε πως είμαι νέος και δεν έχω χάσει τίποτε ακόμα". Τα τέσσερα μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας Γουίλσον στους οποίους δούλευαν ο Τάκερ και οι πρόγονοί του, και οι άντρες της μικρής πόλης που συναντιούνται κάθε μέρα στην βεράντα του τοπικού παντοπωλείου και σχολιάζουν.  

 


Η πολυφωνικότητα αυτή, μέσω της οποίας δίνεται η προσωπικότητα του πρωταγωνιστή, μια αίσθηση θεατρικότητας που μου άφησε  η ανάπτυξη της αφήγησης και το τραγικό τέλος προσδίδουν χροιά αρχαίου δράματος στο μυθιστόρημα. Με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στις αποχρώσεις και τις εντάσεις του κάθε χαρακτήρα, ο Κέλυ εκθέτει την στάση των Λευκών απέναντι στις θεσμοθετημένες  φυλετικές διακρίσεις και  τούτη την κινητική αφύπνιση των Μαύρων δίνοντας έτσι μία ζωντανή ρεαλιστική εικόνα της εποχής – στα τέλη της  δεκαετίας του 1950, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Μαύρων είχε ήδη εδραιωθεί με σημαντικότατες δικαστικές αποφάσεις υπέρ τους, ωστόσο το  δόγμα του equal but separate θα αργήσει πρακτικά να ανατραπεί. 

Λογοτεχνικά, το επιχειρεί ο Κέλυ στον "Τυμπανιστή" με ένα εύρημα που πολλοί το εξέλαβαν ως σάτιρα ή μαύρο χιούμορ ενώ στην πραγματικότητα είναι το λογικό αντικαθρέφτισμα της πεποίθησης ανωτερότητας των Λευκών – η παντελής απουσία των Μαύρων. Κι όχι μόνον επινοεί ένα σύμπαν όπου οι Μαύροι έχουν περισσότερη δύναμη και αρνούνται να συνεχίσουν να ζουν υπό συνθήκες υποταγής, αλλά πηγαίνει στην ρίζα ετούτης της λευκής πεποίθησης. Με ένα εκτενές flashback, στο δεύτερο κεφάλαιο, ο αμερικανός συγγραφέας αφηγείται το εμπόριο σκλάβων στα τέλη του 19ου αι. και το τοπικό παζάρι όπου ο φανταστικός στρατηγός των Νοτίων Ντιούι Γουίλσον αγοράζει έναν μεγαλόσωμο Αφρικανό. Ο σκλάβος όμως, που έχει εξεγερθεί στο αμπάρι του πλοίου που τον μετέφερε από την Αφρική, μόλις τον βγάζουν στη στεριά το σκάει. Η ένοπλη ομάδα του στρατηγού δεν θα μπορέσει να τον πιάσει ζωντανό κι έτσι ο στρατηγός Γουίλσον θα αποκτήσει μόνο το μωρό που ο Αφρικανός κρατούσε στα χέρια του και το οποίο θα μεγαλώσει στην δούλεψή του. Το μωρό εκείνο είναι ο προπάππος του Τάκερ κι αυτό δικαιολογεί, κατά τους λευκούς κατοίκους της πόλης, τις πράξεις  και τη φυγή του – κάλεσμα του αίματος το ονόμασαν. 

Η εξήγηση όμως δεν είναι τόσο απλοϊκή. Ο Τάκερ Κάλιμπαν, όπως ο ομώνυμος χαρακτήρας  της Τρικυμίας που έχει δική του ζωή έξω από την πλοκή του Σαίξπηρ, αποστασιοποιείται από το σύνολο των ομόφυλών του και με αποφασιστικότητα κάνει πράξη αυτό που πιστεύει πως θα αλλάξει την ρατσιστική πραγματικότητα – "...ο μόνος τρόπος για να πάνε καλύτερα τα πράγματα είναι να σηκωθούν και να φύγουν όλοι οι έγχρωμοι, να γυρίσουμε την πλάτη σε όλα όσα ξέραμε και ν' αρχίσουμε απ' την αρχή", λέει ένας Μαύρος καθώς εγκαταλείπει το Σάτον νοηματοδοτώντας με λέξεις την αποστασία του Τάκερ. Στην πραγματικότητα ο Κέλυ προσωποποιεί έτσι τον κύριο σκοπό του  Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Μαύρων – την ειρηνική αντίσταση και την πολιτική ανυπακοή.




'Ενα βιβλίο  τοποθετημένο ανάποδα  στο σκονισμένο ράφι ενός παζαριού, προκάλεσε την περιέργεια της αμερικανίδας δημοσιογράφου Kathryn Schulz. Ήταν η πανόδετη πρώτη έκδοση ενός σπάνιου βιβλίου  και στην πρώτη σελίδα έγραφε: "Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Ουίλιαμ Κέλυ –για την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι μας– καλωσόρισες!"  Υπογραφή: "Langston Hughes, 19 Φεβρουαρίου 1962" Ενθουσιασμένη με την πολύτιμη ανακάλυψή της, η Schulz συνέχισε το ψάξιμο, για το άγνωστο όνομα αυτή τη φορά, ώσπου ανακάλυψε το πρωτόλειο του Κέλυ.  Στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό άρθρο του New Yorker όπου εξιστορεί την όλη περιπέτεια και παραθέτει επίσης ένα εκτενές κι ενδιαφέρον βιογραφικό του συγγραφέα. 

Από την πρώτη κιόλας έκδοσή του, το 1962, παραλληλίστηκε με καταξιωμένους συγγραφείς, κυρίως με τους  James Baldwin και William Faulkner. Ωστόσο το συγκεκριμένο μυθιστόρημα τοποθετεί τον Κέλυ στο ενδιάμεσο – λιγότερο επικός ή δοκιμιακός από τον πρώτο και λιγότερο υπερβατικός ή "πομπώδης" από τον δεύτερο, ο Κέλυ στα είκοσι τέσσερά του είναι εντυπωσιακά ώριμος ως λογοτέχνης ώστε να αναβιώσει πρόσωπα και καταστάσεις μέσω συνεκτικών και πολυδιάστατων μυθοπλαστικών συμβάσεων, και αρκετά ρεαλιστής ώστε να σκιαγραφήσει με οξυδέρκεια, ενάργεια και αληθοφάνεια, εκτός των άλλων, και τον κάθε τύπο της νέγρικης ταυτότητας – από τους στωικούς κι εργατικούς οικογενειάρχες που κοιτούν την δουλειά τους μέχρι την νέα –τότε– δυναμική γενιά που σπουδάζει. Όπως, για παράδειγμα, η Μπέθρα – η νεαρή οικιακή βοηθός που εργάζεται εσωτερική στους Γουίλσον για να εξοικονομήσει τα δίδακτρα του κολεγίου· οι πρώην συμφοιτητές της στο τοπικό τμήμα του Εθνικού Συλλόγου για τα Ζητήματα των Εγχρώμων· ή, ο αιδεσιμότατος Μπένετ Μπράντσοου, πρώην συμφοιτητής και συγκάτοικος του υιού Γουίλσον στο Χάρβαρντ, που εξέλαβε την κινητοποίηση των Μαύρων ως προσωπική ήττα. 

Στις μέρες μας συγκρίθηκε επίσης, ως πρωτόλειο, με το "Στόουνερ" αν και δεν θα έπρεπε. Παρά την ίδια ψύχραιμη κι αποστασιοποιημένη αλλά περίπλοκη αφήγηση, πρόκειται για δύο αισθητά διαφορετικά έργα, με το "Στόουνερ" να υπερτερεί στον πλούτο της γλώσσας και τον "Τυμπανιστή" να εντυπωσιάζει με την λιτότητα και την πρωτοτυπία της δικής του, και την ενσυναίσθηση του συγγραφέα για το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι και πως αυτό αντανακλάται στους ομόφυλούς του ενώ βιώνεται από το κάθε άτομο ανεξαρτήτου φύλου και χρώματος. Κυρίως όμως με την ευφυή οπτική του – ένας Μαύρος μιλά εκ μέρους των Λευκών για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της φυλής του. Δεν είναι ακατανόητο, εντέλει, που παραγκωνίστηκε τότε – η νέα εισαγωγή της αμερικανικής έκδοσης αποδίδει την λογοτεχνική παρακμή του Κέλυ στο γεγονός ότι "...πολλοί λευκοί αναγνώστες δεν ήθελαν έναν μαύρο συγγραφέα να τους λέει τί σκέφτονταν, ιδίως όταν τόσα πολλά από αυτά ήταν επιτιμητικά."  Και είναι πράγματι πολλά – εκτός από τις διάφορες εκφάνσεις του ρατσισμού, οι οικονομικές ανισότητες, οι ιδεολογικές διώξεις, ο αριβιστικός λαϊκισμός και η θέση της γυναίκας στον λευκό κόσμο είναι ιδιαίτερα εμφανή στην αφήγηση. 



Ο Ουίλλιαμ Μέλβιν Κέλυ δεν είναι ακόμα μία περίπτωση παραγνωρισμένου ευφυούς δημιουργού που ανανήπτει. Είναι κάτι περισσότερο – προκαλεί τα στερεότυπα και τους παραλογισμούς των φυλετικών διακρίσεων με ένα εξαιρετικό εύρημα που μπορεί να προσληφθεί και ως θεωρητικό πείραμα. Και οι όποιες αδυναμίες του μυθιστορήματος, που είναι αρκετές, δεν αποδυναμώνουν την πρωτοτυπία και την τολμηρή ματιά ενός συγγραφέα που κάνει τους Μαύρους ορατούς κι αυτό είναι ουσιώδες –  το να υπάρχεις και να μην γίνεσαι αντιληπτός, λέει ο νομπελίστας Gao Xingjian, είναι το ίδιο σαν να μην υπάρχεις. Με αυτό κατά νου και υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων στην Ουάσινγκτον, όπου επανεμφανίζεται η σημαία της Συνομοσπονδίας, ο αμερικανός συγγραφέας δεν καθίσταται μόνον πολύ επίκαιρος αλλά απαραίτητος κλασικός. Και το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" μια αναγκαία ανάγνωση, αν όχι ιδέα. 






* Το κείμενο γράφει τη λέξη Ένωση αλλά πρόκειται για λάθος της μετάφρασης διότι η  Ένωση αφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, δλδ τους Βόρειους  – 20 ελεύθερες και 5 συνοριακές Πολιτείες που, κατά τον εμφύλιο πόλεμο,  υποστήριζαν τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν και το πρόγραμμά του. Αντίθετα, στο Νότο –όπου αναφέρεται ο συγγραφέας κι εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου–  οι 11 Πολιτείες που ήταν υπέρ της δουλείας και ήθελαν να αποσχιστούν από την Ένωση σχημάτισαν τις Συνομόσπονδες Πολιτείες ή απλώς Συνομοσπονδία.





Σημειώσεις: Το εικαστικό της ανάρτησης  είναι το #19: Postage Commemorating the Advent of Black Power (1967) και ανήκει στη σειρά με τίτλο "American People" της αμερικανίδας καλλιτέχνιδας Faith Ringgold. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία τιτλοφορείται "Lowell Smith, 1981" και ανήκει στην συλλογή του Robert Mapplethorpe "Dark and Light" ενώ, στη συνέχεια, το "Gaze of Silence" (1932) είναι του Paul Klee. // Η φωτογραφία του link της τελευταίας παραγράφου αντλήθηκε από εδώ.