Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα literature - translated. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα literature - translated. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026





An Analogy

     

 



Εάν ήταν γλυπτό, θα ήταν μια μοντέρνα εκδοχή κάτι παλιού – αντιγραφή ενός αρχαϊκού ειδωλίου, για παράδειγμα, σε ανοξείδωτο χάλυβα. Επιβλητικό σε μέγεθος και σε φόρμα – θα είχε ύψος μέχρι το ταβάνι (αίθουσας παλιάς αστικής κατοικίας, όχι δωματίου  διαμερίσματος σύγχρονης πολυκατοικίας)· μια ιδέα καρικατούρας, αναφορές στο έργο κλασικών της ιστορίας της τέχνης και τεράστιες σαν μπαλόνια καμπύλες, λείες και γυμνές για να συγχρονίζονται οπτικά με το μοδάτο μίνιμαλ του παρόντος. Θα είχε εντυπωσιακά λαμπερό χρώμα – ένα  έντονο πορτοκαλί, πχ, που σε παρασύρει αβίαστα στη χαρά. Θα ήταν, επίσης, γυαλιστερό – οι επιφάνειές του θα είχαν ειδική ανακλαστική επίστρωση για να σε καθρεφτίζουν· να σε φέρνουν, όμως, και αντιμέτωπο με τον εσώτερο εαυτό σου. Θα είχε, επίσης, ιστορικό, πολιτισμικό και νοηματικό ενδιαφέρον ενώ θα προκαλούσε, επιπλέον, κοινωνιολογικές συζητήσεις για την εικόνα και την επιθυμία – της κατανάλωσης, της έκφρασης, και του ανήκειν. Η επιθυμία του σώματος και η γονιμότητά του, ή η έλλειψή τους, θα αναφέρονται εξ αντανακλάσεως. Όπως ακριβώς ισχύει για την Balloon Venus Lespunge (Orange) του Jeff Koons.

     



Ωστόσο, δεν πρόκειται για το δημοφιλές γλυπτό του αμερικανού καλλιτέχνη, αλλά για ένα εξίσου δημοφιλές έργο – λογοτεχνικό. Ένα βιβλίο που προκαλεί τόσο με την ρεπορταζιακή, έως ανέμπνευστη, γραφή του όσο και με το παραστατικό καθρέφτισμα, στις σελίδες του, της genZ. Ή, μιας μεγάλης μερίδας της, έστω. Δεν γυαλίζει, όμως, και έχει συμβατικό παραλληλόγραμμο σχήμα με ολοπράσινο εξώφυλλο – Η Τελειότητα (μετάφραση Δήμητρας Δότση – Loggia, 2025), το πέμπτο μυθιστόρημα του Vincenzo Latronico για το οποίο έγραψα σχετικά και το κείμενο θα δημοσιευτεί σε προσεχές τεύχος του The Books' Journal. Μέχρι τότε μπορείτε να διαβάσετε το διπλό τεύχος Ιουλίου–Αυγούστου που μόλις κυκλοφόρησε. 









Σημείωση: H έκθεση "Αφροδίτη του Lespunge", απ' όπου και οι πιο πάνω φωτογραφίες,  είναι πρωτότυπη, άρτια στοχευμένη στο αντικείμενό της, αναπτυγμένη με πληροφορίες και γνώση που εντυπώνονται, και  μεγαλειώδης, πλήρης ως αίσθηση. Θα τρέχει έως τις 31.08.2026 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. 

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022


 


 Limelight, 

   

 ol' chum.

 

 

 



 

Είναι μέρες τώρα που προσπαθώ να γράψω για το "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ" (μτφρ: Λουίζα Μιζάν - Ψυχογιός, 2O19) – το βραβευμένο με Booker International (2O17) μυθιστόρημα του David Grossman που αφηγείται μία παράσταση κωμωδίας stand-up. Πάλκο, προβολείς, μικρόφωνο, σκαμπό, ένας κωμικός που αυτοσχεδιάζει. Κι ένα κοινό που, πίνοντας το ποτό του ή και τρώγοντας κάτι, ακούει αστεία όπως αυτό που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο του ισραηλινού συγγραφέα: "Ένα άλογο  μπαίνει σε ένα μπαρ και ζητάει από τον μπάρμαν μια μπίρα Γκόλντσταρ βαρέλι. Ο μπάρμαν τού δίνει, και το άλογο την πίνει και ζητάει ένα ποτήρι ουίσκι. Το πίνει, ζητάει ένα ποτηράκι τεκίλα, Την πίνει. 'Ενα σφηνάκι βότκα και μια μπίρα..."  Ωστόσο, ο τρόπος που το χειρίζεται ο ισραηλινός συγγραφέας αποδεικνύει ότι είναι κάτι πολύ σύνθετο, περίτεχνο και επώδυνο. 

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα καταγώγιο της  Νατάνια, μιας μικρής πόλης στο σύγχρονο Ισραήλ, όπου ο αφηγητής παρακολουθεί μια παράσταση κωμωδίας stand-up. Εντελώς ασυνήθιστο για κάποιον του κύρους και της φήμης ενός δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ωστόσο ο Αβισάι Λαζάρ, συνταξιούχος πλέον, αναγκάζεται να δεχτεί την πρόσκληση του κωμικού Ντόβαλε Γκρίνσταϊν που υπήρξε για λίγο παιδικός του φίλος. Γνωρίστηκαν όταν έκαναν μαζί ιδιαίτερα μαθήματα και δεν άργησαν να γίνουν κολλητοί – ο Ντόβαλε τον θαύμαζε για την εξυπνάδα και την σταθερότητά του ενώ εκείνος για το πνεύμα και την αντιδραστικότητά του. Όταν σταμάτησαν τα μαθήματα χάθηκαν, για να βρεθούν λίγα χρόνια αργότερα, κατά τύχη, στην στρατιωτική κατασκήνωση ΓκάντναΕκεί, ο Λαζάρ διατήρησε μια ουδέτερη, απόμακρη στάση απέναντι στον μικροκαμωμένο φίλο του κι αυτό τον κάνει να πιστεύει πως ο Ντόβαλε τον καλεί τώρα για κάποιον προσωπικό, εκδικητικό, λόγο. Ο κωμικός ωστόσο είναι σαφής – το μόνο που του ζητούσε ήταν να τον δει και να του πει, στο τέλος της παράστασης, «τι βγάζει προς τα έξω».

Η παράσταση ξεκινά με τον Ντόβαλε να λέει μερικά κοινότοπα αστεία και να φλυαρεί με το κοινό. Στην συνέχεια, ωστόσο, οι αυτοσχεδιασμοί του γίνονται μια σειρά από ξεκάρφωτα ξεσπάσματα –μία μείξη από προσωπικά βιώματα με εμβόλιμους χυδαίους, προσβλητικούς κυνισμούς εν είδει αστείων– για να καταλήξουν σε έναν σχεδόν ανεξέλεγκτο, παραλληρηματικό μονόλογο για την παιδική ηλικία του. Κανείς δεν ήξερε την τυραννική συμπεριφορά του πατέρα του ενώ αντίθετα όλοι ήξεραν ότι τραμπουκίζονταν συστηματικά από τους συμμαθητές του και κανείς δεν έκανε κάτι γι' αυτό. Έτσι, ο μικρός είχε αναπτύξει μια δουλική συμπεριφορά για να τους ικανοποιεί όλους, και να αποφεύγει τα χειρότερα, και μία κλοουνίστικη τεχνική που τους διασκέδαζε κιόλας – περπατούσε ανάποδα, με τα χέρια. Με όρους ψυχολογίας, αυτό θεωρείται συνήθης μαζοχιστική μανούβρα. Κομβικό σημείο στον μονόλογό του είναι ένα συγκεκριμένο γεγονός που τον στιγμάτισε – στα δεκατέσσερά του, κι ενώ βρισκόταν ακόμη στην Γκάντνα, οι αξιωματικοί διακόπτουν ένα από τα πολλά επεισόδιο τραμπουκισμού του για να του ανακοινώσουν ότι πρέπει να παραστεί στην κηδεία του γονιού του,  χωρίς ωστόσο να του πουν για ποιόν από τους δύο πρόκειται.

Ταυτόχρονα με την αφήγησή του στην σκηνή, ο Ντόβαλε κάνει σπασμωδικές, φρικαρισμένες  κινήσεις κι αυτοτραυματίζεται – σπάει τα γυαλιά του, ματώνει.  Έτσι, αυτό που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέσο ενδυνάμωσης της αυτοπεποίθησής του, ή έστω ένας μηχανισμός διαχείρησης μιας κρίσης άγχους ή της επανεμφάνισης του θρήνου για τον γονιό που έχασε, γίνεται ένα επώδυνο φιάσκο· μία τρύπια ασπίδα ενάντια στο βάρος της αναδυόμενης μνήμης και της τρέχουσας πραγματικότητας – στα πενήντα επτά του, με πέντε αποτυχημένους γάμους, ισάριθμα παιδιά που δεν θέλουν να έχουν σχέση μαζί του, πολλά μοναχικά βράδυα σε άθλια μοτέλ και μία πρόσφατη διάγνωση καρκίνου του προστάτη.

 


Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην διάρκεια μόλις δύο ωρών και ο συγχρονισμός του Νταβίντ Γκρόσμαν, που κινεί πολλά νήματα, είναι άψογος – κάθε ενέργεια του Ντόβαλε επί σκηνής επιδρά και συνυφαίνεται με κάθε σκέψη και κίνηση του Λαζάρ ο οποίος, παρακολουθώντας την παράσταση, συνειδητοποιεί πως και η δική του ζωή δεν είναι ακριβώς επιτυχημένη. Φημισμένος μεν για τις ακριβοδίκαιες αποφάσεις του και το πάθος του για δικαιοσύνη αλλά και ιδιαίτερα αντιπαθής για την επικριτικότητά του και την παγερή αποστασιοποίησή του, εντός κι εκτός δικαστηρίου, κάτι που επιτάχυνε την συνταξιοδότησή του. Χωρίς σύζυγο – πέθανε ξαφνικά από καρκίνο πριν από λίγα χρόνια. Χωρίς παιδιά. Με ελάχιστους φίλους κι ένα παρόν αυστηρά μοναχικό –  μόνοι σύντροφοί του ένας ηλικιωμένος σκύλος και η απαρηγόρητη θλίψη του. 

Παράλληλα, η παραμικρή αντίδραση του κοινού κουμπώνει εντελώς απρόσκοπτα με τις σκέψεις των δύο και  η εξέλιξη της πλοκής (η παράσταση έχει πράγματι πλοκή και μάλιστα περιπέτειας) μεταδίδει την αίσθηση του επείγοντος – ο αναγνώστης συμμερίζεται την πνιγηρή αίσθηση που δίνουν τόσο το γεμάτο καταγώγιο όσο και το μανιακό παραλλήρημα του Ντόβαλε. Ο συγγραφέας έχει δε προσδώσει στην παράσταση και μια χροιά θρίλερ –  ο επί σκηνής Ντόβαλε δεν αποκαλύπτει ποιός από τους δύο γονείς του είχε τότε πεθάνει παρά μόνον προς το τέλος της παράστασης. Όπως και ο έφηβος Ντόβαλε που το έμαθε μπροστά στη σορό. 

Η γραφή του Γκρόσμαν είναι λιτή και διαυγής αλλά πλούσια σε αποχρώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού τον οποίο ο συγγραφέας αποκαλύπτει με λεπτότητα. Ένα παράδειγμα: η μητέρα του Ντόβαλε –μία τραγική μορφή που επιχείρησε να σβήσει το ψυχικό εγκαυστικό που της άφησαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κόβοντας τις φλέβες της–,  προβάλλει εύθραυστη. Ο πατέρας του, ένα δεύτερο – η αναπαράσταση του δαιμόνιου, αεικίνητου και σκληρού μα μίζερου άντρα είναι ζωντανή αλλά δεν τον αντιπαθείς (πολύ). Ή, στον αντίποδά τους, η Ευρύκλεια – μία μικροσκοπική και αφελής γυναίκα που έρχεται από το παρελθόν του Ντόβαλε και ως άλλη τροφός ενός σύγχρονου, συναισθηματικά χαμένου, Οδυσσέα παρακολουθεί την παράσταση με την σθεναρή πεποίθηση ότι ο φίλος της δεν είναι αυτή η αποκρουστική καρικατούρα που θέλει να παρουσιάσει στην σκηνή. Και του το λέει. Πόσο εξισορροπητικό εύρημα ετούτη η μητρική φιγούρα. 

Η οικογένεια και η δυναμική της είναι ένα από τα βασικά μοτίβα της θεματολογίας του Γκρόσμαν καθώς και η φιλία, η ιαματική δύναμη της αποδοχής από τον Άλλο, η ειρηνική συνύπαρξη με τους Άραβες – ενυπάρχουν κι εδώ όπως ακριβώς και στο magnus opus του, το "Στο τέλος της γης"Σε τούτο το "μυθιστόρημα δωματίου" ωστόσο λείπει η φύση και ο συγγραφέας "περιορίζεται" στις περιγραφές του εσώτερου τόπου των χαρακτήρων του. Ακόμη και των θεατών –μια ανάγλυφη εικόνα αντιπροσωπευτική της ισραηλινής κοινωνίας– που, όπως ο χορός αρχαίας τραγωδίας, δίνει τον τόνο και προάγει την δράση με την εναλλασσόμενη διάθεση του καθενός και τις διάφορες αντιδράσεις  τους – άλλοι γελούν, άλλοι φεύγουν αγανακτισμένοι, άλλοι παραμένουν αλλά δυσανασχετούν, μερικοί συμμετέχουν, κάποιοι σιωπούν αμήχανα, μία ώριμη κυρία φλερτάρει τον Λαζάρ ενώ μία νεαρή γυναίκα συγκινείται και δείχνει να συμπάσχει με το δράμα του κωμικού. 



Μία στερεότυπη  κωμωδία stand-up είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο είδος για να το αποδώσεις, πολύ περισσότερο δε τούτη η έκτροπη παράσταση, μα ο  Γκρόσμαν το κάνει με έξοχο τρόπο. Αποδίδει αριστοτεχνικά και με συναισθηματική ευφυΐα την πολυπρισματική θέαση και την χωροταξία της παράστασης όπως και τον ρυθμό της – αν και πράγματι δύσκολο να αναπαραχθεί γραπτώς, εδώ είναι διακριτός κι εύγλωττος, σταθερά κλιμακούμενος και ασύλληπτα έντονος. Η μετάφραση της Λουίζας Μιζάν (από τα εβραϊκά) συμπορεύεται με τον ίδιο ρυθμό και το πνεύμα του συγγραφέα. Μεταφράζει: "Την ακούω να ανασκάπτει με το ένα χέρι μέσα στην τσάντα της..." (σελ.276)

Στην αρχή είχα υποθέσει πως πρόκειται για μια ιστορία "Γέλα, παλιάτσο!" Σε αυτό συνέβαλλε το εξώφυλλο που παραπλανά – το καπέλο μπόουλερ είναι χαρακτηριστικό σύμβολο των παραστάσεων καμπαρέ ή ενός πρωτότυπου  κωμικοτραγικού vaudeville με μονόλογο τύπου Σαρλώ. Σε κάθε περίπτωση είναι κάτι εντελώς ξένο με το ύφος και το περιεχόμενό της κωμωδίας stand-up.  Το "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ"  είναι ένα πράγματι ξεχωριστό, ασυνήθιστο,  πιο οικουμενικό βιβλίο. Όχι μόνον επειδή μιλά για το πόσο φοβερά δυσλειτουργικοί είναι οι άνθρωποι και οι κοινωνίες, κι επιπλέον δείχνει τις αντιθετικές δυνάμεις  που διαμορφώνουν τις ζωές μας. Ούτε (μόνον) επειδή ο Γκρόσμαν περιγράφει τον πόνο με λέξεις κι έναν ακλόνητα νηφάλιο τρόπο –  αν και πολύ οδυνηρή η ιστορία και ο πρωταγωνιστής του όντως πάσχει, δεν τον καταδικάζει· δεν του δίνει ένα βεβιασμένο happy end, ούτε όμως του αφήνει χώρο για απόγνωση. Με μια θαραλέα κίνηση, ο Ντοβ υπερβαίνει το τραύμα του και πετά το γάντι στον Αβισάϊ και τους αναγνώστες – πόση πραγματικότητα μπορούμε να αντέξουμε και τι κάνουμε όταν αυτή γίνεται αβάσταχτη;

Ετούτο το θεμελιώδες ερώτημα είναι που θέτει ο βραβευμένος συγγραφέας και ακτιβιστής για περισσότερο από 3Ο χρόνια με το έργο του, τόσο για τους ενηλίκους όσο και για τα παιδιά. Και μας υπενθυμίζει πως πάντοτε έχουμε επιλογές. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε ποιοί είμαστε στ' αλήθεια και να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία των πράξεων, ή μη-πράξεών μας. Μας παρακινεί να αναλάβουμε ευθύνη, και δράση. Ο κόσμος, όλος μια σκηνή, δεν γυρνά με την αδράνεια. Η γνήσια λογοτεχνία και η ανάγνωσή της δεν είναι μία παθητική πράξη.  




ΥΓ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 131 (Ιουνίου 2Ο22) του The Books' Journal – της έγκριτης επιθεώρησης για το βιβλίο, με επιπλέον κείμενα παρεμβάσεων για τα γράμματα, τις τέχνες, τις ιδέες, την πολιτική, την επιστήμη.  





Σημειώσεις: Η αρχική εικόνα είναι λεπτομέρεια επεξεργασμένη από την σελίδα τίτλου του βιβλίου. Το εικαστικό είναι η έγχρωμη οπτικοποίηση των μουσικών δεδομένων των Τεσσάρων Εποχών του Antonio Vivaldi από τον σχεδιαστή και ψηφιακό καλλιτέχνη Nicholas Rougeux. Μπορείτε να το δείτε και σε κίνηση εδώ

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

  





Fiction &

Interference facts 



    

Ποιός ήταν ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ; Και πώς αλήθεια έμοιαζε; Μία απλή εγκυκλοπαιδική καταγραφή δίνει αρκετά στοιχεία που είναι λίγο-πολύ γνωστά και σχηματίζουν μια συγκεκριμένη, οικεία εικόνα του Βάρδου. Ωστόσο, ο Bill Bryson στη βιογραφία "Σαίξπηρ: Ολη η αλήθεια για τη ζωή του" (μτφρ. Ελένη Βαχλιώτη – Μεταίχμιο, 2Ο22 / β' έκδοση) ανατρέπει όσα γνωρίζουμε:

"Με τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ λοιπόν βρισκόμαστε στην περίεργη θέση να έχουμε τρεις διαφορετικές προσωπογραφίες από τις οποίες  προήλθαν όλες οι άλλες – δύο από αυτές δεν είναι πολύ καλές και είναι έργα καλλιτεχνών που έζησαν χρόνια μετά τον θάνατό του. Η τρίτη είναι πιο εντυπωσιακή ως πορτρέτο, αλλά μπορεί να παριστάνει ένα εντελώς διαφορετικό άτομο. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι μάλλον παράδοξο. Όλοι αναγνωρίζουμε αμέσως μια προσωπογραφία του Σαίξπηρ μόλις τη δούμε, χωρίς όμως να ξέρουμε πραγματικά πώς έμοιαζε ο ίδιος. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες σχεδόν τις πτυχές της ζωής του και του χαρακτήρα του. Είναι συγχρόνως το πιο γνωστό και το πιο άγνωστο πρόσωπο των αγγλικών γραμμάτων." 

Ο μόλις 2Ο3 σελίδων (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι Ευχαριστίες του συγγραφέα, οι υποσημειώσεις της μεταφράστριας και μία βασική βιβλιογραφία) τόμος είναι διαρθρωμένος σε εννέα κεφάλαια,  καθένα από τα οποία αφορά και μία διαφορετική χρονική περίοδο της ζωής του μεγάλου δραματουργού. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το τρίτο κεφάλαιο όπου ο συγγραφέας διερευνά τα "χαμένα χρόνια" – την βαρετή για πολλούς μελετητές περίοδο 1585-1592 όπου δεν υπάρχει κανένα ιστορικό ίχνος του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ εκτός από έναν υπαινιγμό ότι το 1592 ήταν μέρος της θεατρικής σκηνής του Λονδίνου. Κι αυτό είναι ένα από τα αξιοπρόσεκτα στοιχεία ετούτης της βιογραφίας – οι πολλές ιδιότητες του Άγγλου που εκτός από δραματουργός, υπήρξε σκηνοθέτης και ηθοποιός. "Ο Σαίξπηρ φαίνεται πως ήταν ηθοποιός σε όλη την επαγγελματική ζωή του..."  γράφει ο Μπράισον. Αναφέρεται επίσης και στην ύπαρξη της Anne Whateley – της νεαρής γυναίκας που υποτίθεται πως προοριζόταν για μελλοντική σύζυγος του Ουίλλιαμ πριν αυτός παντρευτεί την Ανν Χάθαγουέι. Αν και οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν πως η Ουότλι δεν υπήρξε ποτέ και πως το όνομά της σε ένα έγγραφο σχετικά με τον γάμο του Σαίξπηρ οφείλεται σε λάθος υπαλλήλου, αρκετοί είναι εκείνοι που πιστεύουν πως η Ουότλι υπήρξε πραγματικά και ήταν αντίζηλος της Χάθαγουέι.



Το βιβλίο δεν γράφτηκε για να συνεισφέρει νέα βιογραφικά στοιχεία για τον άγγλο δραματουργό αλλά για να συμπληρώσει την σειρά βιβλίων μεγάλου εκδοτικού οίκου η οποία περιλαμβάνει βιογραφίες  σημαντικών προσωπικοτήτων. Ωστόσο, ο λόγος συγγραφής του μοιάζει να είναι  η ανατροπή της κάθε βεβαιότητας που έχουμε για τον Άγγλο. Ο Μπράισον, σε όλη την έκταση του βιβλίου, χρησιμοποιεί τις ελάχιστες επιβεβαιωμένες πληροφορίες που υπάρχουν για τον Σαίξπηρ και, βασιζόμενος μόνο σε πρωτογενείς πηγές και αποκωδικοποιημένα αρχεία της εποχής, φωτίζει τις συνθήκες διαβίωσης του Βάρδου ενώ αντικρούει, επίσης, τις όποιες σκοτεινές θεωρίες κυκλοφορούν για το έργο του χωρίς να προβεί στην παραμικρή κριτική για την λογοτεχνικότητά του. Κι επιπλέον, δίχως να κάνει τις συνήθεις συνδέσεις βίου κι έργου, όπως οι υπόλοιποι βιογράφοι του Σαίξπηρ τους οποίους επικαλείται.          

Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς πως ο αμερικανο-βρετανός Μπράισον, ως ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος που είναι, γράφει με στεγνό, ενημερωτικό τρόπο και γι'αυτό ανιαρό. Πολύ περισσότερο δε τη στιγμή που χρησιμοποιεί ακαδημαϊκό υλικό και συγκεκριμένη μεθοδολογία με συστηματικό κι εκτενή τρόπο. Ωστόσο, ο Μπράισον είναι επίσης ένας χαρισματικός συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα δημοφιλής, και κάνει εδώ αυτό που ξέρει να κάνει πολύ καλά – μιλά για το αντικείμενό του τοποθετώντας το στο αντίστοιχό του χρονικό πλαίσιο και αναλύοντάς το περιμετρικά και με κάθε λεπτομέρεια. Από τις διατροφικές συνήθειες, τις ενδυματολογικές μόδες και τον καλλωπισμό· την κοινωνική διαστρωμάτωση και τις υγειονομικές συνθήκες (βλ. πανώλη) μέχρι την τυπογραφία, την ιστορία του θεάτρου στο Λονδίνο, τις θεατρικές πρακτικές και τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες του Γκλόουμπ έως την ορθογραφία, την χρήση και την εξέλιξή της αγγλικής γλώσσας και την δημιουργία του Σίτι. 




Έτσι το βιβλίο, που απευθύνεται στο γενικό κοινό και όχι σε αναγνώστες με επαγγελματική ειδίκευση, θα μπορούσε να είναι μία δελεαστική και edutaining εισαγωγή στο έργο του μεγάλου Βάρδου. Ένα πυκνό και πράγματι συναρπαστικό αφήγημα με πολύ γνώση, πνευματώδεις παρατηρήσεις και σασπένς που αναβιώνει δύο εποχές (ελισαβετιανή και ιακωβιανή) και περιβάλλει τον αναγνώστη με την αύρα τoυς. Και αν, στο τέλος της ανάγνωσης, μας διαφεύγουν η αληθινή, φωτορεαλιστική εικόνα του προσώπου του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και οι πολλές επακριβείς λεπτομέρειες για την ζωή του σε όλες τις εκφάνσεις της, μας μένει ανεξίτηλη η αίσθηση του πνεύματος και του χαρακτήρα του – ευγενική φύση, δυναμικός μα ελκυστικός σκεπτικισμός κι ένα χάρισμα (για τις λέξεις και την αφήγηση) ασυναγώνιστο, ακόμη και στην εποχή μας. 






Σημειώσεις: H πρώτη εικόνα είναι λεπτομέρεια από χειρόγραφο του "Οι Δαιμονισμένοι" όπου ο  Fyodor Dostoevsky έχει σκιτσάρει  ένα μικροσκοπικό πορτρέτο του Σαίξπηρ σε προφίλ. Στο κολάζ βλέπετε τις τρεις γνωστές προσωπογραφίες και το γλυπτό που αναφέρονται στο βιβλίο και αποδίδουν την υποτιθέμενη μορφή του Σαίξπηρ. Τέλος, η επιχρωματισμένη μεζοτίντα του M. Rapine δείχνει τα χρώματα που εμφανίζονται σε μια σαπουνόφουσκα από την παρεμβολή των ανακλώμενων ακτίνων φωτός. 

Δευτέρα 18 Απριλίου 2022




 Limelight 




Είναι μέρες που προσπαθώ να γράψω για το  "Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ" (μτφρ: Λουίζα Μιζάν - Ψυχογιός, 2O19) – το βραβευμένο με Booker International (2O17) μυθιστόρημα του David Grossman που αφηγείται μία παράσταση κωμωδίας stand-up. Πάλκο, προβολείς, μικρόφωνο, σκαμπό, ένας κωμικός που αυτοσχεδιάζει. Κι ένα κοινό που, πίνοντας το ποτό του ή και τρώγοντας κάτι, ακούει αστεία όπως αυτό που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο του ισραηλινού συγγραφέα: "Ένα άλογο  μπαίνει σε ένα μπαρ και ζητάει από τον μπάρμαν μια μπίρα Γκόλντσταρ βαρέλι. Ο μπάρμαν τού δίνει, και το άλογο την πίνει και ζητάει ένα ποτήρι ουίσκι. Το πίνει, ζητάει ένα ποτηράκι τεκίλα, Την πίνει. 'Ενα σφηνάκι βότκα και μια μπίρα..." 

Θα έπρεπε  να είναι  εύκολο να γράψω ένα κείμενο γι' αυτό – το χιούμορ είναι, γενικώς, κάτι απλό κι ευφρόσυνο ακόμη κι όταν είναι χονδροειδές ή άτσαλο ή επιθετικό όπως συμβαίνει συνήθως στα stand-ups. 

Ωστόσο, δεν είναι.  

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

 



Τι είναι σε μια λέξη;

  





Στην πιο πάνω παράφραση του Σαίξπηρ μοιάζει να απαντά ο Jürgen Buchmann με το ολιγοσέλιδο "Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ" (μτφρ. Συμεών Γρ. Σταμπουλού – Gutenberg, 2O19 / Aldina 18) –  ένα ιδιότυπο ανάγνωσμα που εστιάζει κατ'αρχάς στην γλώσσα· ή, μάλλον, στην ποικιλομορφία των γλωσσών του κόσμου.   

Γλώσσες ηχομιμητικές, νοηματικές, συνθηματικές, αργκό, διχαστικές. Γλώσσες δημιουργικές ή ασκητικές. Γλώσσες ζωντανές και υπόρρητες, μα κυρίως γλώσσες νεκρές – γλώσσες, διάλεκτοι και ιδιώματα τόπων όπου περιηγήθηκε κι έζησε ο Μάρκο Πόλο –Κίνα, Περσία, Ινδία, Ιαπωνία και άλλες ασιατικές χώρες και πόλεις–  πριν επιστρέψει στην πατρίδα του, τη Βενετία, το 1295. Εκείνη την περίοδο, ωστόσο, η Βενετία ήταν σε πόλεμο με την Γένοβα και ο Μάρκο Πόλο, που πήρε μέρος με τους συντοπίτες του, συνελήφθη και  φυλακίστηκε από τους Γενοβέζους για έναν χρόνο (1298 - 1299). Στην διάρκεια της φυλάκισής του υπαγόρευσε τις αναμνήσεις του στον συγκρατούμενό του, ποιητή και συγγραφέα ρομαντικών μυθιστορημάτων, Rustichello da Pisa ο οποίος αργότερα τις κατέγραψε σε βιβλίο – "Τα Ταξίδια του Μάρκο Πόλο / The Travels of Marco Polo" έδωσε στους Ευρωπαίους της εποχής μία πρώτη και ολοκληρωμένη εικόνα του τότε μυστήριου πολιτισμού και τις διάφορες εσωτερικές διεργασίες του κόσμου της Ανατολής καθώς και τον πλούτο και το μεγάλο μέγεθος της Αυτοκρατορίας των Μογγόλων και της Κίνας.

Σε αυτό το ταξιδιωτικό ημερολόγιο βασίζεται το παρόν βιβλίο με το οποίο ο γερμανός φιλόλοφος, φιλόσοφος και σεναριογράφος Γιούργκεν Μπούχμανν συστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για ένα παιγνιώδες εκ πρώτης όψεως, ανάγνωσμα – δίνει αρχικά την εντύπωση μυθοπλασίας μαγικού ρεαλισμού και άκρατου συμβολισμού καθώς ορισμένες από τις αφηγήσεις του είναι ασαφείς, άλλες εμφανίζουν κρυπτικές διαστάσεις ή γλαφυρές εκφάνσεις της σιωπής. Το ίδιο περίπου έχει κάνει και ο Ίταλο Καλβίνο στις  Αόρατες Πόλεις του. Ενώ όμως ο ιταλός συγγραφέας αναδημιουργεί και περιχαρακώνει έναν αστικό χώρο με ιστορίες ανθρώπων, την μνήμη, τα όνειρα, την επιθυμία και τις επιδιώξεις τους, ο  Μπούχμαν επικεντρώνεται στην ρεαλιστική πολυσχιδία των γλωσσών και τις ανάγλυφες διαστάσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας – το βάθος, την πολυπλοκότητα, την αμφισημία· τα όρια, τα κενά, τις πιθανότητες, την τυχαιότητα, τις παρεξηγήσεις. Την νοοτροπία, εντέλει, και την συμπεριφορά των ατόμων. 

Οι τριάντα τέσσερις μικροαφηγήσεις του βιβλίου, με τις συμπυκνωμένες μα λυρικές περιγραφές τους, θα προβληματίσουν τον τυπικό αναγνώστη της πεζογραφίας. Την προσοχή του θα τραβήξει πιο εύκολα η προσεκτική μετάφραση του Σ. Σταμπουλού και ιδίως το επίμετρό του όπου παραθέτει πληροφορίες για τον συγγραφέα και το έργο του. Ο ίδιος ο Μπούχμανν, συγγραφέας δύσκολος και όχι δημοφιλής, δίνει αρκετές πληροφορίες για το βιβλίο και την συγγραφή του στο δικό του σημείωμα, στις τελευταίες σελίδες, κι αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον και διαφωτιστικό. Ένας φιλόλογος ή γλωσσολόγος, όμως, θα βρει το Γλωσσολογικό Παράρτημα του βιβλίου συναρπαστικό. Ο συγγραφέας παραθέτει εκεί σημειώσεις, παρατηρήσεις και πραγματολογικές πληροφορίες που, εκτός από τις πηγές, αφορούν κυρίως την γραμματική και την σύνταξη της κάθε γλώσσας – δλδ, τον δομικό σκελετό της που αποκαλύπτει την λειτουργία και την φιλοσοφία της και, ως εργαλείο σκέψης που είναι, τον αντίκτυπο που έχει στις ζωές των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, τις σχέσεις και τις ταυτότητες των ανθρώπων που η κάθε γλώσσα διαμορφώνει.





Το βιβλίο ετούτο θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μικρά χρονικά της γλώσσας ως διαχρονικής οντότητας ανάλογης με τον χρόνο και τον τόπο και, όπως εδώ, την έμπνευση του συγγραφέα – ο Μπούχμανν δημιουργεί τόσο πολυεπίπεδους μικρόκοσμους που μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή για να τους κατανοήσεις. Εκείνο, ωστόσο, που ο κάθε  αναγνώστης αντιλαμβάνεται  με σαφήνεια εξαρχής είναι πως η γλώσσα είναι ένας ζωντανός σύνδεσμος μεταξύ των ανθρώπων – λειτουργικός ή όχι, είναι κάτι που το επιλέγει ο καθένας μας γιατί εκτός από μέσο επικοινωνίας, όπως λέει ο  Ngũgĩ wa Thiongʾo η γλώσσα είναι επίσης φορέας πολιτισμού. 















Σημειώσεις: Οι στίχοι του Σαίξπηρ, από το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, είναι:    "What's in a name? that which we call a rose / By any other name would smell as sweet." // Το ασπρόμαυρο εικαστικό με τον Πύργο της Βαβέλ είναι του γερμανού Athanasius Kircher ενός ιησουίτη λογίου και πολυμαθή τον οποίο έχουν συγκρίνει, για το τεράστιο εύρος των ενδιαφερόντων του, με τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. / Το δεύτερο εικαστικό είναι λεπτομέρεια του εξωφύλλου από το "Το βλέμμα" (2ΟΟ7) του Αλέξανδρου Ίσαρη. / Μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ τον μεταφραστή να μιλά για την βαβελική γλώσσα, τον γερμανό συγγραφέα,  κ.ά. ενδιαφέροντα. 

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

 




Ένα τεράστιο πεδίο 

ελευθερίας 



...που ο καθένας μπορεί να πει τα πάντα ( ... ) γι' αυτό η λογοτεχνία είναι πιο απαραίτητη από ποτέ. Αποκαθιστά την πολυπλοκότητα και την αμφισημία σε έναν κόσμο που τις έχει αποσύρει. Μπορεί να ακροαστεί, χωρίς εξωραϊσμούς και αυταρέσκεια, ό,τι πιο άσχημο, πιο επικίνδυνο και πιο ανίερο παράγουν οι κοινωνίες μας. Η λογοτεχνία ζητάει χρόνο μέσα σ' έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι γρήγορα, που η εικόνα και το θυμικό κατατροπώνουν την ανάλυση. Για να παίξει όμως πλήρως τον ρόλο της, πρέπει να μείνει στο ύφος της και στα ιδανικά της. 

      Η λογοτεχνία είναι το ουσιώδες ή τίποτα. Αυτή η αντίληψη δεν εντέλλεται την απουσία της ηθικής, απαιτεί μία "υπερηθική", έγραφε ο Ζωρζ Μπατάιγ. 


*

                                                                                            

Το "Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες" (μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου – Στερέωμα, 2Ο18) είναι ένα μόλις 69 σελίδων βιβλίο που περιλαμβάνει έξι κείμενα της γαλλόφωνης Μαροκινής Leïla Slimani τα οποία αγγίζουν σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα και, παρ' όλη την ελαφρώς ρομαντική χροιά τους, διακρίνονται για τον δυναμισμό, την απροκάλυπτη αμεσότητα και την ευκρίνεια της σκέψης της. 

Την συλλογή προλογίζει ο Éric Fottorino που εκτός από έγκριτος συγγραφέας είναι και διευθυντής του Le 1το ανεξάρτητο κι αντισυμβατικό περιοδικό όπου πρωτοδημοσιεύτηκαν τα άρθρα της συλλογής, διαφορετικά μεταξύ τους σε ύφος. Δύο είναι δημοσιογραφικά: Το "Ένας στρατός από πένες", απ' όπου και το πιο πάνω απόσπασμα,  γράφτηκε μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Charlie Hebdo και η ανάγνωσή του, όπως και του "Φονταμενταλιστές, σας μισώ" που γράφτηκε την επομένη των επιθέσεων στο Μπατακλάν, κάνει αισθητό τον θυμό της συγγραφέως για την νοοτροπία του τρομοκράτη, τον αναλφαβητισμό του μουσουλμανικού κόσμου και κάθε τι δογματικό που φύεται στις κοινωνίες.

Τρία άρθρα είναι μικρά διηγήματα: Στο ομότιτλο "Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες" και στο "Περιμένοντας τον Μεσσία"  η συγγραφέας προτάσσει, όπως και στα υπόλοιπα άρθρα της αλλά και γενικότερα στο έργο της, την ανεκτικότητα, την απόρριψη των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, και την υπεράσπιση των πεποιθήσεων και των αξιών του δυτικού πολιτισμού. Το "Ένα αλλού", ωστόσο, είναι ένα τεκμήριο υπεράσπισης της ελευθερίας του νου και της λογοτεχνίας – η Ριμ, η πρωταγωνίστρια του διηγήματος, μεγαλώνοντας σε ένα σκληρό περιβάλλον, βρίσκει διέξοδο στα ταξίδια της ανά τον κόσμο με οδηγούς τους Μάντελσταμ, Τολστόι, Φώκνερ, Φιτζέραλντ και άλλους λογοτέχνες που, μέσα από τις σελίδες των έργων τους, την ξεναγούν στα διάφορα μήκη και πλάτη της γης.

Στο πρωτοπρόσωπο κι εξομολογητικό "Γαλλίδα, αλλοδαπών γονέων" η Σλιμανί, που γεννήθηκε το 1981 στο Μαρόκο και έφτασε στη Γαλλία για σπουδές στα 17 της, ομολογεί με θάρρος και υπερηφάνεια τον σύνθετο εαυτό της:
«Είμαι το παιδί όλων αυτών των ξένων και είμαι Γαλλίδα. Είμαι μετανάστρια, Παριζιάνα, ελεύθερη γυναίκα, σίγουρη ότι μπορείς να αυτοπροσδιοριστείς χωρίς να πρέπει να ακυρώσεις τους άλλους. Ότι η εθνικότητα δεν είναι ούτε δόξα, ούτε τιμή».

Ετούτη η πολλαπλή ταυτότητά της, συνδυαζόμενη με την διπλή υπηκοότητα –την Μαροκινή και την Γαλλική–, την καθιστά ικανή να διακρίνει τις ευαίσθητες λεπτομέρειες των δύο πολιτισμών που συνήθως υπερκαλύπτονται από την κεκτημένη ταχύτητα της προόδου και τα ταχύτατα αντανακλαστικά των ανθρώπων να συμπορευτούν. Τέτοιες λεπτομέρειες, που μορφοποιούν και δίνουν νόημα στην απτή πραγματικότητα, και την Ιστορία παρεμπιπτόντως, μαζί με την έντονη δίψα της για ελευθερία σκέψης και έκφρασης, συνιστούν το όραμα της Σλιμανί για την χώρα: "Να με τι θα ήθελα να μοιάζει η Γαλλία του 2Ο16: με τα χαρούμενα και ατέλειωτα χριστουγεννιάτικα δείπνα της, εκεί που ο καθένας είχε την θέση του, εκεί που κανείς δεν κατέκρινε, ούτε αυτούς που είχαν μεθύσει ούτε τους άλλους που λέγανε αυτό που νοιώθανε. Εκεί που οι γέροι δεν κορόιδευαν τις κουβέντες των πιο νέων, εκεί που οι βλάσφημοι διασκέδαζαν όλο το τραπέζι. Εκεί που, στο τέλος, δεν απέμενε παρά μόνον η σιγουριά ότι είναι προνόμιο να είμαστε όλοι μαζί σ' έναν κόσμο όπου, παρ' όλα αυτά, τα πάντα έχουν βαλθεί να μας χωρίσουν."   




Δημοσιογράφος, δημοφιλής συγγραφέας βραβευμένη με Goncourt (2O16) και εκπρόσωπος του γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν στον Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας, η Λεϊλά Σλιμανί, με τα κείμενά της, συμβάλλει ουσιαστικά στο ζήτημα του διαλόγου μεταξύ των πολιτισμών. Και αν κάτι κάνει την ολιγοσέλιδη ετούτη συλλογή αξιοδιάβαστη δεν είναι μόνο το ότι συνιστά μια καλή αρχή για να γνωρίσει κάποιος μία από τις πιο φωτεινές νέες πένες της Γαλλίας. Είναι και το ότι η συγγραφέας καταταδεικνύει εύστοχα και συγκινησιακά αφενός τον πλούτο της διαπολιτισμικότητας και την συγκολλητική ιδιότητα του ανθρωπισμού, κι αφετέρου την ικανότητα της λογοτεχνίας να προβάλει έναν δικαιότερο κόσμο και να μάχεται γι' αυτόν.





Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία εικονίζει την Εθνική Βιβλιοθήκη της Βρετανίας.

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

 





Admired Silence

 



Σε έναν από τους σημαντικότερους ζώντες αφρικανούς λογοτέχνες απονεμήθηκε φέτος το Νόμπελ Λογοτεχνίας: στον πεζογράφο και κριτικό  Abdulrazak Gurnah για "την ασυμβίβαστη και γεμάτη κατανόηση εμβάθυνσή του στις επιπτώσεις της αποικιοκρατίας και τη μοίρα των προσφύγων στο μεταίχμιο μεταξύ πολιτισμών και ηπείρων."

Ο Αμπντουλραζάκ Γκούρνα είναι ο πρώτος μαύρος αφρικανός λογοτέχνης που βραβεύεται από το 1986 –όταν είχε βραβευτεί ο Wole Soyinka–, ο πρώτος Τανζανός και ο πρώτος μαύρος συγγραφέας από το 1993 – χρονιά που βραβεύτηκε η Τόνι Μόρρισον. Γεννήθηκε στην Ζανζιβάρη το 1948 κι έφτασε στη Βρετανία το 1968 ως μετανάστης για σπουδές έχοντας δραπετεύσει από τη νήσο για να γλιτώσει από τις διώξεις κατά των Αράβων πολιτών στη διάρκεια της Επανάστασης της Ζανζιβάρης. Στη συνέχεια εργάζεται ως καθηγητής και Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών στο τμήμα της Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Κεντ μέχρι την συνταξιοδότησή του. 

Στα μυθιστορήματά του ασχολείται πάντοτε με τους απόκληρους και η κυρίαρχη θεματολογία του είναι η ταυτότητα και  η μετανάστευση και ο τρόπος που αυτές διαμορφώνονται από τα απότοκα  της αποικιοκρατίας. "Δεν πρόκειται πάντοτε για την αναζήτηση ασύλου, μπορεί να είναι για τόσους πολλούς λόγους – εμπόριο, εκπαίδευση, έρωτας," λέει η εκδότρια του στον οίκο Bloomsbury και προσθέτει πως ο Γκούρνα είναι τόσο σπουδαίος όσο ο Chinua Achebe ενώ η γραφή του "είναι ιδιαίτερα όμορφη και σοβαρή αλλά, επίσης, χιουμοριστική και ευγενική και ευαίσθητη. Ένας εξαιρετικός συγγραφέας που γράφει για πραγματικά σημαντικά ζητήματα."

Ευκαρία, λοιπόν, να γνωρίσουμε αυτόν τον αξιοσημείωτο συγγραφέα που αποστρέφεται τις στερεότυπες περιγραφές και ανοίγει το βλέμμα μας σε μια πολιτιστικά διαφοροποιημένη Ανατολική Αφρική, άγνωστη σε πολλούς.  






Σημείωση: Η κεφαλίδα της ανάρτησης είναι ο τίτλος του πέμπτου μυθιστορήματος του νομπελίστα πλέον συγγραφέα, Admiring Silence (1996), σε παράφραση. / Το πορτρέτο του Γκουρά είναι φιλοτεχνημένο από τον σουηδό Niklas Elmehedυπεύθυνο για τα επίσημα πορτρέτα των βραβευμένων με Νόμπελ. / Μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ το βίντεο της ανακοίνωσης. 

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

 


 


Come, they told me not 




 

Θεωρείται ο χαμένος γίγαντας της αμερικανικής λογοτεχνίας – όπως συνέβη με τον John Edward Williams και τη Lucia Berlin, στην εποχή του ο  William Melvin Kelley γνώρισε πρόσκαιρη φήμη και μετά βυθίστηκε στη λήθη για να ανακαλυφθεί κατά τύχη στις μέρες μας και να αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια με το πρώτο μυθιστόρημά του.   

Το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" (μτφρ. Γ. - Ί. Μπαμπασάκη – Μεταίχμιο, 2Ο2Ο) εκτυλίσσεται στο Σάτον, μία μικρή πόλη στον βαθύ αμερικανικό Νότο. Εκεί, η συνύπαρξη των Μαύρων με τους Λευκούς είναι ειρηνική εφόσον ο καθένας διατηρεί την θέση του – οι πρώτοι να επιτελούν το "κατώτερο" έργο τους ενώ οι δεύτεροι να ασκούν την ψιλή κυριότητα και κόσμια επιστασία τους. Ώσπου μία μέρα ο Τάκερ Κάλιμπαν –απελευθερωμένος σκλάβος και τώρα αγρότης με δική του περιουσία και σεβαστός από όλους–, σπέρνει αλάτι στο χωράφι του, σκοτώνει τα ζώα, βάζει φωτιά στο σπίτι του και φεύγει προς τον Βορρά με την έγκυο γυναίκα του και το παιδί τους. Δίχως να πει οτιδήποτε σε κανέναν. Ωστόσο, αυτή η κίνηση θα λειτουργήσει ως έναυσμα για τους υπόλοιπους Μαύρους της περιοχής οι οποίοι θα τον ακολουθήσουν μαζικά, αλλά ψύχραιμα και το ίδιο σιωπηλά. Είναι Ιούνιος του 1957 και η φανταστική Πολιτεία όπου ανήκει το Σάτον είναι η μοναδική "...της Ένωσης* που δεν έχει ούτε ένα μέλος της νέγρικης ράτσας ανάμεσα στους πολίτες της."  

Ο Κέλυ έχει επινοήσει εξ' ολοκληρου τον μυθιστορηματικό τόπο, όχι όμως και τις καταστάσεις που διαδραματίζονται στα έντεκα κεφάλαια του βιβλίου, το καθένα από τα οποία αφηγείται ένας λευκός: ο Χάρι Λίλαντ - ένας χαμηλών τόνων κι επιφυλακτικός οικογενειάρχης· ο γιος του,  ο μικρός Κύριος Λίλαντ – ο μόνος στον οποίο μίλησε ο Τάκερ όταν έφευγε: "Είπε πως είμαι νέος και δεν έχω χάσει τίποτε ακόμα". Τα τέσσερα μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας Γουίλσον στους οποίους δούλευαν ο Τάκερ και οι πρόγονοί του, και οι άντρες της μικρής πόλης που συναντιούνται κάθε μέρα στην βεράντα του τοπικού παντοπωλείου και σχολιάζουν.  

 


Η πολυφωνικότητα αυτή, μέσω της οποίας δίνεται η προσωπικότητα του πρωταγωνιστή, μια αίσθηση θεατρικότητας που μου άφησε  η ανάπτυξη της αφήγησης και το τραγικό τέλος προσδίδουν χροιά αρχαίου δράματος στο μυθιστόρημα. Με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στις αποχρώσεις και τις εντάσεις του κάθε χαρακτήρα, ο Κέλυ εκθέτει την στάση των Λευκών απέναντι στις θεσμοθετημένες  φυλετικές διακρίσεις και  τούτη την κινητική αφύπνιση των Μαύρων δίνοντας έτσι μία ζωντανή ρεαλιστική εικόνα της εποχής – στα τέλη της  δεκαετίας του 1950, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Μαύρων είχε ήδη εδραιωθεί με σημαντικότατες δικαστικές αποφάσεις υπέρ τους, ωστόσο το  δόγμα του equal but separate θα αργήσει πρακτικά να ανατραπεί. 

Λογοτεχνικά, το επιχειρεί ο Κέλυ στον "Τυμπανιστή" με ένα εύρημα που πολλοί το εξέλαβαν ως σάτιρα ή μαύρο χιούμορ ενώ στην πραγματικότητα είναι το λογικό αντικαθρέφτισμα της πεποίθησης ανωτερότητας των Λευκών – η παντελής απουσία των Μαύρων. Κι όχι μόνον επινοεί ένα σύμπαν όπου οι Μαύροι έχουν περισσότερη δύναμη και αρνούνται να συνεχίσουν να ζουν υπό συνθήκες υποταγής, αλλά πηγαίνει στην ρίζα ετούτης της λευκής πεποίθησης. Με ένα εκτενές flashback, στο δεύτερο κεφάλαιο, ο αμερικανός συγγραφέας αφηγείται το εμπόριο σκλάβων στα τέλη του 19ου αι. και το τοπικό παζάρι όπου ο φανταστικός στρατηγός των Νοτίων Ντιούι Γουίλσον αγοράζει έναν μεγαλόσωμο Αφρικανό. Ο σκλάβος όμως, που έχει εξεγερθεί στο αμπάρι του πλοίου που τον μετέφερε από την Αφρική, μόλις τον βγάζουν στη στεριά το σκάει. Η ένοπλη ομάδα του στρατηγού δεν θα μπορέσει να τον πιάσει ζωντανό κι έτσι ο στρατηγός Γουίλσον θα αποκτήσει μόνο το μωρό που ο Αφρικανός κρατούσε στα χέρια του και το οποίο θα μεγαλώσει στην δούλεψή του. Το μωρό εκείνο είναι ο προπάππος του Τάκερ κι αυτό δικαιολογεί, κατά τους λευκούς κατοίκους της πόλης, τις πράξεις  και τη φυγή του – κάλεσμα του αίματος το ονόμασαν. 

Η εξήγηση όμως δεν είναι τόσο απλοϊκή. Ο Τάκερ Κάλιμπαν, όπως ο ομώνυμος χαρακτήρας  της Τρικυμίας που έχει δική του ζωή έξω από την πλοκή του Σαίξπηρ, αποστασιοποιείται από το σύνολο των ομόφυλών του και με αποφασιστικότητα κάνει πράξη αυτό που πιστεύει πως θα αλλάξει την ρατσιστική πραγματικότητα – "...ο μόνος τρόπος για να πάνε καλύτερα τα πράγματα είναι να σηκωθούν και να φύγουν όλοι οι έγχρωμοι, να γυρίσουμε την πλάτη σε όλα όσα ξέραμε και ν' αρχίσουμε απ' την αρχή", λέει ένας Μαύρος καθώς εγκαταλείπει το Σάτον νοηματοδοτώντας με λέξεις την αποστασία του Τάκερ. Στην πραγματικότητα ο Κέλυ προσωποποιεί έτσι τον κύριο σκοπό του  Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Μαύρων – την ειρηνική αντίσταση και την πολιτική ανυπακοή.




'Ενα βιβλίο  τοποθετημένο ανάποδα  στο σκονισμένο ράφι ενός παζαριού, προκάλεσε την περιέργεια της αμερικανίδας δημοσιογράφου Kathryn Schulz. Ήταν η πανόδετη πρώτη έκδοση ενός σπάνιου βιβλίου  και στην πρώτη σελίδα έγραφε: "Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Ουίλιαμ Κέλυ –για την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι μας– καλωσόρισες!"  Υπογραφή: "Langston Hughes, 19 Φεβρουαρίου 1962" Ενθουσιασμένη με την πολύτιμη ανακάλυψή της, η Schulz συνέχισε το ψάξιμο, για το άγνωστο όνομα αυτή τη φορά, ώσπου ανακάλυψε το πρωτόλειο του Κέλυ.  Στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό άρθρο του New Yorker όπου εξιστορεί την όλη περιπέτεια και παραθέτει επίσης ένα εκτενές κι ενδιαφέρον βιογραφικό του συγγραφέα. 

Από την πρώτη κιόλας έκδοσή του, το 1962, παραλληλίστηκε με καταξιωμένους συγγραφείς, κυρίως με τους  James Baldwin και William Faulkner. Ωστόσο το συγκεκριμένο μυθιστόρημα τοποθετεί τον Κέλυ στο ενδιάμεσο – λιγότερο επικός ή δοκιμιακός από τον πρώτο και λιγότερο υπερβατικός ή "πομπώδης" από τον δεύτερο, ο Κέλυ στα είκοσι τέσσερά του είναι εντυπωσιακά ώριμος ως λογοτέχνης ώστε να αναβιώσει πρόσωπα και καταστάσεις μέσω συνεκτικών και πολυδιάστατων μυθοπλαστικών συμβάσεων, και αρκετά ρεαλιστής ώστε να σκιαγραφήσει με οξυδέρκεια, ενάργεια και αληθοφάνεια, εκτός των άλλων, και τον κάθε τύπο της νέγρικης ταυτότητας – από τους στωικούς κι εργατικούς οικογενειάρχες που κοιτούν την δουλειά τους μέχρι την νέα –τότε– δυναμική γενιά που σπουδάζει. Όπως, για παράδειγμα, η Μπέθρα – η νεαρή οικιακή βοηθός που εργάζεται εσωτερική στους Γουίλσον για να εξοικονομήσει τα δίδακτρα του κολεγίου· οι πρώην συμφοιτητές της στο τοπικό τμήμα του Εθνικού Συλλόγου για τα Ζητήματα των Εγχρώμων· ή, ο αιδεσιμότατος Μπένετ Μπράντσοου, πρώην συμφοιτητής και συγκάτοικος του υιού Γουίλσον στο Χάρβαρντ, που εξέλαβε την κινητοποίηση των Μαύρων ως προσωπική ήττα. 

Στις μέρες μας συγκρίθηκε επίσης, ως πρωτόλειο, με το "Στόουνερ" αν και δεν θα έπρεπε. Παρά την ίδια ψύχραιμη κι αποστασιοποιημένη αλλά περίπλοκη αφήγηση, πρόκειται για δύο αισθητά διαφορετικά έργα, με το "Στόουνερ" να υπερτερεί στον πλούτο της γλώσσας και τον "Τυμπανιστή" να εντυπωσιάζει με την λιτότητα και την πρωτοτυπία της δικής του, και την ενσυναίσθηση του συγγραφέα για το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι και πως αυτό αντανακλάται στους ομόφυλούς του ενώ βιώνεται από το κάθε άτομο ανεξαρτήτου φύλου και χρώματος. Κυρίως όμως με την ευφυή οπτική του – ένας Μαύρος μιλά εκ μέρους των Λευκών για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της φυλής του. Δεν είναι ακατανόητο, εντέλει, που παραγκωνίστηκε τότε – η νέα εισαγωγή της αμερικανικής έκδοσης αποδίδει την λογοτεχνική παρακμή του Κέλυ στο γεγονός ότι "...πολλοί λευκοί αναγνώστες δεν ήθελαν έναν μαύρο συγγραφέα να τους λέει τί σκέφτονταν, ιδίως όταν τόσα πολλά από αυτά ήταν επιτιμητικά."  Και είναι πράγματι πολλά – εκτός από τις διάφορες εκφάνσεις του ρατσισμού, οι οικονομικές ανισότητες, οι ιδεολογικές διώξεις, ο αριβιστικός λαϊκισμός και η θέση της γυναίκας στον λευκό κόσμο είναι ιδιαίτερα εμφανή στην αφήγηση. 



Ο Ουίλλιαμ Μέλβιν Κέλυ δεν είναι ακόμα μία περίπτωση παραγνωρισμένου ευφυούς δημιουργού που ανανήπτει. Είναι κάτι περισσότερο – προκαλεί τα στερεότυπα και τους παραλογισμούς των φυλετικών διακρίσεων με ένα εξαιρετικό εύρημα που μπορεί να προσληφθεί και ως θεωρητικό πείραμα. Και οι όποιες αδυναμίες του μυθιστορήματος, που είναι αρκετές, δεν αποδυναμώνουν την πρωτοτυπία και την τολμηρή ματιά ενός συγγραφέα που κάνει τους Μαύρους ορατούς κι αυτό είναι ουσιώδες –  το να υπάρχεις και να μην γίνεσαι αντιληπτός, λέει ο νομπελίστας Gao Xingjian, είναι το ίδιο σαν να μην υπάρχεις. Με αυτό κατά νου και υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων στην Ουάσινγκτον, όπου επανεμφανίζεται η σημαία της Συνομοσπονδίας, ο αμερικανός συγγραφέας δεν καθίσταται μόνον πολύ επίκαιρος αλλά απαραίτητος κλασικός. Και το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" μια αναγκαία ανάγνωση, αν όχι ιδέα. 






* Το κείμενο γράφει τη λέξη Ένωση αλλά πρόκειται για λάθος της μετάφρασης διότι η  Ένωση αφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, δλδ τους Βόρειους  – 20 ελεύθερες και 5 συνοριακές Πολιτείες που, κατά τον εμφύλιο πόλεμο,  υποστήριζαν τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν και το πρόγραμμά του. Αντίθετα, στο Νότο –όπου αναφέρεται ο συγγραφέας κι εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου–  οι 11 Πολιτείες που ήταν υπέρ της δουλείας και ήθελαν να αποσχιστούν από την Ένωση σχημάτισαν τις Συνομόσπονδες Πολιτείες ή απλώς Συνομοσπονδία.





Σημειώσεις: Το εικαστικό της ανάρτησης  είναι το #19: Postage Commemorating the Advent of Black Power (1967) και ανήκει στη σειρά με τίτλο "American People" της αμερικανίδας καλλιτέχνιδας Faith RinggoldΗ ασπρόμαυρη φωτογραφία τιτλοφορείται "Lowell Smith, 1981" και ανήκει στην συλλογή του Robert Mapplethorpe "Dark and Light" ενώ, στη συνέχεια, το "Gaze of Silence" (1932) είναι του Paul Klee// Η φωτογραφία του link της τελευταίας παραγράφου αντλήθηκε από εδώ

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020








Φυγόκεντρος
  &
 Κεντρομόλος





Από τα βιβλία που άλλαξαν, προς το καλύτερο, την διάθεσή μου αυτό το καλοκαίρι ήταν το "Μαίρη" (μτφρ. Κώστας Κοσμάς – Πατάκης, 2017) – ένα πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερα ανάγλυφο πορτραίτο μιας γυναίκας στην εξορία στην διάρκεια της Επταετίας.  Καθόλου ευχάριστο ή πρωτότυπο θέμα, θα σκεφτείτε.  Ωστόσο, με την αφήγηση της ηρωίδας του, ο σουηδός, ελληνοαυστριακής καταγωγής, Άρης Αντώνης Φιορέτος δίνει νέα πνοή σε ένα θέμα που μοιάζει εξαντλημένο, κι αυτό είναι αισιόδοξο και εν μέρει συναρπαστικό. 

Η 23χρονη Μαίρη, ή Μαίρη-Μαίρη (όπως την αποκαλεί ο φίλος της) ή Πολυομαρία (λόγω της αρρώστιας που πέρασε μικρή και της άφησε ένα μικρό ελάττωμα στο πόδι γι' αυτό κουτσαίνει ελαφρώς), είναι φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ. Έχει φύγει από την οικογενειακή εστία και μένει πότε στο σπίτι της φίλης της, Στέλλας, και πότε στο δώμα του φίλου της, Δήμου.  Όταν μαθαίνει πως είναι έγκυος κατευθύνεται προς το Πολυτεχνείο όπου βρίσκεται ο Δήμος για να του το ανακοινώσει. Είναι παραμονές της εξέγερσης, οι πόρτες είναι ήδη κλειστές στους εξωτερικούς αλλά η Μαίρη ελπίζει πως θα την αφήσουν να μπει – όλοι γνωρίζουν τον Δήμο και την σχέση τους. Τα πράγματα, όμως, δεν πηγαίνουν σύμφωνα με το σχέδιο. Οι φασαρίες έχουν αρχίσει και η Μαίρη αναγκάζεται να επιστρέψει σπίτι. Το ταξί που παίρνει όμως δεν είναι ένα κανονικό ταξί – ο οδηγός του οδηγεί αυτή και μία άλλη κοπέλα που "μάζεψε" από τον δρόμο κατευθείαν στο κτήριο της Ασφάλειας ως ύποπτες. Εκεί, θα υποστεί καταρχάς μία ανάκριση για εξακρίβωση στοιχείων και δήλωση ονομάτων – υποκινητές της εξέγερσης, συνεργάτες, κ.λπ. Η Μαίρη θα μπορούσε να ξεμπλέξει αμέσως κι ανώδυνα καθώς και οι δύο γονείς της έχουν σημαντικές θέσεις στην ιεραρχία της Δικτατορίας – η αναφορά και μόνο του όνοματός της θα ήταν αρκετή. Ωστόσο, επιλέγει την σιωπή. Κι αυτή θα είναι η αρχή για μία εξοντωτική πορεία: πρώτα στην ταράτσα του κτηρίου όπου βρίσκονται υποτυπώδη κελιά κράτησης, κατόπιν στο υπόγειο για ένα "τσάι με φρυγανιά", μετά θα μεταφερθεί με φορτηγό σε στρατόπεδο διαλογής και τέλος, με κάποιου είδους μεταγωγικό, στο νησί των αρουραίων. Ο τόπος εξορίας δεν κατονομάζεται αλλά από τις περιγραφές συνάγεται πως είναι η Γυάρος που είχε κλείσει το 1961 αλλά λειτούργησε ξανά με την εγκαθίδρυση της χούντας (21.04.1967) και μέχρι τον Ιούλιο 1974για τον εκτοπισμό χιλιάδων αντιπάλων του καθεστώτος. Η Μαίρη μαζί με άλλες πέντε γυναίκες κι έναν πεντάχρονο είναι η πρώτη-πρώτη ομάδα που φτάνει στο νησί. 




Πολύπλευρη προσωπικότητα με ένα εξίσου πολλαπλό μείγμα ταυτοτήτων (γεννημένος στη Σουηδία από πατέρα Έλληνα και μητέρα Αυστριακή, σπουδάζει στις ΗΠΑ και την Γαλλία, διδάσκει και κατοικεί αυτήν τη στιγμή στη Στοκχόλμη και το Βερολίνο)  κι ένα από τα σημαίνοντα πρόσωπα της σύγχρονης σουηδικής λογοτεχνίας, ο Άρης Φιορέτος  γράφει για την Ελλάδα και παρουσιάζει μια νηφάλια και σε βάθος θεώρηση της κοινωνίας στο διάστημα της Επταετίας. Φρεσκάρει τη μνήμη εκείνης της περιόδου καθώς αναδεικνύει με οξυδέρκεια, προσοχή και ιμπρεσσιονιστική παραστατικότητα σύνθετες καταστάσεις που αποσιωπούνται, έντονα συναισθήματα και ανομολόγητες συμπεριφορές που εκδηλώνονται στους ομόκεντρους μικρόκοσμους που περιβάλλουν την Μαίρη: την Ασφάλεια, την εξορία, τον κοινωνικό περίγυρο, την οικογένεια, την ερωτική της ζωή, τον -σε εξέλιξη- μητρικό της ρόλο. Μερικά παραδείγματα: η πλήρης και σιωπηρή υποταγή της μητέρας στην εξουσία του πατέρα, η απόρριψη του "τοιούτου" γιου, η προστασία της θείας· η ουσιαστική σχέση της Μαίρης με τον Δήμο (από αυτήν, άλλωστε, αντλεί την δύναμη για να συνεχίσει)· η βοήθεια κάποιου εκφραστή της εξουσίας, η αμηχανία ενός άκακου στρατιώτη που είναι ακόμα παιδί· η βαλτή σπιούνος, η αμέριστη αλληλεγγύη των εξόριστων γυναικών, το απερίσκεπτο λάθος μιας συνεξόριστης που οδηγεί την Μαίρη στην απομόνωση· η θεοσεβούμενη νοσηλεύτρια που βοηθά με αντάλλαγμα. 

Και παρά τις αμφίρροπες δυνάμεις που ασκούνται πάνω της, η προσπάθεια της Μαίρης να διατηρήσει την λογική και την ελπίδα· οι διαθέσεις του σώματός της, η επιβολή της σκέψης πάνω του· η μεταμόρφωσή του από τον πόνο και από την ανάπτυξη του εμβρύου – μία από τις πιο τρυφερές και ζωντανές στιγμές του μυθιστορήματος είναι ο τρόπος που η Μαίρη μετρά τον χρόνο με το μέγεθος του εμβρύου που παρομοιάζει με φρούτα: δαμάσκηνο, βερίκοκο, μικρό πορτοκάλι ή μεγάλο μανταρίνι. 

Το ρόδι είναι κομβικής σημασίας στο μυθιστόρημα. Θα μπορούσε να είναι λόγω χρωμάτων – κόκκινο για τον έρωτα των δύο φοιτητών, καφέ της σκουριάς για την εξαθλίωση και την παρακμή του σώματος. Είναι ωστόσο κάτι περισσότερο – η υλική έκφραση του εαυτού της Μαίρης: " Όταν το ζύγιασα στο  χέρι, μου φάνηκε ότι έμοιαζε με διασταύρωση καρδιάς και ανθρώπινου κρανίου. (...)  Όσο εγώ μιλούσα, εκείνος έπαιζε με αυτόν τον ανομοιόμορφο καρπό, τον πίεζε και τον ζουλούσε με τα νευρώδη δάχτυλά του. "Γιατί είναι σημαντικό να αρκούνται τα πράγματα στον εαυτό τους;"  Κατάλαβα πως μιλούσε σοβαρά. "Γιατί, ξέρεις, δεν υπάρχουν κάποια που είναι πιο σημαντικά από τα άλλα". Το ρόδι πέταξε ψηλά, έπεσε στο χέρι του και ξανατινάχθηκε. (...)  "Μπορεί." Δεν ήξερα αν αυτή ήταν καλή απάντηση, όμως ήθελα να με καταλάβει. "Αν το ανοίξεις αυτό το φρούτο, δε θα βρεις ούτε ένα σπυρί που να είναι σημαντικότερο από το άλλο. Είναι όλα τους χώρια, το επίκεντρο βρίσκεται παντού."  

Η λυρικότητα του κειμένου δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας ωραιοποιεί ή αποστρέφει το βλέμμα από τους απάνθρωπους όρους επιβίωσης που επέβαλλε το καθεστώς. Κάθε άλλο. Ναι μεν το υλικό του προέρχεται από ιστορικά στοιχεία και προσωπικές μαρτυρίες –μερικές από τις οποίες ανέκδοτες– ωστόσο, ο Φιορέτος επιλέγει να γίνει πιο επίμονος και συγκεκριμένος – κατονομάζει την πρακτική όψη της κτηνώδους καθημερινότητας που βίωναν οι εκτοπισμένες γυναίκες. Πχ, η Μαίρη γράφει τις σκέψεις της (το μυθιστόρημα είναι η ημερολογιακή καταγραφή της σύλληψης και της εξορίας) σε ό,τι πέσει στα χέρια της: σελίδες ξεθωριασμένων περιοδικών κι εφημερίδων, ετικέτες από κονσέρβες, άδεια πακέτα τσιγάρων, το περιτύλιγμα μιας ξεραμένης σοκολάτας· οι εξόριστες καθαρίζουν τις εγκαταλελειμένες εγκαταστάσεις με θαλασσινό νερό και απορυπαντικό που δεν αφρίζει, χρησιμοποιούν τα κομμένα μαλλιά τους για να κάνουν την μπογιά των τοίχων πιο ανθεκτική· συμβιώνουν με αρουραίους και σκορπιούς, η θέρμανση λιγότερο της στοιχειώδους, η υγρασία ποτίζει τα πάντα, κ.λπ. Το μυθιστόρημα είναι μία πλούσια κι ενδελεχής σύνθεση όλων αυτών των μικρών, αποκρουστικών για πολλούς και ίσως γι' αυτό αγνοημένων, λεπτομερειών που ζωντανεύουν τον καθεστωτικό διάβολο. 



Προσπαθώ να σκεφτώ μυθιστορήματα που αφορούν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και σε όσα ακολούθησαν – Κωστούλα Μητροπούλου, σίγουρα ο Περικλής Κοροβέσης, ο Γύψος του Βαλτινού είναι τα πρώτα που μου έρχονται στο νου και είναι σύγχρονα των γεγονότων. Θα υπάρχουν, βεβαίως, κι άλλοι συγγραφείς με βιβλία που αναφέρονται στην Δικτατορία – είτε περιμετρικά, είτε ως αυτούσιες μαρτυρίες, δραματοποιημένες εμπειρίες, δοκίμια, κ.λπ. Ωστόσο, γράφουν από την ανδρική πλευρά, ή με σκληρή χροιά – το σχετικά πρόσφατο "Η ανάκριση" του Ηλία Μαγκλίνη είναι ένα παράδειγμα.  Ο Φιορέτος πρωτοτυπεί όχι τόσο με την γυναικεία πρωτοπρόσωπη αφήγηση που υιοθετεί αλλά με το γενικότερο συγγραφικό ύφος του το οποίο εδώ δεν διαθέτει ίχνος ωμότητας ή αρρενωπότητας. Γράφει με λεπτότητα και ενσυναίσθηση για την γυναικεία υπόσταση και φύση, ακόμα και στις πιο βίαιες σκηνές του βιβλίου – τον βιασμό κατ' εντολή και δύο ηλεκτροσόκ. 

Σε συνέντευξή του, λέει πως ο τίτλος εργασίας του μυθιστορήματος είχε τίτλο "Επτά κεφάλαια περί πόνου". Πράγματι, τα κεφάλαια της ενότητας που τιτλοφορείται "Τα σπυριά του ροδιού" αφηγούνται την κλιμάκωση μιας οδυνηρής ζωής που μεταμορφώνουν την Μαίρη – απόρριψη, θλίψη, θυμός, απογοητεύσεις, απάνθρωπες κακουχίες και βασανισμοί, εκβιασμός, μία απόφαση ζωής και θανάτου. Ωστόσο μέσα από τον πόνο, σωματικό και υπαρξιακό, ο συγγραφέας προβάλλει ένα ισχυρό γήινο πρότυπο αέναα σύγχρονου καθημερινού ανθρώπου – αυτόνομη, δυναμική, θερμή, αλληλέγγυα, ευέλικτη, θαρραλέα, ευάλωτη, η Μαίρη είναι μια νέα γυναίκα που ζει την εποχή της και η οποία, χωρίς να ασπάζεται κάποια από τις κυρίαρχες ιδεολογίες της εποχής, υπερασπίζεται με την ζωή της, κυριολεκτικά, το ανθρώπινο δικαίωμα στην ελευθερία, την ανωνυμία, την ισότητα και τον σεβασμό· σε ένα καλύτερο μέλλον για το παιδί και τον σύντροφό της. 



Ξεκίνησα να διαβάζω την "Μαίρη" μάλλον ανόρεχτα, κυρίως λόγω θέματος – το εξώφυλλο του βιβλίου σε προδιαθέτει για μία επανάληψη προηγούμενων αφηγήσεων. Η περιέργεια όμως να γνωρίσω έναν άγνωστο σε μένα μέχρι τότε συγγραφέα υπερίσχυσε. Ευτυχώς! Με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπίστωσα πως η λιτή εκφραστική δεινότητα, και η δραματική -εξίσου μεστή- ένταση της γραφής του Άρη Φιορέτου όχι μόνον ανασυστήνουν με ακρίβεια και πειστικότητα την εποχή και τις ειδικές συνθήκες της, αλλά επίσης συμπληρώνουν τα κενά της χωρίς να την παρουσιάζουν γραμμικά ή άκαμπτα. Γι' αυτόν το λόγο, το μυθιστόρημα ετούτο –ένας εξαιρετικά ισορροπημένος κι εύφορος συνδυασμός στοχασμού, συναισθημάτων και αισθήσεων–, συμβάλλει κατά πολύ στην αυτογνωσία του αναγνώστη, την κατανόηση της δικής μας εποχής και την ποιότητα της ελληνικής αφήγησης. 
















Σημειώσεις:  Το πορτραίτο
 της Gloria Steinem είναι από την αμερικανίδα Debbie Kaspari – θα μπορούσε να είναι της Μαίρης, εάν είχε κοντά μαλλιά. Το δεύτερο εικαστικό είναι η "Άννα" του σύγχρονου βέλγου ζωγράφου και κινηματογραφιστή Michaël BorremansΗ φωτογραφία στο κέντρο είναι λεπτομέρεια του εξωφύλλου της φινλανδικής έκδοσης του βιβλίου. Η φωτογραφία του συγγραφέα αντλήθηκε από την προσωπική ιστοσελίδα του. Μπορείτε, επίσης, να παρακολουθήσετε εδώ ένα σύντομο, πολύ πρόσφατο, βίντεο όπου ο Α. Φ. αφηγείται με παιγνιώδη αρτιστίκ τρόπο το βιογραφικό του, την αίσθηση των ξένων γλωσσών στην ζωή του και το πως βρήκε εντέλει την δική του (συγγραφική) φωνή.