Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα photography. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα photography. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022




Ode to Liberty






Henceforth, oh, kings learn, and know this true:

That neither flattery nor halters

Make sturdy barricades for you,

Neither prison walls, nor holy altars.

Be ye first to bow your head down

Beneath the canopy of Law eternal.

The people joyous, their freedom vernal

Will forever save the nation’s crown.


* *

Στο εξής, ω βασιλιάδες, μάθετε και να ξέρετε ετούτη την αλήθεια:

Πως ούτε οι κολακείες, ούτε τα καπίστρια

Γίνονται γερά οδοφράγματα δικά σας,

Ούτε τα τείχη φυλακών, ούτε οι ιεροί βωμοί.

Πρώτοι εσείς κλίνατε την κεφαλή σας

Κάτω από τον θόλο του διηνεκή Νόμου.

Ο λαός χαρούμενος, η ελευθερία του εαρινή

Για πάντα θα σώσει το στέμμα του έθνους. 


*







Σημείωση: Η πιο πάνω στροφή είναι η καταληκτική της Ωδής στην Ελευθερία – το ποίημα που έγραψε σε νεαρή ηλικία ο Alexander Pushkin και το απήγγειλε στην αποφοίτησή του από το Λύκειο. Ακολούθησαν κι άλλες δημόσιες απαγγελίες της Ωδής που εξόργισαν τους τότε κυβερνώντες και οδήγησαν τον τσάρο Αλέξανδρο Ι να εξορίσει, για πρώτη φορά το 182Ο,  τον ρώσο Ρομαντικό. Ο οποίος Ρώσος αργότερα, μετά την απόδοση χάρητος και πριν εξοριστεί για δεύτερη φορά, έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Το απόσπασμα αντλήθηκε από εδώ όπου μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το ποίημα στην αγγλική μετάφρασή του. Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά είναι (βιαστική και) δική μου. / Η φωτογραφία της ανάρτησης μοιάζει να αντικατοπτρίζει την αντίσταση των Ουκρανών. Ανήκει στον Ernst Hass κι έχει τίτλο "Wild Horses (Nevada, 1957).

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021





Reclaiming the Frame 

 
 
 


           
   
Όσο δύσκολο κι αν  είναι να εξηγήσεις τον κόσμο στα παιδιά τόσο απαραίτητο είναι να κατανοήσουν όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω τους, ιδίως αυτή την περίοδο,  ακόμη και τα πιο μικρά. Σε αυτό απαντά η βραβευμένη συγγραφέας και κριτικός  παιδικής λογοτεχνίας Μαρίζα Ντεκάστρο με δύο σχεδόν πρόσφατα βιβλία της όπου ασχολείται με την αγωγή του πολίτη – ένα από τα σημαντικότερα θέματα που αναδύθηκαν ετούτες τις μέρες, εξίσου σημαντικό και θεμελιώδες κι εκτός της τωρινής συγκυρίας. 
 

Στο  "Πού κρύβονται τα δικαιώματα;" (Μεταίχμιο, 2Ο19) η αφήγηση ξεκινά με μία απλή απορία της μικρής πρωταγωνίστριας: «Τι είναι το Σύνταγμα; Πλατεία; Στάση του μετρό; Αγορά;» Ο φίλος της τής  απαντά και στη συνέχεια τα δυο παιδιά συζητούν για εκείνα τα πράγματα που δικαιούνται να έχουν και να κάνουν ως παιδιά, εκείνα  που δεν επιτρέπονται κι εκείνα που προστατεύει το Σύνταγμα – το χάρτινο έγγραφο που είναι ο νόμος των νόμων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η συγγραφέας, με πλούσιο κι έγκριτο έργο στα βιβλία γνώσης για παιδιά, δίνει εδώ μερικές ουσιώδεις ιστορικές πληροφορίες για την ύπαρξη και λειτουργία του Συντάγματος το οποίο προστατεύει όλα τα δικαιώματα όλων των Ελλήνων πολιτών – πότε και πού δημιουργήθηκε, ποιοί το ζήτησαν και πώς. Παράλληλα, η μινιμαλιστικής αίσθησης παιδικότροπη εικονογράφηση της Άνας Μάτεγιτς προβάλλει με ενάργεια περιστατικά της πραγματικής ιστορίας όταν το Σύνταγμα είχε καταλυθεί – βιβλία που καίγονται σε σωρό, ανθρώπους φυλακισμένους για τις ιδέες και τα πιστεύω τους.

Στο θέμα της Δημοκρατίας αναφέρεται το ομότιτλο "τι είναι Δημοκρατία (Μεταίχμιο, 2Ο2Ο)  Στο βιβλίο ετούτο η βραβευμένη συγγραφέας είναι το ίδιο ευθύς κι εύγλωττη – εξηγεί τι σημαίνει Δημοκρατία, γιατί είναι σημαντική και τι σημαίνει για τους ανθρώπους παντού στον κόσμο. Η πολύχρωμη, σχεδόν ναΐφ, εικονογράφηση του  Χρήστου Κούρτογλου συμβάλλει στην πυκνότητα της αφήγησης, ιδίως στις σελίδες που αναφέρονται στο αντίθετο της Δημοκρατίας: την δικτατορία. Αυτή η εμφανής και σαφής παράθεση των αντιθέσεων βοηθά τους μικρούς αναγνώστες να καταλάβουν με ακρίβεια την λεπτή διαφορά μεταξύ των "θέλω" και της επικίνδυνης ασυδοσίας,  όπως και στο πρώτο βιβλίο
 
"Τέλεια! Έχω δικαίωμα να κάνω ό,τι θέλω, αν έτσι πιστεύω και κανένας δεν μπορεί να μου λέει όχι." λέει η εκφραστική μικρή που σκιτσάρισε η Μάτεγιτς. Και ο νεαρός φίλος της απαντά: "Λάθος! Στο Σύνταγμα υπάρχουν και άρθρα για τις υποχρεώσεις των πολιτών, ώστε να μην θίγονται τα δικαιώματα των υπόλοιπων."


Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις δεν αφορούν μόνον σ' ένα "κλειστό" πλαίσιο (άτομο, οικογένεια, σχολείο), αλλά και το ευρύτερο – της πόλης και κατ' επέκταση της πολιτείας κι αυτό καθιστά τα δύο βιβλία αλληλένδετα. Κάλλιστα, ωστόσο, μπορούν να διαβαστούν ξεχωριστά. Το καθένα τους είναι ένα καλό εφαλτήριο για συζητήσεις με θέματα που συναντούμε πλέον σε καθημερινή βάση αλλά δεν θεωρούνται παιδικά – πολίτευμα, νόμοι, δικαιώματα, ευθύνες, δημοκρατία.  Ωστόσο, όπως κάθε εκπαιδευτικός γνωρίζει, τα πάντα μπορούν να συζητηθούν με τα παιδιά αρκεί αυτό να γίνεται με συγκεκριμένο τρόπο που θα τα σέβεται. Η Ντεκάστρο, ως έμπειρη παιδαγωγός, με σπουδές και στην λογοτεχνία για παιδιά και νέους, γράφει με τρόπο περιεκτικό αλλά απλό και κοντά στην διάθεση και τις γνωστικές ικανότητες των παιδιών. Δεν χρησιμοποιεί πατερναλιστικές τρυφερότητες, δεν επιβάλλει διδαχές αλλά συνδιαλέγεται μαζί τους επί ίσοις όροις – ακούει τις ερωτήσεις της μικρής πρωταγωνίστριας και απαντά, μέσω του μικρού της φίλου, με αμεσότητα και σαφήνεια δείχνοντας έτσι στους μικρούς αναγνώστες πως να βλέπουν γύρω τους, να σκέφτονται και να μιλούν με κρίση κι αυτοπεποίθηση. 



Τα δύο βιβλία απευθύνονται σε παιδιά από 5 και 6 ετών αντίστοιχα γι' αυτό η συγγραφέας δεν αναφέρει καθόλου λεπτομέρειες – ακριβείς ημερομηνίες και τοπόσημα δεν έχουν καμία σημασία σε αυτές τις ηλικίες. Εκείνο που έχει, ωστόσο, είναι οι έννοιες των λέξεων (δικαιώματα και υποχρεώσεις, νόμοι , πολίτευμα, δημοκρατία),  και η ουσιαστική κατανόησή τους ώστε τα επόμενα βιβλία που θα διαβάσουν τα παιδιά και θα αναφέρουν το σύνταγμα και την δημοκρατία –ή οτιδήποτε άλλο σχετικό δουν ή ακούσουν που, λόγω της φετινής επετείου για το 1821 αλλά και της γενικότερης πραγματικότητας, θα είναι αρκετά– να τους είναι βατά έως ευχάριστα. Και σε τούτο ακριβώς επιτυγχάνει η προσέγγιση της Ντεκάστρο – οι διάσπαρτες λέξεις που ακούγονται ξένες στα αυτιά των μικρών παιδιών  μπαίνουν στο σωστό τους πλαίσιο ώστε ο κόσμος γύρω τους να αποκτήσει νόημα. Και οι  σύντομες ιστορικές πληροφορίες που παραθέτει βοηθούν τους μικρούς αναγνώστες να προσδιορίσουν τι είναι αυτό το κουτί που τους λένε συνέχεια και να αρχίσουν έτσι, στην πράξη, να συμπεριφέρονται  ως μελλοντικοί υπεύθυνοι κι ελεύθεροι ενήλικες. 



Το χτίσιμο της προσωπικότητας ενός παιδιού χρειάζεται χρόνο, επιμονή κι έναν γερό σκελετό για να αναπτυχθεί σε όλα τα επίπεδα, σε όλες του τις διαστάσεις. Γι' αυτό η ανάγνωση στα παιδιά και οι συζητήσεις με τους γονείς-συναναγνώστες που θα τους συνοδεύουν είναι τώρα περισσότερο αναγκαία – όχι μόνο για να αντιπαρέλθουν τις ενδεχόμενες συνέπειες του παρατεταμένου lockdown και να προχωρήσουν στην τυπική εκπαίδευσή τους αλλά να βαδίσουν και πέρα από αυτή καθώς η επικαιρότητα είναι ήδη αμείλικτη: προσωπικά δεδομένα, αυταρχικές κυβερνήσεις, ρατσιστικές νοοτροπίες, βίαιες συμπεριφορές, ψέματα κι αυθαιρεσίες βάζουν την σωματική, πνευματική και ηθική μας ακεραιότητα σε σοβαρό κίνδυνο. Οι λέξεις που περικλείονται στα δύο πιο πάνω βιβλία και η ουσία τους –η ουσία των βιβλίων εντέλει– αποτελούν μια στιβαρή θωράκιση για το μέλλον των παιδιών. Και όλων μας.

 




Σημείωση: Οι εικόνες της ανάρτησης είναι από τις εικονογραφήσεις των βιβλίων. Η εικόνα της συγγραφέως είναι φιλοτεχνημένη από τον Βασίλη Παπαγεωργίου.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

 


 


Come, they told me not 




 

Θεωρείται ο χαμένος γίγαντας της αμερικανικής λογοτεχνίας – όπως συνέβη με τον John Edward Williams και τη Lucia Berlin, στην εποχή του ο  William Melvin Kelley γνώρισε πρόσκαιρη φήμη και μετά βυθίστηκε στη λήθη για να ανακαλυφθεί κατά τύχη στις μέρες μας και να αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια με το πρώτο μυθιστόρημά του.   

Το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" (μτφρ. Γ. - Ί. Μπαμπασάκη – Μεταίχμιο, 2Ο2Ο) εκτυλίσσεται στο Σάτον, μία μικρή πόλη στον βαθύ αμερικανικό Νότο. Εκεί, η συνύπαρξη των Μαύρων με τους Λευκούς είναι ειρηνική εφόσον ο καθένας διατηρεί την θέση του – οι πρώτοι να επιτελούν το "κατώτερο" έργο τους ενώ οι δεύτεροι να ασκούν την ψιλή κυριότητα και κόσμια επιστασία τους. Ώσπου μία μέρα ο Τάκερ Κάλιμπαν –απελευθερωμένος σκλάβος και τώρα αγρότης με δική του περιουσία και σεβαστός από όλους–, σπέρνει αλάτι στο χωράφι του, σκοτώνει τα ζώα, βάζει φωτιά στο σπίτι του και φεύγει προς τον Βορρά με την έγκυο γυναίκα του και το παιδί τους. Δίχως να πει οτιδήποτε σε κανέναν. Ωστόσο, αυτή η κίνηση θα λειτουργήσει ως έναυσμα για τους υπόλοιπους Μαύρους της περιοχής οι οποίοι θα τον ακολουθήσουν μαζικά, αλλά ψύχραιμα και το ίδιο σιωπηλά. Είναι Ιούνιος του 1957 και η φανταστική Πολιτεία όπου ανήκει το Σάτον είναι η μοναδική "...της Ένωσης* που δεν έχει ούτε ένα μέλος της νέγρικης ράτσας ανάμεσα στους πολίτες της."  

Ο Κέλυ έχει επινοήσει εξ' ολοκληρου τον μυθιστορηματικό τόπο, όχι όμως και τις καταστάσεις που διαδραματίζονται στα έντεκα κεφάλαια του βιβλίου, το καθένα από τα οποία αφηγείται ένας λευκός: ο Χάρι Λίλαντ - ένας χαμηλών τόνων κι επιφυλακτικός οικογενειάρχης· ο γιος του,  ο μικρός Κύριος Λίλαντ – ο μόνος στον οποίο μίλησε ο Τάκερ όταν έφευγε: "Είπε πως είμαι νέος και δεν έχω χάσει τίποτε ακόμα". Τα τέσσερα μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας Γουίλσον στους οποίους δούλευαν ο Τάκερ και οι πρόγονοί του, και οι άντρες της μικρής πόλης που συναντιούνται κάθε μέρα στην βεράντα του τοπικού παντοπωλείου και σχολιάζουν.  

 


Η πολυφωνικότητα αυτή, μέσω της οποίας δίνεται η προσωπικότητα του πρωταγωνιστή, μια αίσθηση θεατρικότητας που μου άφησε  η ανάπτυξη της αφήγησης και το τραγικό τέλος προσδίδουν χροιά αρχαίου δράματος στο μυθιστόρημα. Με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στις αποχρώσεις και τις εντάσεις του κάθε χαρακτήρα, ο Κέλυ εκθέτει την στάση των Λευκών απέναντι στις θεσμοθετημένες  φυλετικές διακρίσεις και  τούτη την κινητική αφύπνιση των Μαύρων δίνοντας έτσι μία ζωντανή ρεαλιστική εικόνα της εποχής – στα τέλη της  δεκαετίας του 1950, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Μαύρων είχε ήδη εδραιωθεί με σημαντικότατες δικαστικές αποφάσεις υπέρ τους, ωστόσο το  δόγμα του equal but separate θα αργήσει πρακτικά να ανατραπεί. 

Λογοτεχνικά, το επιχειρεί ο Κέλυ στον "Τυμπανιστή" με ένα εύρημα που πολλοί το εξέλαβαν ως σάτιρα ή μαύρο χιούμορ ενώ στην πραγματικότητα είναι το λογικό αντικαθρέφτισμα της πεποίθησης ανωτερότητας των Λευκών – η παντελής απουσία των Μαύρων. Κι όχι μόνον επινοεί ένα σύμπαν όπου οι Μαύροι έχουν περισσότερη δύναμη και αρνούνται να συνεχίσουν να ζουν υπό συνθήκες υποταγής, αλλά πηγαίνει στην ρίζα ετούτης της λευκής πεποίθησης. Με ένα εκτενές flashback, στο δεύτερο κεφάλαιο, ο αμερικανός συγγραφέας αφηγείται το εμπόριο σκλάβων στα τέλη του 19ου αι. και το τοπικό παζάρι όπου ο φανταστικός στρατηγός των Νοτίων Ντιούι Γουίλσον αγοράζει έναν μεγαλόσωμο Αφρικανό. Ο σκλάβος όμως, που έχει εξεγερθεί στο αμπάρι του πλοίου που τον μετέφερε από την Αφρική, μόλις τον βγάζουν στη στεριά το σκάει. Η ένοπλη ομάδα του στρατηγού δεν θα μπορέσει να τον πιάσει ζωντανό κι έτσι ο στρατηγός Γουίλσον θα αποκτήσει μόνο το μωρό που ο Αφρικανός κρατούσε στα χέρια του και το οποίο θα μεγαλώσει στην δούλεψή του. Το μωρό εκείνο είναι ο προπάππος του Τάκερ κι αυτό δικαιολογεί, κατά τους λευκούς κατοίκους της πόλης, τις πράξεις  και τη φυγή του – κάλεσμα του αίματος το ονόμασαν. 

Η εξήγηση όμως δεν είναι τόσο απλοϊκή. Ο Τάκερ Κάλιμπαν, όπως ο ομώνυμος χαρακτήρας  της Τρικυμίας που έχει δική του ζωή έξω από την πλοκή του Σαίξπηρ, αποστασιοποιείται από το σύνολο των ομόφυλών του και με αποφασιστικότητα κάνει πράξη αυτό που πιστεύει πως θα αλλάξει την ρατσιστική πραγματικότητα – "...ο μόνος τρόπος για να πάνε καλύτερα τα πράγματα είναι να σηκωθούν και να φύγουν όλοι οι έγχρωμοι, να γυρίσουμε την πλάτη σε όλα όσα ξέραμε και ν' αρχίσουμε απ' την αρχή", λέει ένας Μαύρος καθώς εγκαταλείπει το Σάτον νοηματοδοτώντας με λέξεις την αποστασία του Τάκερ. Στην πραγματικότητα ο Κέλυ προσωποποιεί έτσι τον κύριο σκοπό του  Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Μαύρων – την ειρηνική αντίσταση και την πολιτική ανυπακοή.




'Ενα βιβλίο  τοποθετημένο ανάποδα  στο σκονισμένο ράφι ενός παζαριού, προκάλεσε την περιέργεια της αμερικανίδας δημοσιογράφου Kathryn Schulz. Ήταν η πανόδετη πρώτη έκδοση ενός σπάνιου βιβλίου  και στην πρώτη σελίδα έγραφε: "Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Ουίλιαμ Κέλυ –για την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι μας– καλωσόρισες!"  Υπογραφή: "Langston Hughes, 19 Φεβρουαρίου 1962" Ενθουσιασμένη με την πολύτιμη ανακάλυψή της, η Schulz συνέχισε το ψάξιμο, για το άγνωστο όνομα αυτή τη φορά, ώσπου ανακάλυψε το πρωτόλειο του Κέλυ.  Στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό άρθρο του New Yorker όπου εξιστορεί την όλη περιπέτεια και παραθέτει επίσης ένα εκτενές κι ενδιαφέρον βιογραφικό του συγγραφέα. 

Από την πρώτη κιόλας έκδοσή του, το 1962, παραλληλίστηκε με καταξιωμένους συγγραφείς, κυρίως με τους  James Baldwin και William Faulkner. Ωστόσο το συγκεκριμένο μυθιστόρημα τοποθετεί τον Κέλυ στο ενδιάμεσο – λιγότερο επικός ή δοκιμιακός από τον πρώτο και λιγότερο υπερβατικός ή "πομπώδης" από τον δεύτερο, ο Κέλυ στα είκοσι τέσσερά του είναι εντυπωσιακά ώριμος ως λογοτέχνης ώστε να αναβιώσει πρόσωπα και καταστάσεις μέσω συνεκτικών και πολυδιάστατων μυθοπλαστικών συμβάσεων, και αρκετά ρεαλιστής ώστε να σκιαγραφήσει με οξυδέρκεια, ενάργεια και αληθοφάνεια, εκτός των άλλων, και τον κάθε τύπο της νέγρικης ταυτότητας – από τους στωικούς κι εργατικούς οικογενειάρχες που κοιτούν την δουλειά τους μέχρι την νέα –τότε– δυναμική γενιά που σπουδάζει. Όπως, για παράδειγμα, η Μπέθρα – η νεαρή οικιακή βοηθός που εργάζεται εσωτερική στους Γουίλσον για να εξοικονομήσει τα δίδακτρα του κολεγίου· οι πρώην συμφοιτητές της στο τοπικό τμήμα του Εθνικού Συλλόγου για τα Ζητήματα των Εγχρώμων· ή, ο αιδεσιμότατος Μπένετ Μπράντσοου, πρώην συμφοιτητής και συγκάτοικος του υιού Γουίλσον στο Χάρβαρντ, που εξέλαβε την κινητοποίηση των Μαύρων ως προσωπική ήττα. 

Στις μέρες μας συγκρίθηκε επίσης, ως πρωτόλειο, με το "Στόουνερ" αν και δεν θα έπρεπε. Παρά την ίδια ψύχραιμη κι αποστασιοποιημένη αλλά περίπλοκη αφήγηση, πρόκειται για δύο αισθητά διαφορετικά έργα, με το "Στόουνερ" να υπερτερεί στον πλούτο της γλώσσας και τον "Τυμπανιστή" να εντυπωσιάζει με την λιτότητα και την πρωτοτυπία της δικής του, και την ενσυναίσθηση του συγγραφέα για το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι και πως αυτό αντανακλάται στους ομόφυλούς του ενώ βιώνεται από το κάθε άτομο ανεξαρτήτου φύλου και χρώματος. Κυρίως όμως με την ευφυή οπτική του – ένας Μαύρος μιλά εκ μέρους των Λευκών για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της φυλής του. Δεν είναι ακατανόητο, εντέλει, που παραγκωνίστηκε τότε – η νέα εισαγωγή της αμερικανικής έκδοσης αποδίδει την λογοτεχνική παρακμή του Κέλυ στο γεγονός ότι "...πολλοί λευκοί αναγνώστες δεν ήθελαν έναν μαύρο συγγραφέα να τους λέει τί σκέφτονταν, ιδίως όταν τόσα πολλά από αυτά ήταν επιτιμητικά."  Και είναι πράγματι πολλά – εκτός από τις διάφορες εκφάνσεις του ρατσισμού, οι οικονομικές ανισότητες, οι ιδεολογικές διώξεις, ο αριβιστικός λαϊκισμός και η θέση της γυναίκας στον λευκό κόσμο είναι ιδιαίτερα εμφανή στην αφήγηση. 



Ο Ουίλλιαμ Μέλβιν Κέλυ δεν είναι ακόμα μία περίπτωση παραγνωρισμένου ευφυούς δημιουργού που ανανήπτει. Είναι κάτι περισσότερο – προκαλεί τα στερεότυπα και τους παραλογισμούς των φυλετικών διακρίσεων με ένα εξαιρετικό εύρημα που μπορεί να προσληφθεί και ως θεωρητικό πείραμα. Και οι όποιες αδυναμίες του μυθιστορήματος, που είναι αρκετές, δεν αποδυναμώνουν την πρωτοτυπία και την τολμηρή ματιά ενός συγγραφέα που κάνει τους Μαύρους ορατούς κι αυτό είναι ουσιώδες –  το να υπάρχεις και να μην γίνεσαι αντιληπτός, λέει ο νομπελίστας Gao Xingjian, είναι το ίδιο σαν να μην υπάρχεις. Με αυτό κατά νου και υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων στην Ουάσινγκτον, όπου επανεμφανίζεται η σημαία της Συνομοσπονδίας, ο αμερικανός συγγραφέας δεν καθίσταται μόνον πολύ επίκαιρος αλλά απαραίτητος κλασικός. Και το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" μια αναγκαία ανάγνωση, αν όχι ιδέα. 






* Το κείμενο γράφει τη λέξη Ένωση αλλά πρόκειται για λάθος της μετάφρασης διότι η  Ένωση αφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, δλδ τους Βόρειους  – 20 ελεύθερες και 5 συνοριακές Πολιτείες που, κατά τον εμφύλιο πόλεμο,  υποστήριζαν τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν και το πρόγραμμά του. Αντίθετα, στο Νότο –όπου αναφέρεται ο συγγραφέας κι εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου–  οι 11 Πολιτείες που ήταν υπέρ της δουλείας και ήθελαν να αποσχιστούν από την Ένωση σχημάτισαν τις Συνομόσπονδες Πολιτείες ή απλώς Συνομοσπονδία.





Σημειώσεις: Το εικαστικό της ανάρτησης  είναι το #19: Postage Commemorating the Advent of Black Power (1967) και ανήκει στη σειρά με τίτλο "American People" της αμερικανίδας καλλιτέχνιδας Faith RinggoldΗ ασπρόμαυρη φωτογραφία τιτλοφορείται "Lowell Smith, 1981" και ανήκει στην συλλογή του Robert Mapplethorpe "Dark and Light" ενώ, στη συνέχεια, το "Gaze of Silence" (1932) είναι του Paul Klee// Η φωτογραφία του link της τελευταίας παραγράφου αντλήθηκε από εδώ

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021




Νερό συναντά

 κι άλλο νερό





Δεν συνηθίζω να μιλώ για ποίηση ωστόσο, η ποίηση του  Raymond Carver πατά στο μοτίβο των πεζών του κι αυτό μου δίνει μία ευκολία, πολύ περισσότερο δε εφόσον πρόκειται για έναν από τους αγαπημένους μου πεζογράφους και η ποίηση  δεν ήταν για εκείνον μια περιστασιακή αποφόρτιση – ο μινιμαλιστής διηγηματογράφος που θεωρείται ο ανανεωτής της μικρής φόρμας στην Αμερική τον 2Οο αι. έγραφε ποίηση με την ίδια αφοσίωση ακόμα και όταν καταξιώθηκε ως διηγηματογράφος. Για την ακρίβεια, θεωρούσε εαυτόν ποιητή εξίσου και δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση, παράλληλα με τα πεζά του, ακόμα και σε περιόδους που τον έζωναν υπαρξιακές ανησυχίες. 

Δεν είχα συνειδητοποιήσει τον όγκο του ποιητικού έργου του παρά μόνο διαβάζοντας προσεκτικά το εκτενές και πυκνογραμμένο επίμετρο του Άκη Παπαντώνη στο πρόσφατο "Εκεί που είχαν ζήσει" (Κίχλη, 2Ο2Ο) – μία συλλογή 57 ποιημάτων του Κάρβερ που μετέφρασε ο έλληνας πεζογράφος έχοντας προηγουμένως ανθολογήσει την συγκεντρωτική έκδοση "All of Us" (Harvill, 1996)  που περιλαμβάνει τις τρεις ευρείας κυκλοφορίας συλλογές ποίησης  του Αμερικανού και μία που εκδόθηκε  μετά θάνατον συν κάποια αθησαύριστα ποιήματά του. 

Η παρούσα έκδοση είναι δίγλωσση αλλά  όχι με αντικριστή έκθεση των δύο εκδοχών – τα ποιήματα στην ελληνική τους μετάφραση βρίσκονται στο πρώτο μέρος της συλλογής και τα πρωτότυπα ακολουθούν στο δεύτερο. Έτσι, χωρίς την άμεση αντιπαραβολή και σύγκριση, η ανάγνωση επικεντρώνεται στο ύφος και την ουσία των ποιημάτων ενώ η δυναμική της κάθε γλώσσας αναδύεται αυτόνομη – η στιλπνή αφαιρετικότητα των στίχων στην αγγλική και ο λιτός λυρισμός της ελληνικής. 

Ως πεζογράφος, κάποιος δλδ με γνώσεις και τεχνική στην χρήση της ελληνικής γλώσσας, ο Παπαντώνης θα μπορούσε να πειραματιστεί με την απόδοση των λέξεων από την μία γλώσσα στην άλλη ή να επιβάλλει το δικό του ύφος μεταφραστική αδεία. Ωστόσο, δεν αυθαιρετεί.  Αν και σε σημεία τού διαφεύγει ο κοφτός ρυθμός του Κάρβερ, μεταφέρει στην γλώσσα μας το ιδίωμα, την  οπτική και τον εσωτερικό ρυθμό του – ένα μη ειδυλλιακό σκηνικό,  μια ζωή μουντή που έρπει σε σκληρές επιφάνειες· οξεία παρατηρητικότητα στο περιβάλλον -φυσικό και ιδιωτικό-,  μια γενναιόδωρη κατανόηση της ζωής και μια φωνή που σου μιλά με οικειότητα. Αυτή η φωνή του ποιητή είναι εδώ ελαφρά λιγότερο δραματική απ' ό,τι στα διηγήματά του ωστόσο, και παρά το "κουμπωμένο" ύφος του, ο Κάρβερ αφήνει να φανούν –με την ίδια ουδέτερη ένταση, την ίδια αποστασιοποιημένη ακρίβεια– διακριτικές λεπτομέρειες μιας δυνατής συγκίνησης.



Απέρριπτε κάθε κατηγοριοποίηση, λέει η Carol Sklenicka, βιογράφος του Κάρβερ κι αυτό είναι φανερό στο τρόπο που τα όρια της ποίησης και της διηγηματογραφίας του συγκλίνουν και σχεδόν αναιρούνται. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Κάρβερ εκκινεί από το προσωπικό του βίωμα –μία ζωή με φτώχεια και πολύ αλκοόλ–, το οποίο διυλίζει και εκπέμπει σε κάτι μεγαλύτερης εμβέλειας, πανανθρώπινο.  Το  "Εκεί που είχαν ζήσει"  όμως μου δίνει την εντύπωση πως αφορά στο πιο αυτοαναφορικό, πιο ιδιωτικό,  κομμάτι του αμερικανού λογοτέχνη ώστε στο τέλος της ανάγνωσης, προκύπτει ένα ολοκληρωμένο πορτραίτο του κι ένα αποκατεστημένο ψηφιδωτό της ανθρώπινης συνθήκης. Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που σου μένει κάθε φορά που διαβάζεις ένα έργο του Κάρβερ είναι ευδιάκριτες και όμορφες, παράδοξα όμορφες κι αρμονικές εικόνες – βασικό κριτήριο λογοτεχνικότητας κι απόσταγμα αξίας.  







Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από τον τίτλο μίας από τις ποιητικές συλλογές που ανθολογήθηκαν για το βιβλίο, την "Where water comes together with other water" (1985). Η πρώτη φωτογραφία είναι του μεταφραστή αντλημένη από τον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook. 

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

 

 




The Rolling Form 

  

   

Η ιστορία της ταινίας "My Mexican Bretzel"  δεν θα μπορούσε να είναι πιο συνηθισμένη: μία σύζυγος αφηγείται την εύπορη ζωή της στο πέρασμα είκοσι χρόνων. Τίποτα άλλο, ωστόσο, δεν είναι συνηθισμένο σε τούτο το σύγχρονο mockumentary που, αν και φαινομενικά αργόσυρτο και απλό, επαναπροσδιορίζει την ουσία του κινηματογράφου και τον φορμαλιστικό πειραματισμό όπως και την σχέση μας με τον χωροχρόνο.

Καταρχάς, η ταινία είναι μία συρραφή των διαφόρων καρέ από τις ερασιτεχνικές ταινίες μικρού μήκους που είχε γυρίσει ο παππούς της Nuria Giménez Lorang στα ταξίδια του με την γιαγιά της. Παρακολουθώντας για ώρες τα 50 καρούλια φιλμ με τα 300 αδιάφορα πλάνα, η ισπανίδα σκηνοθέτρια επινόησε το προσωπικό ημερολόγιο της Vivian Barrett – μιας γυναίκας που ζει την εποχή της με άνεση και συχνές διακοπές σε θέρετρα διαφόρων χωρών. Την δεκαετία του '40, ο σύζυγός της Léon Barrett (πλούσιος βιομήχανος, αν θυμάμαι καλά) κατατάσσεται στην πολεμική αεροπορία, μάχεται κι επιστρέφει με σοβαρό πρόβλημα ακοής εξαιτίας ενός αεροπορικού ατυχήματος που παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή. Δεν είναι εύκολο να συνηθίσει τη νέα άηχη κατάσταση και την "ακινησία" που αυτή του επιβάλλει (δεν μπορεί να ξαναπετάξει), αλλά η ζωή κυλά και το ζευγάρι συνεχίζει να ταξιδεύει ανά τον κόσμο είτε για αναψυχή είτε για τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του Léon που είναι πλέον εμπορικός αντιπρόσωπος του Lovedyn – ένα νέο ελπιδοφόρο αντικαταθλιπτικό σκεύασμα στην δημιουργία του οποίου συμμετείχε. 

Έπειτα, η ηχητική επένδυση της ταινίας είναι η ελάχιστη δυνατή. Η στοχαστική, μελαγχολική φωνή της πρωταγωνίστριας ακούγεται να μονολογεί σποραδικά, και οι σκέψεις της (που τις βλέπουμε και ως υπότιτλους) συνοδεύουν ορισμένες από τις εικόνες, σαν να τις επεξηγούν. Οι ελάχιστοι ήχοι που, επίσης, ακούγονται στιγμιαία στις ενδιάμεσες παύσεις υπονοούν το συναίσθημα ή τον σκοπό της αντίστοιχης σκηνής: ο ήχος των καταδρομικών αεροπλάνων, το φτερούγισμα μιας κουκουβάγιας που εφορμά στο θύραμά της, ο ήχος μιας γόνδολας που κινείται στο νερό ή το πέρασμα ενός τραίνου, κύματα να σπάνε σε βράχια· μια φωνή που αναγγέλλει την εκκίνηση αυτοκινητιστικών αγώνων – το ζευγάρι βρίσκεται στο ράλι του Le Mans, στη Γαλλία, όπου το 1955 έγινε το χειρότερο ατύχημα στην ιστορία του αθλήματος. Είναι μια περίοδος καμπής για τον Léon κι αυτό το κομβικό σημείο για τη ζωή ενός φανατικού  της αυτοκίνησης δεν θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα. 

Ο ήχος της μηχανής προβολής καλύπτει τον υπόλοιπο χρόνο των 97' της ταινίας. Ετούτη η εσκεμμένη έλλειψη μουσικής ή άλλης γνώριμης ηχητικής επένδυσης δίνει μια έντονα δραματική χροιά στον αισθητικά όμορφο και τρυφηλό βίο του ζευγαριού και αναδεικνύει την υποκείμενη προσωπική ιστορία  της Βίβιαν – μια ιστορία απουσίας κι αποξένωσης  που γίνεται σταδιακά απρόβλεπτη.  




Με σπουδές στην Δημοσιογραφία, τις Διεθνείς Σχέσεις και το Ντοκιμαντέρ, η Νούρια Χιμένεθ ξεκίνησε την σκηνοθετική πορεία της το 2016 με ένα συμβατικό ντοκιμαντέρ μικρού μήκους - το Kafeneio. Το Mexican Bretzel είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της και είναι εντελώς ανορθόδοξη όχι μόνον ως προς το όλο concept και την εκτέλεσή του, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εμπλέκει τον θεατή στην αφήγηση και τον κρατά σε εγρήγορση – μετά την ανυπομονησία των πρώτων λεπτών για την υποτίθεται-γνώριμη συνέχεια, η αμηχανία μπροστά στον επαναληπτικό ήχο της κινηματογραφικής μηχανής και ύστερα η σχεδόν άβολη αίσθηση μπροστά στο άγνωστο εκράν (στην οθόνη του η/υ για την ακρίβεια. Στην πραγματική μεγάλη οθόνη ενός κινηματογράφου η επίδραση, υποθέτω, θα είναι πιο έντονη) και στην οικειότητα που δημιουργείται από αυτό το "κενό" στην αφήγηση, σαν εκμυστήρευση, των ενδόμυχων σκέψεών της. Κι έπειτα η ένταση τού να αφουγκράζεσαι το παρελθόν και να ανιχνεύεις τις ανεπαίσθητες κινήσεις που προδίδουν την πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα – το χαμόγελο που σοβαρεύει, τα χέρια που ντύνονται με γάντια, το βλέμμα που μελαγχολεί, την διαβάθμιση των αποχρώσεων στα επιχρωματισμένα καρέ που τείνει να σκουραίνει καθώς η σχέση της Βίβιαν με τον Λεόν αλλάζει.

"Δεν υπάρχει ιστορία που δεν είναι αλήθεια", λέει ο Chinua Achebe. Ωστόσο, το ντοκυμαντερικό ετούτο δράμα προβοκάρει την ρήση του – αν και οι πρωταγωνιστές Ilse G. Ringier και Frank A. Lorang υπήρξαν στην πραγματικότητα και όλα τα καρέ είναι κομμάτια της αληθινής ζωής τους, η ταινία δεν είναι η ζωή τους – οι πληροφορίες που παίρνουμε και για τους δύο δεν είναι παρά ελάχιστες κι επιφανειακές. Η ταινία αφηγείται κάτι  ψεύτικο ενώ μετατρέπει τους ίδιους, άθελά τους και μετά θάνατον, σε ηθοποιούς. “Τα ψέματα είναι ένας άλλος τρόπος να πεις την αλήθεια”,  γράφει στο ημερολόγιό της η Βίβιαν και η κινηματογραφική σιωπή που την περιβάλλει υπογραμμίζει το οντολογικό υπόβαθρο της ταινίας – εγείρει πολλά από τα ρεαλιστικά ζητήματα που απασχολούν τις γυναίκες για την ζωή και τον έρωτα μέχρι σήμερα: οι επιλογές και ο ρόλος τους, οι προσδοκίες των άλλων και της κοινωνίας που πρέπει να εκπληρώσουν, οι απρόβλεπτες επιθυμίες και το κόστος τους. 



"Είναι μία διαρκής έρευνα για πατήματα, αλλά στο τέλος υπάρχει μόνο μία βεβαιότητα που είναι ο θάνατος. Κι έτσι είναι. Είναι το μόνο πράγμα για το οποίο η ταινία αντικατοπτρίζει μία αλήθεια." λέει η σκηνοθέτης. Κι ωστόσο,  ο δεξιοτεχνικότατος χειρισμός ενός τυχαίου υλικού από μέρους της παρουσιάζει έναν σαφή οπτικό στοχασμό για το ουσιώδες και το άπειρο· για την σχέση μας με τις έννοιες, τις ερμηνείες και τα φαινόμενα· την ζωή – εν κινήσει και γενικώς.





Σημειώσεις: Το 11ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας διεξήχθη διαδικτυακά, μέσω του  ιστότοπου της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, από 16 έως 26.10.2020 // Η πρώτη εικόνα είναι στιγμιότυπο από την ταινία "The Mysteries of Château du Dé" (1929) του Man Ray που εκτός από εικαστικός υπήρξε και μικρομηκάς ενώ η δεύτερη, στιγμιότυπο της πιο πάνω ταινίας. Στο τέλος, χαρακτηριστική λεπτομέρεια μίας παζλ προσωπογραφίας του Charis Tsevis

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020











The Importance of Beauty






Μία από τις ηγετικές  φυσιογνωμίες του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, ο Wim Wenders εκτός από ταινίες σκηνοθετεί και ντοκιμαντέρ. Στο πιο πρόσφατο "Αλάτι της Γης" (2014) αφηγείται την ζωή και το έργο ενός εμβληματικού φωτογράφου, του βραζιλιάνου Sebastião Salgado – μία εκπληκτική και συναρπαστική ταινία υψηλής αισθητικής και ηθικής που ωστόσο θέτει κι ένα εξίσου υψηλό παράδοξο. 

Γεννημένος το 1944 στην Βραζιλία, σε μια σχετικά εύπορη αγροτική οικογένεια, ο Σεμπαστιάο Σαλγκάδο σπουδάζει οικονομικά στο πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο. Το 1969 γίνεται πραξικόπημα στη χώρα και ο Σεμπαστιάο –παντρεμένος ήδη με μια νεαρή μουσικό και δασκάλα, τη Λέλια–  αυτοεξορίζεται  στην Γαλλία μαζί με άλλους εκπατρισμένους από τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Εκεί, συνεχίζει τις σπουδές του. Το 1973 εγκαταλείπει την δουλειά του ως οικονομολόγος στον Παγκόσμιο Οργανισμό Καφέ για να αφοσιωθεί στο πάθος του – την φωτογραφία. Το 1979 εντάσσεται στο δυναμικό μεγάλων πρακτορείων ως φωτορεπόρτερ και κερδίζει μεγάλη αναγνωρισιμότητα όταν φωτογραφίζει την απόπειρα δολοφονίας του αμερικανού προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν. Πέντε χρόνια αργότερα δημιουργεί το δικό του πρακτορείο με βασικό συνεργάτη τη σύζυγό του Lélia Wanick Salgado με την οποία σχεδιάζουν και οργανώνουν την εκάστοτε, μακροχρόνια συνήθως, φωτογραφική  αποστολή του. Ωστόσο, αυτό που ξεκινά ως μία εξερεύνηση γνώριμων τόπων καταλήγει μια φωτογραφική μαρτυρία μερικών από τα πιο σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας: η εκμετάλλευση των εργατών στα χρυσορυχεία της Σέρρα Πελάδα και οι κοινωνικές αναταραχές στην Λατινική Αμερική· η πυρπόληση των πετρελαιοπηγών στo Κουβέιτ, ο χρόνιος λιμός στην Αιθιοπία, ο εκτοπισμός πληθυσμών στην Κροατία και την Ρουάντα στην οποία έζησε την γενοκτονία της φυλής Τούτσι.  



Κινηματογραφικός δημιουργός και δραστήριος φωτογράφος ο ίδιος, ο Βιμ Βέντερς χειρίζεται την οπτική αφήγηση με την ίδια προσοχή που το κάνει κι ο Σεμπαστιάο Σαλγάδο - οι σκηνές εναλλάσσονται μεταξύ του έντονου ασπρόμαυρου και των έγχρωμων καρέ τα οποία μεταδίδουν στον θεατή την αίσθηση του παρόντος και προσδίδουν μια σύγχρονη, αισιόδοξη ίσως χροιά στην κινηματογράφηση την οποία συνυπογράφει ο Juliano Ribeiro Salgado, γιος του Σεμπαστιάο και της Λέλια. Οι δύο σκηνοθέτες περιγράφουν τις προσωπικές τους εμπειρίες με τον σπουδαίο φωτογράφο χωρίς ωστόσο να υπερκαλύπτουν την προσωπικότητα ή το έργο του. "The Other Americas", "Sahel", "Workers", "Migrations" – τα πολυσέλιδα άλμπουμ που εμφανίζονται στην ταινία και όπου το έντονο, αισθητικά εξαίρετο, ασπρόμαυρο με το ανεπαίσθητο ντεγκρατάρισμα σε ασημί απεικονίζει τις συνθήκες εξαθλίωσης της ανθρώπινης φύσης, την φρίκη και την απόλυτη οδύνη των ανθρώπων.

Η ομορφιά στην υπηρεσία του Κακού. Αυτό το παράδοξο θύμωσε την Σούζαν Σόνταγκ  η οποία στο "Παρατηρώντας τον πόνο του άλλου" κατηγορεί τον Σ.Σ. για αισθητικοποίηση του Κακού, συνθήκη η οποία διαβάλλει την όποια πρόθεση της φωτογραφίας και το νόημά της υποβιβάζοντάς τη, από ντοκουμέντο, σε μία όμορφη εικόνα και μόνο, ενώ ταυτόχρονα καθιστά τους θεατές απλώς θαυμαστές του Ωραίου που, επιπλέον, ίσως νοιώσουν ντροπή κι ενοχή στην σκέψη  ότι βρίσκουν την φωτογραφία όμορφη. Ωστόσο, ο "φωτογράφος που ειδικεύεται στην παγκόσμια εξαθλίωση", όπως τον αποκάλεσε η Σόνταγκ  κατάφερε να τραβήξει την προσοχή της παγκόσμιας κοινότητας όχι μόνον με την αισθητική τελειότητα του έργου του αλλά κυρίως με την ικανότητά του να συλλαμβάνει την εσώτερη δύναμη και αξιοπρέπεια ακόμα και του πιο εξαθλιωμένου θέματός του δημιουργώντας έτσι ισχυρές νοηματικές αντιστοίξεις που παραπέμπουν ευθέως σε μια εις βάθος κατανόηση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και σε ένα σαφές κι εύστοχο μήνυμα. Όπως σ' αυτό το μισόγυμνο παιδί που ατενίζει  αγέρωχο την έρημο· ή, σ' ετούτη την αποστεωμένη μητέρα που κατευθύνεται με σεβάσμια στωικότητα σε στρατόπεδο επισιτισμού στην Αιθιοπία.  

"Δεν είναι εύκολο να αποφύγεις την παγίδα της οφθαλμοπορνείας," λέει ο Βιμ Βέντερς. "Επιτυγχάνεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα αναπτύξεις μία καλή επικοινωνία με τους ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά στον φακό, θα μπεις πραγματικά στην ζωή τους και στην κατάσταση που βιώνουν. Πολλοί λίγοι φωτογράφοι το πετυχαίνουν αυτό. Ο Σεμπαστιάο περνάει χρόνο με τους ανθρώπους που φωτογραφίζει, ζει μαζί τους, συναισθάνεται την κατάστασή τους και μοιράζεται τις ζωές αυτών των ανθρώπων όσο περισσότερο γίνεται. Κάνει αυτή την δουλειά για τους ανθρώπους, για να τους δώσει φωνή. Οι φωτογραφίες που παίρνονται στο πόδι, με "ντοκιμαντερίστικο" ύφος δεν μπορούν να μεταδώσουν αυτά τα πράγματα."



Το "Αλάτι της γης" είναι ένα δυναμικό παζλ από σκηνές φωτορεπορτάζ, παρασκήνια, συνεντεύξεις, εκπληκτικά στιγμιότυπα και οδυνηρές αναμνήσεις που αντλούνται από το πολύτιμο έργο του Σαλγάδο.  Είναι συγκολονιστικό να ακούς την χαμηλής έντασης φωνή του να αφηγείται με voice-over τις συνθήκες δημιουργίας που τελικά τον κατέβαλλαν – μετά τις αποστολές στην Αιθιοπία και την Ρουάντα περιήλθε σε μια κατάσταση βαθιάς απογοήτευσης, ματαιότητας και άρνησης της ζωής. "Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μία ιστορία τρέλας. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε άγρια (ferocious) ζώα, απαίσια" ομολογεί. Σε αυτό το σημείο γίνεται περισσότερο εμφανής η προσωπικότητα και η συμβολή της Λέλια Βάνις Σαλγάδο – ως αντίδοτο στην κατάθλιψη προτείνει την επιστροφή στην πατρική φάρμα του Σεμπαστιάο στην Βραζιλία. Στην ταινία, αφηγείται η ίδια το πως εργάστηκαν με επιμονή για την αποκατάσταση του εντελώς άγονου τόπου ο οποίος, από το 1998, έχει μετατραπεί σε έναν μοναδικό  για τα παγκόσμια χρονικά εθνικό δρυμό. Και πως, μέσω του Ινστιτούτου Τέρρα που ίδρυσαν, φροντίζουν για την διατήρησή του δάσους και προωθούν την περιβαλλοντική εκπαίδευση, την αναδάσωση και, γενικώς, την προστασία του περιβάλλοντος. Στο περιβάλλον θα επιστρέψει ο Σεμπαστιάο για μία ακόμη φωτογραφική αποστολή – το "Genesis", που παρουσιάζεται επίσης στην ταινία, είναι μία εξερεύνηση πρωτόγονων τοπίων, ζώων και φυλών που έχουν επιβιώσει αναλλοίωτα στον σύγχρονο πολιτισμό.  



Ξεκίνησα να γράφω γι' αυτήν την πανέμορφη ταινία που σε κατατρύχει, στο τέλος, ωστόσο, θα καταφύγω σε ένα βιβλίο. Ένα λεύκωμα με το οδοιπορικό του σπουδαίου φωτογράφου που προέκυψε από την συνεργασία του με την γαλλίδα δημοσιογράφο Ιζαμπέλ Φρανκ. Το "Από τη γη μου στη Γη" (μτφρ. Κατερίνας Σχινά – Στερέωμα, 2016θα μπορούσε να είναι η έντυπη εκδοχή της ταινίας αλλά είναι κάτι περισσότερο – περισσότερος λόγος  και περισσότερες λεπτομέρειες για την φωτογραφία και την πλούσια σε εμπειρίες ζωή του Σαλγάδο· την φιλοσοφία του για τους ανθρώπους και τον κόσμο· για το σήμερα. Σε κάποιο σημείο λέει: "Ανησυχώ παρατηρώντας ότι σχεδόν κάθε τεχνολογικό επίτευγμα, τελικά, μας απομονώνει. Καθώς συνεχίζεται η τεχνολογική εξέλιξη, ο καθένας μας καθίσταται ικανός να κάνει ολοένα και περισσότερα μόνος, στη γωνιά του. Ωστόσο, η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια ιστορία συλλογικότητας." Κι αυτός είναι ο λόγος που μόνη της η Ομορφιά δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο.

Τα έργα τέχνης που είναι βουτηγμένα στην αλήθεια, λέει ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, και μας παρουσιάζονται με τρόπο ζωντανό θα μας αρπάξουν την προσοχή, θα μας προσελκύσουν στον ίδιο χαρακτήρα τους με μεγάλη δύναμη και θα εντυπωθούν γερά στη μνήμη μας. Χρειάζεται όμως να συνδυαστούν με κείμενα, ταινίες και με την εστιασμένη δράση ανθρωπιστικών οργανώσεων ώστε να γίνουν μέρος ενός ευρύτερου κινήματος καταγγελίας της βίας, του αποκλεισμού, της περιβαλλοντικής καταστροφής – ώσμωση που δεν είναι ορατή με την πρώτη και παίρνει χρόνο και μόχθο, όπως αποδεικνύουν τα δύο πιο πάνω έργα. 

Ποιος είπε ότι η Ομορφιά, ή η επιδίωξή της, είναι κάτι απλό;
Είναι όμως αναγκαίο.






Παρασκευή 17 Απριλίου 2020










The Testament of Milagros





"There are times in these days before death comes with my name in whispers, calling me towards darkness, lulling me towards rest, when I know that I want more from the world. Not much, but more. It is simple. If water can be changed into wine and the dead can be brought back, then I want time pushed back. I want to live again before my son's death happened,  or before he left home, when he was a baby and his father was alive and there was easy in the world.  I want one of those golden Aabbath days, days without wind when there were prayers on our lips, when I joined the women and intoned the words, the supplication to God to give justice to the weak and the orphan, maintain the right of the lowly and the destitute, rescue the needy, deliver them from the hands of the wicked. When I said these words to God, it mattered that my husband and son were close by and that soon, when I had walked home alone and sat in teh shadows with my hands joined, I would hear their footsteps returning and I would await my son's shy smile as the door was opened for him by his father and then we would sit in silence waiting for the sun to disappear when we could talk again and eat together and prepare with ease for the peaceful night after the day when we had renewed ourselves, when our love for each other, for God and the world, had deepened and spread. 

(...) 

And I am whispering the words, knowing that words matter, and smiling as I say them to the shadows of the gods of this place who linger in the air to watch me and hear me. 













Σημειώσεις: Το απόσπασμα είναι από το "The Testament of Mary" του Colm Tóibín.  Στα ελληνικά, το "Η Διαθήκη της Μαρίας" κυκλοφορεί σε μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου (Ίκαρος, 2014).  //  Η φωτογραφία είναι της Μeridith Κohut από τον λογαριασμό των NYT στο Instagram και δείχνει την 20χρονη ετοιμόγεννη Milagros Vásquez που πηγαίνει από νοσοκομείο σε νοσοκομείο παρακαλώντας να την δεχτούν για τον τοκετό. Σε κάποιο από αυτά, έφυγε μόνη της γιατί δεν υπήρχε η θερμοκοιτίδα που θα χρειαζόταν το πρόωρο μωρό της. Στο άρθρο αυτό, μπορείτε να διαβάσετε για την κατάρρευση του συστήματος δημόσιας υγείας στη Βενεζουέλα και την οικτρή κατάσταση της χώρας.  

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019











Άκρα και Γέφυρες





Μία αριστοτεχνική άσκηση στην συντομία είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του Mathias Énard  που εκδόθηκε στα ελληνικά. Στο "Μίλησέ τους για μάχες, για ρηγάδες και για ελέφαντες" (μτφρ. Σοφίας Διονυσιοπούλου – Στερέωμα, 2018) ο πολυβραβευμένος γάλλος συγγραφέας ασχολείται με μία από τις κορυφαίες μορφές της ιταλικής Αναγέννησης, τον "Θεϊκό" Μichelangelo Buonarroti και γράφει  με στοχασμό  για την Τέχνη και την βάσανο της δημιουργίας, και τις περίπλοκες σχέσεις που συνυφαίνονται μεταξύ Ανατολής και Δύσης.  

Το 1506, νέος αλλά ήδη διάσημος γλύπτης, ο Μιχαήλ Άγγελος προσκαλείται από τον σουλτάνο Βαγιαζίτ Β' στην Κωνσταντινούπολη για να σχεδιάσει και να κατασκευάσει μια γέφυρα που θα ενώνει δύο πλευρές του Κεράτιου κόλπου, την Πόλη και το Πέραν. Έχει προηγηθεί στη θέση του ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, το σχέδιο του οποίου απορρίφθηκε, κι έτσι εκτός από την τεράστια χρηματική αμοιβή, η πρόσκληση προσφέρει, επίσης, την πιθανότητα της αθανασίας καθώς το έργο αυτό θεωρείται υψίστης σημασίας. 

Είναι 31 χρονών, στην ακμή της δημιουργικής πορείας του και, ως γνήσιος αναγεννησιακός, έχει ήδη εκδηλώσει το πολυδιάστατο ταλέντο του – γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής. Στην Φλωρεντία, την κατά γενική ομολογία κοιτίδα της Αναγέννησης, υπήρχαν ήδη μερικά απο τα πιο μεγάλα κι εντυπωσιακά έργα του ενώ τελευταία είχε αναλάβει την κατασκευή της βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Ωστόσο, η σκαιά συμπεριφορά του πάπα Ιουλίου Β΄, ο οποίος αρνείται να τον πληρώσει, τον αναγκάζει να αθετήσει την συμφωνία και να παρατήσει το μαυσωλείο στην μέση.

Μην έχοντας, πρακτικά, υποχρεώσεις στην πατρίδα του, και παρά τις προειδοποιήσεις για την οργή του Πάπα και τις συνέπειές της, ο Μιχαήλ Άγγελος δέχεται την πρόσκληση. Στις 17 Απριλίου, φτάνει στην Κωνσταντινούπολη και φιλοξενείται στο σπίτι του πλούσιου φλωρεντινού εμπόρου Τζιοβάννι ντι Φραντζέσκο Μαρίνι. Στις περιπλανήσεις του στην πόλη τον συνοδεύουν αποκλειστικά, και κατά περίπτωση, ο ελληνικής καταγωγής διερμηνέας Εμμανουήλ και ο ποιητής Μεσιχί, από την Πρίστινα, ο οποίος τον μυεί στα μυστικά της πόλης και την διασκέδαση της τουρκικής νύχτας. Αργότερα, σε αυτήν την μικρή παρέα θα προστεθεί ο Αρσλάν - ένας νεαρός που έχει ζήσει καιρό στη Βενετία και, προς μεγάλη έκπληξη του γλύπτη, όχι μόνο μιλάει τέλεια ιταλικά, με βενετσιάνικη μάλιστα προφορά, αλλά επιπλέον έχει δει  με τα μάτια του τον Δαβίδ του. Την παλέτα των πρωταγωνιστών συμπληρώνει μία ανδαλουσιανή ανδρόγυνη φιγούρα που, με τον χορό και το τραγούδι της, σαγηνεύει τον Μιχαήλ Άγγελο και η οποία θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην διαμονή του καλλιτέχνη. 

Στα τέλη  Ιουνίου 1506 η διαμόρφωση του χώρου όπου θα γίνει η γέφυρα έχει αρχίσει. Ο Μικελάντζελο επιβλέπει το εργοτάξιο ενώ παράλληλα συνεχίζει τις περιπλανήσεις, τα σχέδια και την προσπάθειά του να δημιουργήσει με κάθε λεπτομέρεια αυτό που προορίζεται για το μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό αριστούργημά του. Απορροφημένος όπως είναι, θα βρεθεί εν αγνοία του στην μέση μιας παλατινής πλεκτάνης και θα κινδυνεύσει θανάσιμα η ζωή του. 





Το "Μίλησέ τους..." προηγήθηκε της εξαιρετικής και βραβευμένης με Γκονκούρ "Πυξίδας". Eκδόθηκε το 2010 και την ίδια χρονιά βραβεύτηκε με το Γκονκούρ των Μαθητών Λυκείου. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση καθώς το διάβαζα είναι η σφιχτά αρμολογημένη αφήγηση του Ενάρ ενώ περιέχει μία πληθώρα λεπτομερειών, πληροφοριών, ιστορικών γνώσεων, εικόνων και σκέψεων. Το ίδιο εντυπωσιακό είναι και το πώς, μέσα από αυτή την αφήγηση, ζωντανεύει η Κωνσταντινούπολη η οποία, ως πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την Άλωση, βρισκόταν τότε στο επίκεντρο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ του Ανατολικού και του Δυτικού Κόσμου – η καθημερινή ζωή στην Πόλη έσφυζε από την συνύπαρξη Οθωμανών με Ρωμιούς, Εβραίους, Λατίνους, Κροάτες, κ.ά. και οι αγορές της από πλήθος εμπορεύματα σε πλούσιες ποσότητες και ποικιλίες. Τα εργαστήρια λειτουργούσαν συνέχεια για την κατασκευή έξοχων σπαθιών ενώ η κίνηση συνεχιζόταν τη νύχτα με οινοποσίες, εκλεκτά εδέσματα και ηδυπαθή διασκέδαση. 

Είμαστε στον 16ο αιώνα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι μια πολυεθνική, πολυγλωσσική αυτοκρατορία που ελέγχει, μεταξύ άλλων, το μεγαλύτερο μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και τμήματα της Κεντρικής και της Ανατολικής. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής είναι οι πιο ομαλές από οποιαδήποτε μετέπειτα περίοδο. Πρόκειται για ένα διάστημα που χαρακτηρίζεται από ανάπτυξη, κινητικότητα και συναλλαγές παρ' όλα τα μαύρα σημεία του. Στην Ευρωπαϊκή Τέχνη δε, η αναπαράστασή της Ανατολής  ήταν, γι' αυτό, υπερβολικά ρομαντική. Και ανακριβής, επίσης – ένα στοιχείο που μοιάζει να αποσυνθέτει ο Ενάρ κρατώντας, ωστόσο, τις λεπτές ισορροπίες: όταν βάζει την ανδαλουσιανή φιγούρα να διηγείται τα βράδια στον Μικελάντζελο –με ασυνήθιστη για το ύφος του συγγραφέα πρωτοπρόσωπη αφήγηση– την ιστορία των Εβραίων που εκδιώχθηκαν από την Ισπανία. Ή, όταν μιλά για τις πολεμικές συρράξεις του Βαγιαζίτ Β΄ στην Ιταλία που έχουν τώρα τελειώσει. Κι όταν, επίσης, μιλά για τις μηχανορραφίες του παλατιού – για τον Αρσλάν με τον διπλό ρόλο του αλλά και για την προσπάθεια της ανδαλουσιανής φιγούρας να σαγηνεύσει τον Μικελάντζελο κι έτσι να μπορέσει ο Αρσλάν να ολοκληρώσει το σχέδιό του. Μηχανορραφίες υπάρχουν και στην ιταλική καλλιτεχνική σκηνή όπου οι τότε διάσημοι συνάδελφοι του Μικελάντζελο προσπαθούν να τον διαβάλουν για να τραβήξουν την προσοχή (και τις διάφορες αναθέσεις και χορηγίες) του πάπα.

Αν και ουσιαστικά το μυθιστόρημα είναι η προσωπογραφία του "Θεϊκού" Ιταλού, ο Ενάρ δεν ωραιοποιεί τον χαρακτήρα του. Τον παρουσιάζει όπως ήταν, σύμφωνα με τις επίσημες πηγές: μονήρη, τραχή, εγκρατή, λακωνικό κι εχθρό της καθαριότητας – φορούσε τα ίδια ρούχα και δεν πλενόταν ποτέ του. Γράφει, επίσης, για την δυσκολία του στις ανθρώπινες σχέσεις - ο Μικελάντζελο δεν μπορεί να επικοινωνήσει λεκτικά με την ανδραλουσιανή φιγούρα παρ' όλο που την ποθεί. Ούτε και με τον Μεσιχί ο οποίος είναι ανομολόγητα ερωτευμένος μαζί του και θυσιάζεται για να του σώσει τη ζωή - όταν ο Μιχαήλ Άγγελος θα κινδυνεύσει, ο Μεσιχί θα παρέμβει την τελευταία στιγμή και θα σκοτώσει κατά λάθος τον θύτη του (βεβαίως και δεν θα σας αποκαλύψω ποιός είναι). Έτσι, όμως, θα ενοχοποιηθεί άδικα και αφού τον διώξουν από την αυλή του σουλτάνου, θα χαθεί στα σοκάκια της πόλης και στα καπηλειά του Ταχτάκαλε, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. 





Με σπουδές στην αραβική και την περσική γλώσσα, ο 47χρονος σήμερα Ενάρ ταξίδεψε για μεγάλο διάστημα στην Μέση Ανατολή και από το 2000, με ένα μικρό διάλειμμα για σπουδές στο Βερολίνο το 2013, μένει μόνιμα στη Βαρκελώνη όπου, κάποια στιγμή, διήθυνε ένα εστιατόριο λιβανέζικης κουζίνας.  Έχει μεταφράσει στα γαλλικά από τα φαρσί, τα ισπανικά και τα αραβικά. Έχει γράψει δοκίμια για την σύγχρονη λογοτεχνία της Παλαιστίνης και του Ιράκ, μία συλλογή ποίησης με επιρροές από τον Προυστ, και πολλά ακόμη διηγήματα. Ως εκδότης, έχει εκδόσει ένα βιβλίο πειραματικής μυθοπλασίας (punk journalism) και την μετάφραση του ημερολογιου ενός πρώην παιδιού-στρατιώτη στον εμφύλιο του Λιβάνου. Είναι, επίσης, καθηγητής πανεπιστημίου και λάτρης των κόμικς –την ένατη, κατά πολλούς, τέχνη– και των graphic novels και γράφει κριτικές γι' αυτά στην αντίστοιχη στήλη της Le Monde. Πρόσφατα δε συμμετείχε στην δημιουργία του βιβλίου της λιβανέζας κομίστα Zeina Abirached. 

Όπως στη ζωή και τις σπουδές, έτσι και στα βιβλία του, ο Ματίας Ενάρ γεφυρώνει δύο πόλους - την Ανατολή με τη Δύση. Ο σύγχρονος αυτός Οριενταλισμός προκύπτει από την ανάγκη του συγγραφέα να αναδείξει την παρεξηγημένη εικόνα, όπως λέει, που έχουμε για την Ανατολή και το σημείο ώσμωσης των δύο κόσμων. "Για μένα η Ανατολή και η Δύση δεν είναι ποτέ δύο απολύτως διαχωρισμένες ταυτότητες. Αυτό που κυριαρχεί διαχρονικά στην τέχνη, τη λογοτεχνία, αλλά φυσικά στην πολιτική και στρατιωτική ιστορία είναι οι «συναλλαγές». Και από την άλλη, είναι παράδοξο να σκεφτόμαστε ότι μέσα στο παγκοσμιοποιημένο χωριό μας οι μόνοι απολύτως διακριτοί κόσμοι είναι η Ανατολή και η Δύση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί κανείς να ξεχνάει τις διαφορές μεταξύ των πολιτισμών. Αλλά διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στο Παρίσι και το Βερολίνο ή την Αθήνα και το Βερολίνο ή την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη. Νομίζω ότι μέχρι τώρα έχουμε σίγουρα μάθει πως το μέλλον μας θα είναι πολυπολιτισμικό...".

Γι' αυτό το γεφύρωμα των δύο άκρων στο "Μίλησέ τους..." ο συγγραφέας βασίζεται σε διάσπαρτα θραύσματα της ιστορίας τα οποία αναφέρει στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου – προσωπικά σημειωματάρια, ημερολόγια κι επιστολές του καλλιτέχνη που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα καθώς και γραπτά μελετητών του που αναφέρουν την πρόσκληση του σουλτάνου. Πραγματικός ήταν και ο κοσοβάρος ποιητής Μεσιχί όπως πραγματικό είναι κι ένα σχέδιό του Μιχαήλ Άγγελου για μια γέφυρα στον Κεράτιο το οποίο φυλάσσεται στο Μουσείο Επιστημών του Μιλάνου. Από πουθενά όμως δεν προκύπτει ότι ο ιταλός καλλιτέχνης επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη. Με την φανταστική επίσκεψή του, ο Ματιάς Ενάρ αναπαριστά τον αόρατο τρόπο που η Πόλη, και ιδίως η Αγια Σοφια, επηρρέασαν κατά πολύ την καλλιτεχνική δημιουργία του "Θεϊκού" γλύπτη.  Στήνει, έτσι, μια γέφυρα για την εκ νέου κατανόηση της τόσο αμφίδρομης  σχέσης Ανατολής - Δύσης.  




«Μια ιστορία είναι αληθινή μόνο στον χρόνο που την αφηγείσαι. Και αφού είναι παιδιά, μίλησέ τους για μάχες, για ρηγάδες, για άλογα, για σατανάδες, για ελέφαντες και για αγγέλους, μην παραλείψεις όμως να τους μιλήσεις για έρωτα και για πράγματα παρεμφερή», γράφει στη εισαγωγή του Life's Handicap ο Rudyard Kipling, από όπου και ο μακροσκελής τίτλος του βιβλίου, και συνοψίζει θαυμάσια το βιβλίο. Λιτό μα ποιητικό, λεπταίσθητο, ακριβές κι εξαιρετικά δομημένο σε μικρά συμπαγή κεφάλαια, η αφήγηση του Ματιάς Ενάρ είναι σχεδόν υπνωτιστική. Eυφάνταστο και περιπετειώδες –ιδίως προς το τέλος του– το βιβλίο ετούτο αναδεικνύει την σύγκρουση χαρακτήρων και πολιτισμών, δίχως να υπονομεύει τον κοσμοπολιτισμό τους ή την ταυτότητα της Ανατολής και των ευρωπαϊκών κρατών. Ένα εμβριθές χρονικό της ιστορίας των σχέσεων  της Ευρώπης με την Ασία, ένα παραμύθι για τις δυνατότητες που δεν εκπληρώνονται, ένας καθρέπτης, ίσως, του αναπόδραστου  Άλλου. 














Σημείωση: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από το "Ψαράδες στην γέφυρα του Γαλατά", του Ανδρέα ΓεωργιάδηΑκολουθεί  μία σπουδή του Μικελάντζελο για τον Αδάμ της Capella Sistina και στη συνέχεια, το φωτογραφικό τρίπτυχο "Οι Γυναίκες του Μαρόκο"  της σύγχρονης Μαροκινής Lalla Essaydi. το οποίο θα παρουσιαστεί στην αμέσως προσεχή έκθεση του Βρετανικού Μουσείου για το Πώς ο Ισλαμικός Κόσμος Επιρρέασε την Δυτική Τέχνη. Η φωτογραφία του συγγραφέα ανλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο.