Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011







Ποιός βλέπει το πρόσωπο καλύτερα;
ο φωτογράφος, ο καθρέφτης ή ο ζωγράφος;





Το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κανείς με το άκουσμα της λέξης καθρέφτης είναι η ματαιοδοξία των ανθρώπων για την εξωτερική τους εμφάνιση. Ωστόσο, ο "Καθρέφτης",  του  Γιάννη Ευσταθιάδη (΄Υψιλον, 2010) δεν συγκρατεί μόνο τα αναγκαία. Στην χάρτινη επιφάνεια των σελίδων αυτού του βιβλίου πολύ περισσότερο καταγράφονται  βίοι, συναισθήματα, χρόνος και μνήμη. Οι αντανακλάσεις τους δεν είναι άλλο από είκοσι δύο παραλλαγές βλέμματος σ' ένα θέμα.

Στάσου μπροστά στον καθρέφτη και χαμογέλασε.
Στάσου μπροστά στον καθρέφτη και συνοφρυώσου.
Σκοτείνιασε.
Οργίσου.
Σήκωσε το φρύδι.
Ζάρωσε τα χείλια.
Κλείσε τα μάτια.
Άνοιξέ τα πάλι.
Κάνε γκριμάτσες.
Γέλασε.
Να κλάψεις μην καταδεχτείς.
Αυτοσχεδίασε, παρώδησε, αφουγκράσου, χωρίς ήχο, μα με 
κινήσεις του στόματος εξιστόρησε.
Τρεμόπαιξε τα βλέφαρα από συνήθη φόβο.
Λάβε την τιμή να αυτοπαρουσιαστείς.
Συστήσου.
Ο εαυτός σου -φευ!- δεν σε γνωρίζει ακόμα.
Μετά, πλησίασε πιο κοντά, βγάλε τη γλώσσα σου.
Ζήσε με την ψευδαίσθηση πως κοροϊδεύεις.
Άκουσε να σου απαντά:
"Είναι άσπρη... Μήπως είσ' άρρωστος, αγόρι μου;"

Ο Γιάννης Ευσταθιάδης είναι ένας πολύ ιδιαίτερος συγγραφέας - έχει συγγράψει ποίηση, πεζά, δοκίμια, πολύ δηκτικά και απολαυστικά ομολογουμένως κείμενα για την γαστρονομία καθώς και υπέροχα παιδικά και το κάθε ένα από τα βιβλία του αποτελεί ξεχωριστό δείγμα λεπταίσθητου χειρισμού των λέξεων, των εικόνων και των συμβολισμών. Ωστόσο, εκτός από την συμπύκνωση των εννοιών και την αυστηρότητα του ρυθμού, όλα τα βιβλία του Γ.Ευσταθιάδη ξεχωρίζουν και για δύο άλλα πολύ έντονα χαρακτηριστικά του. Το πρώτο είναι η μικρή φόρμα που τόσο πιστά υπηρετεί και που τόσο όμορφα αναδεικνύει την λεπτομέρεια.        
                                                                                                                     
Το δεύτερο είναι η ιδιαίτερη σχέση του συγγραφέα με την μουσική – είναι πλέον γνωστό ότι για χρόνια διατηρούσε  την τακτική στήλη “Αντιστίξεις” στην “Καθημερινή”. Τούτο, λοιπόν, το πάθος του για την μουσική διαπερνά τα κείμενά του σε όποια κατηγορία κι αν ανήκουν. Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και στο “Καθρέφτης”.  Εκτός, όμως, από την  συνομιλία του με τον κόσμο του  Βάγκνερ, του Μότσαρτ, του Ραβέλ  και της cumparsita, ο  Γιάννης Ευσταθιάδης αυτή τη φορά συνδιαλέγεται επίσης και με τον Παπαδιαμάντη, τον Εμπειρίκο, τον Λουίς Κάρολ, τον Αντρέι Ταρκόφσκι, τον Μπόρχες - θα έλεγε κανείς πως η επιρροή του τελευταίου δίνει μια αέρινη μεταφυσική επίγευση στην ανάγνωση τούτων των ποιητικών αφηγημάτων. Μπορείς να τα πεις και πεζοποιήματα - το ύφος και η αισθητική της γραφής του δύσκολα εντάσσονται σε μια κατηγορία.

Πόση νύχτα υπάρχει στους καθρέφτες του! Ένας μγάλος μαύρος 
ύπνος που αχνοφέγγει στο ανοιχτό και στο σκούρο της τονικότητας, 
όχι θλίψη, ούτε χαρά, μια παρωδία μόνο των μορφών, 
μια ανατομία της σκιάς που είμαστε.

Τι περίεργο όμως. Από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα δεν έπαψα να σκέφτομαι πως τα συγκεκριμένα κείμενα είναι μεστά θεατρικά κομμάτια  έτοιμα για το σανίδι - σφύζουν από την ήσυχη δραματικότητα ενός Μπάστερ Κίτον  και την εύγλωττη εκφραστικότητα ενός Μαρσέλ Μαρσό. Η μοναδική ατμόσφαιρά τους με απορρόφησε και άρχισα να αναμοχλεύω διάφορες σκέψεις και αισθήσεις αδιαφορώντας εντελώς για την απάντηση στο ποιός τελικά "βλέπει" το ανθρώπινο πρόσωπο καλύτερα. Μου δημιουργήθηκε όμως η βεβαιότητα πως ο Γιάννης Ευσταθιάδης ξέρει να διευθύνει επιδέξια με την πένα του  τόσο τις λέξεις του όσο και τις αποχρώσεις του φωτός. Όπως επίσης και την ανθρώπινη ματαιότητα που επιμένει να διεκδικεί αναδρομικά εκείνο  το διαφεύγον που στέκεται ανάμεσα στο φθαρτό σώμα και τον άυλο εαυτό.



Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι του Eugene Carriere κι έχει τίτλο Between me. 

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011





Σημείο καμπής




Το  “Μετά το σεισμό” του Χαρούκι Μουρακάμι (Ωκεανίδα, 2009, μετάφραση  από τα αγγλικά Βασίλης Κιμούλης)  είναι μια συλλογή έξι διηγημάτων που γράφηκαν κατά παραγγελία μετά τον καταστροφικό σεισμό του Κόμπε, στην Ιαπωνία, το 1995 που άφησε πίσω του περίπου έξι χιλιάδες νεκρούς.  Εκείνη την εποχή ο συγγραφέας  είχε ήδη εγκατασταθεί μόνιμα στις ΗΠΑ και ως writing fellow σε αμερικανικά πανεπιστήμια  γράφει το "Κουρδιστό Πουλί" και το “Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου”.  Συγκλονισμένος από το γεγονός, επιστρέφει στην πατρίδα του όπου,  αφήνοντας κατά μέρος τις αγαπημένες  του μεταφυσικές ανησυχίες που συναντούμε σε όλα τα υπόλοιπα έργα του, επικεντρώνεται στις γήινες και πολύ  ρεαλιστικές επιπτώσεις που έχει μία τόσο βίαιη φυσική καταστροφή στον ψυχισμό καθημερινών ανθρώπων. "Θέλω να γράψω ιστορίες διαφορετικές απ' αυτές που έγραφα μέχρι τώρα, θέλω να γράψω γι' ανθρώπους που ονειρεύονται και περιμένουν να τελειώσει η νύχτα, που λαχταρούν το φως για ν' αγκαλιάσουν αυτούς που αγαπούν" αναφέρει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. 

Και πράγματι. Οι πρωταγωνιστές του Μουρακάμι  είναι πολύ συνηθισμένοι άνθρωποι οι οποίοι όμως δεν πλήττονται άμεσα από τον καταστροφικό σεισμό αλλά έμμεσα - παρακολουθώντας το τραγικό γεγονός από την βολή του σπιτιού τους. Αν μη τι άλλο, ο σεισμός εκτός από την φυσική δύναμη της γης απελευθερώνει επίσης το κενό που είναι καλά θαμμένο μέσα τους.  

Θα ήθελα να σχολιάσω περισσότερο όμως δεν έχω γυρίσει  ακόμη την τελευταία σελίδα και μάλλον θα μου πάρει λίγο - είμαι περίπου προς το τέλος του βιβλίου και δεν μπορώ να ξεκολλήσω το μυαλό μου από  ένα παλιό σκίτσο του Μορδίγιο – εκείνο όπου στο πρώτο καρέ στο πάνω μέρος της σελίδας, σε ένα πολύχρωμο δάσος ένα από τα χαρακτηριστικά ανθρωπάκια του σκιτσογράφου, κυνηγά με μια απόχη μία πολύχρωμη πεταλούδα ενώ στο επόμενο,  δεύτερο καρέ, στο κάτω μέρος της ίδιας σελίδας, οι ρόλοι έχουν αλλάξει. Είναι τώρα μια γιγάντια πεταλούδα που κυνηγά  με την απόχη ένα μικρό, ασπρόμαυρο ανθρωπάκι.



UpDate: Μια ουσιαστική παρουσίαση του βιβλίου -δίχως να κολλά στα φυσικά φαινόμενα- κάνει ο Lou Read εδώ.



Σημείωση: Η εικόνα είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011








Απόκριες




[...]

Με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν - απιστεύτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πληγές με το άσπιλο λευκό που με πιτσίλιζαν
τι ωραία θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.


Κι από την ανάποδη φοριέται η φαντασία
                     και σ' όλα τα μεγέθη της.









Σημειώσεις: Το παραπάνω είναι απόσπασμα από τη συλλογή «Μαρία Νεφέλη» ('Ικαρος,1978) και  είναι το ποίημα της (προηγούμενης) εβδομάδας του  poema e-zine. Ο πίνακας είναι μία λιθογραφία σε χαρτί (1894) του Τουλούζ Λωτρέκ και λέγεται Κομφετί - φιλοτεχνήθηκε κατόπιν παραγγελίας μιας Βρετανικής εταιρίας χαρτικών, της J&E Bella,  με σκοπό να προωθήσει στις Απόκριες το χάρτινο κομφετί που παρήγαγε.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011





Τι θα πει φως; 




Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια







Σημείωση: Η φωτογραφία είναι της Ιωάννας Ράλλη. Έχει τίτλο signs of life 03.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011









Η ζωή εντός των τειχών...




μιας σχολικής αίθουσας δεν είναι καθόλου εύκολη. Το (πολύ) αντίθετο θα έλεγα – εκτός βέβαια κι αν παρακολουθείς την κινημοτογραφημένη εκδοχή της καθισμένος αναπαυτικά στις θέσεις ενός κιν/φου.  Αλλά και πάλι.
Η ταινία  "Ανάμεσα στους τοίχους"  βασίζεται στο ομότιτλο ημι-αυτογραφικό βιβλίο του Φρανσουά Μπεγκοντό (Μεταίχμιο, 2008)  ο οποίος εκτός από συγγραφέας και δημοσιογράφος είναι και ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον  ρόλο του κου Μαρέν, καθηγητή  ενός Γυμνασίου σε μια εργατική συνοικία του Παρισιού.  Η υποδειγματική ερμηνεία του δεν είναι καθόλου τυχαία μιας και ο Μπεγκοντό έχει υπάρξει, πράγματι, καθηγητής σε ένα παρόμοιο σχολείο στην Dreux και στο κέντρο του Παρισιού για ένα χρόνο -  εμπειρία την οποία έχει καταγράψει  στο πιο πάνω βιβλίο. Η αλήθεια είναι πως δεν το έχω διαβάσει για να μπορώ να πω το κατά πόσο αποτελεί την ρεαλιστική οπτικοποίησή του ή όχι. Βλέποντας όμως την ταινία και αντλώντας από τις δικές μου αντίστοιχες εμπειρίες θεωρώ πως είναι κάτι περισσότερο από ένα ακόμη φιλμ της κατηγορίας των "Στον κύριό μας με αγάπη" , "Ο κύκλος των χαμένων ποιητών", "Dangerous minds", κ.λπ. -που περιττό να πω, τις λατρεύω- οι οποίες είναι κινηματογραφικές ερμηνείες.  Η συγκεκριμένη  μπορεί  κάλλιστα να θεωρηθεί  ντοκιμαντέρ σχολικού ρεαλισμού.

Η αφήγηση της ταινίας ξεκινά με την έναρξη της σχολικής χρονιάς στο γραφείο των καθηγητών όπου συνυπάρχουν παλιοί και καινούργιοι καθηγητές, καλή  διάθεση  και καλοπροαίρετα σχόλια και τελειώνει με την λήξη της ίδιας χρονιάς στο προαύλιο του σχολείου όπου μαθητές και καθηγητές παίζουν μαζί ποδόσφαιρο. Στο ενδιάμεσο, ωστόσο, η σχολική χρονιά πέρασε με όλα τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα που αναδεικνύονται με σαφή κι ολοκάθαρο τρόπο σε μια "περίκλειστη" μικρο-κοινωνία: η λειτουργία του πολυφυλετικού σχολείου, η ενσωμάτωση των μεταναστών και ο ρατσισμός μεταξύ παιδιών που προέρχονται από διαφορετικές χώρες,   το δυσλειτουργικό κι άκαμπτο εκπαιδευτικό σύστημα, οι αγανακτισμένοι καθηγητές που δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα κάτω από τόσο κακές συνθήκες, η ουσιαστικά ανύπαρκτη συνεργια με τις οικογένειες των μαθητών.

Το τμήμα του Φρανσουά είναι μία ομάδα χαρισματικών μα οξύθυμων εφήβων  που  (όπως συμβαινει σ' αυτές τις περιπτώσεις) διαθέτουν χαμηλό δείκτη ενδιαφερόντων, γνώσεων και τήρησης των κανόνων. Παρόλα αυτά, ο Φρανσουά  επιχειρεί να επιβάλλει την πειθαρχία με τον ίδιο τρόπο που διδάσκει: με αμεσότητα και οn the spot διάλογο μην αφήνοντας χώρο για οποιαδήποτε παρανόηση ακόμη και όταν οι  δηκτικές ερωτήσεις των μαθητών αφορούν σε προσωπικά του θέματα.  Σε μια σκηνή, στην διάρκεια του μαθήματος ένας μαθητής, ο Μπουμπακάρ, σκάει στα γέλια. Ο Φρανσουά τον ρωτά για ποιό λόγο το κάνει αλλά μόνο μετά από πίεση των συμμαθητών του θα πει πως "ο Σουλεϊμάν λέει πως σας αρέσουν οι άντρες." Ο Φρανσουά, τότε, απαντά και στους δυο με απλό και σοβαρό (όχι σοβαροφανή κι "ευέλικτο") τρόπο πως δεν του αρέσουν.  Κι αυτό είναι το υπέροχο με τον κο Μαρέν: λειτουργεί με απόλυτη ειλικρίνεια και σεβασμό προς τους αντιδραστικούς μαθητές του – την Εσμεράλδα που συνεχώς του “πάει κόντρα”, την συναισθηματική  Κούμπα, τον αμήχανο κι ελαφρώς αυθάδη Μπουμπακάρ, την “μοιραία” Λουίζ, τον εσωστρεφή, επιμελή και ολιγόλο Ουέι και τον αμφισβητία και εξαιρετικά απείθαρχο Σουλεϊμάν. 


Ο τελευταίος είναι από τους τύπους που δύσκολα ενσωματώνονται σε μια τάξη - δεν γνωρίζει τίποτα γιατί δεν μελετά τίποτα, ούτε ενοχλείται να ρωτήσει το οτιδήποτε ενώ κάνει τα πάντα για να δημιουργήσει αναστάτωση και να μην φανερωθεί τούτη η αδυναμία του.  Κάποια στιγμή, στα πλαίσια του μαθήματος ο Φρανσουά ζητά απ' όλους τους μαθητές να γράψουν ένα μικρό κείμενο για τον εαυτό τους. Όλη η τάξη του παραδίδουν τις εργασίες τους εκτός από τον Σουλεϊμάν ο οποίος, μη ξέροντας τί να γράψει και πώς, ασχολείται με τις  φωτογραφίες που έχει αποθηκευμένες στο κινητό του. Ένας άλλος καθηγητής, στην καλύτερη περίπτωση, θα τον απόπαιρνε, μα ο Φρανσουά τον προτρέπει να συνθέσει τις φωτογραφίες του και μετά, τις αναρτά στον πίνακα ανακοινώσεων της τάξης - ομολογώ πως μου άρεσε πολύ η κίνηση αυτή και η εργασία του Σουλεϊμάν, επίσης, η οποία, αντικειμενικά, ήταν η πιο  γλαφυρή απ' όλες τις υπόλοιπες.  Ο Σουλεϊμάν ακούγοντάς τον καθηγητή του να τον επαινεί νιώθει αμήχανα διότι δεν είναι σίγουρος αν τα ενθαρρυντικά λόγια του είναι αληθινά και φαίνεται πως αρχίζει να αλλάζει, ανεπαίσθητα, την στάση του. Αλλά. Όπως όλοι οι έφηβοι  που έχουν συνηθίσει να τους υποβιβάζουν οι πάντες κάθε μέρα, δεν τον πιστεύει. Προς το τέλος της ταινίας, για ασήμαντη αφορμή ξεσπά εν ώρα μαθήματος στον Φρανσουά και φεύγει απο την τάξη. Βγαίνοντας χτυπά -μάλλον κατά λάθος- με το σακίδιό του την Κούμπα  τραυματίζοντάς την στο φρύδι.  Η εύθραυστη ισορροπία που διατηρούσε στην τάξη μέχρι εκείνη την στιγμή ο Φρανσουά ανατρέπεται - το συμβάν καταγράφεται, ο καθηγητής χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα στα παιδιά, ο μαθητής παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο του σχολείου το οποίο -όχι αβασάνιστα- τον αποβάλλει.

Η ταινία απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις  Κάννες το 2008 και ήταν υποψηφια για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας την ίδια χρονιά. Σε ορισμένους θεατές, η ταινία  του Λοράν Καντέ, θα φανεί κάπως επίπεδη κι αργή, ίσως ακόμη και πληκτική - μια οπτική που ενισχύει τον ρεαλισμό της ταινίας: έτσι είναι μέχρι και σήμερα το σχολείο και όχι μόνο στην Γαλλία που ομολογουμένως διαθέτει ένα καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα από το ελληνικό. Στους σινεφίλ όμως, και ιδίως σε όσους έχουν μπει έστω και για λίγο σε αίθουσα διδασκαλίας σίγουρα θα χτυπήσει κάποιες ευαίσθητες χορδές και θα ανοίξει  πολλούς και διάφορους ασκούς  διότι το “Ανάμεσα στους τοίχους”  δεν αναπαριστά μυθοπλαστικά την πραγματικότητα, είναι η πραγματικότητα - το σκηνικό είναι ένα πραγματικό σχολείο κάπου στο Παρίσι,  ο πρωταγωνιστής αναβίωσε στην ουσία τον εαυτό του μπροστά στην κάμερα και οι μαθητές είναι οι πραγματικοί μαθητές του σχολείου. Και οι καταστάσεις που αποτυπώνονται στο φιλμ είναι οι πραγματικές ζωές τους και όπως καταλαβαίνετε είναι  πολύ πραγματικές. Μόνο που αυτή η πραγματικότητα, αντίθετα με την ταινία, δεν επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Έχει όμως μόνο μία εναλλακτική κι αυτή δεν είναι  παρά μία ριζική και ουσιαστική μεταμόρφωση.




Σημείωση: Η πρώτη εικόνα είναι  μία αφιέρωση του σχεδιαστή Michael Paukner  στον Πιετ Μοντριάν κι απεικονίζει το πυθαγόρειο θεώρημα που στην κυριολεξία αγνοούσα παντελώς μέχρι να το δω στην ταινία. Στάθηκε όμως η αφορμή (το θεώρημα κι όχι η ταινία), θυμάμαι, για να γράψω μια πολύ δημιουργική απάντηση στις εξετάσεις των Μαθηματικών της Α' Λυκείου. Στην δεύτερη φωτό είναι η σκηνή που περιγράφω στην πέμπτη παράγραφο  [ο Φρανσουά καθοδηγεί τον Σουλεϊμάν (στο κέντρο) και τον Μπουμπακάρ (δεξιά) στις εργασίες τους]. Στην τρίτη φωτό είναι ο Φρανσουά Μπεγκοντό. Διαβάστε εδώ (στην ενότητα "Περισσότερες πληροφορίες") την κοινή συνέντευξη του σκηνοθέτη και του πρωταγωνιστή για την προετοιμασία και το γύρισμα της ταινίας. 

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011





Συγγραφείς στο Μουσείο
ή 
I AM MARY STUART


"I am Mary Stuart, daughter of Matthew and Jane Douglas, granddaughter of David Douglas and great-granddaughter of Archibald Douglas, 6th Earl of Angus. Through the Earl's marriage to Margaret Tudor, I am distantly related to Elizabeth of England and James VI of Scotland, and for this reason I must marry appropriately.

How heavily that injunction weighs on my heart. My cousin, Lady Arabella Stuart, who some believe will one day inherit the throne, remains unwed at twenty-four because the intrigues of the Cecils and the Seymours thwart her chances of a suitable match. Though she be nine years my senior, people say I resemble her and I know not whether to be sad or glad about the likeness. I have seen her once, and her face is beautiful, but I cannot forget the sorrow of loneliness in her eyes.

At fifteen, I have no wish to be as Arabella or Queen Elizabeth, with my fate determined by my status, yet the process has already begun. These last days of June, 1599, I have stood for a portrait which will be passed from hand to hand until a man I do not Know, and have never seen, finds my looks passable enough to make an offfer. Is it wrong to say I do not wish for such a husband?

I am dressed in dark, heavy clothes, which are deemed proper for a young lady of wealth, but do not become me. Their tightness robs me  of breath, leaving me stiff and unsmilling, and my organ-pipe ruff and cumbersome French hood press my head forward. I look older and more timid than I am and do not recognise myself in this awkward person. How strange it is that my future husband, if he exists at all, will prefer a pale, solemn wife to a laughing girl who dresses brightly and shows her enjoyment.

I am already in dread of him. A man who picks a wife from a parade of canvases will care nothing for her feelings. Once the offer is made, and the dowry exhanged, she will be as one of his horses, a creature only good for mounting. I see him in my mind's eye as old and fat like the Queen's father, King Henry: a tired, extinguished flame, so desirous of an heir, that he must take a child bride to re-ignite his passion.

My heart is indeed heavy, for, were I allowed to choose, I would choose Master Ruccini who paints my portrait. He is young and handsome, and he whispers ti adoro when my nurse falls asleep on her stool. He will be gone when the summer is over, but he depicts me with a honeysuckle blossom in my hand lest I ever forget that a man once loved me for my company, and not for the displays of wealth and seriousness that his portrait seeks to contrive.

I fear loneliness, whether I marry or not."


Φυσικά και δεν είμαι η Μαίρη Στούαρτ -για όσους είδαν τον τίτλο της ανάρτησης και νόμισαν ότι θα έγραφα κάτι αυτοαναφορικό- αλλά θυμήθηκα το κείμενο διαβάζοντας τις αναρτήσεις που γράφηκαν σε άλλα μπλογκς για την ημέρα ενάντια στον φόβο. Εκείνο που διαπίστωσα διαβάζοντάς τες ήταν πως μπορεί ο φόβος να  έχει πολλές αποχρώσεις μα στην ουσία είναι κοινός. Κι εκτός από  αναγκαίος για την επιβίωση αμυντικός μηχανισμός είναι εκείνος που επανέφερε στην επιφάνεια  τον ανθρωπισμό μας. Κι αυτό είναι αρκετά ελπιδοφόρο. Αν κοιτάξετε λίγο παραέξω από τον σκοτεινό θάλαμο όπου αναπτύσσεται μια από τις μικρές πλευρές του εαυτού μας, θα δείτε να γίνονται πράγματα. Θα δείτε, επίσης, μια ιδιαίτερη κίνηση γύρω από την λογοτεχνία.

Όπως στο Σόμερσετ της Βρετανίας όπου αυτή τη στιγμή τρέχει μια πρωτότυπη έκθεση η οποία  συνδυάζει την ζωγραφική και την συγγραφή - όχι τα ίδια τα άτομα που την ασκούν αλλά το έργο τους.  Ο Τζούλιαν Φέλλοους, η Σάρα Σίνγκλετον, η Τζοάννα Τρόλοπ, η Τρέισυ Σεβαλιέ, ο (αγαπημένος) Τζον Μπάνβιλ και ο Τέρρυ Πράτσετ μετά από πρόσκληση της Πινακοθήκης,  επέλεξαν δώδεκα από τις πολλές  προσωπογραφίες  που  βρίσκονται στην συλλογή της και παρατηρώντας τες εμπνεύστηκαν κι έγραψαν από ένα "βιογραφικό" κείμενο για  τον κάθε εικονιζόμενο. Φανταστικές επιστολές, σελίδες ημερολογίων, μίνι βιογραφικά και απομνημονεύματα συνοδεύουν τα παραμελημένα για καιρό πρόσωπα του καμβά και αφηγούνται άλλοτε με τρυφερότητα και άλλοτε με ένταση και υποδόριο ερωτισμό τις ζωές αυτών των άγνωστων ανθρώπων του 16ου και 17ου αιώνων. Η Minette Walters, συγγραφέας βιβλίων αστυνομικής λογοτεχνίας, έγραψε τον πιο πάνω μονόλογο για την προσωπογραφία της υποτιθέμενης Μαίρης Στούαρτ.  Αν έχετε διάθεση, διαβάστε ακόμη τρεις πολύ ιδιαίτερες "ταυτότητες" εδώ.

Τα  δεκατρία κείμενα με τα αντίστοιχα πορτραίτα  βρίσκονται συγκεντρωμένα στην πολύ καλαίσθητη  έκδοση της National Portrait Gallery με τίτλο "Imagined Lives, Mystery Portraits" που συνοδεύει την ομότιτλη έκθεση.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011







Επιλέγοντας 
προσανατολισμό...



Εάν υπάρχει ένα βιβλίο που θα μπορούσε να σε εισάγει στο έργο του Χαρούκι Μουρακάμι  θεωρώ πως είναι τούτο – στο “Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου” (Ωκεανίδα, 2010, από τα αγγλικά Βασίλης Κιμούλης) η πλοκή είναι γραμμική και δεν υπάρχει το χάος των εγκιβωτισμένων ιστοριών που κυριαρχεί στο “Κουρδιστό πουλί”. Ούτε σουρεαλλισμός, ούτε υπερβατισμός, μυστικισμός κι άλλα περίπλοκα στοιχεία ατάκτως ερριμμένα στο κείμενο παρά μόνο ένα μεταφυσικό γεγονός το οποίο είναι ενταγμένο τέλεια στην πλοκή και σε κάνει  πραγματικά να ξεβολεύεσαι από την ευκολία με την οποία έχεις “τρέξει" όλες τις προηγούμενες σελίδες.

Το μυθιστόρημα ξεκινά με τα παιδικά χρόνια του Χατζίμε σε μια τυπική, μικροαστική, επαρχιακή πόλη της Ιαπωνίας του '50 όπου τίποτα δεν θυμίζει τον μεγάλο πόλεμο (2ος ΠΠ) που είχε προηγηθεί. Στο σχολείο γνωρίζει και ερωτεύεται την Σιμαμότο με την οποία τούς συνδέει το “περιθώριο” - είναι και οι δυο μοναχοπαίδια, πράγμα αξιοκατάκριτο και δακτυλοδεικτούμενο στην Ιαπωνία της εποχής όπου οι περισσότερες οικογένειες είχαν δύο ή τρία παιδιά. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο κοινό τους σημείο. "Και οι δυο μας αγαπούσαμε τα βιβλία. Και οι δύο δυσκολευόμασταν να εκφράσουμε τα αισθήματά τους στους άλλους, και οι δυο είχαμε από έναν ολόκληρο κατάλογο από φαγητά που δεν μας άρεσε να τρώμε. Κι όταν η κουβέντα πήγαινε σε θέματα του σχολείου, δεν διστάζαμε να βρούμε τι μας άρεσε, κι ό,τι δεν μας άρεσε το μισούσαμε θανάσιμα." Και οι δυό τους είχαν  επίσης και σημαντικές διαφορές στον χαρακτήρα, που όμως δεν τους εμπόδιζαν να περνούν πολλές ώρες μαζί ακούγοντας τους παλιούς δίσκους βινυλίου του πατέρα της Σιμαμότο.

Όταν ο πατέρας του Χατζίμε παίρνει μετάθεση για μια γειτονική πόλη, απομακρύνονται μιας και ο καθένας τους διστάζει να επισκεφθεί τον άλλο ώσπου στο τέλος χάνουν κάθε επαφή. Ο Μουρακάμι εγκαταλείπει την Σιμαμότο κι ακολουθεί την πορεία του Χατζίμε. Στην αρχή της ενήλικης ζωής του ο Χατζίμε θα κάνει αρκετές αδιάφορες ερωτικές σχέσεις, θα πάρει το πτυχίο του, θα βρει μία δουλειά επιμελητή σχολικών βιβλίων που δεν του προσφέρει όμως τίποτα. Όταν γνωρίζει την Γιούκικο, η ζωή του παίρνει άλλη τροπή. Στα 37 του έχει ήδη έναν ταιριαστό γάμο, δύο όμορφα παιδιά και μια καθ'όλα επιτυχημένη επιχείρηση – το τζαζ μπαρ που έχει στην πιο σικ συνοικία του Τόκυο, ανθεί σε σημείο που σκέφτεται να ανοίξει και δεύτερο. Η ζωή του, χωρίς υπερβολή, μοιάζει βγαλμένη από περιοδικά lifestyle.  Η εμφάνιση της Σιμαμότο γίνεται με το ίδιο στυλ μόνο που μαζί της εμφανίζεται και το μεγάλο κενό στην ζωή του Χατζίμε. Η ανολοκλήρωτη σχέση της παιδικής ηλικίας γίνεται επώδυνη εμμονή και η απόκτηση του αντικειμένου του πόθου του  φέρνει τον Χατζίμε αντιμέτωπο με τα γνωστά ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα. 

Υπάρχει μια ασθένεια που προσβάλει τους αγρότες στη Σιβηρία - κάποια στιγμή, από την πολλή και μονότονη (και μονόχρωμη - στην σιβηρική τούντρα κυριαρχεί το άσπρο του χιονιού) εργασία  στα χωράφια κάτι μέσα τους πεθαίνει. Τότε, πετούν τα εργαλεία τους και αρχίζουν να προχωρούν προς την δύση του ήλιου νομίζοντας ότι υπάρχει μια άλλη χώρα εκεί. Προχωρούν μέχρι να σωριαστούν και να πέσουν κάτω. Νότια των συνόρων είναι ένα τραγούδι του Νατ Κινγκ Κόουλ και αναφέρεται στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό - σημείο αναφοράς για την ελευθερία και από τις δυο μεριές της συνοριογραμμής. Τα δύο σημεία αυτά του ορίζοντα είναι τα όρια που θέτει η Σιμαμότο. Η απόφαση ανήκει στον Χατζίμε. Και οι συνέπειες το ίδιο.

Το “Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου” είναι μία  ιστορία αναμονής, απουσίας κι απώλειας, μια ιστορία δλδ έρωτα και αυτογνωσίας. Είναι ο γνώριμος απλός και ήρεμος, διαβρωτικός, Μουρακάμι που γνωρίζουν οι πιστοί του αναγνώστες. Ωστόσο, τον βρήκα λιγότερο λυρικό από το "Κουρδιστό Πουλί" κι αυτό με βάζει σε σκέψεις σχετικά με την μετάφραση. Κατά πόσο δλδ διαφορετική, ίσως και πιο λυρική, θα ήταν μία μετάφραση  (ή μήπως να πω απόδοση;) απευθείας από τα γιαπωνέζικα. Μέχρι στιγμής όμως, κι άλλες ευρωπαϊκές μεταφράσεις (αν όχι όλες) έχουν βασιστεί στην αγγλική έκδοση, συνεπώς θα μείνω με την απορία.

Ο ξένος τύπος το χαρακτήρισε ως την ιαπωνική απάντηση στην Καζαμπλάνκα. Ας μην είμαστε τόσο υπερβολικοί (sic) – ο χρόνος θα δείξει. Σίγουρα όμως  βρίσκω πως, το “Νότια των συνόρων, ...” έχει κάτι από Καζαμπλάνκα -  νομίζω πως είναι η άλλη όψη της, η πίσω. 'Η η εσώτερη αν θέλετε. Ο Μουρακάμι αφήνει τον Michael Curtiz να ακολουθεί με την κάμερα την ομίχλη που καταπίνει το αεροπλάνο της φυγής και ασχολείται  μ' εκείνο που δεν φαίνεται στην ευθυτενή κορμοστασιά της Ίλσα ή στο ανέκφραστο πρόσωπο του Ρικ



Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι του Χαρούκι Ογκάουα κι έχει τίτλο "Μονοπάτι".  Θα χρησιμοποιούσα το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης που είναι όμορφο εικαστικά αλλά δεν βλέπω την συνάφεια με το περιεχόμενο του βιβλίου.