Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009


21 Μαρτίου
Παγκόσμια ημέρα Ποίησης

Η ποίηση είναι η άλλη όψη της πραγματικότητας.
Μπορεί να είναι ένας κήπος γεμάτος χρώματα, αρώματα, γεύσεις, χυμούς κι αισθήσεις κι όνειρα...

Ή μπορεί να είναι μια θάλασσα που ακόμη κι αν είναι σκοτεινή και βαθιά, γεμάτη εφιάλτες και η επαφή μαζί της σου είναι δυσάρεστη, εσύ βουτάς με ευχαρίστηση...

Ή μπορεί να είναι μόνο μια ονειροπόληση στη σιωπή.

Πολλοί θέλουν να κάνουν την ποίηση πραγματικότητα. Το καταφέρνουν μόνο όσοι ανακαλύπτουν την ποίηση στα μικρά και καθημερινά. Στα τετριμμένα. Έτσι δαμάζουν την ουτοπία...

Ομως, η ποίηση είναι και μουσική. Για την σημερινή μέρα αντιγράφω την άλλη όψη ενός μουσικού που καταπιάστηκε με το όνειρο. Ο Μάνος Χατζιδάκις, εδώ, συνθέτει λέξεις και γράφει ποίηση που «δεν είναι καθαυτό ποίησις ή, ακριβέστερα, δεν είναι μόνο ποίησις. Είναι η επέκτασις μιας συγκεκριμένης μουσικής δημιουργίας μέσα στον ελεύθερο ποιητικό χώρο».Από το "Μυθολογία και Μυθολογία Δεύτερη" (εκδόσεις Άγρα).

ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ

ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ


Κατέχω την Ιστορία

Μέσ’ από φίλους

Εραστές

Εχθρούς

Κι αγνώστους

Συγγενείς


Κοιτάσματα σιδήρου

Σταγόνες ύδατος

Και αμνησία

Συνθέτουν:

Αγίους

Νήπια

Και την

Απελπισία


Ωδείον

Με σαρανταεπτά διαλέκτους πετεινών

Διδάσκει αναλγησία

Μία


Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009


"Παραμένουν σκλάβοι επειδή δεν μπορούν να δουν
την ομορφιά του κόσμου"
Aravind Adiga
Λευκός Τίγρης Μετάφραση: Ρένα Χατχούτ
2008, Μοντέρνοι Καιροί

Το βιβλίο που κέρδισε το βρετανικό βραβείο Booker για το 2008 ανήκει στον Ινδό συγγραφέα Aravind Adiga. O "Λευκός Τίγρης" που είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, είναι η εξιστόρηση της ζωής ενός αγοριού, του Μπαλράμ Χαλβάι που γεννήθηκε στο Σκοτάδι - έτσι αποκαλούν το μέρος οι ντόπιοι. Κι όπως ο λευκός τίγρης, που είναι ο σπανιότερος στο είδος του, έτσι και το αγόρι είναι ξεχωριστό: άριστος μαθητής (για τον λίγο καιρό που πηγαίνει σχολείο), εργάζεται και ονειρεύεται να ξεφύγει από τον ζόφο και "την λάσπη του Γάγγη που πνίγει οτιδήποτε στις όχθες του". Σπα τους δεσμούς, την καταπίεση και τις παραδόσεις που τον κυνηγούν και ζει την ελευθερία που θέλει. Βέβαια, είναι τραγικός ο τρόπος που το καταφέρνει ωστόσο, το έγκλημα που διαπράττει, είναι γι' αυτόν το μόνο κλειδί που μπορεί να χρησιμοποιήσει για να ανοίξει την πόρτα που θα τον οδηγήσει μακρυά από μια κοινωνία-κόλαση.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το εύρημα της επιστολής προς τον Κινέζο πρωθυπουργό που επισκέπτεται επίσημα την χώρα του για να αφηγηθεί τη ζωή του αγοριού. Μέσα από την αφήγηση αυτή, ξεδιπλώνονται όλες οι πτυχές της Ινδίας - μιας χώρας που φαντάζει στα μάτια μας εξωτική με τις πικάντικες συνταγές μαγειρικής, τα καφτερά μείγματα μπαχαρικών, τα αέρινα σάρι, τις μυσταγωγικές μουσικές και τις ατμοσφαιρικές αναζητήσεις εσωτερικότητας, το Ταζ Μαχάλ (το αιώνιο σύμβολο του έρωτα και της αφοσίωσης) και τις λοιπές τουριστικές ατραξιόν.

Μην περιμένετε τίποτα απ' όλα αυτά. Το μυθιστόρημα του Adiga δεν εξωραΐζει την χώρα, δεν είναι ένας λογοτεχνικός τουριστικός οδηγός. Είναι μεν πολύχρωμο ωστόσο, περιέχει όλες τις αποχρώσεις της ανθρώπινης εξαθλίωσης και όλους τους τόνους της συναισθηματικής καταβύθισης σ'αυτήν. Ο συγγραφέας δείχνει με το δάκτυλο την γυμνή Ινδία: σήψη και διαφθορά, μιζέρια, ένδεια και καταπίεση. Διάβασα κάποια σχόλια που ανέφεραν ότι το μυθιστόρημα έχει dark χιούμορ - δεν βρήκα κάτι που να με κάνει να γελάσω. Κι αν το έκανα και δεν το θυμάμαι, σίγουρα θα ήταν μειδίασμα. και σίγουρα θα ήταν πικρό. Μα με τι να γελάσεις άλλωστε; με την αδικία; την εκμετάλλευση; την βρομιά; την αθλιότητα; την παραίτηση; το νόμο του χρήματος που είναι συνθλιπτικός; Είμαι βέβαιη ότι τον κυνισμό εννοούν.
Ο τρόπος που γράφει ο Aravind Adiga είναι απλός και κατανοητός -μικρές προτάσεις και καθόλου βαρύ λεξιλόγιο- μια ιστορία που κυλά αβίαστα. Διέκρινα μια δύναμη στο λόγο του που, πιστεύω, απορρέει από αυτήν την απλότητα. Ωστόσο, βρήκα αμήχανη την επιμονή του να αναφέρει τους τέσσερις μουσουλμάνους ποιητές που μοιάζουν να μην έχουν λόγο ύπαρξης στο κείμενο - αντίθετα με ότι κάνει, για παράδειγμα, ο σύγχρονός του Dinaw Mengestu στο "Όλες οι χάρες του ουρανού" (2008, Πόλις) που ενσωματώνει στο βιβλίο του την ποίηση, την λογοτεχνία και άλλες μορφές τέχνης με πολύ ομαλό κι εύστοχο τρόπο που εξυπηρετεί την πλοκή. Επίσης, το τέλος της επιστολής, που είναι και το τέλος του βιβλίου, είναι πιο σύντομο και πιο βιαστικό από τον ρυθμό που υπαγορεύει το όλο κείμενο.

Ο μικρούλης της φωτογραφίας είναι ο Ayush Mahesh Khedekar στο ρόλο του Τζαμάλ Μαλίκ, του ήρωα της ταινίας Slumdog Millionaire. Θα μπορούσε να είναι ο Μπαλράμ Χαλβάι του "Λευκού Τίγρη" μιας και οι δυο τους έχουν κοινό "βιογραφικό": γεννήθηκαν στην πίσω πλευρά του ήλιου, δούλεψαν και οι δυο σε τσαγερία, έζησαν στις ίδιες άθλιες συνθήκες κι ένιωσαν την ίδια απελπισία και την ίδια απόγνωση. Και οι δυο τους τόλμησαν να κοιτάξουν ψηλά, πάνω κι έξω από την ζοφερή πραγματικότητα και μπόρεσαν, τελικά, να φτάσουν στο επιθυμητό επίπεδο ελευθερίας τους: ο ένας στο κοινωνικο-οικονομικό και ο άλλος στο συναισθηματικό (δεν ήταν επιδίωξη του Τζαμάλ να γίνει πλούσιος). Κι αυτό κάνει τη μεγάλη διαφορά.

Το να συγκρίνεις όμως ένα βιβλίο (απόσπασμα εδώ) με τη κινηματογραφική μεταφορά του ή, όπως ανορθόδοξα κάνω εγώ, με μιαν ανεξάρτητη με το κείμενο-βάση ταινία που έχει ωστόσο τις ίδιες χρονικές και θεματικές παραμέτρους, είναι άνισο.
Το βιβλίο του Aravind Adiga είναι the real thing - ο συγγραφέας όντας μόνιμος κάτοικος της Ινδίας, κατέγραψε σε δύο χρόνια (τόσο χρειάστηκε για να ολοκληρώσει το μυθιστόρημα) ό,τι έζησε σε όλη του τη ζωή. Δεν υπάρχει τίποτα ωραιοποιημένο ή έστω με αβλείες γωνίες. Ούτε καν μια ζεστή, ερωτική ή φιλική, ανθρώπινη επαφή. Ο "λευκός τίγρης" του, στοχαστικός και ύπουλος, ωθείται στη δράση από την κοινωνική ανισότητα, την βαναυσότητα, την συνεχή απόρριψη και ταπείνωση που υφίσταται. Η ματιά του, η γεμάτη ευαισθησία, τον εγκαταλείπει την στιγμή που ιδιοποιείται τα μέσα τα οποία ο ίδιος κατέκρινε για να φτάσει στον στόχο του. Σε όλο το βιβλίο, ο ήρωας περνά από την μία ηλικία στην άλλη με διαρκή αγωνία, απορία κι ένταση για το αύριο που ξημερώνει.

Στο Slumdog Millionaire, από την άλλη, υπάρχουν αρκετά στοιχεία που το κατατάσσουν στην κατηγορία των παραμυθιών Bollywood αισθητικής. Επιγραμματικά θα αναφέρω πρώτα απ' όλα, το γνωστό love story των δύο ερωτευμένων που περνούν δια πυρός και σιδήρου μέχρι να συναντηθούν και πάλι. Έπειτα, το γεγονός ότι ένας αμόρφωτος κατάφερε να απαντήσει όλες τις ερωτήσεις σε ένα τηλεπαιχνίδι και να γίνει εκατομμυριούχος. Ακόμη και οι χορογραφίες του τέλους που, προσωπικά, μου θύμισαν μια αντίστοιχη χορευτική σκηνή από ταινία του Αλμοδοβαρ(!!!)

Ωστόσο, και το βιβλίο και η ταινία αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Πολύ καλοδουλεμένα, προσεγμένα στην λεπτομέρεια και τα δύο, θα εγείρουν στον κάθε ευαισθητοποιημένο αναγνώστη και θεατή αντίστοιχα, τα ίδια ερωτήματα σχετικά με την φτώχεια και την φθήνια, την παιδική εκμετάλλευση, την αγριότητα του καταναλωτισμού. Η ταινία όμως του σκωτζέζου σκηνοθέτη Danny Boyle, που πολλοί θεωρούσαν ξεγραμμένο, κερδίζει στα σημεία: μας δείχνει ότι ακόμη και η πιο επώδυνη εμπειρία γίνεται γνώση, μας λέει ότι ακόμη και στις πιο ασύλλυπτες δοκιμασίες υπάρχει πάντα περιθώριο για επιλογή, μας δίνει μια δόση αισιοδοξίας και ονείρου. Αν και έχω περάσει την ηλικία της αθωότητας, μου αρέσει που ο Τζαμάλ διατηρεί με πείσμα το βλέμμα του, αυτό το βλέμμα που του επιτρέπει "να βλέπει την ομορφιά του κόσμου", σύμφωνα με τον Adiga. Θέλω η αθωότητα να δικαιώνεται έναντι της αγριότητας, το πείσμα και η επιμονή να ακυρώνουν τις απάνθρωπες καταστάσεις. Θέλω ο έρωτας να είναι η κινητήριος δύναμη. Πιστεύω ότι και πολλοί ακόμη θέλουν το ίδιο. Κι αν όλοι εμείς αφουγκραστούμε το μέσα μας θα ακούσουμε το πόσο χρειάζεται να πιστέψει στο ανέφικτο.

"Πιστεύοντας με πάθος κάτι που δεν υπάρχει, το δημιουργούμε.
Το μη υπαρκτό, είναι ό,τι δεν έχουμε επιθυμήσει αρκετά."
Ν. Καζαντζάκης

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009








Το αύριο που κρατά μόνο μία ημέρα



Είμαι αρνητική με όλους αυτούς τους εορτασμούς της μίας ημέρας όπως η αυριανή και με τις γραφικότητες που τις συνοδεύουν (βλ. δωράκια, κομπλιμέντα, κ.λπ., κ.λπ.) ως ένδειξη μιας εκτίμησης που εξατμίζεται σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες. Ο λόγος όμως που γράφω τούτη την ανάρτηση είναι για να προτείνω μία νουβέλα της κλασικής ελληνικής λογοτεχνίας που "ταιριάζει" να διαβαστεί.

"Η Τιμή και το Χρήμα" του Κων/νου Θεοτόκη γράφεται και δημοσιεύεται, αρχικά σε συνέχειες στο περιοδικό "Νουμάς", από τον Αύγουστο έως τον Δεκέμβριο του 1912 - δύο χρόνια μετά την Διεθνή Συνδιάσκεψη Γυναικών της Κοπενγχάγης όπου καθιερώνεται η ημέρα της Γυναίκας. Σύμφωνα όμως με τον ίδιο τον συγγραφέα, το έργο γράφτηκε πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους σε μία περίοδο που, ζώντας στο Μόναχο, είχε επηρρεαστεί βαθύτατα από τις σοσιαλιστικές ιδέες και αναπτύξει έντονη κοινωνική δράση. Συνεπώς είναι ένα βιβλίο στο πνεύμα της εποχής του. Και της πραγματικής ημέρας της Γυναίκας.

Η ιστορία είναι η εξής: στην Κέρκυρα των αρχών του περασμένου αιώνα, 
η σιόρα Επιστήμη παλεύει να μεγαλώσει τα παιδιά της. Η μεγαλύτερη κόρη της, η Ρήνη, ερωτεύεται τον Ανδρέα, ξεπεσμένο άρχοντα του τόπου. Ο Αντρέας, ερωτευμένος κι αυτός, θέλει να την παντρευτεί αλλά δεν έχει χρήματα. Έτσι, ζητά προίκα περισσότερη από εκείνη που αναλογεί στη Ρήνη μα η σιόρα Επιστήμη αρνείται να του τα δώσει. Ο Ανδρέας για να πιέσει τα πράγματα, παίρνει την Ρήνη σπίτι του. Η Ρήνη μένει έγκυος και η σιόρα Επιστήμη αναγκάζεται να δώσει τα χρήματα για να σώσει την τιμή της κόρης της. Μόνο που η Ρήνη δεν θέλει πια να παντρευτεί τον Ανδρέα γιατί "...για λίγα χρήματα ήσουνε έτοιμος να με πουλήσεις, και χωρίς αυτά δε μ' έπαιρνες", όπως του λέει. Επιλέγει να εργαστεί και να μεγαλώσει το παιδί της ως ανύπαντρη μητέρα, στηριζόμενη αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις.
 
Αυτές οι περίπου εκατό σελίδες είναι ένα προκλητικό έργο. Για την εποχή του βέβαια. ΄Οχι μόνο γιατί περιγράφει τον έρωτα του Ανδρέα και της Ρήνης – μια αγάπη που πηγαίνει κόντρα στις επιταγές της κλειστής κοινωνίας του τόπου. Μπορεί σήμερα να ακούγεται αρκούντως μπανάλ και ανιαρό, τότε όμως ήταν σκανδαλιστικά ανεπίτρεπτο να μην συμβιβάζεσαι με τους κανόνες της τιμής και της νροπής. Ούτε και για το ότι σχολιάζει ευθέως το καθεστώς που επικρατεί για τις γυναίκες και των δύο κοινωνικών τάξεων: «Ήθελε να μ' είχε καθισμένη στην καρέκλα, για να κάνω την κυρά, μήπως κι εξευτελιζότουνε τ' όνομά του, γιατί οι γυναίκες του σπιτιού του ήτανε μαθημένες να μη δουλεύουνε. Τι σάπιες, τι σκουριασμένες ιδέες! Γι αυτό και η φτώχεια τον κατέβαλε».
 
Ήταν επίσης, αν όχι περισσότερο, τολμηρό και για δύο ακόμη λόγους: πρώτον, την στάση του (ανδρός) συγγραφέα που παίρνει θέση σ' ένα θέμα επικίνδυνο για το ελληνικό κατεστημένο, την γυναικεία χειραφέτηση, δείχνοντας με σεβασμό και κατανόηση στις γυναίκες τον δρόμο για την κοινωνική τους απελευθέρωση. Και δεύτερον διότι χρησιμοποιεί την δημοτική εμπλουτίζοντάς την με το τοπικό λεκτικό ιδίωμα της Κεφαλονιάς σε μια περίοδο όπου το γλωσσικό ζήτημα χωρίζει τη χώρα στα δύο. Για να αντιληφθεί κανείς το τόλμημα αυτό, αρκεί να σκεφτεί ότι από ετούτη την γλωσσική διαμάχη-διγλωσσία, που κορυφώθηκε στο 1911, θα υπερισχύσει η καθαρεύουσα με νόμο και θα διατηρηθεί μέχρι το 1970 (!) Όσο για την γυναικεία χειραφέτηση, το δικαίωμα της ψήφου δόθηκε στις Ελληνίδες μόλις το 1952... 

Εάν πάλι δεν έχετε διάθεση για διάβασμα, μπορείτε να δείτε την ταινία της Τόνιας Μαρκετάκη που είναι πιστή μεταφορά της νουβέλας στο εκράν, με την υπέροχη μουσική επένδυση της Ελένης Καραΐνδρου και μια Άννυ Λούλου συγκινητική. 
 
* * * 
 
ΥΓ1: Η ημέρα της Γυναίκας σκοπό έχει να διατηρήσει την ανάμνηση της πρώτης διαδήλωσης των Αμερικανίδων το 1857 και συμβολίζει τους αγώνες των γυναικών για τα εργασιακά τους δικαιώματα και την διεθνή αγωνιστική τους αλληλεγγύη. Και θα έπρεπε να μνημονεύεται όχι μόνο κάθε 8 του Μάρτη ή όταν έχουμε περιστατικά όπως αυτό της Κων/νας Κούνεβα, αλλά να τιμάται έμπρακτα όλες τις μέρες του χρόνου.  

ΥΓ2: Τώρα που συζητείται το ενδεχόμενο (;) εκλογών, αξίζει να δείτε στις σελίδες του βιβλίου τις πελατειακές σχέσεις των πολιτικών εν Ελλάδι που εξακολουθούν να παραμένουν (λίγο-πολύ) ίδιες από τότε... 

ΥΓ3: Επίσης, (πολύ πολύ) επίκαιρη (δυστυχώς) είναι και η διάβρωση του χαρακτήρα των ανθρώπων από το χρήμα.

 
Σημείωση
Ο πίνακας είναι λεπτομέρεια από το έργο "Κακές ειδήσεις" (π.1880) του Αριστείδη Οικονόμου.

Διόρθωση: η Ημέρα της Γυναίκας είναι 5 ημέρες μετά την ανάρτηση αυτού του ποστ κι όχι η "αυριανή" που αναφέρω.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009



...:;!?!;:...


Σημεία στίξης, σημεία σμίξης
Μ' ένα ερωτηματικό ξεκινάς, σε τι όμως θα τελειώσεις;
Όλα είναι ατελή.
Κι ο έρωτας
για να'ναι τέλειος πρέπει να βάλεις εσύ την τελεία
γιατί το τέλειο μόνο με την τελεία ορίζεται,
καθορίζεται,
παίρνει σάρκα και οστά και περιορίζει,
προσδιορίζει το χρόνο
στιγματίζει τη μνήμη και περνά
στην αιωνιότητα.
Μα τι ειρωνία!
Από μια τελεία ξεκινά η γραμμή
παίρνει τη μορφή της θέλησης και του ονείρου σου
και σε οδηγεί
σε άλλα μέρη, σε άλλες μορφές, σε άλλες γραμμές.
Αρκεί να είσαι ανοιχτός
να δεχτείς,
να πορευτείς,
να χαράξεις την πορεία σου και να χαραχθείς.
Να μεταμορφωθείς.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009







 

Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Λένα Διβάνη
2008, Καστανιώτης



Όταν είδα στο βιβλιοπωλείο το πρόσφατο βιβλίο της Διβάνη, χωρίς δισταγμό, έπιασα να το φυλλομετρήσω. Έγραφε στο οπισθόφυλλο ότι πρόκειται για μια συλλογή άρθρων που γράφτηκαν για εφημερίδες και περιοδικά κι αμέσως έκανα την επόμενη κίνηση: έψαξα για την χρονολογία δημοσίευσής τους. Συνηθίζω, ξέρετε, να μην διαβάζω άρθρα όταν δεν αναφέρεται το πότε δημοσιεύτηκαν γιατί μου στερούν την δυνατότητα να κάνω τους αναγκαίους συνειρμούς και τις αντίστοιχες αντιπαραθέσεις με το σήμερα για να "δω" και να κατανοήσω ένα ζήτημα καλύτερα. Έτσι, όταν είδα ότι δεν υπήρχαν, το έβαλα πάλι πίσω στη θέση του. Σκέφτηκα, όμως, τον "Ενικό αριθμό" της που το αγάπησα, το πρωτότυπο κι ενδιαφέρον "Ψέμματα... η αλήθεια είναι", την γυναικοκεντρικότητά της (!) και τελικά το αγόρασα.

Το διάβασα με ευχαρίστηση και τούτο διότι χρησιμοποιεί τόσο ευέλικτα το χιούμορ που η ανάγνωση βρίσκει τον στόχο της χωρίς να σε βαραίνει και η γρήγορη γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν σε λαχανιάζει. Τα άρθρα, λοιπόν, έχουν μεν την ελαφρύτητα του lifestyle αλλά τα θέματα δεν είναι καθόλου του ελαφρού ρεπερτορίου. Το αντίθετο. Οι σχέσεις των δύο φύλων και των όλως φίλων γενικότερα, η γυναικεία αλληλεγγύη και η θέση της γυναίκας παντού: στην οικογένεια, στην εργασία, στην ανεργία, στην μόρφωση, η ελευθερία επιλογών που έχει, η πραγματική μόρφωση, η ωρίμανση, η απο-εφηβοποίηση, οι εμμονές κάθε ηλικίας και τα πρότυπα, η βλακεία και τα λάθη μας... Η συγγραφέας αντλεί από τις προσωπικές της εμπειρίες και μας κερνά λίγη νοσταλγία - μιλά όμως με ξάστερες αλήθειες και είναι εύστοχη και δηκτική.

Όμως, η ευθύτητα της γραφής και το χιούμορ είναι αρκετά; Προσωπικά, περίμενα κάτι περισσότερο κι απογοητεύτηκα διαβάζοντας τις διαπιστώσεις της συγγραφέως πάνω σε θέματα με τα οποία έχει ασχοληθεί πολύ καλύτερα στα μυθιστορήματά της. Παρόλα αυτά, θα ξεχωρίσω το "Ει, εκεί ψηλά μ' ακούει κανείς;" - ένα κομμάτι γραφής ευαίσθητης, με συμπόνια και ανθρωπιά, ευγένεια και αθωότητα για τους άστεγους μιας πόλης που φωτίζει τις ζωές αυτών των ανθρώπων μόνο όταν φωταγωγεί τα πολυτελή της κτήρια (και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα) στις γιορτές. Με συγκίνησαν επίσης και τα τρία τελευταία κείμενα του βιβλίου που παρουσιάζουν τις ζωές τριών (τι άλλο;) γυναικών που δεν αναφέρονται συχνά: της Τζην Ρυς, της Σύλβια Πλαθ και της Ζέλντα Φιτζέραλντ - γυναίκες που έζησαν στην σκιά των συντρόφων τους με ένταση και πάθος αλλά με το έργο τους, όπως και με τον θάνατό τους, έχουν αποτυπωθεί στην ιστορία.

"... η ζωή είναι παντού" γράφει σ' ένα από τα κείμενά της η συγγραφέας και το όλο λογοτεχνικό της έργο το αποδεικνύει. Με το μυθιστόρημα, την παιδική λογοτεχνία και τα θεατρικά, ακόμη και με τον τρόπο που η ίδια ζει, η Λένα Διβάνη υπερασπίζεται την Γυναίκα σε όλες τις εκφάνσεις της. Τα στερεότυπα που την καταδυναστεύουν και η κατάρριψή τους αποτελούν, καθώς φαίνεται, το δικό της raison d' ecrire. Ωστόσο, όπως και η ζωή, έτσι και τα στερεότυπα είναι παντού και από την άλλη πλευρά είναι, δυστυχώς, το ίδιο ισχυρά. Γι' αυτό θεωρώ τα κείμενα που αναφέρονται στις σχέσεις των δύο φύλων κάπως υπερβολικά για το σήμερα (όχι ότι δεν υπάρχουν ακόμη τα παραδείγματα που αναφέρει αλλά τείνουν να ξεπεραστούν στις νέες γενιές) και μονομερή. Κι ετούτο το τελευταίο, μου φέρνει στο νου την παρατήρηση που μου είχε κάνει η φιλόλογος της Γ' Γυμνασίου, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80. Ήταν για μια έκθεση σχετική με τα δικαιώματα της γυναίκας. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έγραφα, μα η φωνή της ακούγεται ακόμη στο μυαλό μου: "ο σκοπός, παιδί μου, είναι να μειώσουμε την θέση του άντρα, να είμαστε αντίπαλοι διαρκώς ή να προσπαθήσουμε για πραγματική ισότητα;"

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009






η ανάκριση
ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ
2008, Κέδρος



Είναι ένα βιβλίο που δεν θα αγόραζα κάτω από διαφορετικές συνθήκες λόγω της πολιτικής που κουβαλά. Και θα σας πω το γιατί: με πατέρα αντιστασιακό και θείο φοβερό και τρομερό καπετάνιο του ΕΛΑΣ στην περιοχή, οι διηγήσεις που άκουγα όταν ήμουν μικρή για τον εμφύλιο, τα βασανιστήρια της ΕΑΤ/ΕΣΑ και "τα τομάρια τα εασάδια" είναι υπερ-αρκετές για να με κάνουν να αποφεύγω το θέμα. Εκείνο που με ιντρίγκαρε, και τελικά το αγόρασα, ήταν η αναφορά στην εικαστικό και περφόμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς και η τέχνη που αυτή αντιπροσωπεύει. Είχα δει κι ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση με την ίδια την καλλιτέχνιδα να αυτοπροσδιορίζεται και προσπαθούσα να καταλάβω την ουσία της τέχνης της, οπότε η περιέργειά μου είχε χτυπήσει κόκκινο. Ο τρόπος που ο Ηλίας Μαγκλίνης συνδέει αυτά τα δύο "συστατικά" είναι ιδιοφυής. 

Διάβασα τη νουβέλα αυτή μέσα σε 2,5 ώρες. Και την ξαναδιάβασα αμέσως μετά· μπήκα στο αληθινό πνεύμα του βιβλίου και γειώθηκα από την βίαιη και σκληρή πραγματικότητα που περιγράφει,  πραγματικότητα που φυσικά και ο πατέρας μου και ο θείος δεν έθιγαν με τίποτα.

Η ιστορία έχει ως εξής: Ο Κωστής, ένα αληθινός αριστερός, από αυτούς που βασανίστηκαν άγρια από την Χούντα, δεν μιλά ποτέ για τα όσα έχει περάσει. Η Μαρίνα, η κόρη του, διαισθάνεται το τι έχει συμβεί αλλά δεν έχει καμμιά μαρτυρία του πατέρα της που να το επιβεβαιώνει και με το άλλοθι της εικαστικής περφόμανς φτάνει μέχρι τον αυτοβασανισμό για να του εκμαιεύσει τα αληθινά γεγονότα. "Με το σώμα της προκαλεί τον δειλό ηδονοβλεψία να βγει από την κρυψώνα του..." Κι όχι μόνο. Η Μαρίνα χρησιμοποιεί το σώμα της για το γεφύρωμα των γενεών και μεταχειρίζεται κάθε λογής βίαιη και επιθετική συμπεριφορά στο κορμί της για να το πετύχει.


Στην νουβέλα κυριαρχεί η ανελέητη σύγκρουση μεταξύ του Κωστή και της Μαρίνας που τελικά οδηγεί στην συμφιλίωση - λυτρωτική για τον πατέρα, εξίσου καθαρτήρια και για την κόρη. Και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πως η ιστορία της μιας γενιάς εγγράφεται στα γονίδια της και περνά στην επόμενη έστω και μέσα από την σιωπή, εδώ του πατέρα προς την κόρη. Είναι ο ίδιος τρόπος, μας λέει ο συγγραφέας, με τον οποίο πέρασε και η βασανισμένη ιστορία του παππού προς τον πατέρα δημιουργώντας του ενοχές και επαναλαμβάνοντας κατά κάποιον τρόπο το παρελθόν και την ιστορία των βασανισμών.


Δεν μπορώ να σχολιάσω τον πόνο και τα τραύματα όλων εκείνων που πέρασαν τα μύρια όσα "εμπνευσμένα" σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια υπερασπίζοντας μια ιδέα - θα είναι λίγο. Θα περιοριστώ στην λιτότητα και στην πυκνότητα συνάμα του λόγου του συγγραφέα που μου έφερε στο νου την ποίηση. Μετά την σιωπή, η νουβέλα του Ηλία Μαγκλίνη σε κερδίζει με την αμεσότητα και τον ωμό ρεαλισμό της. Σε ταρακουνά συθέμελα.




Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009


Ο χρόνος περνά γρήγορα. Από τις γιορτές μέχρι τώρα, διάβασα τα παρακάτω βιβλία - όχι με αυτήν τη σειρά: «Το αγόρι στην αποβάθρα» του Στέφανου Δάνδολου, «Η ανάκριση» του Ηλία Μαγκλίνη, «Θολός Βυθός» του Γιάννη Ατζακά, «Όλες οι χάρες του ουρανού» του Ντινάου Μενγκέστου, «ο Άλκης και ο λαβύρινθος» του Αλέξη Σταμάτη, «Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω;» της Λένας Διβάνη, και τα Παραμύθια του Άντερσεν στα αγγλικά.

Τώρα βλέπω ότι διάβασα μόνο ένα βιβλίο μεταφρασμένης λογοτεχνίας! Ελπίζω να αναπληρώσω σύντομα και μόλις βρω χρόνο να ανεβάσω κάποια ανάρτηση.
Πειραματίζομαι με τις εφαρμογές του μπλόγκερ...