Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contributions. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contributions. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026



Η Προδοσία των Εικόνων

   

 


 

Ένα από τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής κουλτούρας που δεν συζητείται είναι η ψευδαίσθηση που δίνει στους χρήστες της τεχνολογίας ότι έχουν τον απόλυτο έλεγχο της ζωής τους κι ότι αυτό που θα θελήσουν, εντός κι εκτός η/υ, εκτελείται κι ολοκληρώνεται άμεσα κι επιτυχώς. Είναι όμως μία από τις καταστάσεις που αποδίδει εύγλωττα ο Vincenzo Latronico στο "Η τελειότητα" (σε στιλπνή, άψογη μετάφραση της Δήμητρας Δότση – Loggia, 2025). Πρωταγωνιστούν ο Τομ και η Άννα, ψηφιακοί νομάδες που μετακομίζουν στο Βερολίνο με σκοπό να ενσωματωθούν στην γερμανική κοινωνία και να πραγματώσουν το όνειρό τους – να επανεφεύρουν τον εαυτό τους, μακριά και πλήρως ανεξάρτητοι από τις επιρροές της οικογένειας.

Το βιβλίο γεννήθηκε ως φόρος τιμής στα "Πράγματα: Μια ιστορία της δεκαετίας του 1960" – το πρωτόλειο μυθιστόρημα του George Perec που κέρδισε το βραβείο Renaudot, και την γενικότερη κριτική, για τον τρόπο που αναδεικνύει την επιδίωξη ενός ζευγαριού για ευζωία και ατομική ταυτότητα μέσω της πολυτέλειας και της επιτήδευσης. Ενώ, ωστόσο, ο Περέκ υπογραμμίζει τον τρόπο που οι πρωταγωνιστές του ετεροπροσδιορίζονται από τα αντικείμενα, ο Λατρόνικο εστιάζει διπλά: και στο υλικό/άυλο των αντικειμένων και στο κυνήγι των πρωταγωνιστών του για εμπειρίες: δραστηριότητες, συνθήκες και αντιδράσεις που, ωστόσο, χαρακτηρίζονται από αυτοματισμό και οπτική, απόλυτα επιμελημένη, ομορφιά. Μία τελειότητα η οποία, εκτός από κίβδηλη, αποδεικνύεται κι αδρανοποιός για τη ζωή τους – "...ζωή τόσο περιορισμένη και επαναλαμβανόμενη, με το πέρασμα του χρόνου τους είχε στερήσει κάθε πρωτοβουλία, κάθε ίχνος περιέργειας."

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια με αντίστοιχους αφηγηματικούς χρόνους: Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος, Μέλλοντας. Και στα τέσσερα, παρακολουθούμε το ζευγάρι να διάγει την ζωή του πανομοιότυπα και μηχανιστικά: εργάζονται, τρώνε, διασκεδάζουν, κάνουν έρωτα, πακετάρουν-ξεπακετάρουν-αποθηκεύουν, μετακομίζουν. Σε όλους τους χρόνους, oι σκέψεις τους παραμένουν επίπεδες όπως ακριβώς οι ψηφιακές οθόνες· οι προθέσεις και οι επιδιώξεις τους εκτείνονται μέχρι την επόμενη μετακόμιση, οι αναμνήσεις τους το ίδιο βραχείες. Τα συναισθήματά τους, επιδερμικά. Καμμία δημιουργική απασχόληση εκτός του ότι "...αφιέρωναν ώρες και ώρες δαμάζοντας την πραγματικότητα ώσπου να ευθυγραμμιστεί με την εικόνα της." Ελάχιστη, αντανακλαστική κυρίως, η φροντίδα εαυτών και πραγμάτων. Ούτε τα φυτά τους δεν ποτίζουν.




Το κείμενο δεν διεκδικεί δάφνες λογοτεχνικότητας. Το πολύ αντίθετο, θα έλεγα. Παρ' όλα αυτά, αποδίδει με ρεαλισμό και ακρίβεια την συνύφανση του στεγνού ψυχισμού των δύο πρωταγωνιστών με τις παθογένειες της εποχής: παγκοσμιοποίηση –σε δύο εκδοχές: την μετα-καταναλωτική και την ευδαιμονιστική–, gentrification, airbnb, αισθητικοποίηση και ομοιομορφία, αυτοαναφορικότητα, έλλειψη ταυτότητας και αξιών. Κι επιπλέον, έχει δύο λεπτομέρειες πολύ ενδιαφέρουσες, αν και αρνητικές: η πρώτη είναι η μη ύπαρξη βιβλίων ή εφημερίδων στην ζωή των πρωταγωνιστών. Οι δύο νέοι ξεφυλλίζουν μόνον κάποια περιοδικά τα οποία όμως έχουν τις ίδιες στυλιζαρισμένες εικόνες με αυτές που βλέπουν στο Instagram και παράγουν οι ίδιοι στην δουλειά τους. Στοιχείο, βέβαια, που αιτιολογεί την ημιμάθεια και την καταφανή έλλειψη συνειδητότητας και των δύο.

Η δεύτερη, η γλώσσα. Σε πραγματολογικό επίπεδο: οι αγγλικές λέξεις της ψηφιακής κουλτούρας που έχουν ενσωματωθεί στην αφήγηση, κι αφεθεί επιμελώς αμετάφραστες, είναι πάρα πολλές για ένα μη τεχνικό, μη επιστημονικού περιεχομένου κείμενο. Ωστόσο, επισημαίνουν κάτι στο αφηγηματικό επίπεδο· κάτι που επαυξάνουν οι δύο πρωταγωνιστές με το ότι, παρόλο που επιδιώκουν να γίνουν μέρος της γερμανικής κοινωνίας, δεν καταβάλουν καμμία απολύτως προσπάθεια να μάθουν γερμανικά και να συνομιλήσουν, να συγχρωτιστούν με ντόπιους. Ούτε καν τα αγγλικά που χρησιμοποιούν ως γλώσσα επικοινωνίας “...δεν ήταν τέλεια,…” Η παντελής έλλειψη διαλόγου μεταξύ του ζευγαριού είναι εκείνο που ενοχλεί περισσότερο. Δεν υπάρχουν μια-δυο λέξεις της καθημερινότητας που θα δημιουργούσαν συναισθηματική ασφάλεια, σταθερότητα, συντροφικότητα. Ούτε καν μία αντιπαράθεση, ένας διαπληκτισμός, κάτι έντονο τέλος πάντων που θα τάραζε τον υπνωτικό μιμιτισμό τους και θα τους έβαζε στην διαδικασία να καταλάβουν την ζωή τους και να δηλώσουν παρόν στην ζωή του/της συντρόφου τους.




Λογοτεχνία είναι η καταγγελία της εποχής στην οποία ζει κανείς, λέει ο Camilo José Cela και ο σαραντάχρονος Λατρόνικο κάνει ακριβώς αυτό με τρόπο νηφάλιο και συνοπτικό, σαν ρεπορτάζ. Άθελά του όμως, και υπόρρητα ανατρεπτικό έως τρομακτικό: η ομοιομορφία –στην εμφάνιση, την συμπεριφορά έως την αρχιτεκτονική και το design εσωτερικών χώρων–, και η αίσθηση ανελευθερίας που καταγράφει μού έφεραν στο νου την ολιγοσέλιδη “Νέα Ουτοπία” του Jerome K. Jerome. Δεν είναι υπερβολή, τηρουμένων κάποιων αναλογιών, αν σκεφτούμε πως η τεχνολογία (ιδίως η ΤΝ και τα κοινωνικά δίκτυα) εξαπλώνεται με όρους αυταρχικού καθεστώτος. Ξεχνάμε, επίσης, πως κάθε γενιά έχει την δική της περίοδο πειραματισμού πριν την ουσιαστική ενηλικίωση – το να δοκιμάζεις νέες εμπειρίες και να δοκιμάζεσαι, ή απλώς να παρασύρεσαι από την μαζικότητα ενός τυποποιημένου κοινωνικού μοντέλου ευζωίας είναι μέρος της διαδικασίας της ανθρώπινης ωρίμανσης και δεν έχει στενά γενεολογικά ή ηλικιακά όρια. Ο Joakim Pirinen, πχ, την τοποθετεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και στο πλαίσιο μιας Καλής Οικογένειας (το πρωτότυπο για την εποχή του θεατρικό έργο που ανέβηκε και στην Ελλάδα την περίοδο 2008-09 από το Εθνικό) η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η μετεξέλιξη της Άννας και του Τομ – μακάρια ευτυχισμένο ζευγάρι, χαμογελαστό, ό,τι κι αν συμβεί, η Εύα και ο Λάσσε έχουν μία υπέροχη δουλειά, δύο αξιολάτρευτα παιδιά και κατοικούν σε πολυτελή κατοικία με άψογα φροντισμένο κήπο, όπως στις διαφημίσεις ή τα παιδικά βιβλία της δεκαετίας του 1960.

Εκείνο που διαφοροποιεί την Άννα και τον Τομ από τους πρωταγωνιστές των Περέκ και Πίρινερ είναι η εκτεταμένη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και η εφελκυστική δύναμη της εικόνας. Όχι, όμως, το ότι κάνουν σχεδόν τα πάντα μέσω διαδικτύου και ψηφιακών εφαρμογών – η χρήσιμη αυτοματοποίηση είναι και αναγκαία. Είναι η αδυναμία τους να θέσουν ένα όριο στις ατέλειωτες δυνατότητες και ερμηνείες της πραγματικότητας που εμφανίζει η οθόνη. Η διάψευση των πεποιθήσεών τους με το κλείσιμο της οθόνης και η αποστασιοποίησή τους από την απτή πραγματικότητα όταν δεν συνάδει με την τελειότητα που αναπαράγουν. Η απομόνωση στην οποία οδηγούνται και η ανελευθερία όταν δεν μπορούν να αντιδράσουν σε αυτό το χάος που είναι το εκτός υπολογιστή βίωμα· πόσο μάλλον να διακρίνουν την αληθινή ομορφιά που προσδίδουν στην καθημερινότητα τα λάθη και οι ατέλειες. Γι’ αυτό άλλωστε δεν μπορούν να εκτιμήσουν την τέχνη, ή να της προσδώσουν συναισθηματική αξία, αν κι επισκέφτονται ανελλιπώς εκθέσεις εικαστικών. Κάπως έτσι αρχίζει να μεταβάλλεται η ανθρωπινή υπόσταση του ατόμου, κι όχι μόνον στις σελίδες ενός βιβλίου: Πόσες φορές δεν απαντήσατε, αν απαντήσατε, με τον αυτοματισμό ενός like; Πόσες φορές μία σκέψη διακλαδώθηκε αυτόματα με τον τρόπο που ανοίγουμε συνδέσμους; Πόσες φορές βάλατε κάτι σε αναμονή χωρίς τελικά να το απαντήσετε, όπως κάνουμε με τις καρτέλες στον Firefox; Ή, σβήσατε μία υποχρέωση με την ευκολία ενός κλικ; Πόσες δεν κινήθηκε το χέρι ασυναίσθητα για να ζουμάρει την οθόνη της τηλεόρασης; Πόσες φορές, πάλι, νιώσατε αποτυχημένοι προσπαθώντας να εκτελέσετε την τέλεια συνταγή του TikTοk;

 

                                                                                   


Ο αυστριακός ψυχολόγος Alfred Adler ορίζει το lifestyle ως ένα σχήμα ζωής, όχι έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής όπως έχει επικρατήσει να σημαίνει σήμερα. Ένα σχήμα ζωής που περιλαμβάνει όχι μόνον τον τρόπο που ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους, αλλά και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό του σε όλο το βάθος του βιωμένου χρόνου του. Αυτό συνεπάγεται πως η εμπειρία και το νόημα είναι ενεργές κατασκευές και υπόκεινται σε μια ακονισμένη αντίληψη. Ή, καλύτερα, ακονιζόμενη καθώς η αντίληψη είναι μία συνεχής επαγωγική διαδικασία κι όχι η παθητική αποδοχή κάποιας σταθερής αλήθειας, ή η στείρα αναπαραγωγή ενός μοντέλου.

"Λυπάμαι, αυτό το βιβλίο είναι ανέκδοτο. Δεν έχει διαλόγους. Δεν έχει πλοκή. Είναι αντίγραφο άλλου βιβλίου," έγραψε ο ιταλός συγγραφέας στον εκδότη του για αυτό που αποδεικνύεται ένα θαυμάσιο εθνογράφημα της genZ. Ένα, εντέλει, απαιτητικό κείμενο που μεταβολίζει την ανία της συγκεκριμένης ανάγνωσης και το μάταιο της σύγχρονης ζωής σε ένα ερώτημα: ποιά πραγματικότητα επιλέγουμε να οικοδομήσουμε; Κι ένα ζητούμενο: τη δυνατότητα να ενοικήσουμε ουσιαστικά τον εαυτό μας, χωρίς υποκατάστατα, επιβολές κι αυταπάτες, και να ενδυθούμε μια αληθινή αυτονομία· μια ελευθερία με νόημα, joie de vivre κι αυθεντικότητα – η τελειότητα όπως θα έπρεπε να είναι.



* Το κείμενο, με διαφορετική εικονογράφηση, πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 179 – Σεπτεμβρίου 2026 του περιοδικού The Books' Journal 





Σημείωση: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια επίτοιχου έργου της Βένιας Μπεχράκη. Στη φωτογραφία της Catherine Chabrol είναι ο εκφραστικός μίμος Marcel Marceau. Ακολουθεί το Future eye seeing now (2020) του Olafur Eliasson. Τέλος, το δημοφιλές έργο του René Magritte που επιγράφεται "Cesi n'est pas une pipe", ρήση που υπονοεί πως αυτό που βλέπουμε είναι μόνον η απεικόνιση του αντικειμένου. Ο πραγματικός τίτλος του πίνακα είναι La Trahison des Images / The Treachery of Images, απ' όπου και ο τίτλος του άρθρου. 

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026





An Analogy

     

 



Εάν ήταν γλυπτό, θα ήταν μια μοντέρνα εκδοχή κάτι παλιού – αντιγραφή ενός αρχαϊκού ειδωλίου, για παράδειγμα, σε ανοξείδωτο χάλυβα. Επιβλητικό σε μέγεθος και σε φόρμα – θα είχε ύψος μέχρι το ταβάνι (αίθουσας παλιάς αστικής κατοικίας, όχι δωματίου  διαμερίσματος σύγχρονης πολυκατοικίας)· μια ιδέα καρικατούρας, αναφορές στο έργο κλασικών της ιστορίας της τέχνης και τεράστιες σαν μπαλόνια καμπύλες, λείες και γυμνές για να συγχρονίζονται οπτικά με το μοδάτο μίνιμαλ του παρόντος. Θα είχε εντυπωσιακά λαμπερό χρώμα – ένα  έντονο πορτοκαλί, πχ, που σε παρασύρει αβίαστα στη χαρά. Θα ήταν, επίσης, γυαλιστερό – οι επιφάνειές του θα είχαν ειδική ανακλαστική επίστρωση για να σε καθρεφτίζουν· να σε φέρνουν, όμως, και αντιμέτωπο με τον εσώτερο εαυτό σου. Θα είχε, επίσης, ιστορικό, πολιτισμικό και νοηματικό ενδιαφέρον ενώ θα προκαλούσε, επιπλέον, κοινωνιολογικές συζητήσεις για την εικόνα και την επιθυμία – της κατανάλωσης, της έκφρασης, και του ανήκειν. Η επιθυμία του σώματος και η γονιμότητά του, ή η έλλειψή τους, θα αναφέρονται εξ αντανακλάσεως. Όπως ακριβώς ισχύει για την Balloon Venus Lespunge (Orange) του Jeff Koons.

     



Ωστόσο, δεν πρόκειται για το δημοφιλές γλυπτό του αμερικανού καλλιτέχνη, αλλά για ένα εξίσου δημοφιλές έργο – λογοτεχνικό. Ένα βιβλίο που προκαλεί τόσο με την ρεπορταζιακή, έως ανέμπνευστη, γραφή του όσο και με το παραστατικό καθρέφτισμα, στις σελίδες του, της genZ. Ή, μιας μεγάλης μερίδας της, έστω. Δεν γυαλίζει, όμως, και έχει συμβατικό παραλληλόγραμμο σχήμα με ολοπράσινο εξώφυλλο – Η Τελειότητα (μετάφραση Δήμητρας Δότση – Loggia, 2025), το πέμπτο μυθιστόρημα του Vincenzo Latronico για το οποίο έγραψα σχετικά και το κείμενο θα δημοσιευτεί σε προσεχές τεύχος του The Books' Journal. Μέχρι τότε μπορείτε να διαβάσετε το διπλό τεύχος Ιουλίου–Αυγούστου που μόλις κυκλοφόρησε. 









Σημείωση: H έκθεση "Αφροδίτη του Lespunge", απ' όπου και οι πιο πάνω φωτογραφίες,  είναι πρωτότυπη, άρτια στοχευμένη στο αντικείμενό της, αναπτυγμένη με πληροφορίες και γνώση που εντυπώνονται, και  μεγαλειώδης, πλήρης ως αίσθηση. Θα τρέχει έως τις 31.08.2026 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. 

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017









Α different story?







Η σημερινή ανάρτηση  προέκυψε όταν, πριν λίγες ημέρες, βγήκα στη λαϊκή και παραλίγο να σκοντάψω – μία νεαρή τσιγγάνα είχε "παρκάρει" τον μικρό της πάγκο με τα σκόρδα κάθετα στον δρόμο, και μπροστά από έναν άλλο κανονικό πάγκο, αφήνοντας έτσι ελάχιστο χώρο για να περάσουν οι πεζοί. Ήμουν έτοιμη να πω κάτι ανάλογο της περίστασης  αλλά το πρόσωπό της με σταμάτησε. Θα το έλεγα ανέκφραστο εάν δεν έβλεπα στα μάτια της  το συναίσθημα εκείνο που σε κάνει να μαζεύεις τους ώμους φοβισμένα και να μην ξέρεις που να σταθείς. Η κοπέλα, που πρέπει να ήταν γύρω στα 15, προσπάθησε με φανερή αμηχανία, έως συστολή, να μετακινήσει τον τροχήλατο πάγκο της για να μην με εμποδίζει αλλά την πρόλαβα: προσποιήθηκα ότι με δυσκόλευαν οι σακούλες που κρατούσα και της έδειξα με τρόπο πως μπορούσε να βάλει τον πάγκο της ώστε να μην εμποδίζει κανέναν. Μετά απομακρύνθηκα σκεπτόμενη την Ελπίδα. 

Η μικρή πρωταγωνίστρια του "Ο κόσμος βαριέται να διαβάζει θλιβερές ιστορίες" (Κέδρος, 2014) είναι ένα πιτσιρίκι που ζει σε έναν καταυλισμό των Ρομά στα Τρίκαλα –για την ακρίβεια, στα περίχωρα της πόλης– κάπου στην δεκαετία του '80 και με όλη την αφέλεια και την φούρια των παιδικών της χρόνων εξιστορεί την ζωή εκεί – τους γάμους, τα πανηγύρια, την  καθημερινή γύρα για λεφτά και ψωμί, την επικοινωνία και την συμβίωση με τους μπαλαμό –όπως λέγονται στην γλώσσα των Ρομά οι λευκοί– καθώς και την ένθερμη προσπάθεια των τσιγγάνων να μορφωθούν όταν το κράτος  ιδρύει στον καταυλισμό  ένα σχολείο για τα μικρά παιδιά.  Παρόλη την αισιοδοξία, τίποτα  δεν είναι τόσο εύκολο για την Ελπίδα όσο το παρουσιάζει γιατί, όπως όλα τα παιδιά, έχει την ενστικτώδη οξύνεια να αντιλαμβάνεται την διαφορετικότητα της φυλής της και όσα αυτό επιφέρει, δηλαδή ρατσισμό και περιθωριοποίηση. Δεν μπορεί όμως να το εξηγήσει με την λογική της ηλικίας της, ούτε και να το δεχτεί. Γι' αυτό βρίσκει καταφύγιο στις διάφορες ιστορίες που σκαρφίζεται για να ανατρέψει τις δυσάρεστες καταστάσεις που βιώνει - η δύναμη της παιδικής φαντασίας είναι αρκετά δυνατή σ' αυτό.

Το μυθιστόρημα ετούτο πρωτοεκδόθηκε το 1986 και, όπως και τότε, αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο είναι οι ιστορίες της Ελπίδας - ένας μονόλογος  που ζωντανεύει τις σκέψεις, τις συμπεριφορές και τα όνειρα  της μικρής και της οικογένειάς της. Το δεύτερο, ένα χρονικό της συγγραφής του βιβλίου – η
Μαρούλα Κλιάφα καταθέτει ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ με φωτογραφίες και σχόλια για την αφορμή  να ασχοληθεί με τους Ρομά,  την διαδικασία συλλογής του υλικού της καθώς επίσης και τα διάφορα κείμενα και άρθρα στα οποία βασίστηκε για να γράψει το συγκεκριμένο βιβλίο.  Η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια ιδιωματική γλώσσα χωρίς να  αλλοιώνει τον απλό αφηγηματικό ιστό του βιβλίου –το οποίο σημειωτέον απευθύνεται τόσο σε αναγνώστες νεαρής ηλικίας όσο και σε ενήλικες– και αναπαριστά με ρεαλιστική πιστότητα το κλειστό περιβάλλον του καταυλισμού καθώς και την αφοπλιστική αφέλεια και τις προσδοκίες του μικρού κοριτσιού. 

Καταφέρνει, επίσης, δύο ακόμη πολύ σημαντικά πράγματα – να υπερασπιστεί, δίχως συναισθηματισμούς κι εξιδανικεύσεις, το δικαίωμα των Ρομά στην μόρφωση και την εργασία.  Και να καταστήσει προφανή τις δυσκολίες ένταξης των τσιγγάνων και τους αναποτελεσματικούς χειρισμούς με τους οποίους αντιμετωπίζουμε το ζήτημά τους. Ενδεικτικές είναι οι επίσημες πληροφορίες για τους καταυλισμούς των Ρομά στην Ελλάδα που δίνονται στο παράρτημα των τελευταίων σελίδων που έχει προστεθεί στην τωρινή επανέκδοση του βιβλίου, και οι οποίες βασίζονται σε στοιχεία μελετών κι ερευνών που δημοσιεύτηκαν στο Τύπο (Καθημερινή, φύλλο της 23.10.2013).

Με τις γενικές συνθήκες διαβίωσης να φθίνουν και τις διάφορες μειονότητες (με ή χωρίς εισαγωγικά) να υφίστανται επανηλειμμένα προκατελειμένες έως βίαιες συμπεριφορές, η θλιβερή ιστορία της Μαρούλας Κλιάφα  εγείρει εύλογα ερωτήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την επιβίωση σήμερα.  Μια λογοτεχνία που αφυπνίζει. 





Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον έγκυρο περιοδικό για το βιβλίο και τις Τέχνες  Ο αναγνώστης στις 8 Μαΐου 2017.


  


Σημείωση: Η φωτογραφία ανήκει στον Josef Koudelka, τον διάσημο Τσεχοσλοβάκο φωτογράφο ο οποίος από το 1962 έως το 1971 μελέτησε με τον φακό του τους Τσιγγάνους στη τότε Τσεχοσλοβακία, την Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Γαλλία και την Ισπανία.

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017










Το ασχημόπαπο

που δεν έγινε κύκνος





Νόμιζα ότι θα ήταν ακόμη μία διασκευή ενός κλασικού παραμυθιού αλλά το "Ιζαντόρα Ντακ" (Καλειδοσκόπιο, 2016) είναι μία ιδαίτερη περίπτωση. Η Στέλλα Μιχαηλίδου μεταγράφει το κλασικό παραμύθι του Χ. Κ. Άντερσερν "Το Ασχημόπαπο" ενσωματώνoντας παράλληλα την βιογραφία της αμερικανίδας ιέρειας του μοντέρνου χορού Ισιδώρας Ντάνκαν για να μιλήσει με άμεσο τρόπο για την βασική ανάγκη του ανήκειν που έχουν τα παιδιά, και την αποδοχή του διαφορετικού.

Η ιστορία έχει ως εξής: σε μια αποικία κύκνων, ένα μικρό παπάκι υποφέρει από την συμπεριφορά των συνομηλίκων του. Στο μάθημα μπαλέτου που συμμετέχει η μικρή πάπια Ιζαντόρα, είναι η μόνη που ξεχωρίζει με την άχαρη μορφή της. Δεν έχει επίσης καθόλου καλή φωνή και όσες προσπάθειες και να καταβάλει δεν γίνεται  καλλίφωνη· ούτε το κορμί της ψηλό, ευλύγιστο κι ολόλευκο, με λεπτό και μακρύ λαιμό, όπως των άλλων. Γι' αυτό και όλοι την κοροϊδεύουν - από τον κύριο Κουντεπιέ, δάσκαλο του μπαλέτου, μέχρι την δασκάλα του σχολείου που την προτρέπει να εγκαταλείψει τον χορό και να ασχοληθεί με κάτι άλλο.  Η Ιζαντόρα, όμως, αγαπάει τον χορό  τόσο πολύ που όταν την  αναγκάζουν  να σταματήσει τα μαθήματα, εκείνη συνεχίζει να πηγαίνει - κάθεται σε μία γωνιά αμίλητη και ζωγραφίζει τους χορευτές και τις κινήσεις τους.  Αργότερα επιστρέφει στο δωμάτιό της και προσπαθεί να επαναλάβει ό,τι είχε παρακολουθήσει. Όταν κάποια στιγμή οι πρόβες γίνονται επώδυνες, η μικρή πάπια αποφασίζει να σταματήσει τις ασκήσεις στα κρυφά και αρκείται μόνο να τις σχεδιάζει. Μία μέρα ένας από τους συμμαθητές της ανακαλύπτει τυχαία τα σχέδιά της και θυμώνει τόσο πολύ που τις βάζει τις φωνές. Το ίδιο κάνουν και οι υπόλοιποι στην τάξη ενώ ο κύριος Κουντεπιέ δεν κάνει απολύτως τίποτα για να την υπερασπιστεί. Η Ιζαντόρα φεύγει αποκαρδιωμένη μέσα στην νύχτα, χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Ξέρει όμως ότι δεν μπορεί να σταματήσει να χορεύει.



Εκτός από το “Ασχημόπαπο”, η Στέλλα Μιχαηλίδου εμπνέεται κι από άλλα κλασικά παραμύθια – η ίδια αναφέρει στην αρχική σελίδα του βιβλίου "Το Αηδόνι του Αυτοκράτορα", επίσης του Χ.Κ. Άντερσεν, και τον "Γλάρο Ιωνάθαν Λίβινγκστον" του Ρ. Μπαχ τα οποία χρησιμοποιεί για να εμπλουτίσει την αφήγηση με χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν, μεταξύ άλλων, τις έννοιες της ελευθερίας αλλά και της γοητείας του ψεύτικου και άφθαρτου. Η συγγραφέας συνδυάζει τα στοιχεία της αρμονικά και με καλά δομημένο τρόπο και ως εκπαιδευτικός γνωρίζει πώς να γίνεται ενθαρρυντική παρόλη τη δυσκολία του θέματος. Η αφήγησή της είναι στοχαστική κι απευθύνεται στα παιδιά με ώριμο τρόπο – δεν αποφεύγει  τις δυσάρεστες συμπεριφορές, δεν υπερβάλλει στα συναισθήματα ούτε τα μηρυκάζει. Για παράδειγμα, οι προσβολές της Χόιτυ Τόιτυ, του κυρίου Κουντεπιέ και των συμμαθητών της πάπιας Ιζαντόρα δίνονται με ρεαλιστικούς διαλόγους· τα στιχάκια που παρεμβάλλονται απαλύνουν ελαφρώς τον εκφοβισμό που υφίσταται η μικρή πάπια και η μοναξιά της παρουσιάζεται ως χρόνος περισυλλογής.  Με τον ίδιο ευθύβολο τρόπο δίνεται και η μεταστροφή των κύκνων όταν διαπιστώνουν ότι έκαναν λάθος στην εκτίμησή τους και ζητούν συγγνώμη για την συμπεριφορά τους απέναντί της. Η γλώσσα του κειμένου διαθέτει πλούσιο λεξιλόγιο που περιγράφει με ακρίβεια την πλοκή σε κάθε στάδιο της ιστορίας δημιουργώντας έτσι το κατάλληλο περιβάλλον για ανάπτυξη σκέψεων κι αντιδράσεων –  η περιπέτεια της Ιζαντόρα Ντακ είναι μία ιστορία με την οποία οι μικροί αναγνώστες μπορούν άνετα να ταυτιστούν καθώς αρκετά συχνά τα παιδιά νιώθουν ανεπαρκή και ανασφαλή, ακόμη κι όταν το περιβάλλον τους  δεν είναι ανταγωνιστικό.

H εικονογράφηση του βιβλίου από τον
Απόστολο Βέττα είναι εκφραστική και διακρίνεται για τους εξπρεσσιονιστικούς τόνους της. Χρώματα και γραμμές δίνουν έμφαση στην σωματική κίνηση και την ένταση των συναισθημάτων, της μοναχικής προσπάθειας αλλά και της εύθυμης διάθεσης που κυριαρχεί στο παραμύθι όταν η πολύμηνη περιπλάνηση της πάπιας Ιζαντόρα λήγει – θα βρεθεί ανάμεσα σε άλλες πάπιες και πουλιά που δεν δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην “παπίστικη” μορφή της. Στην μεγάλη γιορτή που διοργανώνει η ηλικιωμένη κυρία Παπώφ, η Ιζαντόρα Ντακ θα χορέψει τον πρωτότυπο χορό της και θα τους ενθουσιάσει όλους. "Χορεύω αυτό που είμαι" έλεγε η διάσημη Isadora Duncan κι αυτό όρισε την φιλοσοφία του μοντέρνου χορού – χορεύοντας ξυπόλυτη για πρώτη φορά στην ιστορία του Χορού, η Ισιδώρα Ντάνκαν νοηματοδότησε τα πόδια ως σημείο επαφής με, κι όχι φυγής από, την γη που είναι γεμάτη ζωή. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνεται ένα δισέλιδο βιογραφικό της αμερικανίδας χορεύτριας, αρκετά ενδιαφέρον και κατατοπιστικό ώστε τα παιδιά να μάθουν για το στίγμα της στον χρόνο και την ιστορία του χορού.


Το αδέξιο ασχημόπαπο Ιζαντόρα δεν έγινε τελικά κύκνος. Έγινε μία δημοφιλής πάπια-χορεύτρια με όμορφες μπλε φτερούγες και μια εντυπωσιακή ικανότητα αυτο-έκφρασης κι αυτό καθιστά το παραμύθι ετούτο παιδαγωγικά εύστοχο  – ενώ στο παραμύθι του Άντερσεν, η Φύση δίνει μια όμορφη εμφάνιση η οποία διορθώνει την αδικία, εδώ η Μιχαηλίδου εστιάζει σε κάτι  πιο σημαντικό: είναι η ανάγκη έκφρασης, η προσωπική προσπάθεια, η επιμονή και η αποδοχή του εαυτού που ορίζουν το διαφορετικό και το όμορφο· και το καινοτόμο –  ουσιώδη στοιχεία για να οραματιστούν έναν καλύτερο κόσμο οι μικροί αναγνώστες.









Σημειώσεις: Στην πρώτη φωτογραφία, η Misty Copeland – "ένα μαύρο ασχημόπαπο"  που πέρασε πολλές δυσκολίες και σήμερα είναι η πρώτη Αφροαμερικανίδα που καταλαμβάνει την θέση της Κορυφαίας του American Ballet Theatre στα 75 χρόνια της λειτουργίας του. Το σκίτσο είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου. Στο τέλος, βλέπετε φωτογραφία της Ισιδώρας Ντάνκαν σε χαρακτηριστική πόζα του χορού της. // Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο η-περιοδικό για το Βιβλίο και τις Τέχνες ο αναγνώστης στις 01.03.17.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017














Όλα για τις Οικογένειες




Το "Το Πιο Μεγάλο Βιβλίο για τις Οικογένειες" (απόδοση: Αντώνης Παπαθεοδούλου - Ίκαρος, 2016) θα μπορούσε να λέγεται και το Μεγάλο Λεξικό των Οικογενειών μιας και στις σελίδες του η αγγλίδα Mary Hoffman έχει συγκεντρώσει τις περισσότερες από τις διαφορετικές συνθέσεις μιας οικογένειας που μπορεί να συναντήσει κανείς σήμερα. Και όχι μόνον αυτό. 

"Μια φορά κι έναν καιρό, οι περισσότερες οικογένειες στα βιβλία έμοιαζαν κάπως έτσι – " ξεκινά η αφήγηση στις δύο πρώτες σελίδες του βιβλίου όπου απεικονίζονται ένας μπαμπάς και μία μαμά με εξοπλισμό κηπουρικής, ένα μικρό αγόρι που κρατά μια μπάλα, ένα μικρό κορίτσι με μια κούκλα στα χέρια, ένας σκύλος και μία γάτα. Στο φόντο, μία διώροφη μονοκατοικία με κήπο που περιστοιχίζεται από ξύλινο φράχτη.  Στη συνέχεια, όμως, η συγγραφέας ασχολείται με την πραγματική ζωή και όχι με έναν υποθετικό, φανταστικό, κόσμο και παρουσιάζει  όλες τις εθνικότητες στην "οικογενειακή  μορφή" τους που δεν είναι, φυσικά, μόνο μία. Έτσι, εκτός από τις πολύ γνωστές σε μας στην Ελλάδα οικογένειες με γιαγιά και παππού, βλέπουμε τις οικογένειες με δύο μαμάδες ή δύο μπαμπάδες κι εκείνες με θετούς γονείς.  

Το βιβλίο ωστόσο δεν είναι σοβαρό ή αυστηρό όσο ένα λεξικό και δεν έχει εκτενή κείμενα. Καθώς απευθύνεται σε παιδιά έως και 7 χρονών, κυριαρχούν οι εικόνες που εμπλουτίζουν κυριολεκτικά τις προτάσεις – τα πληρωρικά σκίτσα της Ros Asquith είναι  παιγνιώδη και με το πνευματώδες χιούμορ τους  δίνουν όχι μόνο ανάλαφρο τόνο στην ανάγνωση αλλά και, κυρίως αυτό, ερεθίσματα για όλα όσα πρέπει να συζητηθούν για το βασικό ετούτο κύτταρο της κοινωνίας - ο διαφορετικός τρόπος διαβίωσης της κάθε οικογένειας, οι διαφορετικές επιλογές του κάθε ανθρώπου, το διαφορετικό εν γένει με όλες τις αποχρώσεις του.

Η αγγλίδα συγγραφέας δεν παραθέτει μόνο τους διάφορους τύπους συμβίωσης αλλά  μιλά και για τα πράγματα που τις αφορούν – τις κατοικίες τους, την εκπαίδευση των παιδιών, τους τόπους και τους τρόπους εργασίας του κάθε γονιού· τις διακοπές, την διατροφή και την ένδυση, τα κατοικίδια, τα χόμπι και τις γιορτές της κάθε οικογένειας. Δεν περιορίζεται στην εξωτερική περιγραφή κάθε οικογένειας αλλά προχωρά και στα συναισθήματα που εκφράζονται και τον τρόπο που αυτό γίνεται σε κάθε μία από αυτές – θυμωμένες, χαρούμενες, λυπημένες, ευδιάθετες, αγχωμένες ή χαλαρές οικογένειες όπου μπορεί όλοι να μοιράζονται τα συναισθήματά τους ή άλλες όπου ο καθένας προτιμά να κρατά το πώς νιώθει για τον εαυτό του. Και όπως θα περίμενε κανείς από μία έμπειρη και βραβευμένη συγγραφέα, η Χόφμαν παραθέτει κάθε μικρή ή μεγάλη λεπτομέρεια των ανθρώπων και των οικογενειών δίχως να εκφράζει κάποια παραξενιά, να κρίνει, ή να απορρίπτει τεχνηέντως.

Πολλά θέματα, θα σκεφτείτε, και είναι αλήθεια. Δεν είναι όμως περισσότερα από τις ερωτήσεις που έχει καθημερινά ένα παιδί που ζει και κυκλοφορεί σε μια σύγχρονη πόλη η οποία δεν θυμίζει σε τίποτα την ανθρωπογεωγραφία προηγούμενων δεκαετιών. Η αγγλίδα συγγραφέας έχει συγκεντρώσει τους τύπους και τις βασικές παραμέτρους μιας οικογένειας στις μεγάλου μεγέθους σελίδες του βιβλίου με τρόπο που βοηθά και τους ενήλικες συν-αναγνώστες του – το κάθε θέμα αναπτύσσεται σε δύο αντικριστές σελίδες με ένα σύντομο κείμενο ενώ περιμετρικά των σελίδων υπάρχουν πολλά σχετικά με το θέμα αντικείμενα, που είναι οικεία στο κάθε παιδί και βοηθούν να επεκταθεί η συζήτηση. Ίσως θα έπρεπε να υπάρχουν περισσότερες λέξεις και προτάσεις στα κείμενα καθώς τα παιδιά τις χρειάζονται για να περιγράψουν τις σκέψεις τους και να πουν αυτό που θέλουν. Ακόμη όμως και δίχως αυτές, ακόμη κι αν ένας γονιός δεν μπορεί να μιλήσει για την πολυπλοκότητα και τον πλουραλισμό μιας οικογένειας, μαζί και της κοινωνίας, το βιβλίο "δουλεύει" μόνο του – επιβεβαιώνει τις σιωπηλές πολλές φορές παρατηρήσεις των παιδιών και δικαιώνει με εύληπτο τρόπο την κανονικότητα του διαφορετικού που αισθάνονται αυθόρμητα.

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, η Χόφμαν καλεί τους μικρούς αναγνώστες να σκεφτούν και να σχεδιάσουν το δικό τους γενεαλογικό δέντρο – μία βιωματική άσκηση που εξοικειώνει τα παιδιά με την πραγματικότητα και την ιδιοτυπία της δικής τους οικογένειας. Υπάρχει επίσης κι ένα παιχνίδι παρατηρητικότητας, σε όλες τις σελίδες του βιβλίου όμως, που μετατρέπει την ανάγνωση σε παιχνίδι. Σε περιπέτεια, καλύτερα, γιατί τα σκίτσα με τις τρέλες τους σε παραπλανούν. 



Διασκεδαστικό, εκπαιδευτικό, αισιόδοξο, ρεαλιστικό· ένα βιβλίο που παρουσιάζει την ποικιλομορφία του κόσμου μας χωρίς να προσηλυτίζει. 

Θαυμάσιο. 







Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο η-περιοδικό για το βιβλίο και τις Τέχνες ο αναγνώστης  στις 21.01.2017.









Σημειώσεις: Το βιβλίο βραβεύτηκε με το School Library Association Information Book Award το 2011 –την πρώτη χρονιά διεξαγωγής του– στην κατηγορία για τις ηλικίες έως 7 χρονών. Την ίδια χρονιά συμπεριελήφθη στην βραχεία λίστα των βραβείων NASEN. // Οι εικόνες είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015








Το παλιόπαιδο





Την δεκαετία 1970 ένας ένας οικονομολόγος και μουσικός ονειρεύεται να κάνει κάτι για τα χιλιάδες φτωχά παιδιά της χώρας του, μία από τις πιο βίαιες χώρες του κόσμου. Το 1975 αποφασίζει να βασιστεί σε μια ομάδα μόλις έντεκα παιδιών και δημιουργεί το Ίδρυμα για το Εθνικό Σύστημα Παιδικών και Νεανικών Ορχηστρών της Βενεζουέλας, γνωστό ως El Sistema. Τέσσερα χρόνια αργότερα ο José Antonio Abreu θα βραβευτεί από την Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Μουσικής με το Polar Music Award για το εγχείρημα ετούτο - μέσω της μουσικής παιδείας κατάφερε, και συνεχίζει να το κάνει, να απομακρύνει δεκάδες χιλιάδες παιδιά από την πνευματική φτώχεια και την εγκληματικότητα και να μεταμορφώσει στην κυριολεξία τις ζωές τους μεταδίδοντάς τους τις αξίες του σεβασμού, της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της αρμονίας, του ανθρωπισμού.

Το πρόσφατο βιβλίο της 
Αγγελικής Δαρλάση, "Το Παλιόπαιδο" (Πατάκης, 2014) εκκινεί από αυτό ακριβώς το γεγονός και ο Φέλιξ, ο πρωταγωνιστής του, είναι ένα από αυτά τα χιλιάδες φτωχά παιδιά της Βενεζουέλας. Είναι το παλιόπαιδο - το παιδί που οι υπόλοιποι περιθωριοποιούν με μεγάλη ευκολία. “Επειδή μια φορά που πεινούσε πολύ είχε κλέψει ένα καρβέλι από τον φούρνο και μια άλλη φορά που κρύωνε πολύ ένα ζευγάρι κάλτσες που στέγνωναν στα σκοινιά κάποιας μπουγάδας. Επειδή καμιά φορά εξαντλημένο το  έπαιρνε ο ύπνος στα σκαλοπάτια των σπιτιών. Επειδή πολλές φορές έπαιζε με τα παρατημένα παιχνίδα των άλλων παιδιών κι εκείνα νόμιζαν πως τους τα είχε κλέψει. Επειδή στο σχολείο είχε όλο κι όλο ένα τετράδιο κι ένα μολύβι.”  

Ο Φέλιξ νιώθει παρείσακτος ώσπου μία μέρα τον πλησιάζει ένα μεγαλύτερο αγόρι και τον προσκαλεί στην συμμορία του. Δέχεται χωρίς ιδιαίτερη σκέψη και συμμετέχει στις εξορμήσεις των “φίλων” του -  κρατά τσίλιες και ειδοποιεί με το σφύριγμά του εάν κάτι πάει στραβά. Σε λίγο, έρχεται και η πρώτη αποστολή - μια δοκιμασία που αν την φέρει με επιτυχία εις πέρας θα γίνει και επίσημα μέλος της συμμορίας. Το “κυνήγι”.  Του δίνουν ένα όπλο και ο Φέλιξ πρέπει να το χρησιμοποιήσει για να ληστέψει κάποιον. Το θύμα του είναι ένας νεαρός μικροκαμωμένος κι αδύνατος άντρας που ναι μεν του παραδίδει το πορτοφόλι του αλλά του ζητά κι αυτός κάτι – το όνομά του. Ο Φέλιξ, που μέχρι εκείνη την στιγμή κανένας δεν τον ήξερε με το όνομά του, τού το λέει και φεύγει τρέχοντας. Την δεύτερη φορά που βγαίνει για “κυνήγι”, ο Φέλιξ ξανασυναντά τυχαία το θύμα του μα τούτη τη φορά ο νεαρός άντρας αντεπιτίθεται με το δικό του όπλο - ένα βιολί. “Έλα σ' αυτή τη διεύθυνση. Φέρε μου το όπλο. Κι εγώ θα σου δώσω το βιολί. Και θα σε μάθω να παίζεις.”  Η περιέργεια και η επιθυμία θα αποδειχτούν ισχυρότερα όπλα από το περίστροφο που κρατά στην τσέπη του ο Φέλιξ, κι έτσι μόλις βραδυάσει θα βρεθεί σε ένα γκαράζ  να μαθαίνει μουσική μαζί με άλλα παιδιά. 
 

Ο Φέλιξ, όπως και τα χιλιάδες κοινωνικώς αποκλεισμένα παιδιά παντού στον κόσμο, καταδεικνύει την ευκολία με την οποία μπαίνουν οι ταμπέλες, πόσο αναπόφευκτο είναι να  αποδεχτείς το περιθώριο και πόσο, επιπλέον, αποδοτικό (για τους άλλους) είναι να παραμείνεις εκεί.  H ιστορία του δείχνει, επίσης, πως η επιθυμία και το όραμα της ευτυχίας είναι ικανά να κάνουν ένα παιδί να αντιδράσει στις κακές επιρροές. Η συγγραφέας, για να αποδώσει την προσπάθεια τους να προστατευτούν και να αντισταθούν, χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μηχανισμό των παιδιών να δημιουργούν φανταστικούς φίλους και να προσωποποιούν άψυχα αντικείμενα, όπως είναι τα αστέρια. Το τέχνασμα αυτό μεταδίδει εν μέρει την αίσθηση αυτοπεποίθησης που αναζητά ο Φέλιξ ωστόσο περίμενα κάτι πιο ρεαλιστικό, λιγότερο μελοδραματικό. “Μόνο όταν θα μου μιλήσουν τα άστρα... Τότε ναι! Τότε θα σημαίνει πως μπορώ να είμαι κι εγώ ευτυχισμένος, σκεφτόταν το παιδί κι ήταν οι σκέψεις εκείνες το μυστικό κι η προσευχή του."   

Περίμενα, επίσης, μία ευρυματική αφήγηση καθώς η συγγραφέας στο παρελθόν έχει δημιουργήσει ενδιαφέρουσες ιστορίες με απλά υλικά. Στο “Παλιόπαιδο” όμως αφήνει ανεπεξέργαστα σημαντικά θέματα για ένα παιδί όπως είναι ο σκοπός στη ζωή, η καλοσύνη και ιδίως το αίσθημα του ανήκειν.  Το ύφος και η γλώσσα της κινούνται σε ένα ευθύγραμμο, απλοϊκό επίπεδο με αρκετές κοινοτυπίες όπως για παράδειγμα οι γείτονες που κρυφακούν συγκινημένοι τον Φέλιξ να παίζει, και καμαρώνουν και “...τον αισθάνονταν σαν ευλογία μεταδοτική...”. Αυτό είναι το μόνο που στοιχείο που δίνεται για τον καίριο αντίκτυπο που έχει η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου μέσω του El Sistema στον κοινωνικό περίγυρο και στην ευρύτερη κοινωνία. Αναρωτιέμαι, πως γίνεται η έμπνευση μιας συγγραφέως να εξαντλείται μόνο σε μερικές γνωστές και φανερές λεπτομέρειες από ένα δεδομένο γεγονός;  Στο διήγημα υπάρχει, επιπλέον, μία παράγραφος (σελ. 10, η 2η) που δεν προσθέτει κάτι στην συνεκτικότητα της αφήγησης. Αντίθετα, είναι τόσο ασαφής νοηματικά που κατάφερε να πτοήσει την ανάγνωση. Συνέχισα, ωστόσο, να διαβάζω γιατί η σύγχρονη, αφαιρετική εικονογράφηση της Ίριδας Σαμαρτζή σε προτρέπει για το παρακάτω - τα ασπρόμαυρα σκίτσα της κινούνται δραστήρια στις σελίδες και αποδίδουν με τις εύγλωττες φωτοσκιάσεις και τις δεικτικές κόκκινες λεπτομέρειές τους την σκληρή πραγματικότητα της φτώχειας και της εγκληματικότητας αλλά και την έντονη επίδραση της μουσικής.  

Το βιβλίο απευθύνεται σε νεαρούς αναγνώστες χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται η ηλικιακή ομάδα, κάτι που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε γονείς που δεν μπορούν να εκτιμήσουν με ευκολία την καταλληλότητα ενός βιβλίου για το παιδί τους. Οι περισσότεροι από εμάς, ωστόσο, γνωρίζουμε ότι ορισμένα λογοτεχνικά βιβλία απευθύνονται σε όλους και το “Παλιόπαιδο”, παρόλη την ανισότητά του, είναι μία ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση που ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Βραβεύτηκε από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (Ελληνικό Τμήμα ΙΒΒΥ) και αναγράφηκε στον Διεθνή Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ, κάτι που αναδεικνύει, έστω και σ' έναν μικρό βαθμό, την αξία που έχει κάθε παιδί και τη δύναμη που έχει  ένα όραμα. Και τις αφορμές που δίνει ένα βιβλίο για συζήτηση.


Και το ότι η Τέχνη δεν είναι μόνο για την Τέχνη. Εκτός από πνευματική και ψυχική καλλιέργεια, είναι ένας βασικός κώδικας επικοινωνίας με πρακτική,  πολλές φορές σωτήρια, επίδραση στις ζωές των ανθρώπων. Πολύ περισσότερο δε του κάθε "παλιόπαιδου".



Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην στήλη των κριτικών παιδικών βιβλίων του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης στις 29 Οκτωβρίου.




Σημειώση: Το σκίτσο είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου και η φωτογραφία από την επέτειο των 40 χρόνων του  El Sistema σε μία από τις πολλές ορχήστρες του δικτύου - δεν νομίζω όμως ότι είναι η Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Simón Bolívar. Το εικαστικό είναι το "Σονάτα" του ανατρεπτικού Γάλλου Marcel Duchamp.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015








Η Αλίκη, η πόλη

και το μπαλόνι  





Όλοι για πάρτη τους; Όλα για τα λεφτά; Γιατί δεν μπορώ να κάνω αυτό που θέλω; Μερικά από τα ερωτήματα που βαραίνουν την πρωταγωνίστρια του "Η Αλίκη στην πόλη"  (Πατάκης, 2014). Το πρώτο βιβλίο εφηβικής/νεανικής λογοτεχνίας που γράφει η  Αργυρώ Πιπίνη είναι ένα σύγχρονο μίνι-bildungsroman (μυθιστόρημα μαθητείας), περισσότερο πικρό κι αγχώδες παρά γλυκό και κατευναστικό, στο οποίο η συγγραφέας δίνει την ευκαιρία στην πρωταγωνίστριά της να αποδράσει από την καταπιεστική πραγματικότητα και να ανακαλύψει τις απαντήσεις της μέσα από την περιπλάνηση  στην νυχτερινή Αθήνα. 

Μαθήτρια Λυκείου, η Αλίκη είναι θυμωμένη με την κατάσταση που βιώνει: από την μια, το πρόγραμμα σπίτι-σχολείο-φροντιστήριο-ιδιαίτερα είναι δεδομένο και ασφυκτικό· κι από την άλλη, ο πατέρας, αν και την καταλαβαίνει, λείπει συνεχώς για δουλειές ενώ η μητέρα αδιαφορεί πλήρως για τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και συνεχώς μοιάζει να πολεμά - τον μπαμπά της Αλίκης, την Αλίκη, την ζωή. Η πίεση για καλύτερους βαθμούς είναι επίσης δεδομένη και ασφυκτική και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για οποιοδήποτε άλλο ενδιαφέρον. "Τέρμα οι βόλτες και η τέχνη" της ανακοινώνει η μητέρα. Μία Πέμπτη απόγευμα μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων και μετά από έναν ακόμη καβγά για τους βαθμούς και τα χρήματα, η Αλίκη το σκάει. Θα πάει μέχρι το Σύνταγμα, θα πάρει το λεωφορείο για Πειραιά και όταν φτάσει εκεί, θα επιστρέψει με το ίδιο δρομολόγιο στο κέντρο. Θα κατέβει κάπου στην Πλάκα γύρω στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα κι εκεί, στο κατώφλι μιας εκκλησίας,  θα κοιμηθεί το βράδυ. Το επόμενο πρωί θα συνεχίσει την περιπλάνησή της.


Στις εικοσιτέσσερις περίπου ώρες που διαρκεί η απόδραση, η Αλίκη θα έρθει αντιμέτωπη με τις αναμνήσεις και τις επιθυμίες της αλλά και την πραγματικότητα και την βία που αυτή περικλείει. Θα θυμηθεί την αγαπημένη της γιαγιά και το καλοκαίρι που πέρασε, τον πρώτο έρωτα με τον Μάκη, το σοκ που υπέστη από το θάνατό του, τις συνεδρίες με τον ψυχολόγο, την μητέρα που δεν χάρηκε με το ποίημά της που πήρε τον μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη, την  επιτακτική λαχτάρα της να μεγαλώσει, να ταξιδέψει, να ζωγραφίσει, να ερωτευτεί, να ζήσει αληθινά.  Ωστόσο, τώρα που είναι ελεύθερη να κάνει αυτό που θέλει, η Αλίκη θα ζήσει σαν άστεγη, ανάμεσα σε περιθωριακούς και σε ανέστιους μετανάστες, θα νιώσει την απειλή από τις σεξουαλικές ορέξεις νυχτόβιων, και θα καταφύγει στις κρυφές και κρύες γωνιές της πόλης για να προστατευτεί από το σκοτάδι. Την επόμενη μέρα θα συναντήσει τον Σταύρο, έναν γνωστό της που εκδηλώνει τρυφερότητα για εκείνη, και θα περπατήσουν μαζί μέχρι το Μοναστηράκι όπου θα αναμειχθούν σε μια διαδήλωση και θα παρακολουθήσουν τις διάφορες επιδείξεις υπαίθριων καλλιτεχνών.




Στην συγγραφή, το πέρασμα από την λογοτεχνία για τις μικρές ηλικίες σε εκείνη που απευθύνεται σε μεγαλύτερες κρύβει κακοτοπιές - η έκταση του κειμένου, η επιλογή των λέξεων,  η εστίαση του συγγραφέα και, κυρίως, ο χειρισμός των μυθιστορηματικών καταστάσεων έχουν δυσδιάκριτα όρια κι ευμετάβλητες ισορροπίες. Η αφήγηση πρέπει να υπερκεράσει και να αναμορφώσει ευαισθησίες  και ευερεθιστότητες με τρόπο ελκυστικό έως συνενοχικό για τους εφήβους, ένα κοινό που δύσκολα ελκύεται από τον γραπτό λόγο δίχως οπτικά ερεθίσματα και σοσιαλμηντιακή ή άλλη τεχνολογική διάδραση, δύσκολα αφιερώνει στατικό χρόνο (όπως απαιτεί η ανάγνωση της λογοτεχνίας) χωρίς μετρήσιμο αποτέλεσμα (βλ. εξετάσεις), δύσκολα επιστρέφει σε αυτόν.

Η συγγραφέας αποφεύγει τις κακοτοπιές και το "Η Αλίκη στην πόλη" θα μπορούσε να είναι διήγημα για ενηλίκους λόγω ύφους και δομής του κειμένου. Λόγω θέματος, ωστόσο, απευθύνεται στους έφηβους αναγνώστες  διότι αφορά αποκλειστικά τον θεμελιώδη για τον νεανικό ψυχισμό προβληματισμό για την ταυτότητα του ατόμου, τα θέλω και την απαγόρευσή τους. Η άσχημη πλευρά της πόλης, αν και προσφέρεται για πολλά κοινωνιολογικά σχόλια, λειτουργεί εδώ πρωτίστως ως το πιο κατάλληλο πεδίο αναμέτρησης με τον εαυτό καθώς η περιπλάνησή της Αλίκης δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ασύνειδη εξερεύνηση της ελευθερίας και η διερεύνηση των προσωπικών ορίων - οι σκληρές σκηνές παραιτημένων ανθρώπων που δείχνουν στην Αλίκη καλοσύνη όπως κι εκείνες των ανερμάτιστων βίαιων ανθρώπων που της επιτίθενται, δεν είναι θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου στον προστατευμένο χώρο της οικογένειας ή του σχολείου. Σε αυτό το στοιχείο της επικινδυνότητας και στην θύελλα των συναισθημάτων που νιώθει η Αλίκη αποσκοπούν ο γοργός ρυθμός της αφήγησης, οι σφιχτοδεμένες κοφτές προτάσεις και τα γρήγορα περάσματα από την μία σκηνή στην επόμενη. Οι μουσικές, συγγραφικές και κινηματογραφικές αναφορές άλλων καλλιτεχνών που η συγγραφέας ενσωματώνει στην πλοκή είναι πολύ ενδιαφέρουσες ωστόσο με κούρασαν τόσο με τον μεγάλο αριθμό τους όσο και με τους ταχύτατους ρυθμούς που προβάλλονται - Πωλ Ελυάρ, Έμιλυ Ντίκινσον, Έιμυ Γουάινχάουζ, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Γιάννης Ρίτσος, Joy Division, Μισέλ Φάις, Green Day, Άκης Πάνου, Βιμ Βέντερς. Εάν ήμουν έφηβη πιθανόν να αποθαρρυνόμουν να συνεχίσω την ανάγνωση αν έπρεπε να γκουγκλίσω παραπάνω από ένα-δύο ονόματα για να λύσω τις απορίες μου. Ως ενήλικη, ωστόσο, το θεωρώ μια πολύ έξυπνη και ρεαλιστική απόδοση της  αίσθησης της μη-ταυτότητας της Αλίκης.

Ευαίσθητη, ιδιότυπα σιωπηλή και δυνητικά εκρηκτική, όπως ακριβώς ένα μπαλόνι, η εφηβεία είναι μία σκληρή δοκιμασία. Το μόλις 59 σελίδων αφήγημα της Αργυρώς Πιπίνη ακολουθεί τον ιδιοσυγκρασιακό ψυχισμό της ηλικίας και με γλώσσα σύγχρονη και άμεση -που γίνεται όμως μελοδραματική σε ορισμένα σημεία- μιλά με ευθύτητα τόσο για τις σκοτεινές σκέψεις των εφήβων  όσο και  για τις φωτεινές που είναι βέβαια μικρότερης έκτασης. Το κιαροσκούρο τούτο αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματικό για την οριοθέτηση της ατομικότητας της έφηβης Αλίκης και την ικανότητά της να πάρει αποφάσεις.


"...για να μην είναι ανόητος, ο αισιόδοξος πρέπει να γνωρίζει πόσο θλιβερό μέρος μπορεί να γίνει ο κόσμος" είπε ο Πίτερ Ουστίνωφ και η Αλίκη κατακτά, στο τέλος, ένα μικρό κομμάτι αυτής της γνώσης. Οι έφηβοι αναγνώστες θα αποκτήσουν κι εκείνοι το αντίστοιχο μερίδιό τους διαβάζοντας το αφήγημα ετούτο και μάλλον θα εμπιστευτούν περισσότερο τον κόσμο της λογοτεχνίας. Κι έτσι, η επιστροφή σ' αυτήν γίνεται εύκολη.




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον Αναγνώστη, το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τις Τέχνες, στις 31 Αυγούστου 2015.





Σημειώσεις: "Η Αλίκη στην πόλη" συμπεριλήφθηκε στην βραχεία λίστα των Λογοτεχνικών Βιβλίων για παιδιά κι εφήβους των φετινών Bραβείων του Αναγνώστη ενώ το πιο πρόσφατο βιβλίο της συγγραφέως, το "Το δικό τους ταξίδι" (σε εικονογράφηση της Μ. Μελισσηνού - Καλειδοσκόπιο, 2014) απέσπασε τελικά  το Βραβείο του Αναγνώστη στην κατηγορία Εικονογραφημένου Βιβλίου για παιδιά. // Η εγκατάσταση  της πρώτης φωτογραφίας είναι των Anna Burns και Michael Bodiam  ενώ οι δύο επόμενες εικόνες είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου που σχεδιάστηκε από την Ελένη Θεοφυλάκτου.