Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα cinema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα cinema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Μαρτίου 2025





 Forms  of Resistance

 



H ιστορία σχετικά απλή:  η ευτυχισμένη ζωή μιας αστικής οικογένειας στην Βραζιλία του 1971 και η ανατροπή της από μία δικτατορία. Την αφηγείται στα απομνημονεύματα του ο Marcelo Rubens Paiva – γιος του Rubens Bayrodt Paiva, αντιφρονούντα πολιτικού και μέλους του Κογκρέσου της Βραζιλίας, και της Eunice Paiva που, μετά την βίαιη εξαφάνιση του συζύγου της, αποφασίζει να αντιδράσει – θα πουλήσει το σπίτι τους και θα επιστρέψει στα έδρανα της Νομικής για να σπουδάσει ενώ θα μεγαλώνει, παράλληλα, τα πέντε παιδιά τους. 

Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου από τον Walter Salles δεν έχει να επιδείξει κάποιον κινηματογραφικό (τεχνικό ή άλλο) νεωτερισμό. Μόνο μία όμορφη ρετρό αφήγηση που κυλά (ευχάριστα έως άτονα στο πρώτο μέρος της ταινίας) καλύπτοντας μία περίοδο 50 χρόνων (1964 - 2014).  Ωστόσο, η ερμηνεία της Fernanda Torres στον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι έντονα δυναμική – μέσα από το συγκρατημένο συναίσθημα του ρόλου κάνει ορατή την αποφασιστικότητα αλλά και την ευθραυστότητα της Eunice ενώ αναδεικνύει με σαφήνεια το κλίμα της εποχής, τον πόνο της απουσίας και το βασανιστικά αργό πέρασμα του χρόνου, την επιμονή μιας γυναίκας να αντιμετωπίσει το στρατιωτικό καθεστώς.

Το "Είμαι Ακόμα Εδώ", στο σύνολό της, είναι μία εξαιρετικά εύστοχη και επιδραστική ταινία. Τόσο, που έναν μήνα μετά την πρεμιέρα της στην Βραζιλία, η κυβέρνηση της χώρας επέτρεψε στις οικογένειες των θυμάτων της δικτατορικής περιόδου να λάβουν εκ νέου πιστοποιητικά θανάτου που αναγνώριζαν τις κρατικές δολοφονίες. Έγινε, επίσης, το επίκεντρο στοχευμένου μποϋκοτάζ από την ακροδεξιά. Απέτυχε (το μποϋκοτάζ, βεβαίως) εκκωφαντικά – με εισπράξεις $25,2 εκατ., είναι η πιο επιτυχημένη βραζιλιάνικη ταινία μετά την πανδημία του COVID-19 (Φεβρουάριο 2020). Κι επιπλέον, βραβεύεται σε σημαντικές διοργανώσεις: Κάννες (όπου της απέδωσαν 10λεπτο χειροκρότημα και η πρωταγωνίστριά του απέσπασε το βραβείο Α' Γυναικείου Ρόλου), Χρυσές Σφαίρες, Critics' Choice Movie Award, BAFTA και, πρόσφατα, Oscars, όπου απέσπασε το βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας.


    

"Το σκοτάδι δεν μπορεί να διώξει το σκοτάδι: μόνο το φως μπορεί να το κάνει αυτό" έλεγε ο Martin Luther King, Jr και τα λόγια του συνοψίζουν το υπόρρητο πνεύμα της ταινίας όπου οι οικογενειακές φωτογραφίες, ασπρόμαυρες και έγχρωμες, είναι ο άτυπος πρωταγωνιστής – δημιουργούν την αίσθηση που έχει η ατμόσφαιρα λίγο πριν πέσει η βροχή καθώς αποτυπώνουν, παρά το περιρρέον σκοτάδι, μια ζωή  με φως και πρόοδο: το χαμόγελο της Eunice και το γέλιο των παιδιών της· η συντροφικότητα του ζευγαριού, τα βιβλία,  οι φίλοι, οι συζητήσεις, η ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων.  

Η θαυμάσια μουσική επένδυση της ταινίας (Caetano Veloso, Tom Zé, Gal Costa, Roberto Carlos, Cesaria Evora, Serge Gainsbourg & Jane Birkin, κ.ά.) η δια-φιλμική αναφορά στο Blow up του Antonioni και τα αποσπάσματα βίντεο Δελτίων Ειδήσεων συμπληρώνουν μια συναρπαστική και πλούσια σε λεπτομέρειες απεικόνιση εκείνης της ιστορικής περιόδου που μας υπενθυμίζει αφενός τις πραγματικές διαστάσεις ενός απολυταρχικού καθεστώτος, σαν κι αυτά που ευδοκιμούν ακόμη και σήμερα ανά την υφήλιο· κι αφετέρου την ανθρώπινη επιμονή ενάντια στην αδικία. 

Να την δείτε.






Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι στιγμιότυπο της ταινίας – η στιγμή που η Eunice και μία από τις κόρες της, η έφηβη Ελιάνα, μεταφέρονται στην Ασφάλεια. Η κοπέλα θα αφεθεί ελεύθερη μετά από 24 ώρες ενώ η Eunice θα κρατηθεί 5 ημέρες σε κελί καθώς οι αξιωματικοί προσπαθούν να την αναγκάσουν να ενοχοποιήσει φίλους και γνωστούς. Στην δεύτερη φωτογραφία είναι η πραγματική οικογένεια Paiva, πριν την σύλληψη κι εξαφάνιση του Rubens.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2024

  




Όψεις μίας Dame

 





"Ήταν και η Μάγκυ Σμιθ εκεί – να την βλέπεις την μια στιγμή στο φιλμ να κυλά ένα ποτήρι κρασί στο μέτωπό της ως η προσποιητά-σέξι Μύρα στο Hay Fever του Noel Coward, και το επόμενο λεπτό παρούσα, με σάρκα και όστά να εκφωνεί έναν λόγο από το The Beaux' Stratagem του Farquhar με ανεπητίδευτη απλότητα." λέε ο κριτικός Michael Billington με αφορμή την 50η επέτειο του National Theatre.

Της άρεσε το εφήμερο του θεάτρου. Κάθε παράσταση, έλεγε, είναι σαν φάντασμα – την μια στιγμή είναι εκεί, την επόμενη δεν είναι. Από την Δεισδαιμόνα δίπλα στον Laurence Olivier –ο πρώτος δραματικός θεατρικός ρόλος της καριέρας της, το 1964– στην εμβληματική Miss Jean Brodie και την Diana Barrie στο California Suite  μέχρι την Κυρία στο Φορτηγάκι του κινηματογράφου και την βιτριολική Dowager Countess of Grantham, Violet Crawley στο τηλεοπτικό Downton Abbey, η Margaret Natalie Smith μαγνήτιζε με την ενέργεια, την ανεπιτήδευτη ερμηνεία της, μία σαρδόνια ανυπομονησία για τη ζωή και  το πνευματώδες θράσος της, ιδίως σε κωμικούς ρόλους – "...Νομίζω πως με έχουν κατατάξει στο χιούμορ· ο Σαίξπηρ δεν είναι το φόρτε μου. ( ... ) Έχω την τάση να κατευθύνομαι σε ό,τι είναι διασκεδαστικό διότι πολλά πράγματα δεν είναι χαρούμενα. Συνήθως όμως μπορείς να βρεις μια αστεία πλευρά σε σχεδόν οτιδήποτε."

Εκτός από το διττό ύφος (αυστηρή με τρυφερά –έως και σκανταλιάρικα– ανοίγματα), διέθετε ταλέντο κι ευελιξία στους ρόλους της. Το παλμαρέ της εξαιρετικά πλούσιο – μεταξύ άλλων, κατέκτησε το Τριπλό Στέμμα Ερμηνείας [Triple Crown of Acting – Oscar (2), Emmy (4)  and Tony]. Ωστόσο, και παρά την 72 χρόνων καλλιτεχνική πορεία της, έλεγε:  "Έχω κερδίσει δύο Όσκαρ κι ακόμα δεν έχω αρχίσει να καταλαβαίνω την υποκριτική στον κινηματογράφο." Για την ερμηνεία της δε στις ταινίες του Χάρι Πότερ δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη. 

 


 

Η Minerva McGonagall, ωστόσο, είναι η πιο αγαπημένη μου από τους ρόλους της. Όχι γιατί είμαι φαν της κιν/κής σειράς του Χάρι Πότερ. Aλλά διότι κάποτε ένας νεαρός μαθητής μου, με την βεβαιότητα και την αυτοπεποίθηση της ηλικίας του, μου είπε πως της μοιάζω. Κι αυτό ήταν ιδιαίτερα συγκινητικό, μετά το αρχικό σοκ – ήμουν σίγουρη πως με έβλεπαν ως Umbridge. Γι' αυτό, κάθισα στη συνέχεια και είδα όλες τις ταινίες της σειράς. Μία από τις σκηνές χαρακτηριστικές του ύφους της είναι αυτή. Κρατώ, ωστόσο, στη μνήμη μου ετούτη – δεν θα γυριζόταν καν εάν η J.K. Rowling δεν επέμενε να συμπεριληφθεί στο σενάριο καθώς δείχνει μία κομβική στιγμή στην ζωή της Miss McGonaghall. Γυρίστηκε όταν η Μάγκυ Σμιθ ήταν 76 χρονών – είχε ήδη ξεπεράσει τον σκόπελο του καρκίνου και το κεφάλι της δεν έμοιαζε πλέον με βραστό αβγό.*

 


 "... Έχω ζήσει μία προνομιούχα κι ενδιαφέρουσα ζωή και τώρα... είναι ώρα να φύγω." είχε πει σε συνέντευξή της. Η Μάγκυ Σμιθ δεν είναι πλέον εδώ. Το έργο της, ευρύ κι άκρως ψυχαγωγικό, παραμένει.










___

* Στην διάρκεια της χημειοθεραπείας, το 2008, συνέχιζε να πηγαίνει στα γυρίσματα του “Χάρυ Πότερ και ο Ημίμαιμος Πρίγκιψ" φορώντας περούκα: “I was hairless. I had no problem getting the wig on. I was like a boiled egg,”



Σημείωση: Το πρώτο φωτοραφικό πορτραίτο είναι από τον Lord Snowdon και το δεύτερο από τον Tom Miller. Και τα δύο από την συλλογή της National Portrait Gallery. Η φωτογραφία της Miss McGonagall  είναι αντλημένη τυχαία από το διαδίκτυο.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

 




Τα παιδιά, η μουσική

κι ένα Όσκαρ




Το Λος Άντζελες είναι η δισκογραφική πρωτεύουσα του κόσμου. Η Διεύθυνση Παιδείας της συγκεκριμένης περιφέρειας (Los Angeles Unified School District) παρέχει δωρεάν επισκευασμένα μουσικά όργανα στους μαθητές της – μία από τις ελάχιστες Γενικές Διευθύνσεις Παιδείας στην Περιφέρεια που απομένουν κι επιμένουν να το κάνουν αυτό.  

Σε μία κοινή αποθήκη  στην καρδιά του L.A., μία φούχτα αφοσιωμένοι τεχνίτες επισκευάζουν πάνω από 80.000 μουσικά όργανα μαθητών – είναι το μεγαλύτερο εργαστήριο του είδους στην Αμερική που παρέχει αυτή την υπηρεσία, συνεχόμενα από το 1959. Για να έχετε ένα μέτρο για την σημαντικότητα αυτής της κίνησης σκεφτείτε την παιδική/νεανική ορχήστρα της Βενεζουέλας Simón Bolívar ή, όπως είναι πιο γνωστή, El Sistema και τον κοινωνικό αντίκτυπό της. 

Ο Chris Bower, ένας από τους δύο σκηνοθέτες του The Last Repair Shop, ντοκιμαντέρ μικρού μήκους υποψήφιο στην κατηγορία του για τα φετινά Βραβεία της Ακαδημίας, το οποίο γυρίστηκε στην συγκεκριμένη αποθήκη, λέει: "Ως ένα από τα εκατομμύρια παιδιά που αποφοίτησαν από την Unified School District του Los Angeles, περνούσα κάθε στιγμή που μπορούσα με το πιάνο του σχολείου. Εκεί βρήκα ένα ασφαλές μέρος, εκεί βρήκα την φωνή μου. Αυτές ήταν οι θεμελιώδεις στιγμές που με ώθησαν στην σχολική μπάντα. Στο Τζούλιαρντ. Στα Όσκαρ. Να εκπληρώσω τα πιο τρελά μου όνειρα και να γνωρίσω τους ήρωές μου ως μουσικός και συνθέτης μουσικής ταινιών."




Στο φιλμ μερικά από αυτά τα αμερικανάκια που χρησιμοποιούν τα μεταχειρισμένα κι επισκευασμένα  μουσικά  όργανα  στο σχολείο τους δίνουν –εμβόλιμα στην κεντρική αφήγηση– την δική τους, προσωπική, αντίληψη για την ενασχόλησής τους με την μουσική. Εμβόλιμα διότι τα σαράντα λεπτά της ταινίας είναι ουσιαστικά για τέσσερις χαρακτήρες που εργάζονται στο Τελευταίο Κατάστημα Επισκευών και τις ζωές τους, οι οποίες –χαλασμένες κι επισκευασμένες, όπως και των μουσικών οργάνων που περνούν από τα χέρια τους– είναι αφιερωμένες στο να προσφέρουν κάτι (πολύ) περισσότερο από τις επισκευές και την μουσική των οργάνων στα παιδιά των σχολείων του μεγαλύτερου δισκογραφικού κέντρου του κόσμου.




Δείτε το. 

Κέρδισε το φετινό Όσκαρ Ντοκιμαντέρ Μικρού Μήκους.







Σημειώσεις: Το εικαστικό είναι η "Παιδική Χορωδία" του Γεωργίου Ιακωβίδη. Οι δύο φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από την ταινία.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

 

 

 

bits & bobs 

  




 
Κι ενόσω η προγραμματισμένη συνάντηση καθυστερούσε, αξιοποίησα τον κενό χρόνο με μια επίσκεψη σε κοντινό βιβλιοπωλείο. Δίχως κάποιο συγκεκριμένο πλάνο αγορών ή λίστα τίτλων TBR. Μόνος σκοπός μου να ενημερωθώ in situ για όσο χρόνο διαρκεί ένας καφές.   

Πρώτο τμήμα του μεγάλου διαδρόμου οι Τέχνες. Ξέροντας πως φέτος το ενδιαφέρον στα εικαστικά θα τραβήξει ο Caspar David Friedrich με τις περισσότερες από 10 εκδηλώσεις κι εκθέσεις στη Γερμανία που σηματοδοτούν τα 250 χρόνια από την γέννησή του μεγάλου Ρομαντικού του 18ου αι., κοίταξα μήπως βρω κάτι σχετικό. Ήμουν όμως πιο τυχερή – η μικρή μονογραφία του "περσινού" κλασικού Johannes Vermeer, στο ράφι στο βάθος, σήμαινε πως δεν ήταν εντέλει εξαντλημένη, όπως πίστευα, και πως θα μάθαινα κάτι περισσότερο για την διαύγεια του φωτός, τα πλούσια σε βαθύτητα χρώματα και τη λεπτότητα με την οποία ο μπαρόκ Ολλανδός αποδίδει την πολυπλοκότητα της άσημης, εντός των οικιακών τειχών, καθημερινότητας του 17ου αι. Ίσως έγραφε και για την βία της εποχής που καλύπτει η ομορφιά των έργων του. Θα ήμουν εντελώς ανόητη εάν το άφηνα στη θέση του.

Φωτεινό κίτρινο και φλογερό πορτοκαλί – η επόμενη στάση στον επόμενο διάδρομο. Εάν ήταν μόνον η έντονη μονοχρωμία των εξωφύλλων που έκαναν τα δύο βιβλία λογοτεχνίας να ξεχωρίζουν, θα προσπερνούσα. Δεν προσπέρασα, ωστόσο, χάρη στα ονόματα των δύο συγγραφέων τους. Θα επανέλθω με σχετικές λεπτομέρειες μόλις τα διαβάσω.
 
   
Την πρώτη φορά που αγόρασα Τα ημερολόγια της Εστέρ ( μτφρ. Αριάδνη Λουκάκου – ποταμός, 2017ήταν για δώρο και δεν μπόρεσα να διαβάσω τις εξομολογήσεις της 10χρονης Γαλλίδας.  Εννοείται πως όταν το είδα μπροστά μου δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Όχι γιατί είναι ένα μακροχρόνιο best seller στη Γαλλία, αλλά διότι τα σκίτσα του  Riad Sattouf έχουν μια ιδιαίτερη, δυναμική κίνηση  κι επιπλέον η Εστέρ θεωρείται το σύγχρονο θηλυκό αντίστοιχο του μικρού Νικόλα. Δεν πρόκειται, όμως, για το αποκύημα της φαντασίας του βραβευμένου γάλλου κομίστα και σκηνοθέτη. Η Εστέρ Α. είναι ένα υπαρκτό κορίτσι που εκμυστηρεύτηκε τις σκέψεις της στον Σατούφ κι αυτός στην συνέχεια, με το δικό του ανατρεπτικό χιούμορ και το πενάκι του,  τις έκανε  αντικείμενο της κομικής στήλης του στο Le Nouveu Orbs – το εβδομαδιαίο γαλλικό περιοδικό όπου εργαζόταν εκείνη την εποχή αφότου είχε εγκαταλείψει την θέση του στο Charlie Hebdo. Η Εστέρ Α. είναι ένα παιδί της εποχής της, με την φρεσκάδα, τον αυθορμητισμό και την καυστική παρατηρητικότητα ενός φυσιολογικού παιδιού που απορεί με τις οξύμωρες και σουρεαλιστικές λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Η οικογένεια, το σχολείο, η ποπ κουλτούρα, η πολιτική ορθότητα που γίνεται γελοιότητα, ο ρατσισμός, η βία· η μόδα, ο καταναλωτισμός, τα αγόρια, το σώμα – ζητήματα που θίγει με ευθύβολη ειλικρίνεια η νεαρά και φέρνει σε δύσκολη θέση τους μεγάλους. Ετούτο το βιβλίο της Εστέρ, το οποίο είναι το πρώτο από μία σειρά τριών ημερολογίων και το μόνο  μέχρι στιγμής που κυκλοφορεί στα ελληνικά,  έχει ένα μειονέκτημα για τους ενήλικους αναγνώστες – χρειάζεσαι οπωσδήποτε γυαλιά πρεσβυωπίας, και στην δική μου περίπτωση, ειδικό φως ανάγνωσης, για να διαβάσεις την μικρή γραμματοσειρά και να δεις τα τόσα στοιχεία που ο Σατούφ βάζει σε ένα καρέ. Αμελητέα εντέλει λεπτομέρεια καθώς είναι απολαυστικότατο.
 
 
Το ανεξάρτητο, πρωτοπόρο πνεύμα του John Cassavetes και, ομολογώ, η μακρινή εντοπιότητα*,  με οδήγησαν στο  "Τζον Κασαβέτης, Μην πιστεύεις την αλήθεια" (αρχισυνταξία Γιώργος Παπαδημητρίου – Κυψέλη, 2022) – μία συλλογή 17 κειμένων για τις 11 από τις 12 ταινίες που συνιστούν την φιλμογραφία του Ελληνοαμερικανού auteur. Παράλληλα ωστόσο, συνιστούν και μία έμμεση βιογραφία του καθώς παρατίθενται, εκτός από τις πληροφορίες για την καταγωγή και την οικογένειά του, και στοιχεία της ζωής και της ιδιοσυγκρασίας του που είναι άμεσα συνυφασμένα με το έργο του. Όπως πχ η εμμονή του για ανεξαρτησία που τον οδήγησε σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε crowdfunding ώστε να χρηματοδοτήσει την πρώτη ταινία του Σκιές (1959). Ή, ότι αυτοσχεδίαζε συνεχώς – από το χτίσιμο των αληθινών διαλόγων έως  την ολοκλήρωση της παραγωγής και την προβολή των ταινιών του.  Για την μουσική επένδυση των Σκιών δε, αφού απέρριψε τον Miles Davis, προσέγγισε τον Charles Mingus ο οποίος "...δέχτηκε να συνεργαστεί με έναν 'όμοιό' του στην δημιουργική τρέλα και τα ντουζένια. Ο Τζον του 'κανε τα χατίρια, αλλά ο Τσάρλι διαφωνούσε με τις ακατέργαστες συνθέσεις που βιάστηκε να ενσωματώσει ο φουριόζος Τζον." Ή, ότι το ανήσυχο πνεύμα του, ο αυθορμητισμός και ο παρορμητισμός του τον οδηγούν να γίνει ανθρώπινα σημειολογικός: "...στα χαοτικά (κι όμως τόσο εύλογα δομημένα τελικά) καρέ των Συζύγων (1970)  ελλοχεύει το making of της ζωής..." 
 
Εξίσου ενδιαφέρον είναι και το γεγονός πως οι αρθρογράφοι-κριτικοί, μεταξύ των οποίων και ο Γιώργος Παππάς, ορίζοντας τον χωροχρόνο εξέλιξης του Κασσαβέτη –με την σύνδεση του έργου του με την ιστορία του κιν/φου αλλά και με το παρόν μας– ερμηνεύουν  παράλληλα τον άνθρωπο που αποτύπωσε σε φιλμ –ευθύτερα από οποιονδήποτε άλλον– τις ταπεινές προσωπικές αλήθειες της ανθρώπινης συνθήκης και θεμελίωσε έτσι, με την αυτοσχεδιαστική αισθητική του και την αίσθηση vérité που αποπνέουν οι ταινίες του, τον Νέο Ανεξάρτητο Κινηματογράφο στις ΗΠΑ. Κι επιπλέον, διασαφηνίζουν αυτό που σήμερα αναζητείται σε πολλούς τομείς: το πάθος και η δημιουργία καινούργιων σημείων αναφοράς.   
   
 
  
Να περιδιαβάζεις πάγκους γεμάτους βιβλία και να αφήνεσαι: να παρατηρείς τις συμβιώσεις που ορίζει η τυχαιότητα και το χέρι του υπαλλήλου· να αγγίζεις τα εξώφυλλα και να περιεργάζεσαι τις διάφορες υφές των χαρτιών, το βάρος και τις διαστάσεις τους, τα χρώματα και τις γραμματοσειρές τους· να διαβάζεις ανερμάτιστα τις περιλήψεις στα οπισθώφυλλα και  τα αφτιά·  να επιλέγεις, να απορρίπτεις και να συνδιαλέγεσαι με τις διαθέσεις τις στιγμής και τις προκατασκευασμένες  TBR λίστες, ίσως και με τις γνώμες φίλων, πιο πιθανό με την κριτική – αυτή η ενεργή σύζευξη των αισθήσεων είναι η υπεροχή της φυσικής παρουσίας σε ένα βιβλιοπωλείο. Η οποία, συν τοις άλλοις, συμβάλλει σημαντικά, όπως και η ανάγνωση, στην μείωση της αρτηριακής πίεσης, των σφυγμών της καρδιάς και συνεπώς του άγχους. Στην συγκεκριμένη περίπτωση,  για την επικείμενη συνάντηση.
 
Φεύγοντας υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως η επόμενη φορά θα διαρκέσει όσο μία κούπα αχνιστό τσάι.  My cuppa.
 



 
 
 

_______ 

 * Ο J. C. γεννήθηκε στην Λάρισα ενώ μέλη της οικογένειας Κασσαβέτη εγκαταστάθηκαν αργότερα στον Βόλο και την Ζαγορά Πηλίου.



Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης είναι μία αφηρημένη δική μου. Η δεύτερη είναι λεπτομέρεια από το οπισθόφυλλο του graphic novel του Σατούφ. Στην επόμενη, ο Τζον Κασσαβέτης βρίσκεται στο ιδιωτικό του στούντιο. Το εικαστικό στο τέλος είναι λεπτομέρεια από το The Art of Painting, το μεγαλύτερο σε διαστάσεις και πιο πολύπλοκο στη σύνθεση και εικονογραφία έργο του Johannes Vermeer όπου το μοντέλο ποζάρει ως Κλειώ, η Μούσα της Ιστορίας.

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

 

 

 

 


Σημειώσεις Ενός

   Καλοκαιριού  





"Η χρονιά του 1961 θ' αρχίσει με τη βαρυσήμαντη δήλωση της Απογευματινής: 'Παταγώδης αποτυχία των αστρολόγων το 1969', για να πάρει τη σκυτάλη ο Μαρής και ο Μπέκας: 'Ίλιγγος – ΄Ολα εμφανίζονται ανεξήγητα και μεταφυσικά' συνδυάζοντας στην εφημερίδα απολαυστικά για την εποχή του το ελαφρό ανάγνωσμα με το αστυνομικό αφήγημα."

Έτσι τελειώνει ο Πρόλογος του Ίλιγγος (Άγρα, 2013)  και θα συμφωνήσω με την εκτίμηση του υπογράφοντος Ανδρέα Αποστολίδη για το βιβλίο του Γιάννη Μαρή – είναι πράγματι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Έχει, όμως, πολλές περισσότερες αποχρώσεις από μία ιστορία μυστηρίου ή ένα απλό whodunnit.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο Γεραλέξης, λογιστής σε υπερωκυάνιο,  ξυπνά στο μπάνιο μιας έπαυλης και συνειδητοποιεί πως είναι κλεισμένος σε ένα άγνωστο μέρος. Κι επιπλέον, βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με έναν νεκρό, επίσης εντελώς άγνωστο. Παρά τη ζάλη και τον πανικό που τον κυριεύει, καταφέρνει να δραπετεύσει και να γυρίσει στο δωμάτιο του αθηναϊκού ξενοδοχείου που διαμένει – είναι σε άδεια και σκοπεύει να επιστρέψει στο νησί του. Το επεισόδιο όμως ετούτο θα ματαιώσει τα σχέδια.




Στην προσπάθειά του να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που τον βαραίνουν  (ποιός ήταν ο νεκρός δίπλα του; ποιος τον νάρκωσε; γιατί βρέθηκε κλεισμένος στην έπαυλη της Εκάλης;) ο Γεραλέξης θα απευθυνθεί στην αστυνομία. Την υπόθεσή του θα αναλάβει, ανόρεχτα είναι η αλήθεια, ο Αστυνόμος Μπέκας η φυσιογνωμία του οποίου φέρνει στο νου τον γάλλο συνάδελφό του Ζυλ Μαιγκρέ. Ανάμεσα στις επιρροές του συγγραφέα, όπως αναφέρει ο Κ. Καλφόπουλος στο επίμετρο της έκδοσης, είναι πράγματι και ο Ζωρζ Σιμενόν.  Παρά τον μπρίσκο αέρα που του προσδίδει ο Μίμης Πλέσσας, o Αστυνόμος Μπέκας, όπως και ο Μαιγκρέ, είναι χαμηλών τόνων, εσωστρεφής κι απότομος αλλά επίμονος για την λύση της κάθε υπόθεσης που αναλαμβάνει. Ωστόσο, ο έλληνας αστυνομικός έχει ένα ελαφρώς δύσθυμο δημοσιοϋπαλληλικό ύφος που τον διαφοροποιεί –στην διάθεση, όχι στην εμφάνιση ή στην γενικότερη στάση του– από τον γάλλο συνάδελφό του αλλά και από την περσόνα του Σταύρου Ξενίδη που τον υποδύθηκε στις τηλεοπτικές μεταφορές των μυθιστορημάτων του Μαρή.

Ο Μπέκας και ο Γεραλέξης θα περιηγηθούν στην Ομόνοια, με τα ξενοδοχεία και τα λαϊκά καμπαρέ, σε συνεργεία αυτοκινήτων στην Αχαρνών, σε χαμόσπιτα στο Δρογούτι αλλά και στο αστικό προάστιο του Διονύσου, στην ερημιά της Βούλας (όπου βρέθηκε στην συνέχεια πεταμένος ο νεκρός), στην αρχαία Επίδαυρο. Μαζί τους, ο αναγνώστης συναντά διάφορους χαρακτηριστικούς τύπους της κάθε περιοχής. Γνωρίζει, επίσης, τον Γραικό (δεύτερος μηχανικός στο ίδιο πλοίο με τον Γεραλέξη και φίλος του), τον επαγγελματία παλαιστή Γιώργο Λογοθέτη, μία "πριγκίπισσα" – την τροτέζα Άννα,  και τον  Καταπάνο – έναν βασιλιά του αθηναϊκού υποκόσμου. Ο μεγάλος κακός της ιστορίας, ένας τυχοδιώκτης ακαθόριστης εθνικότητας αλλά διεθνούς εμβέλειας ονόματι Ισαάκ Γιοβέλ ή Αράντο Κάστρο,  εμφανίζεται μόνον δια του έργου του – έχει γεμίσει το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας με αντίγραφα των μυκηναϊκών εκθεμάτων του, προωθώντας τα πρωτότυπα στο εξωτερικό. Είναι η πρώτη φορά, από τις δύο, που ο Γιάννης Τσιριμώκος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ασχολείται λογοτεχνικά με το ζήτημα της Αρχαιοκαπηλίας και γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, μάντης πραγματικών κακών – λίγους μήνες αργότερα από την δημοσίευση των κεφαλαίων του μυθιστορήματος, τα πρωτοσέλιδα του Τύπου της εποχής θα απασχολήσει μία παρόμοια υπόθεση.

 


Η αγωνιώδης αναζήτηση της χαμένης μνήμης και η δίνη του αγνώστου είναι το κεντρικό θέμα της πλοκής που ο Γιάννης Μαρής εμπνεύστηκε από τον κινηματογραφικό "Δεσμώτη του Ιλίγγγου" του Ά. Χίτσκοκ. Ωστόσο, διαφοροποιείται αρκετά προσδίδοντας στην αφήγηση επιπλέον αποχρώσεις μελοδράματος, ταξιδιωτικού πεζογραφήματος και χρονογραφήματος καθώς ενσωματώνει στην πλοκή λεπτομέρειες που αντανακλούν κοινωνικές αναφορές και ανθρωπογεωγραφικές παρατηρήσεις  που σκιαγραφούν εύγλωττα το ζωντανό μωσαϊκό της Αθήνας, της Ελλάδας καλύτερα, του '60, κάτι που εντέλει καθιστά το συγκεκριμένο έργο του λιγότερο ελαφρύ απ' ότι θα περίμενε κανείς. Τα συστατικά που τόσο συχνά χρησιμοποιεί ο συγγραφέας με πρόδηλο τρόπο –κοινωνικές αντιθέσεις, ίντριγκες και πάθη, πλαστοπροσωπίες κι ένοχα μυστικά, κλισέ, εξιδανικεύσεις, στερεότυπα, κ.ά.– δεν παρουσιάζονται εδώ. Αντ' αυτών, υπάρχουν ψήγματα χιούμορ που στηλιτεύουν το τότε σύγχρονο παρόν:  "Οι αστυνομικοί παρακολουθούσαν το κότερο του Νικολαΐδη με ένα τρεχαντήρι..."

 



Το μυθιστόρημα εκδόθηκε σε ογδόντα εννέα συνέχειες στον ημερήσιο Τύπο και δεν κυκλοφόρησε ποτέ σε μορφή βιβλίου παρά μόνον το 2013 όταν και εκδόθηκε η παρούσα πρώτη έκδοσή του κι αυτός είναι ένας λόγος για να το διαβάσει κανείς – δεδομένης της αποσπασματικότητάς του, και της μη επιμέλειάς του από τον συγγραφέα (κάτι που συνήθιζε όταν εκδιδόταν ένα βιβλίο του) το μυθιστόρημα έχει εξαιρετικά συνεκτική δομή και ο ρυθμός της αφήγησης παραμένει σταθερός κι ελεγχόμενος σε όλη την εξέλιξη της πλοκής. Οι δε χαρακτήρες της ιστορίας δεν είναι επίπεδοι ή στεγνοί παρ'  όλο το λιτό, ανεπιτήδευτο, ύφος της γραφής του. Ο σημαντικότερος όμως λόγος για να διαβαστεί το βιβλίο είναι η δεξιότητα του Γιάννη Μαρή να επικοινωνεί άμεσα και με οικείο, πειστικό κι ενδιαφέρον έως αγωνιώδες τρόπο την ιστορία του ενώ παράλληλα ψυχαγωγεί τον κάθε αναγνώστη δίχως να ευτελίζει την γλώσσα, την νοημοσύνη ή τον ψυχισμό του. Αυτός δεν είναι, άλλωστε, στόχος της λογοτεχνίας; 




 





Σημειώσεις: Το εικαστικό της ανάρτησης είναι λεπτομέρεια του ομότιτλου με την ανάρτηση έργου του  Γιώργου Χατζημιχάλη. Το ασπρόμαυρο σκίτσο είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου από τον Φ. Δελλή – ακόμη ένας λόγος για να διαβάσετε το βιβλίο. Η φωτογραφία της κόμμωσης της Tippi Hedren είναι από τον Δεσμώτη του Ιλίγγου. Στο τέλος, το πορτραίτο του συγγραφέα από τον Μ. Γαλλία κι έχει αντληθεί από το αυτί του βιβλίου. 

Τρίτη 18 Απριλίου 2023

 

 


 

Sheer Living

  

 

Μία ταινία που δεν ακούστηκε σχεδόν καθόλου στα φετινά βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας αν και είχε προταθεί  για δύο. Το ένα ήταν για το Σενάριό της που έγραψε ο νομπελίστας Kazuo Ishiguro. Για την ακρίβεια, ο Ισιγκούρο διασκεύασε το σενάριο του Akira Kurosawa για το Ikiru  το οποίο με την σειρά του είχε βασιστεί στη νουβέλα "Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς" του Λ. Τολστόι που θεωρείται πλέον αριστούργημα. 

Το Living, που σκηνοθέτησε ο Oliver Hermanus, δεν έχει συναρπαστικά τοπία με αγαπησιάρικα ζωάκια, ούτε χαμούς και περιπέτειες, δράματα τεραστίων διαστάσεων και μουσικών υπερβολών. Μόνο έναν μοναχικό, άχρωμο κι άγευστο –πόσο εύγλωττο το κοστούμι του– ανώτερο δημόσιο υπάλληλο. Ο οποίος υπάλληλος ζει στο Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του 195Ο, και κάποια στιγμή μαθαίνει πως έχει μόνον λίγους μήνες ζωής μπροστά του. Κι αποφασίζει να αρχίσει να ζει. Και καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες. Συνειδητοποιεί, όμως, πως δεν ξέρει τον τρόπο κι έτσι  στρέφει τις προσπάθειές του στο να κάνει ευτυχισμένους τους άλλους. 

Έχει, ωστόσο, μια στοχαστική δυναμικότητα, γνήσια συγκίνηση (όχι μελοδραματικούς εκβιασμούς του συναισθήματος) και μία εντυπωσιακή χαμηλών τόνων ερμηνεία από τον Bill Nighy  που, αν και δεν κέρδισε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για το οποίο προτάθηκε (η δεύτερη υποφηφιότητα της ταινίας), απέσπασε ήδη δύο άλλα, πολύ σημαντικά, βραβεία: του London Film Critics' Circle και του Los Angeles Film Critics Association.

Έχει, επίσης, αρκετά μικρότερη διάρκεια από την πρωτότυπη ταινία – 1ώ 42λ που κυλούν αβίαστα και με ρυθμό. Η ελληνική απόδοση του τίτλου είναι άστοχη κι ανέμπνευστη, αυτό όμως είναι κάτι που θα ξεχάσετε από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας – θα σας απορροφήσει. 




·






Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022





Touching Wood


   

 
  

Η κατά Guillermo del Toro εκδοχή του Pinocchio που προβάλλεται αυτές τις μέρες είναι μία ιστορία μακράν διαφορετικότερη από εκείνη του Disney. Με τα γνωστά παράδοξα και σκοτεινά στοιχεία thriller του σκηνοθέτη που πρωτογνωρίσαμε στον Λαβύρινθο του Πάνα αλλά και μία συγκινητική ιστορία περίπου όπως στο Shape of Water είναι, ωστόσο, πιο τρομακτική κυρίως λόγω των κακόβουλων γκροτέσκων χαρακτήρων που εντάσσει ο σκηνοθέτης σε μια οικεία καθημερινότητα και οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με την ευθραυστότητα, στην κυριολεξία,  του αφελούς μικρού ξύλινου πρωταγωνιστή της.   

Η ιστορία ξεκινά στην διάρκεια του Α'ΠΠ – ο μικρός γιος ενός επιδέξιου ξυλουργού σκοτώνεται από βόμβα. Δεκαετίες αργότερα ο γερο-Τζεπέτο, μεθυσμένος από την θλίψη και το ποτό, κόβει ένα πεύκο και σκαλίζει πάνω του ένα λεπτό, μακρόστενο κουκλί το οποίο –με την βοήθεια ενός αστραφτερού μπλε ξωτικού που στην ταινία έχει την φωνή της Tilda Swinton–, ζωντανεύει και τον φωνάζει "μπαμπά". Είναι δε, αυτή η ζωντανή μαριονέτα, ένα τόσο ατίθασο, χαρούμενο, γενναίο, φιλοπερίεργο, σκληρό και full of life πλάσμα όσο κι ένα σάρκινο παιδί. 

Η ταινία είναι το ίδιο πολιτικά φορτισμένη με τις προηγούμενες δύο ταινίες του μεξικανού σκηνοθέτη και κυρίως με τον Λαβύρινθο του Πάνα με τον οποίο έχουν κοινή θεματική: το παιδί  και ο πόλεμος. Κι εδώ, η πλοκή συνεχίζεται μέχρι τα χρόνια του Β΄ΠΠ και σε μία σκηνή της ταινίας ο μικρούλης Πινόκιο, παίζει μπροστά στον Μουσσολίνι – ο κόμης Βόλπε τον ξεγέλασε και, έχοντας υπογράψει ένα ψεύτικο συμβόλαιο, ο Πινόκιο είναι αναγκασμένος να εργάζεται ασταμάτητα στο αποτυχημένο τσίρκο του Βόλπε για να αποπληρώσει το υποτιθέμενο βαρύ χρέος του γερο-Τζεπέτο.  Έχει, όμως, αλλάξει εντελώς τα κοστούμια και τα λόγια με αποτέλεσμα το χορευτικό σκετς να είναι προσβλητικό για τον ιταλό δικτάτορα. Εξόχως σατυρικό, θα το έλεγα, καθώς ταυτόχρονα ο ντελ Τόρο παίζει και με την εμμονή του Carlo Collodi με την πειθαρχία που υπερισχύει της ανυπακοής. 

 

     

"Καμία μορφή τέχνης δεν έχει επηρεάσει τη ζωή και το έργο μου περισσότερο από τα κινούμενα σχέδια και κανένας μεμονωμένος χαρακτήρας στην ιστορία δεν είχε τόσο βαθιά προσωπική σχέση μαζί μου όσο ο Πινόκιο"λέει ο καταξιωμένος Γκιγιέρμο ντελ Τόρο που, όταν έχασε τον πατέρα του το 2ΟΟ9, ένοιωσε την ανάγκη να ξαναγράψει το σενάριο της ταινίας προσθέτοντας ιδιαίτερο συναισθηματικό βάθος στην σχέση πατέρα-γιού – μία από τις βασικές θεματικές της ταινίας, όπως και, κατ' επέκταση, το τί σημαίνει να είσαι καλός γιος. Ή καλός πολίτης καθώς η σφύζουσα ειλικρίνεια του Πινόκιο, όπως και η κουρασμένη ωριμότητα του Τζεπέττο, έρχονται αντιμέτωπες με την εκκλησία και  τον φασισμό – δύο επιπλέον θεματικές που θίγει η ταινία. Η αξία του χρόνου που έχουμε με τα αγαπημένα πρόσωπα και το πόσο σύντομη είναι εντέλει η ζωή είναι ακόμη δύο, οι πιο σημαντικοί, άξονες της κινηματογραφικής αφήγησης.  

Διάφορες άλλες μικρο-θεματικές είναι, επίσης, εμφανείς καθώς αφορούν στα παιδιά και τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και την συμπεριφορά των μεγάλων προς αυτά. Ιδίως για τους τελευταίους, η ταινία αποτελεί, επιπλέον, ένα ενδιαφέρον παίγνιο: υπάρχουν διάσπαρτες αναφορές στις προηγούμενες ταινίες του ντελ Τόρο τις οποίες ο ενήλικος θεατής μπορεί να ανακαλύψει. Όπως πχ. τον Φαύνο από τον Λαβύρινθο του Πάνα σε ένα από τα παράθυρα.




Αν και δεν ήταν αυτή η πρόθεση του σκηνοθέτη και της ομάδας του, η ταινία είναι ένα εντυπωσιακό τεχνολογικό επίτευγμα. Δεν είναι μόνον που ο σχεδιασμός και η παραγωγή της ήταν μακρόχρονα και σχολαστικά – από την πρώτη σκέψη του ντελ Τόρο μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας χρειάστηκαν 15 χρόνια και πολλές αναθεωρήσεις· η μαριονέτα του Πινόκιο είναι κατασκευασμένη από τιτάνιο και διαθέτει πολλές αρθρώσεις για να παρέχει ένα ευρύ φάσμα κινήσεων και νατουραλιστικές εκφράσεις προσώπου ενώ παράλληλα διατηρεί τις ιδιότητες του ξύλινου παιχνιδιού. Είναι που όλες οι μαριονέτες παίζουν ρεαλιστικά, σαν πραγματικοί ηθοποιοί – η κίνησή τους είναι ρέουσα, με πολλές λεπτές διαβαθμίσεις και αποχρώσεις συναισθημάτων, που ωστόσο φαίνεται απλή, φυσική. Ξεχνάς ότι είναι μία stop-motion ταινία που βασίζεται στο παιδικό μυθιστόρημα "Οι περιπέτειες του Πινόκιο" το οποίο, παρεμπιπτόντως, είχε αρχικά δημοσιευτεί το 1881, σε συνέχειες, σε ένα από τα πρώτα ιταλικά εβδομαδιαία περιοδικά για παιδιά. 

Η κινηματογραφική αφήγηση είναι γραμμική με πολλές, ωστόσο, ατραπούς για το μικρό ξύλινο ανθρωπάκι που προσπαθεί να αποδείξει πως είναι ο καλύτερος γιος που έχει ο μπαμπάς του, ο οποίος, επιπλέον,  ψάχνει να τον βρει – το τσίρκο του Βόλπε, βλέπετε, κάνει συνεχώς περιοδείες και ο γερο-Τζεπέτο προσπαθεί να βρει τον μικρό για να τον σώσει από τα χειρότερα. Βρίσκεται, όμως, πάντα ένα βήμα πιο πίσω από αυτούς.  Ένας  μπλε ελεκτρίκ γρύλος ελαφρύνει το βαρύ κλίμα της διαδρομής – ο Sebastian J. Cricket. Ως συγγραφέας που είναι ετοιμάζεται να γράψει την αυτοβιογραφία του, και συνήθως ζει μέσα στον κορμό του Πινόκιο. Όταν, όμως, βγαίνει στον έξω κόσμο είναι απρόσεκτος και ατυχής γι' αυτό συχνά γίνεται χαλκομανία. Παρ' όλα αυτά, ο  χιουμοριστικά πομπώδης  γρύλος συνέρχεται κάθε φορά και λειτουργεί ως οδηγός και συνείδησή του Πινόκιο.  




Με λίγα λόγια, και παραβλέποντας ορισμένα κακώς κείμενα της ταινίας, πρόκειται για μια οπτικά εντυπωσιακή μεταφορά του κλασικού βιβλίου που αγκαλιάζει το σκοτάδι του αρχικού υλικού και, παρ' όλα αυτά, διαπνέεται από ακατάβλητη αισιοδοξία και μία comedia dell' arte ευασθησία που αφοπλίζει. 









Σημειώσεις: Σε συνδυασμό με την ταινία, το MoMA έχει διοργανώσει μία μοναδική, πολυδιάστατη έκθεση με τίτλο "Crafting Pinocchio". Οι επισκέπτες της θα είναι σαν να βρίσκονται σε ένα από τα  κινηματογραφικά πλατό της ταινίας και θα βλέπουν από πρώτο χέρι τον τρόπο που μία μεγάλη ομάδα τεχνικών και καλλιτεχνών (σχεδιαστές, τεχνίτες, κομίστες, ηλεκτρονικοί) από πολλά μέρη της γης, συνεργάστηκαν για να πραγματοποιήσουν ένα κοινό όραμα. Υπάρχει, επίσης, μία πληθώρα εκδηλώσεων, εγκαταστάσεων και μικρο-εκθέσεων που λειτουργούν παράλληλα στο ίδιο μουσείο και συστήνουν στους επισκέπτες τον Πινόκιο, τα παρασκήνια της ταινίας αλλά και την προηγούμενη φιλμογραφία του ντελ Τόρο. Η έκθεση θα τρέχει μέχρι τις 15 Απριλίου 2Ο23. //  Η φωτογραφία του τίτλου είναι της σύγχρονης τσέχας εικαστικού Michaela Bartoňová η οποία, μεταξύ άλλων, φιλοτεχνεί ξυλόγλυπτες μαριονέτες. 

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021






Structural
  
Resistance






Η συμμετοχή της Βραζιλίας στο Φεστιβάλ των Καννών το 2Ο16 ήταν  μία  χαμηλών τόνων ταινία για μία γυναίκα η οποία, έχοντας απομείνει η μοναδική ένοικος σε ένα συγκρότημα κατοικιών του '4Ο, αρνείται να πουλήσει το διαμέρισμά της σε μια κατασκευαστική εταιρεία που σκοπεύει να το γκρεμίσει και να ανεγείρει στη θέση του ένα κοινότοπο μινιμαλιστικό τερατούργημα.

Η πρωταγωνίστριά της, ντόνα Κλάρα, είναι 65 χρονών, συνταξιούχος κριτικός μουσικής και δοκιμιογράφος. Ζει την ηλικία και την εποχή της με άνεση και αυτοπεποίθηση και δίχως κάποια δυσαρέσκεια ή φόβο για την μοναχικότητά της – ο σύζυγός της έχει πεθάνει εδώ και χρόνια ενώ τα τρία παιδιά τους έχουν τις δικές τους οικογένειες και την επισκέπτονται συχνά. Αυτή τη νηφάλια ροή της καθημερινότητας ταράσσει το ζήτημα του κτηρίου το οποίο δίνει στην Κλάρα μία έντονη αίσθηση σκοπού ενώ παράλληλα αναγεννά μέσα της ένα άγριο πείσμα να το υπερασπιστεί. 

Η ταινία Aquarius θεωρήθηκε αλληγορία για την πολιτική κατάσταση της χώρας και όταν  κυκλοφόρησε προκάλεσε δημόσια αναταραχή – στην πρώτη προβολή της το κοινό σηκώθηκε όρθιο και την χειροκροτούσε φωνάζοντας συνθήματα εναντίων του Προέδρου Τεμες (που πήρε την προεδρία μετά την πρόταση μομφής κατά της Ντίλμα Ρούσεφ) ενώ οι πολιτικοί υποστηρικτές του Τεμες καλούσαν το κοινό σε μποϋκοτάζ. Το υπουργείο Δικαιοσύνης την κατέταξε αρχικά ως "Κατάλληλη για άνω των 18" ενώ αργότερα κατέβασε το όριο στο 16. Παρ' όλα αυτά, και σύμφωνα με τις επικρατούσες φημολογίες, δεν της επέτρεψε να αντιπροσωπεύσει την χώρα στα 89α Βραβεία της Ακαδημίας

Ασχέτως της πολιτικής χροιάς της, η ταινία βλέπεται με ενδιαφέρον και μάλιστα μεγάλο λόγω της Sônia Braga  – η βραβευμένη και πολλάκις υποψήφια για σημαντικά βραβεία ηθοποιός δίνει εδώ μία από τις πιο μεστές, συγκροτημένες και άρτιες ερμηνείες της καριέρας της, αν όχι την κορυφαία. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Kleber Mendonça Filho χρησιμοποιεί και τις 2ώ 34λ που διαρκεί η ταινία για να εμβαθύνει στον χαρακτήρα και την νοοτροπία της πρωταγωνίστριάς του σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της – από την δεκαετία του '8Ο όταν η νεαρή τότε Κλάρα κέρδισε την μάχη με τον καρκίνο και την σχέση θαυμασμού που έτρεφε για την θεία της Lucia, μία εμβληματική και χειραφετημένη φιγούρα που γίνεται το πρότυπό της· το μεγάλωμα των τριών παιδιών της και το διάστημα που τα εγκατέλειψε έως την σημερινή καθημερινότητά της και τη στιγμή που αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο τον νεαρό αρχιτέκτονα που την εκφοβίζει. Στο ενδιάμεσο, ο  αισθησιασμός της, το φλερτ, η μοναχικότητα, η μεγάλων διαστάσεων βιβλιοθήκη γεμάτη με δίσκους βινυλίου, οι μουσικές του Hector Villa-Lobos  και των Queen, η διασκέδαση, οι φιλίες, η φιλική σχέση με την οικονόμο της που φορές εναλλάσσεται σε σχέση εξουσίας.   



 
Η πλοκή κλιμακώνεται αργά, χωρίς λόγο κάποιες φορές, καθώς εκτυλίσσονται  από τη μια πλευρά οι δόλιες ενέργειες της κατασκευαστικής για να διώξει την Κλάρα από το διαμέρισμά της – γενναίες οικονομικές προσφορές στην ίδια και χειραγώγηση με αυτές των παιδιών της που την πιέζουν να ενδώσει ώστε να επωφεληθούν αργότερα από την κληρονομιά· συνεχείς παρενοχλήσεις και στην συνέχεια εκφοβισμός, ενοχλητικά πάρτυ, δολιοφθορές στις εγκαταστάσεις και τα υπόλοιπα, ήδη άδεια, διαμερίσματα της πολυκατοικίας. Kαι από την άλλη η ήρεμη μα τόσο σθεναρή, και κάποιες φορές απροσδόκητη, αντίσταση της Βραζιλιάνας σε κάθε προσπάθεια εκδίωξής της – ένας από τους λόγους που ήθελα να την δω. Δεν περίμενα ποτέ, ωστόσο, ότι μια κοινωνική δραματική ταινία θα ήταν και αγωνιώδης – οι πιέσεις κάθε φορά εντείνονται όλο και περισσότερο ώσπου το τελευταίο μέσο που ο νεαρός αρχιτέκτονας χρησιμοποιεί για να την εξαναγκάσει να εγκαταλείψει το σπίτι της είναι τόσο ισχυρό και μη αναστρέψιμο που δεν ξέρεις τι να υποθέσεις όταν η Κλάρα, μην έχοντας άλλη διαφυγή και με τον ίδιο ακλόνητο τρόπο που αντιμετώπισε τον νεαρό αρχιτέκτονα, τα βάζει με τον διευθύνοντα της κατασκευαστικής εταιρείας και παππού του.
 
Υπάρχουν επίσης και κάποιες σεκάνς με μεταφυσικές αναφορές στα όνειρα της Κλάρα στα οποία, όμως, δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία – μία από τις συνέπειες της μεγάλης διάρκειας της ταινίας που, αναπόφευκτα, κάνει ορισμένες "κοιλιές". Εκτός αυτού, το ανοικτό τέλος είναι ίσως το μόνο "ψεγάδι" της ταινίας – ναι μεν η Κλάρα αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο τους διευθύνοντες της κατασκευαστικής, αλλά ένα συγκεκριμένο νομικό έγγραφο, ενοχοποιητικό γι αυτούς, που  έχει μαζί της και το οποίο θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια εκπληκτικής έντασης σκηνή με τους αντίστοιχους διαλόγους, μοιάζει εντελώς αμήχανο έως άχρηστο στο πλάνο. Μάλλον αναμενόμενο από έναν σκηνοθέτη που υπήρξε επαγγελματίας του γραπτού λόγου, δλδ κριτικός κινηματογράφου και δημοσιογράφος, και ο οποίος  πειραματίστηκε με τα βίντεο κλιπς, το ντοκιμαντέρ και τις ταινίες μυθοπλασίας πριν καταπιαστεί με τις μεγάλου μήκους κοινωνικές και καταλήξει σε τούτη την έκβαση της αναμέτρησης που θυμίζει έντονα πεζογραφία. Για να είμαι ειλικρινής, όλη η ταινία μοιάζει σαν να είναι ένα ακόμη κινηματογραφικό σενάριο του Leonardo Padura.

        


Ένα πολιτικό σχόλιο για τον νεποτισμό, την διαφθορά και τον κυνισμό στην Βραζιλία· μία αφήγηση για την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ χώρου και ταυτότητας, ηθικής βίας και παραβίασης της αίσθησης της ασφάλειας στον ιδιωτικό χώρο· μία έκθεση των σημαντικών αξιών της ζωής που μετακινούνται μέσα στον χρόνο και συγκεράζουν ομαλά την μνήμη με το σύγχρονο παρόν. Το Aquarius είναι όλα αυτά που μοιάζει να συνοψίζονται εύγλωττα στο "advanced degrees in business cannot compensate for a lack in character" που ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία. Πάνω απ' όλα, ωστόσο, είναι ένα δυναμικό και πολυσύνθετο, με πλούσιες αποχρώσεις, πορτρέτο μιας γυναίκας στην ώριμη ηλικία της – η προσωποποίηση, αν θέλετε, της κίνησης της ζωής προς το μέλλον που κάποιες φορές παράγεται με αντίρροπη πίεση. 








Σημείωση: Το εικαστικό είναι του ισπανού σουρρεαλιστή Óscar Domínguez.