Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017












ΠΟΛΥ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΛΗΞΗΣ





"Σχεδόν σα να μην πιστεύει ότι είναι δυνατή τέτοια επανάληψη, η ανθρωπότητα γεννιέται και πεθαίνει λες και δεν της έχει ξανασυμβεί ποτέ τίποτα τέτοιο. Κάθε μωρό μια καινούργια αρχή και κάθε θάνατος ένα σβήσιμο και νέος χώρος. Τόσες και τόσες ευκαιρίες για γάργαρες και δροσερές αρχές και τόσα κλειστά σεντούκια, κι η ανθρωπότητα γεννιέται και πεθαίνει λες και δεν της έχει ξανασυμβεί τέτοια επανάληψη και πολεμάει λες και δεν είναι δυνατή και απατά σα να μην πιστεύει ότι τέτοια πράγματα γίνονται καθημερινά, άνθρωποι να δίνουν χέρια, να μαχαιρώνονται, να φιλιούνται, να λιγοθυμούν, άνθρωποι σα να μην πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να πεθάνεις, γονείς που γεννούς παιδιά λες και δεν και δεν έχει ξανασυμβεί σε κανέναν, κύκλοι, κύκλοι, ομόκεντροι και τεμνόμενοι, ελλειπτικές κινήσεις να ξεφεύγουν από την κεντρομόλο για ν' απλώνει αυτή η άγνοια του ότι όλα αυτά επαναλαμβάνονται, γενιούνται και πεθαίνουν λες και δεν έχουν ξανασυμβεί, γι' αυτό η ιστορία δεν διδάσκει, όχι επειδή δεν είναι άσχημη ή σοκαριστική, μα μόνο γιατί εμείς γεννιόμαστε και πεθαίνουμε, όλοι, σα να μην πιστεύουμε ότι μια τέτοια επανάληψη είναι δυνατή."









 


Σημειώσεις: Κείμενο αντλημένο από το "Η επιστροφή των νεκρών" (Πόλις, 2017), την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη ο στυλπνός λυρισμός της οποίας φαίνεται πως μεγαλώνει (οι στίχοι και τα ποιήματά της αποκτούν αξιοσημείωτη έκταση κι ένταση), επεκτείνεται και σε τόπους οδυνηρούς, ιστορικούς όσο και καθημερινούς, στο παρόν και στο παρελθόν· και ωριμάζει με σταθερό ρυθμό δίχως η ποιήτρια να αποχωρίζεται την γυροσκοπική, κοσμοπολίτικη, διάθεσή της. // Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου που βασίζεται σε φωτογραφικό δίπτυχο της Βενθεσικύμης Σούκουλη.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017











Any word alive







Πολυβραβευμένη και πολυγραφότατη. Δοκιμασμένη τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στο διήγημα, την ποίηση, το δοκίμιο, την λογοτεχνική κριτική, τα βιβλία για παιδιά, τα graphic novels (ως κειμενογράφος), τα σενάρια τηλεοπτικών σειρών και τα λιμπρέτι, η Margaret Atwood επιχειρεί με το πιο πρόσφατο βιβλίο της και στο πεδίο του θεάτρου. Για την ακρίβεια, "Το παιδί της Τρικυμίας" (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου – Μεταίχμιο, 2017) είναι μία πεζογραφική διασκευή της σαιξπηρικής "Τρικυμίας". Ακόμη μία! ίσως σκεφτείτε. Ομολογώ πως μου πέρασε από το νου, αλλά κακώς διότι, όπως διαπίστωσα, πρόκειται για μια εξαιρετικά πνευματώδης, πολυδιάστατη και απολαυστική μεταφορά του έργου στο σήμερα.  

Στην πόλη Μακέσιγουεγκ του Καναδά γίνεται κάθε χρόνο ένα θεατρικό φεστιβάλ. Ο Φίλιξ Φίλιπς είναι ένας έμπειρος και καταξιωμένος σκηνοθέτης της αβάντ γκαρντ που ετοιμάζεται να ανεβάσει την σαιξπηρική Τρικυμία. Ως καλλιτεχνικός διευθυντής –επί χρόνια– του φεστιβάλ ασχολείται μόνο με τα της παράστασης (κοστούμια, φωτισμοί, ερμηνείες, κ.λπ) και δεν αντιλαμβάνεται τις μηχανορραίες του βοηθού του, Τόνι Πράις μέχρι που βρίσκεται απολυμένος, με τα λιγοστά υπάρχοντά του σε ένα κουτί και δύο άντρες της ασφάλειας να τον συνοδεύουν μέχρι το πάρκινγκ του θεάτρου. Το χτύπημα ετούτο είναι το τρίτο που δέχεται ο Φίλιξ - έχει προηγηθεί ο θάνατος της Νάντιας στην γέννα της κόρης τους και πριν από λίγους μήνες ο θάνατος της τρίχρονης Μιράντας από μηνιγγίτιδα. Τότε ήταν που αποφάσισε να ανεβάσει την Τρικυμία με προοπτική να την αναστήσει -κατά κάποιο τρόπο- στην σκηνή, κάτι που τον κράτησε μακριά από την κατάθλιψη. 

Μα τώρα συνέβη αυτό και ο Φίλιξ απομονώνεται σε μια πρωτόγονη καλύβα στην άκρη ενός κοντινού χωριού. Ο χρόνος του κυλά αργά και ουσιαστικά άπραγος – ψιλομαστορεύοντας, έχοντας παραισθήσεις με την μορφή της κόρης του και παρακολουθώντας στο διαδίκτυο τις κινήσεις του άσπονδου φίλου του ο οποίος προοδεύει ταχύτατα – από την στιγμή που σφετερίστηκε την θέση του, βραβεύτηκε αρκετές φορές ως Πρόεδρος του πρωτοποριακού φεστιβάλ του Μακέσιγουενγκ και κατάφερε να αποκτήσει θέση κύρους στην πολιτική (βλ. διορισμός στο υπουργικό συμβούλιο). Ο Φίλιξ θα ήθελε να τον εκδικηθεί που καρπώθηκε την δουλειά του, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά μόνο άστοχα σχέδια.

Κάποια στιγμή διαβάζει για μια κενή θέση δασκάλου θεάτρου στο Σωφρονιστήριο Φλέτσερ και κάνει αίτηση. Ελλείψει ενδιαφερομένων, προσλαμβάνεται αμέσως και διατηρεί την θέση του για τρία χρόνια ανεβάζοντας με επιτυχία τραγωδίες του Σαίξπηρ – Ιούλιο Καίσαρα, Μακβέθ, Ριχάρδος Γ΄. Στην αρχή της τέταρτης χρονιάς μαθαίνει ότι το πρόγραμμα "Αλφαβητισμός μέσα από τη Λογοτεχνία" στο οποίο βασίζεται η θέση του πρόκειται να καταργηθεί. Με την βοήθεια των ηθοποιών του και της Εστέλ, καθηγήτριας πανεπιστημίου που δημιούργησε και επιβλέπει το πρόγραμμα, ο Φίλιξ θα προετοιμάσει μία πρωτοποριακή, πράγματι, παράσταση ώστε να δείξει στους δύο υπουργούς που θα επισκεφτούν το Φλέτσερ, στην λήξη της χρονιάς, τα θαυμάσια αποτελέσματα του προγράμματος – κοσμιοτάτη διαγωγή των φυλακισμένων, και βελτίωση κατά 15% των επιδόσεών τους στις γραπτές εργασίες. Αν δεν το καταλάβατε, οι δύο υπουργοί είναι ο Τόνι Πράϊς και ο Σαλ Ο' Νάλι - ο δεύτερος, πρώην συμμαθητής του Φίλιξ και πρώην υπουργός Κληρονομιάς που συντάχθηκε με τον Πράϊς στην απόλυσή του, νυν υπουργός Οικονομικών και διαχειριστής του προγράμματος.



 
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Άτγουντ ασχολείται με διασκευές. Το 2005 συμμετείχε στην σειρά Canongate Myth Series με την διασκευή της ομηρικής Οδύσσειας - η "Πηνελοπιάδα" θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα βιβλία της και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με τις κριτικές να εγκωμιάζουν την πνευματώδη πλοκή, τον ρυθμό και τη δομή του έργου. Το ίδιο μοτίβο φαίνεται πως ακολουθείται κι εδώ  καθώς η Άτγουντ δεν απομακρύνεται από την σαιξπηρική διάρθρωση του κειμένου (πρόλογο, κεφάλαια με υποκεφάλαια –πράξεις με σκηνές–, και επίλογο) και τονίζει με το γνώριμο δυναμικό και διερευνητικό ύφος της την αφήγηση, τον ρυθμό και, κυρίως, την δράση του μυθιστορήματος.

Ένα πρόβλημα, ωστόσο, με τις μεταφορές των έργων του Σαίξπηρ στην σημερινή εποχή είναι η ύπαρξη των πολλών και διαφόρων φανταστικών πλασμάτων που οι άνθρωποι τότε -τέσσερις αιώνες πριν- πίστευαν: Νύμφες, θεές, πνεύματα. Έχοντας κάνει αρκετή έρευνα και μελέτη για το θέατρο και την θεατρική αγωγή, η Άτγουντ τιθασσεύει με μαεστρία αυτήν τη δυσκολία – το σαιξπηρικό πνεύμα της Μιράντας έγινε μόνιμη παραίσθηση του Φίλιξ σε όλο το διάστημα της αυτο-εξορίας του, τέχνασμα που αφενός είναι δηλωτικό της διαταραγμένης κατάστασής του, κι αφετέρου προσδίδει αγωνία στο μυθιστόρημα, κάτι που λείπει από το θεατρικό. Το υπερφυσικό στοιχείο αντικαθίσταται από τα ψηφιακά εφέ και την μουσική επένδυση του 8HANDZ  ενώ τα μαγικά του Σαίξπηρ μεταγράφονται σε διδασκαλία του Φίλιξ ο οποίος αποδομεί τους χαρακτήρες του έργου με λογικό τρόπο και δείχνει στους μαθητές του πως λειτουργούν. Με αυτόν τον τρόπο ο Φίλιξ καθησυχάζει, επίσης, τις αντιρρήσεις τους (βλ. πιθανή εξέγερση) μπροστά στο εντελώς διαφορετικό – το επόμενο έργο που θα μελετήσουν -η Τρικυμία- θα το ανεβάσουν ως μιούζικαλ, έτσι όπως ακριβώς θα το ανέβαζε ο Φίλιξ στο φεστιβάλ του Μακέσιγουεγκ, δώδεκα χρόνια πριν. Με τον ίδιο στον ρόλο του Πρόσπερου και την ηθοποιό που είχε προσλάβει τότε για να ενσαρκώσει τη Μιράντα του – η Ανν-Μαρί Γκρίνλαντ ως χορεύτρια θα είναι η βοηθός του Φίλιξ και θα διδάξει στους ηθοποιούς τις χορογραφίες. Η παράσταση θα έχει βέβαια αρκετές τροποποιήσεις – ο Άριελ δεν θα είναι ένα κατεργάρικο ξωτικό ή μία νεράϊδα αλλά ένας μπλε εξωγήινος, άσος στα ειδικά εφέ· η μουσική επένδυση θα γίνει από τους ηθοποιούς   που θα επιλέξουν  ή θα συνθέσουν μόνοι τους τα κομμάτια· και, τέλος, θα υπάρξουν δύο παράλληλες παραστάσεις – η μαγνητοσκοπημένη, για τον διευθυντή και τους υπόλοιπους τρόφιμους του Φλέτσερ και η διαδραστική, σε πραγματικό χρόνο, όπου ο Φίλιξ θα παγιδεύσει τους δύο πρώην συνεργάτες του.

Η εκδίκηση του Φίλιξ αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Τα γεγονότα ακολουθούν μία γραμμική, αναμενόμενη, σειρά μέχρι το χάπυ έντ της ιστορίας κι αυτό είναι κάτι που με απογοήτευσε ελαφρώς. Δεν το κατάλαβα αμέσως διότι  η γλώσσα του κειμένου είναι πανέξυπνη, σπιντάτη και διανθισμένη με μικρές ανατροπές και αρκετά ενδιαφέροντες χαρακτήρες – ο 8HANDZ  είναι ένας χάκερ  που βρίσκεται στην φυλακή επειδή τον κατέδωσε ένας μεγαλύτερος στην ηλικία συνεργάτης του όταν δεν δέχτηκε να χακάρει δωρεές για τους πρόσφυγες.  Γενικώς, η φυλακή ως χώρος εκπαίδευσης και η θεατρική αγωγή σε φυλακισμένους είναι ένα αβανταδόρικο επίκαιρο θέμα που προκαλεί πολλές συζητήσεις. Θεωρώ θαυμάσιο που η Άτγουντ το χρησιμοποιεί ως πεδίο δράσης – η αφήγηση της διδακτικής του Φίλιξ αποτελεί ένα πραγματικό μάθημα για την θεατρική πράξη που αφορά πολλούς.

Και όπως  σε κάθε μάθημα, οπουδήποτε κι αν αυτό γίνεται, δεν λείπει το χιούμορ· το ιδιαίτερα πνευματώδες χιούμορ που χαρακτηρίζει την γραφή της Καναδής. Για παράδειγμα, ένας από τους όρους που επιβάλλει ο Φίλιξ στους μαθητές του είναι ότι μπορούν να βρίζουν μόνο εάν χρησιμοποιήσουν τις ευφάνταστες εκφράσεις του Σαίξπηρ, και μόνο από το έργο που ανεβάζουν κάθε φορά. Φανταστείτε το, λίγο. Και όταν χρησιμοποιούν λάθος βρισιές, να τους αφαιρούνται βαθμοί. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο περιστατικό – το κάθε μάθημα του Φίλιξ με τους ετοιμόλογους μαθητές του και τις εύστοχες παρατηρήσεις τους είναι απολαυστικό. Πολύ περισσότερο όταν ο Φίλιξ τους ανακοινώνει ότι θα ανεβάσουν μία ρομαντική ιλαροτραγωδία.
"Γιατί κάνουμε αυτό το έργο; Δεν υπάρχει σκηνή μάχης κι έχει και μια νεράιδα μέσα, αδερφή δηλαδή." Ή, όταν προσπαθούν να αποφύγουν τους ρόλους του Άριελ και της Μιράντας. 

Το κατάλαβα διαβάζοντας το τελευταίο μέρος του βιβλίου όπου, μετά την λήξη της περιπετειώδους παράστασης, ο Φίλιξ βάζει στους ηθοποιούς την τελευταία εργασία τους: να δημιουργήσουν μια ζωή μετά το τέλος του έργου για τον ήρωα του ρόλου τους. Κι εκείνοι το κάνουν υποδειγματικά αποδεικνύοντας την παιδαγωγική δύναμη της θεατρικής αγωγής – είναι το  σημείο όπου το μυθιστόρημα απογειώνεται. Όλες οι εργασίες διαθέτουν εκείνη την πρωτότυπη οπτική που πραγματικά σε ξεβολεύει και σου συστήνει τον Σαίξπηρ εκ νέου. Ιδίως η εργασία του Λεγκς και της Ομάδας των Στριγκλογεννημένων για τον Κάλιμπαν - θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το αφηγηματικό πλαίσιο του βιβλίου δίνοντας έτσι μια εντελώς φρέσκια, νεωτερική απόδοση του θεατρικού έργου μια και ο τίτλος του μυθιστορήματος –εκ πρώτης όψεως– παραπέμπει σ' αυτόν (τον Κάλιμπαν) κι όχι στον Πρόσπερο. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, θα ήταν αντίθετο με την μόνη προϋπόθεση που έθεσε το The Hogarth Shakespeare Project  στους συγγραφείς που συμμετέχουν – θα πρέπει να ακολουθήσουν το πνεύμα των  έργων του Σαίξπηρ. Κι αυτό ακριβώς κάνει η Άτγουντ – μένει πιστή στο πνεύμα του πρωτότυπου κι επεκτείνει την πλοκή του μυθιστορήματος σε ένα πεδίο όπου η φαντασία της μπορεί να δράσει δίχως όρους και προϋποθέσεις. Υποθέτω, λοιπόν, πως ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στον Φίλιξ και υποννοεί την δύσκολη τύχη του.




 
Το θεατρικό κείμενο ως αγωγή εκπαίδευσης εγκιβωτισμένο σε μυθιστόρημα για την ζωή ενός σκηνοθέτη θεάτρου. "Το Παιδί της Τρικυμίας" όμως δεν είναι τόσο περίπλοκο όσο ακούγεται. Το αντίθετο. Είναι μία συναρπαστική ανθρώπινη περιπέτεια για την θλίψη, την εκδίκηση, τις φυλακές –τις πραγματικές αλλά και του εαυτού–, και τις δεύτερες ευκαιρίες. Είναι επίσης ένα σχόλιο για την μεταμοντέρνα Τέχνη αλλά και γενικότερα, την τέχνη ως μέσο ενσυναίσθησης και κατανόησης του κόσμου. Κυρίως, όμως, είναι η απόδειξη της επίδρασης της λογοτεχνίας –  βάζει τους αναγνώστες να σκεφτούν πέρα από την λειτουργία και την χρησιμότητά της και να αντιληφθούν την κοινωνική, πολιτιστική, ακόμη και την πολιτική σημασία ενός μυθιστορήματος.

Ο Σαίξπηρ, εντέλει, θα μας αφορά για πολύ ακόμη. 












Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από παράσταση της καναδικής ομάδας σύγχρονου χορού Kidd Pivot. Το εικαστικό είναι "Ο Άριελ" του Ελβετού Henry Fuseli. Η φωτογραφία της Μάργκαρετ Άτγουντ αντλήθηκε από τον ιστότοπο του Hogarth Shakespeare Project – πρόκειται για μια σειρά βιβλίων που δημιουργήθηκε από την συνεργασία του The Hogarth Press -που ίδρυσε το 1917 η Βιρτζίνια και ο Λέναρντ Γουλφ- με τον Penguin Random House. Σκοπός της, να επανασυστήσουν τα έργα του Σαίξπηρ στο σήμερα με την συμβολή σύχγρονων, καταξιωμένων συγγραφέων. Η σειρά ξεκίνησε το 2015 και μέχρι τώρα έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία από τους Τζάνετ Γουίντερσον, Χάουαρντ Τζέικομπσον, Άνν Τάυλερ και Μάργκαρετ Άτγουντ. Αναμένονται εκείνα των Τρέισυ Σεβαλιέ, Γιου Νέσμπο, Έντουαρντ Σεντ ΄Ωμπυν και Τζίλιαν Φλυν.

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017










Με τον τρόπο


των κλασικών





Το μυθιστορηματικό χρονικό ενός άγριου πολέμου δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα, ιδίως όταν δεν γνωρίζεις σχεδόν τίποτα σχετικό. Το "Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων" (μετάφραση & σημειώσεις Αχιλλέα Κυριακίδη – Ίκαρος, 2013) διαδραματίζεται στην εμπόλεμη Τσετσενία για την οποία είχα ακούσει κάποιες περιγραφές στα δελτία ειδήσεων, πριν καιρό, για την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατούσε στο έδαφός της. Ωστόσο, ο αμερικανός Anthony Marra, με το πρώτο του αυτό βιβλίο, δεν παρουσιάζει μόνο την απίστευτα βίαιη επιφάνεια της κατάστασης αλλά εμβαθύνει στην αθέατη πλευρά της – στις ζωές των ανθρώπων που ήταν υποχρεωμένοι να συνεχίσουν να ζουν στις ρωγμές ενός πολέμου που έχει χαρακτηριστεί ως το Βιετνάμ της Ρωσίας.

Το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από την ζωή έξι ανθρώπων στο χωριό Ελντάρ. Του Άχμεντ, που είναι ο γιατρός του χωριού. Αποτυχημένος, λόγω καλλιτεχνικής φύσης, ωστόσο φροντίζει υποδειγματικά την κατάκοιτη γυναίκα του Ούλα αλλά και τα χέρια του γείτονά του, Ντόκα – την πρώτη φορά που οι ρώσοι στρατιώτες συνέλλαβαν τον δασοκόμο του χωριού, έκοψαν τα δάχτυλα και των δύο χεριών του πριν τον απελευθερώσουν. Την δεύτερη φορά που τον συλλαμβάνουν, ο Ντόκα έχει ήδη προλάβει να φυγαδεύσει την κόρη του –την οκτάχρονη Χαβάα– από την πίσω πόρτα, με οδηγίες να κρυφτεί στο δάσος. Θα την βρει ο Άχμεντ και θα την φυγαδεύσει σε ασφαλές μέρος, κάποια χιλιόμετρα μακριά - στο νοσοκομείο της πόλης Βολτσάνσκ. Η ρωσίδα γιατρός Σόνια είναι η επικεφαλής του νοσοκομείου. Εγκατέλειψε τις σπουδές της στο Λονδίνο κι επέστρεψε στον γενέθλιο τόπο για να αναζητήσει την αδερφή της, Νατάσα, που αγνοείται. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να φροντίσει τους ασθενείς και τραυματισμένους που καταφθάνουν στο νοσοκομείο σε άθλια κατάσταση ενώ παράλληλα διαχειρίζεται με τον πιο αποδοτικό τρόπο το κτήριο (ο τέταρτος όροφός του είναι βομβαρδισμένος), το ελάχιστο προσωπικό του (μία συνταξιούχο νοσοκόμα κι ένα μονόχειρα φύλακα στους οποίους θα προστεθεί και ο Άχμεντ) και το επίσης ελάχιστο ιατρικό υλικό. Και τέλος, του Χασάν που με κοπιώδη επιμονή συγγράφει την ιστορία του κράτους της Τσετσενίας από τις απαρχές του. Μόνη παρέα του εβδομηντάχρονου καθηγητή, η αγέλη των έξι ψωραλέων σκυλιών που τον ακολουθεί κατά πόδας· και η σιωπή, ως φυσική συνέπεια της συμπεριφοράς του γιού του, Ραμζάν, ο οποίος με αντάλλαγμα την ζωή του, τροφή και την απαραίτητη ινσουλίνη για τον πατέρα του, δίνει με σχετική ευκολία στους ρώσους στρατιωτικούς τα ονόματα που χρειάζονται. 






"Τη νύχτα που οι στρατιώτες έκαψαν το σπίτι της και της πήραν τον πατέρα, η Χαβάα ονειρεύτηκε θαλάσσιες ανεμώνες. Το ξημέρωμα, ενόσω το κορίτσι ντυνόταν, ο Άχμεντ, που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, πηγαινοερχόταν έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου..." Η εναρκτήρια πρόταση μας βάζει αμέσως στη δράση – βρισκόμαστε στο 2004, όταν μαίνεται ο Δεύτερος, πιο βίαιος από τον Πρώτο, Πόλεμος της Τσετσενίας. Tο μυθιστόρημα περιγράφει πέντε ημέρες των πρωταγωνιστών του ωστόσο, η πλοκή εκτείνεται σε μία δεκαετία – όσο διήρκησαν μέχρι εκείνη την στιγμή οι δύο πόλεμοι στη χώρα που κάποτε ήταν το αντίστοιχο των ευρωπαϊκών Άλπεων στη Ρωσία. Στην αρχή κάθε κεφαλαίου υπάρχει ένα χρονολόγιο που ορίζει τον χρόνο της αφήγησης, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο καθώς ο Μάρα χρησιμοποιεί συχνές αναδρομές στο παρελθόν –ακόμη και πέρα από την δεκαετία των πολέμων– για να φωτίσει τον τρόπο που αυτό επηρρεάζει το παρόν των ηρώων του. Μαθαίνουμε έτσι για την σχέση Άχμεντ-Ντόκα-Ραμζάν – ήταν κολλητοί ως παιδιά. Ο γάμος του Άχμεντ δεν ήταν από την αρχή κενός αλλά η Ούλα δεν μπόρεσε να δεχτεί την κατάσταση του πολέμου και παρέλυσε σωματικά και πνευματικά. Η ερωτική σχέση του Χασάν με την Μίζρα και ο μετέπειτα γάμος της με τον πατέρα του Άχμεντ είναι καταλύτης στην εξέλιξη του μυθιστορήματος. Η πρώτη απόπειρα της Νατάσας να ταξιδέψει μέχρι το Λονδίνο για να βρει την αδερφή της αποδεικνύεται στην πραγματικότητα ένα ακόμη –επιτυχημένο– δρομολόγιο εμπόρου λευκής σαρκός· η δεύτερη, οδηγεί στην αυτοκτονία.

Στις σελίδες κυκλοφορούν, επίσης, και αρκετές εκατοντάδες πρόσφυγες από τις γύρω πόλεις που προσπαθούν να διαφύγουν και μένουν προσωρινά στο σπίτι του Ντόκα το οποίο έχει διαμορφώσει κατάλληλα γι' αυτόν τον σκοπό· ρώσοι στρατιώτες που συλλαμβάνουν και βασανίζουν τους Τσετσένους, ρώσοι αξιωματικοί που φορούν ζώνες ασφαλείας όταν μετακινούνται με όχημα, αντάρτες που εκτελούν αντίποινα και εισβάλλουν αιμόφυρτοι στο νοσοκομείο και κάποιοι έντονα θρησκευόμενοι Μουσουλμάνοι που παίρνουν μέρος σε μια μυσταγωγική τελετή. Επίσης, ένας κλόουν που κλαίει στο υπόγειο ενός άδειου πολυκαταστήματος στην διάρκεια εναέριας επίθεσης, ένας λαθρέμπορος ολκής από τον οποίο η Σόνια προμηθεύεται σπάνιο ιατρικό υλικό κι ένα ασημένιο περίστροφο που θα φέρει προς στιγμήν σε δύσκολη θέση τον Ραμζάν.




Η αγάπη για την κλασική ρωσική λογοτεχνία ήταν το έναυσμα του Άντονυ Μάρρα να σπουδάσει την ρωσική γλώσσα. Έτσι, ως δευτεροετής στο πανεπιστήμιο, επιλέγει τα αντίστοιχα μαθήματα και τα συνδυάζει με ένα σύντομο ταξίδι στην Αγία Πετρούπολη, το 2006. Εκεί, παρατήρησε το εξής: μία ομάδα δεκαεξάχρονων Ρώσων της στρατιωτικής ακαδημίας της πόλης να συναντάται τυχαία στο ίδιο σημείο ενός σταθμού μετρό με μία ομάδα ρώσων βετεράνων του πολέμου της Τσετσενίας. Η μεγάλη αντίθεση μεταξύ της άμεμπτης εμφάνισης των νεαρών ένστολων που κινούνταν σε άψογο σχηματισμό και της παραμελημένης (και ακρωτηριασμένης) των βετεράνων που δεν ήταν πολύ μεγαλύτεροι από τους δόκιμους και οι οποίοι ζητιάνευαν λίγα κέρματα, τον έκανε να αναρωτηθεί για το κοινό σημείο των δύο ομάδων – η Τσετσενία, το παρελθόν του ενός ως μέλλον του άλλου. Δεν ήξερε, όμως, τίποτα για την μικρή αυτή χώρα στο έσχατο άκρο της ανατολικής Ευρώπης, ούτε και για την κατάσταση που επικρατούσε στον βόρειο Καύκασο. Επιστρέφοντας, λοιπόν, στην Αμερική διαβάζει συνεχώς βιβλία σχετικά με αυτή και την σύγχρονη Ρωσία.

"...οι πρώτες-πρώτες ιστορίες πολέμου που άκουσα τόνιζαν την τρέλα και τον παραλογισμό του, την ικανότητα να στρέφει λογικούς, κατά τα άλλα, ανθρώπους σε χαζούς..." λέει ο Μάρρα. Το διαπιστώνει αυτό και στο βιβλίο της εμβληματικής δημοσιογράφου Άννας Πολιτκόφσκαγια η οποία αποτυπώνοντας την πολεμική σύρραξη στην Τσετσενία παρουσιάζει έναν κόσμο που, στερημένος από κάθε λογική, είναι κτηνώδης αλλά παράλληλα και αστείος με έναν ζοφερό, πικρό τρόπο. Έτσι, ενσωματώνει στην αφήγησή του αρκετές σουρεαλλιστικές καταστάσεις που προκαλούν στον αναγνώστη γέλιο αλλά και αμηχανία για την τραγικότητα της στιγμής.

Παρά το νεαρό της ηλικίας του –όταν έγραφε το βιβλίο δεν ήταν ούτε καν τριάντα χρονών–, ο Μάρρα αναδεικνύει δύσκολα θέματα με συναισθηματική ωριμότητα και οξυδέρκεια: τις οικογενειακές σχέσεις που είναι ιδιαίτερα εύθραστες έως απολύτως καταστροφικές στην περίπτωση του Ραμζάν και του πατέρα του. Τους δεσμούς αίματος οι οποίοι δεν είναι πάντοτε οι προφανείς. Την καλλιτεχνική έκφραση και την προστασία της δημιουργίας ως αδιαφιλονίκητη ανάγκη του ανθρώπου ακόμη και κάτω από απάνθρωπες συνθήκες: η Χαβάα ονειρεύεται θαλάσσιες ανεμώνες, απομνημονεύει δύσκολες λέξεις και κατασκευάζει καινούργιες, δικές της· ο Άχμεντ ζωγραφίζει τα πορτρέτα των σαράντα συγχωριανών του που συνέλαβαν οι Ρώσοι και τα βάζει στους κορμούς των δέντρων· η Νατάσσα συνθέτει μια τοιχογραφία του Βολτσάνσκ στον κατεστραμμένο τέταρτο όροφο του νοσοκομείου· ο Χασάν γράφει, σβήνει κι αναπροσαρμόζει την πολύτομη ιστορία της χώρας του και ο Άχμεντ προτείνει στη Σόνια να διαβάσει το "Χατζή Μουράτ" – τη νουβέλα του Λ. Τολστόι που διαδραματίζεται στην Τσετσενία,  στα μέσα του 19ου αι., πάλι εν καιρώ πολέμου, και αναφέρεται στην αρχή της διαμάχης με τους Ρώσους.





Η θέση της γυναίκας δίνεται με ιδιαίτερα εύγλωττο τρόπο στα πρόσωπα της μικρής Χαβάα –«Είναι έξι χρόνων. Καιρός της να μάθει να χειρίζεται όπλα»– και της Σόνιας. "Υποτίθεται πως οι γυναίκες δεν μπορούν να 'ναι γιατροί, δεν είναι ικανές γι' αυτή τη δουλειά, για τη μελέτη, το χρόνο και την αφοσίωση που χρειάζονται, απ' τη στιγμή που έχουν να καθαρίζουν το σπίτι, να φροντίζουν τα παιδιά, να μαγειρεύουν, να ικανοποιούν τον άντρα τους. Αλλά η Σόνια ήταν πιο πολύ φρικιό απ' τον φύλακα (...). Δεν είχε ούτε άντρα ή παιδιά να φροντίζει, ούτε σπίτι να καθαρίζει. Και ήταν ικανή γι' αυτή τη δουλειά, μπορούσε να διαθέτει χρόνο για μελέτη, μπορούσε ν' αφοσιώνεται σε οτιδήποτε μπορεί να χρειάζεται η διεύθυνση ενός νοσοκομείου. Έτσι, ακόμα κι αν η Σόνια ήταν απότομη κι ευέξαπτη, η Χαβάα μπορούσε να της συγχωρέσει αυτές τις αδυναμίες, που ήταν αδυναμίες μόνον ως προς το ότι ήταν το αντίθετο απ' αυτό που υποτίθεται πως πρέπει να 'ναι κάθε γυναίκα. Εκείνο το παχύ και σκληρό κέλυφος έκρυβε τη λεβεντιά τής ζωής της. Της άρεσε αυτό της Χαβάας."  Οι δύο ετούτοι χαρακτήρες είναι πολύ επιφυλακτικοί μεταξύ τους στην αρχή. Στην διάρκεια της αφήγησης, όμως, η σχέση τους θα εξελιχθεί σε μία κατάσταση αποδοχής, προστασίας και αμοιβαίου σεβασμού.

Τέλος, τα ηθικά διλήμματα που θέτει στους χαρακτήρες του είναι εντυπωσιακής, αν μπορώ να το πω έτσι, σκληρότητας. Στην περίπτωση του Ραμζάν το "προδοσία ή θάνατος" παίρνει ιδιαίτερα τραγικές, ανελέητες, διαστάσεις καθώς, παρόλη την απάθεια με την οποία εμφανίζεται να καταδίδει, ο δρόμος μέχρι την ηθική του έκπτωση δεν ήταν αβασάνιστος.





Σε συνέντευξή του, ο Μάρρα ομολογεί πως διαβάζοντας για την Τσετσενία δεν είχε, αρχικώς, καμμία πρόθεση να γράψει μυθιστόρημα. Προφανώς αυτό προέκυψε στην συνέχεια, εξού και το δεύτερο ταξίδι του στην Τσετσενία το 2012 για επιτόπια έρευνα. Επαλήθευση, περισσότερο. Είχε ήδη γράψει το μεγαλύτερο μέρος του "Αστερισμού..." που θα εκδοθεί την επόμενη χρονιά και θα εντυπωσιάσει κοινό και κριτικούς – εξαιρετικά στέρεη δομή, συνεπές ύφος, συναφέστατη πλοκή και πραγματολογικά στοιχεία που αγγίζουν το ντοκιμαντέρ· κι όλο αυτό να εκλείει μία ιδιαίτερη θερμοκρασία που  εμπλέκει τον αναγνώστη στην αφήγηση. Ωστόσο, το μυθιστόρημα είναι καθαρά αποτέλεσμα βιβλιογραφικής έρευνας και επινόησης της φαντασίας του συγγραφέα. Ο ιταλο-ιρλανδικής καταγωγής Μάρρα δεν έχει κανενός είδους σύνδεση με την περιοχή και δεν αντλεί το παραμικρό από την προσωπική του ζωή. "Ζω την λιγότερο  ενδιαφέρουσα, λογοτεχνικώς, ζωή που μπορεί κανείς να φανταστεί" λέει.

Το βιβλίο του, σε αντίθεση, είναι μία περιπέτεια. Η γλώσσα του –που αναδεικνύεται από την θαυμάσια μετάφραση στα ελληνικά του Αχιλλέα Κυριακίδη– όμορφη, δυναμική κι εκφραστική, όχι όμως λυρική –  τα φυλάκια, τα στρατόπεδα, οι καταυλισμοί, τα βασανιστήρια, το εμπόριο λευκής σαρκός, η καταναγκαστική πορνεία και η μαύρη αγορά, ακόμη και ο ακρωτηριασμός που επιχειρεί ο Άχμεντ στο νοσοκομείο με την επίβλεψη της Σόνιας, δίνονται με σαφήνεια που τρομάζει. Οι χαρακτήρες του είναι ρεαλιστικοί και συναισθηματικά πλήρεις – με λάθη, φόβους, αρετές  κι  ευαισθησίες. Εδώ, είχα μία ελαφρά αίσθηση ότι μοιάζουν να μην είναι απόλυτα ενσωματωμένοι στο περιβάλλον τους, ίσως λόγω της συχνής εναλλαγής σκηνών. Μικρό πταίσμα, θα σκεφτείτε και πολύ σωστά. Ο τρόπος δε που ο Μάρρα πλέκει την ιστορία του ενός μέσα στην ιστορία του άλλου και κατόπιν συγχωνεύει τα αφηγηματικά αυτά νήματα  σε μια ενιαία αφήγηση είναι τόσο συνεκτικός και υποδόριος που κρατά γερά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. 


Θα ήθελα να γράψω κι άλλο: για στοιχεία που παρέλειψα, για το νόημα του τίτλου, την ελπίδα που θριαμβεύει με την σωτηρία της Χαβάα, ακόμη και για τον έρωτα που αχνοφαίνεται στο κοντινό μέλλον της Σόνιας και του Άχμεντ. Καλύτερα όμως να το διαπιστώσετε οι ίδιοι – ο "Αστερισμός ζωτικών φαινομένων" είναι ένα πολυσύνθετο μυθιστόρημα για τον πόνο και την απώλεια, την αντοχή, την ευθύνη και τον ανθρωπισμό που επιβιώνει σε πείσμα της κτηνωδίας. Ένα βιβλίο που, εντέλει, υπερασπίζεται την ζωή.











Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του
"A small corner of Hell: Dispatches from Chechnya" της ρωσίδας Anna Politkovskaya, βιβλίο-ντοκουμέντο για την εμπόλεμη κατάσταση στην Τσετσενία και ένα από τα βασικά βιβλία αναφοράς του συγγραφέα. Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από το "Garden of Earthly Delights" του Hieronymous Bosch. Ακολoυθεί λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου και μετά, ο ασπρόμαυρος πίνακας του εξαιρετικού σύγχρονου, επίσης ρώσου, πορτρετίστα Igor Babailov που έχει τίτλο "My grandmother told me...1937". Στο τέλος, φωτογραφία του συγγραφέα αντλημένη τυχαία από το διαδίκτυο.

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

.









Για ένα αγόρι




Είναι το πρώτο βιβλίο που γράφει και εικονογραφεί ο Benji Davies κι έχει ήδη αποσπάσει πολλά βραβεία. Το αξιοσημείωτο όμως με το "Ο Νόι και η φάλαινα" (απόδοση Αντώνη Παπαθεοδούλου – Ίκαρος, 2017) δεν είναι αυτό. Είναι το ότι ετούτο το τρυφερό βιβλίο του βρετανού συγγραφέα, εικονογράφου και σκηνοθέτη ταινιών κινουμένων σχεδίων μιλά για κάτι που συνήθως δεν λέγεται: την μοναξιά των παιδιών. 

Ο μικρούλης Νόι μένει σε ένα παραθαλάσσιο σπίτι μαζί με τον μπαμπά του που είναι ψαράς και κάθε μέρα δουλεύει μέχρι να νυχτώσει ενώ ο Νόι μένει μόνος, με τις έξι γάτες τους.  Ένα πρωινό, ο Νόι πηγαίνει βόλτα στην παραλία και βρίσκει ένα φαλαινάκι - την προηγούμενη νύχτα είχε καταιγίδα και η θάλασσα το είχε ξεβράσει στην ακτή. Ξέρει πως δεν είναι καλό μία φάλαινα να μένει έξω από το νερό κι έτσι παίρνει το φαλαινάκι σπίτι του, το περιποιείται και του κρατάει συντροφιά λέγοντάς του ιστορίες για την ζωή στο νησί. Καταφέρνει, μάλιστα, να το κρατήσει κρυφό από τον μπαμπά του που όταν το βράδυ επιστρέφει από τη δουλειά είναι όπως πάντα κουρασμένος και αμίλητος. Το μυστικό, όμως, δεν παραμένει μυστικό για πολύ - το επόμενο πρωί ο μπαμπάς του το ανακαλύπτει. Αντί όμως να θυμώσει με το ψάρι που βρίσκει στην μπανιέρα, συνειδητοποιεί πόσο μόνος νιώθει ο Νόι όταν εκείνος λείπει για ψάρεμα. Τότε, τον αγκαλιάζει και του εξηγεί ότι πρέπει να επιστρέψουν το φαλαινάκι στην θάλασσα. Έτσι και γίνεται. 

Άθελά του, ο Ντέιβις έχει συμπεριλάβει αυτοβιογραφικά στοιχεία στην ζωή του Νόι καθώς ο πατέρας του, που ήταν μηχανικός, έλειπε πολύ από το σπίτι.  «Δεν νομίζω ότι ένιωσα απομονωμένος εξαιτίας αυτού. Περνούσα, όμως, πολλές ώρες μόνος μου ζωγραφίζοντας  οπότε υποθέτω ότι υπάρχει κάτι από αυτό στο βιβλίο.»  Υπάρχει επίσης και κάτι άλλο που δημιουργεί μια ευχάριστη διάθεση στην ιστορία - οι εικόνες του Ντέιβις εμπλουτίζουν το κείμενο με ιδιαίτερες λεπτομέρειες και δίνουν χώρο στην εξάσκηση της παρατηρητικότητας των παιδιών: σημαιάκια διαφόρων χρωμάτων στην πρόσοψη του σπιτιού του Νόι και διάφορα κοχύλια στην παραλία, ένα μπάλωμα στην στέγη του άλλου σπιτιού κι ένας αχνός φάρος στον ορίζοντα. Στο πάτωμα του μπάνιου, παραδίπλα στην μπανιέρα, είναι ένας δίσκος με κεράσματα για την μικρή φάλαινα και δίσκοι βινυλίου με ήχους της θάλασσας για να νιώθει το φαλαινάκι σαν στο σπίτι του. Όταν ο Νόι και ο μπαμπάς του επιστρέφουν το φαλαινάκι στην θάλασσα, η ουρά του δεν διακρίνεται εύκολα μέσα στα μαυρο-μπλε κύματα. 

Η αφήγηση είναι διατυπωμένη με προσοχή και η μοναχικότητα του Νόι δίνεται με έναν ανάλαφρο τρόπο που δείχνει να ωθεί τον μικρούλη στην καλλιέργεια της φαντασίας του,  τονίζει την καλή σχέση πατέρα-γιου κι επιπλέον  γίνεται η αφορμή για να δημιουργηθεί μια ξεχωριστή φιλία. Παράλληλα, τα ήσυχα και απαλά χρώματα της εικονογράφησης, με τα υπέροχα παράκτια τοπία, αποδίδουν στην απλή ζωή του Νόι και του πατέρα του  ένα σημαντικό συναισθηματικό βάθος. Και είναι εντυπωσιακό το πόσο ισχυρό γίνεται αυτό το συναίσθημα  από εκείνα που ο Ντέιβις λέει χωρίς ωστόσο να τα αναφέρει – την παντελή απουσία της μητέρας όπως και κάθε άλλου ανθρώπου στο γραφικό κι εγκαταλειμμένο ψαροχώρι όπου μένει ο Νόι με τον πατέρα του.  




Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά από 3 ετών και άνω – τόσο το κείμενο όσο και η εικονογράφηση απηχούν ιδιαίτερα στους μικρούς αναγνώστες καθώς παρουσιάζει μια δύσκολη καθημερινότητα δίχως να φοβίζει αλλά με ρεαλισμό  δημιουργώντας ένα ζεστό συναίσθημα οικειότητας. Σίγουρα ο Νόι -με το ασυνήθιστο όνομα που προέρχεται από ένα ισλανδικό φιλμ, τα μινιμαλιστικά χαρακτηριστικά του προσώπου και το μαύρο σκουφί στο ολοστρόγγυλο  μωρουδίστικο κεφάλι του- θα γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους χάρτινους ήρωες των μικρών αναγνωστών. 




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον αναγνώστη, στις 6 Αυγούστου 2017. 





Σημείωση: Οι εικόνες είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου. // Το "Ο Νόι και η φάλαινα" έχει βραβευτεί με το φημισμένο Oscar’s First Book Prize, το Ολλανδικό CPNB Dutch Picture Book Of The Year 2017 και το ισπανικό Generalitat Valenciana Best Picture Book. Βρέθηκε, επίσης, στις μικρές λίστες των: Bookseller’s Guild of Madrid Picture Book, Booktrust Best Books, Peter’s Book of the Year. Not bad. 

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017








Untitled




“To feel anything
deranges you. To be seen
feeling anything strips you
naked. In the grip of it
pleasure or pain doesn’t
matter. You think what
will they do what new
power will they acquire if
they see me naked like
this. If they see you
feeling. You have no idea
what. It’s not about them.
To be seen is the penalty.”
 
·
 







Σημείωση: Το απόσπασμα είναι από το Red Doc> της σημαντικής Καναδής Anne Carson. Το στιγμιότυπο της Sylvie Gillem είναι από την παράσταση "Push" (2014)

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017









He, who was himself





Απορρίφθηκε επτά φορές πριν τελικά εκδοθεί το 1965, χάρη στην επιμονή ενός νεαρού επιμελητή εκδόσεων που επέμενε να προωθεί συγγραφείς με υποτιμημένο ταλέντο (ένας από αυτούς ήταν και ο Τόμας Πίντσον). Ένα άρθρο στο New Republic, την επόμενη χρονιά, δημιούργησε ένα δυνατό, προσωρινό ωστόσο, κύμα ενδιαφέροντος για το «Ο Στόουνερ» (σε εξαιρετική μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδη – Gutenberg/σειρά Aldina05, 2017) το οποίο στο μεταξύ είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Το 1973 θα καταφέρει να εκδοθεί στην Μεγάλη Βρετανία και μετά, λήθη. Μόνο σποραδικά άρθρα εκθείαζαν την λογοτεχνικότητα -για την ακρίβεια, την τελειότητα της πρόζας- του John Edward Williams αλλά τίποτα πέρα από μία απλή επανέκδοση το 2003 από τον ίδιο εκδοτικό. 

Ώσπου το 2011 μεταφράζεται στα γαλλικά και γίνεται best seller. Την επόμενη χρονιά, αναδεικνύεται βιβλίο της χρονιάς στα Waterstones και το 2013 οι πωλήσεις του τριπλασιάστηκαν. Μισόν αιώνα μετά την έκδοσή του, «Ο Στόουνερ» επανέρχεται θεαματικά στο λογοτεχνικό προσκήνιο κι όχι δίχως λόγο. 

Ο Ουίλλιαμ Στόουνερ είναι καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας σε ένα πανεπιστήμιο της περιφέρειας των ΗΠΑ. Γιος  ενός ζευγαριού αγροτών σε ένα απόμερο χωριό του αμερικανικού νότου, ο Στόουνερ μεγαλώνει βοηθώντας τον πατέρα του στο χωράφι. Σχολείο πηγαίνει αναγκαστικά, μόνο για να αποφοιτήσει μέχρι που ο αγροκόμος της περιοχής συστήνει στον πατέρα του να τον στείλει στο καινούργιο τμήμα Γεωπονικής του τοπικού πανεπιστημίου με την προοπτική ως γεωπόνος, όταν τελειώσει τις σπουδές του και αναλάβει το χωράφι τους, να το βελτιώσει. Έτσι και γίνεται. Στην αρχή τουλάχιστον διότι στο δεύτερο έτος ο Στόουνερ, με αφορμή ένα σονέτο του Σαίξπηρ «…εγκατέλειψε τα μαθήματα των βασικών σπουδών του και άφησε στην μέση το πρόγραμμα της Γεωπονικής Σχολής που θα του εξασφάλιζε το πτυχίο. Επέλεξε εισαγωγικά μαθήματα στην Φιλοσοφία και στην Αρχαία ιστορία και δύο μαθήματα Αγγλικής Λογοτεχνίας.»  Παρόλες τις δυσκολίες επιβίωσης και μελέτης, ο Στόουνερ τελειώνει τις σπουδές του στην Αγγλική Φιλολογία. Στο τέλος του τέταρτου έτους, ωστόσο, και προς μεγάλη του έκπληξη, τού γίνεται πρόταση να διδάξει στο πανεπιστήμιο.  «Μα δεν ξέρετε, κύριε Στόουνερ;» τον ρώτησε. «Δεν τον έχετε ακόμη μάθει τον εαυτό σας; Θα γίνεται δάσκαλος.» Ξαφνικά ο Σλόουν του φάνηκε πολύ απόμακρος, οι τοίχοι του γραφείου εξαφανίστηκαν. Ένιωθε να μετεωρίζεται στον αέρα, άκουσε τον εαυτό του να ρωτάει:  
«Είστε βέβαιος;» 
«Είμαι βέβαιος», είπε ο Σλόουν χαμηλόφωνα... «Μα πως το ξέρετε; Πως μπορείτε να είστε τόσο σίγουρος;» 
«Είναι έρωτας, κύριε Στόουνερ», είπε εύθυμα ο Σλόουν. «Είστε ερωτευμένος. Τόσο απλό είναι».  

Ο JohnMcGahern, στην εκτενή και διαφωτιστική εισαγωγή του βιβλίου, παραθέτει μία σπάνια συνέντευξη του συγγραφέα η οποία επιβεβαιώνει την σκέψη μου ότι το «Στόουνερ» είναι το μυθιστόρημα ενός ταγμένου δασκάλου. Αναφέρει, επίσης, πως από τα τέσσερα μυθιστορήματα που έγραψε ο Ουίλλιαμς, Στόουνερ" είναι το πιο προσωπικό, λόγω της σύνδεσής του με την προσωπική ζωή και την καριέρα του χωρίς αυτό να είναι με κανέναν τρόπο βιογραφικό. Διαβάζοντας, λοιπόν, για την ζωή του αμερικανού συγγραφέα διαπιστώνει κανείς αρκετά στοιχεία που ενδεχομένως είναι αυτοαναφορικά, αλλά και το πόσο μεστή ήταν η ζωή του κι αυτό δεν σημαίνει πως ήταν μέσα στην ευδαιμονία – αγροτικής καταγωγής, εγκαταλείπει τις σπουδές του στο κολέγιο και κατατάσσεται στην αμερικανική αεροπορία για να υπηρετήσει ως σμηνίας σε επιχειρήσεις στην Ινδία και την Μπούρμα. Μετά το τέλος του ΠΠ2, εγγράφεται στο πανεπιστήμιο του Ντένβερ όπου ολοκληρώνει τις σπουδές του και αργότερα θα διδάξει αναλαμβάνοντας το Τμήμα Δημιουργικής Γραφής το οποίο, επί των ημερών του, θα αναδειχθεί ως το καλύτερο του είδους στις ΗΠΑ. Γνωρίζει, έτσι, εκ των έσω τις ακαδημαϊκές έριδες και την έκτασή τους. Και τις προσωπικές αποτυχίες, επίσης - όταν έγραφε το “Στόουνερ” ο τρίτος γάμος του διαλύονταν. 




Ωστόσο, το να αναζητά κανείς τα κοινά σημεία συγγραφέα-ήρωα δεν είναι κάτι αξιοσημείωτο – λίγο-πολύ όλοι οι συγγραφείς αντλούν από την προσωπική τους ζωή. Η γοητεία αυτού του βιβλίου έγκειται σε δύο πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του. Καταρχάς, στον τρόπο αφήγησης: ψυχρός, αποστασιοποιημένος κι εντελώς γραμμικός στην εξέλιξη της πλοκής – το μυθιστόρημα ακολουθεί την ζωή του Στόουνερ από τις αρχές του 20ου αι. μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1960 με ένα ή δύο μικρά flashbacks στο παρελθόν. Με τέτοια περιγραφή, θα περίμενε κανείς ότι "Ο Στόουνερ" είναι ένα βαρετό, επίπεδο κείμενο ενός ακόμη campus novel. Κι όμως, δεν είναι καθόλου! Η συνέντευξη ενός επηρμένου, χωρίς ουσιαστικές γνώσεις, φοιτητή ενώπιον του συμβουλίου καθηγητών είναι μία από τις πιο αγωνιώδεις σκηνές του βιβλίου. 

Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι σκιαγραφημένοι με έντονο κιαροσκούρο και ζυμώνονται με την ιστορία, αμερικανική και παγκόσμια – στον ΠΠ1 ο Στόουνερ θα χάσει έναν από τους δύο φίλους του ενώ στον ΠΠ2 θα βρεθεί αντιμέτωπος με την ναζιστική νοοτροπία ενός αρχαιότερου καθηγητή που εκτιμούσε. Δεν θυμάμαι αν λέει ότι η ποτοαπαγόρευση ευθύνεται για το ότι ο Φιντς, φίλος και συνάδελφος του Στόουνερ, έφτιαχνε σπιτική μπίρα «με άκρα μυστικότητα και με όλους τους τύπους μέσα στην ντουλάπα του εργένικου διαμερίσματός του», αλλά στο Μεγάλο Κράχ του ΄29 ο τραπεζίτης πεθερός του πτωχεύει κι αυτό θα κλονίσει την Ήντιθ κι εν μέρει και την οικογενειακή/οικονομική τους ζωή. 

Εκτός αυτών, το συγγραφικό ύφος του Τζον Ουίλλιαμς είναι εντυπωσιακό. Ο Ian McEwan το χαρακτήρισε επιβλητικό ενώ άλλοι το έχουν παρομοιάσει με εκείνο του Hemingway (χωρίς τις μεγαλοστομίες), του Fitzerald (χωρίς το μοδάτο) και του Faulkner (χωρίς το πομπώδες). Θα το παρομοίαζα επίσης με εκείνο του Carver που συνδυάζει, όμως, τον ακαδημαϊσμό και την γλώσσα με πολύ στυλ. Πέρα από τις συγκρίσεις, ωστόσο, εκείνο που σε ξαφνιάζει είναι αφενός η αψεγάδιαστη αφήγηση του Ουίλλιαμς – φαινομενικά πανεύκολη που ωστόσο απαιτεί τεράστια αποθέματα πειθαρχίας κι αγάπης για το αντικείμενο. Και αφετέρου, ο τρόπος που προσδιορίζει, με την crystal clear γραφή του, τα συναισθήματα και τις εσωτερικές διεργασίες του ψυχισμού – η αμήχανη εκείνη στιγμή που, διαβάζοντας,  συνειδητοποιείς   κάτι που δεν μπορεί να αποτυπωθεί με λέξεις. 

Το δεύτερο, εξίσου χαρακτηριστικό, στοιχείο του μυθιστορήματος, είναι τα θέματα που αναδεικνύει. Ο Ουίλλιαμς παρουσιάζει εντελώς συνηθισμένους ανθρώπους να ζουν εντελώς συνηθισμένες καταστάσεις, με όλες τις σκοτεινές στιγμές τους. Έτσι, η αγάπη είναι πέρα από αμιγής ρομαντισμός και ο θάνατος φέρνει μαζί του την επίγνωση και τις απογοητεύσεις της προηγούμενης ζωής. Και πίσω από την εκ πρώτης όψεως άχρωμη κι άοσμη εικόνα του Στόουνερ, βρίσκεται ένας άνθρωπος δοτικός, που έχει αφιερώσει την ζωή του σε μια ιδέα (την μελέτη και την διδασκαλία). Έχει "θέλω" και την επιμονή να τα πραγματοποιήσει, έστω κι άτσαλα, έστω κι αν η προσπάθεια που κατέβαλλε δεν ήταν αρκετή - είτε επρόκειτο για την Ήντιθ, την σύζυγό του, που ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά και παντρεύτηκε δίχως δεύτερη σκέψη, κάτι που απέβη εις βάρος του και εις βάρος της κόρης τους, Γκρέις. Είτε για την Κάθριν Ντρίσκολ, την νεαρή συνάδελφο και ερωμένη του που αγάπησε αλλά θυσίασε λόγω εχθρικών συνθηκών. Είτε για την λογοτεχνία. «Ήταν πάθος, όχι πάθος του νου  ούτε της σάρκας. Ήταν μια δύναμη που τα ενσωμάτωνε και τα δύο, σαν να μην ήταν άλλο από το υλικό του έρωτα, η ουσία του καθαυτή. Σε μια γυναίκα ή σ’ ένα ποίημα έλεγε πολύ απλά: Κοίτα! Είμαι ζωντανός!» 

Όχι, όμως, αρκούντος μελοδραματικός ή διεκδικητικός. Ο Στόουνερ ήταν συνεπής και δεν φοβόταν την δέσμευση μα δεν είχε την ικανότητα αυτο-προβολής, γεγονός που δείχνει το πόσο εκτός εποχής ήταν το βιβλίο όταν γράφτηκε - η εποχή του Υδροχόου, του Βιετνάμ και της ψυχεδέλειας, του Τζέημς Μποντ και της Beat Generation ζητούσε πολλά περισσότερα από έναν άνθρωπο που αγαπά και κοπιάζει για την δουλειά του. Που διατηρεί την θέρμη, την ακεραιότητα και την ψυχραιμία του ακόμη και όταν οι συνθήκες είναι εναντίον του. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ελαφρώς άστοχη την επιλογή του πίνακα του Γιώργου Ρόρρη  στο εξώφυλλο - μοιάζει αλλά δεν απηχεί την πληρότητα του χαρακτήρα του Στόουνερ. Και σε μια ελεύθερη επέκταση του συλλογισμού, ούτε επίσης την κομψότητα του συγγραφέα, στοιχεία της ζωής του οποίου έχουν ενσωματωθεί στο μυθιστόρημα. 




Ουσιαστικό, συγκινητικό, αγωνιώδες, εξοργιστικό, οδυνηρό, τρυφερό και δηκτικό, «Ο Στόουνερ» δεν είχε ποτέ του μεγάλο κοινό. Είχε, ωστόσο, το σωστό αναγνωστικό κοινό. Κι αυτό διευρύνεται συνεχώς καθώς, όπως όλα τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας, μοιάζει να απαντά στις συνθήκες της δικής μας εποχής με την διαχρονική πίστη στην κάθε ζωή - όσο μικρή κι αν παρουσιάζεται, έχει αξία. Καθόλου τυχαίο, λοιπόν,  που η NYRB το επανεξέδωσε το 2007 με την ταμπέλα του Κλασικού. 










Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από την ρήση του José Ortega y Gassett: "A hero is one who wants to be himself", την οποία ο συγγραφέας σκεφτόταν να χρησιμοποιήσει ως επίγραμμα του βιβλίου. Το “Γραφείο την Νύχτα” είναι -βεβαίως- του Edward Hopper ενώ στην φωτογραφία βλέπεται τον συγγραφέα εν ώρα εργασίας. Στο τέλος, ιδιόχειρη αφιέρωσή του αντλημένη από την πρώτη έκδοση του βιβλίου.