Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017









Σε ορισμένους τόπους




"... ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακροκεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασσα και αναγαλλιάζει.Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πετούν τον Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.
Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω από την πόλι, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βουνών οι αετοί..."









Σημείωση: Το εικαστικό είναι το "Στέγες και Χαρταετοί" του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Το κείμενο από την συλλογή "Οκτάνα" (Ίκαρος, 1997) του Ανδρέα Εμπειρίκου κι έχει τίτλο «Οι χαρταετοί». Διαβάστε ολόκληρο το ποίημα κι ακούστε την ανάγνωσή του από τον ποιητή εδώ

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017









Dressing for

the Masquerade





Gaston Leroux: "... οι ζωές μας είναι ένας χορός μεταμφιεσμένων"
Nathaniel Hawthorne: "Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φορά για πολύν καιρό ένα πρόσωπο για τον εαυτό του και ένα διαφορετικό για τον πολύ κόσμο, χωρίς να μπερδευτεί τελικά για το ποιο από τα δυο είναι το αληθινό."







Σημείωση: Το εικαστικό –ομότιτλο με την ανάρτηση– ανήκει στον βρετανό σκιτσογράφο Thomas Rowlandson διάσημο για τις καρικατούρες του.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017












Η άλλη όψη του λόγου




Αστικό υπαρξιακό θρίλερ σε τέσσερα επεισόδια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το διπλά βραβευμένο "Νυχτερινό Ρεύμα" (Πόλις, 2015) – μία συλλογή τεσσάρων εκτενών διηγημάτων του Κώστα Κατσουλάρη που εκτυλίσσονται στον αστικό και περιαστικό ιστό της Αθήνας και διαθέτουν ιδιαίτερη χροιά.

Στο πρώτο διήγημα, ο αφηγητής είναι ένας μυστικός πράκτορας της αντιτρομοκρατικής που έχει αναλάβει την παρακολούθηση ενός αναρχικού στα Εξάρχεια. Οι μέρες και οι μήνες περνούν μα τίποτα σημαντικό δεν προκύπτει για την ενοχοποίηση του κατά λάθος αναρχικού "Άβερελ", όπως είναι και ο τίτλος του διηγήματος. Αντίθετα, όλη τούτη η αναμονή οδηγεί τον αφηγητή σε μία αναλυτική ανασκόπηση της ζωής του –δουλειά, σχέσεις, φίλοι, οικογένεια–  με όχι-ευχάριστο συμπέρασμα.

Στο "Θα το κρατήσω", μία νεαρή άνεργη Θεσσαλονικιά, που μόλις έχει εκδόσει το πρώτο της βιβλίο, συλλέγει υλικό για το επόμενο – σε ένα μπαρ στη Σόλωνος παίρνει συνέντευξη από τον κύριο Ασημάκη ο οποίος της διηγείται την εξωσυζυγική του ζωή. Στα διαλείμματα της συνομιλίας τους, και μέσα από ανάλαφρα σατυρικά σχόλια, σκιαγραφείται και η δική της ζωή.

Ένας "Νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα" θα γίνει η αφορμή για να βρεθούν δύο φίλοι – ο αφηγητής, απωλημένος τριανταπεντάχρονος κριτικός κινηματογράφου και ο Ισίδωρος, ευφυέστατος νεαρός που, λόγω συνθηκών, γίνεται ένας πολυμαθής ανθοπώλης, από τους καλύτερους του επαγγέλματος. Οι δύο φίλοι ανεβαίνουν στην καμμένη Πάρνηθα  για να θάψουν το σκυλί που έχει στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του ο Ισίδωρος. Η διαδρομή έχει κάτι από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της πόλης – είναι η νύχτα που ο "Απόλλων" και το "Αττικόν" καίγονται (τέτοιες περίπου ημέρες –12.02– το 2012). Ο τρόπος που ο αφηγητής ακολουθεί τον φίλο του μέσα στη νύχτα 
χωρίς να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει είναι που αιτιολογεί τον όρο "θρίλερ" που γράφω πιο πάνω –  η πορεία του Ισίδωρου μέχρι να ανακαλύψει τα όρια του εαυτού του σε συνάρτηση με την πραγματικότητα γίνεται μέσα από θεωρίες παραψυχολογίας και μυστικιστική συμπεριφορά

Στο "Νυχτερινό ρεύμα" ένας πενηντάχρονος άνεργος επισκέπτεται την ηλικιωμένη μητέρα του στο διαμέρισμά της στην Κυψέλη για να πάρει εκατό ευρώ, ποσό πολύ αναγκαίο (sic) για την οικογένειά του. Το διήγημα περιγράφει την επίσκεψη από την στιγμή που ο αφηγητής θα μπει στην είσοδο της πολυκατοικίας μέχρι την στιγμή που θα επιστρέψουν και οι δύο από το μηχάνημα ανάληψης της γειτονικής τράπεζας. Όλη η διαδρομή είναι μία ανάλυση της νέας σχέσης εξάρτησης και συμβίωσης που αναδύθηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. 



Δημοσιογράφος, βιβλιοκριτικός, δόκιμος μεταφραστής και συγγραφέας που έχει ασχοληθεί με την θεατρική γραφή αλλά και με τη νουβέλα και το μυθιστόρημα, ο  Κατσουλάρης χειρίζεται με επιδεξιότητα την γλώσσα. Αναδεικνύει τόσο την ανθρωπογεωγραφία της πόλης όσο και το γεωλογικό παρελθόν της. Γραμμένα μεταξύ 2010 και 2015, τα διηγήματα μεταφέρουν τον αναγνώστη από τις πυρκαγιές που προηγήθηκαν στην υπόλοιπη Ελλάδα κι έκαψαν και την Πάρνηθα, στα ήδη καμμένα Εξάρχεια, στη συνέχεια στην πυρπόληση του κέντρου τον Φεβρουάριο του 2012, και μετά στην Κυψέλη της οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν επικεντρώνεται στην κρίση. Η κρίση είναι ο καμβάς όπου θα χαρτογραφηθούν οι ψυχολογικές διαδρομές των πρωταγωνιστών του. Όλοι τους –άλλοτε με ψυχραιμία και άλλοτε με περιέργεια κι ενδιαφέρον, κάποιες φορές ίσως με κούραση– προσπαθούν να κατανοήσουν  αυτό που τους συμβαίνει και να ανταπεξέλθουν με κάποιον τρόπο.

Διαβάζοντας τα διήγηματα περίμενα κάτι δυνατό και συναρπαστικό – έτσι γίνεται συνήθως. Την ρουτίνα σπα κάτι ισχυρό. Δεν υπάρχει όμως τίποτα το εξεζητημένο στην πλοκή των τεσσάρων κειμένων. Ούτε καν μία διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος όπως μοιάζει να προδιαθέτει ο τίτλος της συλλογής και η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει ζημίες ή παρεξηγήσεις κι έκτροπα – ο τίτλος της συλλογής προφανώς αναφέρεται στο νυχτερινό ρεύμα που χρησιμοποιεί η μητέρα του αφηγητή του τέταρτου διηγήματος για να κάνει τις δουλειές της. Η αφήγηση ρέει με την ίδια φυσικότητα που συνομιλείς με κάποιον γνωστό σου – ήπια προφορικότητα, γλωσσικά ιδιώματα αντίστοιχα των ατόμων και καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες. Διαβάζεις και κάποια στιγμή αρχίζεις να νιώθεις άβολα· είναι η στιγμή που το κοινότυπο και το καθημερινό παίρνει μια άβολη τροπή.  Κι επειδή ο συγγραφέας δεν δίνει κάποια λύση ή εξήγηση παρά μόνο ένα ανοιχτό τέλος σε κάθε διήγημα, η αγωνία εντείνεται.

Το απλό ύφος ωστόσο δεν είναι ποτέ απλή υπόθεση κι αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στα κείμενα της συλλογής. Τα θέματα που συνυφαίνονται στα διηγήματα είναι πολλά, το ίδιο και οι συνδηλώσεις τους – η παρουσία ενός Άλλου που προσδιορίζει την παρουσία του αφηγητή, η διάψευση των επιθυμιών, η νεότητα και το άχθος της, η ερωτική αντεκδίκηση από εκείνον που υποτιμάται, η συνέπεια και η ασυνέπεια λόγου-πράξης, η οικολογική καταστροφή και οι διάφορες περιβαλλοντικές ευαισθησίες, το καλό απέναντι στο κακό. Κι όλα αυτά μέσα στα όρια που θέτει η οικογένεια – δεσμοί, ωραιοποιήσεις, παραποιήσεις, συγκαλύψεις, εγκαταλείψεις· υφέρποντα ψυχικά, κοινωνικά, οικονομικά ρεύματα που παρασύρουν τους πρωταγωνιστές και τα οποία ο συγγραφέας χειρίζεται  με άρτια τεχνική. Μικρή ένσταση: οι νεότεροι των 40χρ. αναγνώστες δεν θα μπορέσουν να κατανοήσουν την ειρωνική –και τόσο εύστοχη– σχέση μεταξύ Άβελ και Αβερέλ.  


Τις τελευταίες ημέρες σκεφτόμουν συνεχώς ότι στο πεδίο της λογοτεχνίας, από την άποψη του γλωσσικού ύφους τουλάχιστον, σημειώνεται αρκετή πρόοδος. Από τη μια πλευρά, αντισυμβατικές και ιδιοσυγκρασιακές, πληθωρικές, ποιητικές, πρωτότυπες γραφές· κι από την άλλη, λιγότερο ιδιόρρυθμες, συμβατικές, όπως εδώ του Κατσουλάρη, δημιουργούν ένα τοπίο που δείχνει να εξελίσσεται.  Εκείνο που δεν είναι εξίσου έκδηλο, ωστόσο, είναι η ειδική θερμοκρασία του κειμένου - ο τόνος με τον οποίο σου απευθύνεται και σε αναγκάζει να συμμετέχεις. Κι αυτό ακριβώς είναι που διακρίνω στα διηγήματα του Κώστα Κατσουλάρη - μία ιδιαίτερης αμεσότητας συνομιλία μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη η οποία, χωρίς να είναι βερμπαλιστική ή επιτηδευμένη, αιχμαλωτίζει με ενάργεια τις ταυτόχρονες εσωτερικές συγκρούσεις  του ανθρώπου σήμερα.









Σημειώσεις: Το βιβλίο απέσπασε το πρώτο βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού "ο αναγνώστης" στην κατηγορία του Διηγήματος για το 2016 και, την ίδια χρονιά, το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών. // Οι έγχρωμες εικόνες είναι λεπτομέρειες από την φωτογραφία με τίτλο "Squash" του Πάνου Κοκκινιά που βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι από τον κατάλογο της έκθεσης  "La France d' Avedon: Vieux Monde, New Look" που τρέχει αυτή τη στιγμή στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017






Άτιτλο



Τα μαύρα τετράγωνα.
Η επιθυμία να σχεδιάσεις ένα πρόσωπο πάνω σ' ένα κομμάτι εφημερίδας.

Οι σκιές μιας εικόνας.
Ο στοχασμό από το γκρίζο.
Ο νυχτερινός Απόλλωνας.
Ο τεχνίτης της οδού ντέι Κορονάρι.
Η υπόθεση μιας ανολοκλήρωτης εργασίας.
Ο σκοπός μιας ανολοκλήρωτης εργασίας.
Η πολυεδρική κιθάρα.
Η συμμετρική αρχιτεκτονική του απογεύματος.
Τα θραύσματα από τα μπαρόκ αγάλματα.
Η σκιά του τρένου.









Και τελικά, το να βλέπεις ξεκάθαρα...


Γιάννης Κουνέλλης









Σημείωση: Τα λόγια του Γ.Κ. είναι από το βιβλίο "Λιμναία Οδύσσεια / Κείμενα και Συνεντεύξεις 1966-1989" (Άγρα - Γκαλερί Bernier, 1991). Στην φωτογραφία, η Ρόμυ Σνάιντερ και ο Andrzej Żuławski στα γυρίσματα της ταινίας "L'important c'est d'aimer". (αντλήθηκε από εδώ).

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017









  Μία όψη του λόγου




Ψάχνοντας τα ράφια του σπιτιού αλλά και διάφορες προθήκες –ηλεκτρονικές και βιβλιοπωλείου–  για το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσω, βρήκα το ολιγοσέλιδο "Το Ξημέρωμα είναι Σφαγή κύριε Κρακ" (Εκάτη, 2013 - 2η έκδοση).  Οι διάφορες κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις το ορίζουν ως ποίηση. Πρόκειται όμως για μια συλλογή πεζογραφημάτων – δεκαεπτά διηγήματα  όπου ο  Θωμάς Τσαλαπάτης  σκιαγραφεί με ακρίβεια έναν ιδιόρρυθμο άνθρωπο, τον κύριο Κρακ.

Το βιβλίο είναι πολύσημο, με πολυάριθμους συμβολισμούς, έντονες έως βίαιες καταστάσεις αλλά και μπεκετική αμηχανία και σιωπή. Το πρωτότυπο, ωστόσο, έγκειται στην γραφή του Τσαλαπάτη η οποία έχει την ορμή και την υφή της ποίησης και αντλεί από το θέατρο του παραλόγου. Τα κείμενα της συλλογής –ανάμεσά τους και δύο ποιήματα– είναι σουρεαλιστικά καθώς αψηφούν την λογική απεικόνιση των πραγμάτων και γι' αυτό θα μπορούσαν να θεωρηθούν και σατυρικά. Είναι, όμως, κείμενα βαθιά υπαρξιακά καθώς η αλληλουχία των προτάσεων και των εικόνων αποδίδουν με εύγλωττο τρόπο την εσωτερική απομόνωση του ανθρώπου – ο φόβος, η παραίτηση και η σύγχυση που αυτά επιφέρουν παίρνουν την μορφή μίας νεκρής κεφαλής Μαορί· η εσωστρέφεια, η ντροπαλοσύνη και η αντικοινωνική συμπεριφορά που προκύπτει από αυτά τα δύο συναισθήματα κρύβονται πίσω από ένα κάδρο που κρέμεται από ένα καρφί που φύτρωσε στο μέτωπο ενός άντρα· η ανάγκη για επικοινωνία εκφράζεται σε ένα κουτί που τυλίγεται για δώρο και αποστέλλει ταχυδρομικώς στον ίδιο του τον εαυτό ο κύριος Κρακ.
 
Διπλά βραβευμένος –το 2012 με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα και την επόμενη χρονιά, από κοινού με τον Θωμά Ιωάννου, με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού "ο αναγνώστης"–, ο πρωτόλειος κύριος Κρακ του Θωμά Τσαλαπάτη βιώνει την ανθρώπινη συνθήκη με κωμικοδραματική έως εστέτ αποστασιοποίηση σε έναν κόσμο που μοιάζει αμετάβλητα ξένος προς αυτόν. Και παρά την αντιφατική διάθεση και το αδιέξοδο που προβάλλουν, τα σύντομα πεζογραφήματα τού "Το Ξημέρωμα είναι Σφαγή κύριε Κρακ" συνιστούν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα λογοτεχνικής αφήγησης. 








Σημείωση: Το εικαστικό είναι λεπτομέρεια από το "Separation" (1896) του Edvard Munch.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017












  Επιστολή Διαμαρτυρίας






Γκαντ Χιλλ Πλέις,
Χάιαμ, Ρότσεστερ, Κεντ,
Δευτέρα βράδυ, Δεκάτη Τετάρτη Σεπτεμβρίου, 1863  


Αγαπητέ μου κύριε,
 

Αφότου το ρολόι της εισόδου μου στάλθηκε στην επιχείρησή σας δια να καθαριστεί πήγαινε (όπως πράγματι πήγαινε πάντα) πολύ καλά, αλλά χτυπούσε τις ώρες με μεγάλη απροθυμία, και μετά από μια παρατεταμένη εσωτερική αναταραχή της πιο οδυνηρής μορφής, έχει πλέον πάψει να χτυπά εντελώς. Αν και ευτυχής κατάληξη για το ρολόι, ωστόσο, αυτό δεν είναι βολικό για την οικία. Εάν μπορείτε να στείλετε εδώ ένα οποιοδήποτε έμπιστο πρόσωπο με το οποίο το ρολόι να μπορεί να συζητήσει, νομίζω ότι ενδεχομένως να έχει κάτι στον εσωτερικό του κόσμο από το οποίο με μεγάλη χαρά θα θέλει να απαλλαχθεί.

Μετά τιμής, 

(Υπογραφή)
 





Gad's Hill Place,
Higham by Rochester, Kent,
Monday night, Fourteenth September, 1863 


My dear Sir,  

Since my hall clock was sent to your establishment to be cleaned it has gone (as indeed it always has) perfectly well, but has struck the hours with great reluctance, and after enduring internal agonies of a most distressing nature, it has now ceased striking altogether. Though a happy release for the clock, this is not convenient to the household. If you can send down any confidential person with whom the clock can confer, I think it may have something on its works it would be glad to make a clean breast of, 

Faithfully yours,

(Signed)











Σημειώσεις: Η πιο πάνω χιουμοριστική επιστολή διαμαρτυρίας γράφτηκε από τον Ντίκενς το 1863 προς στον Sir John Bennett, ωρολογοποιό, υπεύθυνο για τον πρόσφατο καθαρισμό ενός ρολογιού του.  Η μετάφραση έγινε από το πρωτότυπο που ακολουθεί και που αντλήθηκε από εδώ. // Η λεπτομέρεια στην πρώτη εικόνα είναι από φωτογραφία του Herbert Watkins, ενώ στην δεύτερη βλέπετε την μονογραφή του Ντίκενς – έτσι υπέγραφε στις 03.02.1864.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017







Αυτός ο κόσμος

ο μικρός, ο μέγας!





Είναι ορισμένα βιβλία που παίζουν τον ρόλο των παππούδων - λένε προσωπικές αναμνήσεις του παρελθόντος. Μία τέτοια ανάμνηση είναι το "Λεωφορείο της Ρόζας" (μτφρ. Δημήτρης Λυμπερόπουλος – Κόκκινο, 2011) – ένα βιβλίο-μαρτυρία που έγραψε ο Ιταλός Fabrizio Silei για να διηγηθεί μία σημαντική στιγμή της αμερικανικής ιστορίας.

Δεκέμβριος 1955 – Στην Αμερική τα πάντα χωρίζονται σε περιοχές και χρήσεις ανάλογα με το χρώμα δέρματος του κάθε ανθρώπου. Μία μαύρη γυναίκα επιστρέφει αργά το απόγευμα από τη δουλειά της. Ανεβαίνει στο λεωφορείο της γραμμής και κάθεται σε ένα κάθισμα που προορίζεται μόνο για τους λευκούς επιβάτες – τα καθίσματα που είναι οριοθετημένα για τους μαύρους, στο πίσω μέρος του λεωφορείου, είναι όλα πιασμένα. Σε μια από τις επόμενες στάσεις ανεβαίνει ένας λευκός άντρας κι επειδή δεν υπάρχουν κενές θέσεις στην "λευκή" περιοχή, ο οδηγός του λεωφορείου απαιτεί από την γυναίκα αυτή να παραχωρήσει την θέση της. Τρεις μαύροι συνεπιβάτες της γυναίκας που κάθονται δίπλα της υπακούουν αμέσως στις εντολές του. Ένας από αυτούς τους άντρες είναι και ο αφηγητής του παραμυθιού 62 χρόνια αργότερα, παππούς πλέον, βρίσκεται με τον εγγονό του στο Μουσείο Χένρι Φορντ, μπροστά στο πραγματικό λεωφορείο όπου συνέβη το περιστατικό και αφηγείται συγκινημένος στον μικρό Μπεν το πως έγιναν τα πράγματα και πως εκείνη η γυναίκα αρνήθηκε με σθένος να σηκωθεί




Η Rosa Louise McCauley Parks έγινε το σύμβολο ενός λαού για τα ανθρώπινα δικαιώματα και η άρνησή της εκείνη στάθηκε η αφορμή για μεγάλες κινητοποιήσεις κατά των φυλετικών διακρίσεων. Έγινε, επίσης, κατά κάποιο τρόπο το βάθρο που ανέδειξε την  κατοπινή ηγετική μορφή του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζ. – ήταν ο νεαρός δικηγόρος που την υποστήριξε στο δικαστήριο. Ένα χρόνο μετά το περιστατικό, ο φυλετικός διαχωρισμός στην Πολιτεία της Αλαμπάμα καταργήθηκε με νόμο. Πολλοί νόμοι θα αλλάξουν στην συνέχεια, το ίδιο και οι αντιλήψεις των ανθρώπων με αποτέλεσμα, πέντε δεκαετίες αργότερα, έναν μαύρο άντρα στην προεδρία της χώρας.

Ως βιβλίο για παιδιά, "Το λεωφορείο..." διαθέτει την κατάλληλη εικονογράφηση που συμβάλλει στην αφήγηση του παππού – ο
Maurizio Quarello με ρεαλιστικές μορφές και έντονα χρώματα, ιδίως τις φωτοσκιάσεις του ασπρόμαυρου, δημιουργεί μια δραματική ατμόσφαιρα. Ωστόσο, δεν αρκεί για να μεταδώσει στο παιδί τις λεπτές αποχρώσεις της ιστορίας και των εννοιών που περικλείουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε τούτο αποσκοπεί το κείμενο του φλωρεντίνου συγγραφέα που απευθύνεται σε παιδιά από 8 ετών και άνω καθώς σ' αυτή την ηλικία έχουν το λεξιλόγιο αλλά και την ωριμότητα να κατανοήσουν  το πλαίσιο των ιστορικών συσχετισμών μεταξύ της προσωπικής ιστορίας ενός ανθρώπου και της ιστορίας των φυλετικών διακρίσεων. Ο Φαμπρίτσιο Σιλέι διατυπώνει με αρκετά προσεκτικό τρόπο τόσο την αντίδραση του παππού όσο και την ρατσιστική νοοτροπία των ανθρώπων στην καθημερινότητα εκείνης της εποχής. Κι αυτό είναι το σημαντικό με τα βιβλία-μαρτυρίες: φέρνουν το πραγματικό βίωμα στο επίπεδο των παιδιών και ζωντανεύουν την ιστορική μνήμη μέσω παραδειγμάτων αυτογνωσίας και διαφοροποίησης. 


Σε αυτό το πλαίσιο, "Το λεωφορείο της Ρόζας" δίνει στους μικρούς αναγνώστες την αίσθηση του αυτοσεβασμού και της μαχητικής αντίστασης κατά της αδικίας που μπορεί να γίνει με μη βίαιο τρόπο.  Δίνει, επίσης, στους μεγάλους μια ευκαιρία αναστοχασμού, έναν τρόπο να δουν από την αρχή την έννοια της ισότητας και της ισονομίας καθώς ο ενήλικος κόσμος μας τώρα τελευταία έχει γεμίσει παρανοήσεις.




"Υπάρχει πάντα ένα λεωφορείο που περνάει στη ζωή καθενός από εμάς. Εσύ κράτα τα μάτια ανοιχτά: μην χάσεις το δικό σου." λέει ο παππούς στον μικρό Μπεν μετανιωμένος που ενώ μπορούσε να αντιδράσει, δεν το έκανε. Εάν ζούσε σήμερα η Ρόζα Παρκς, γιαγιά και η ίδια, θα του έλεγε πως η διατήρηση και μετάδοση της μνήμης είναι μία ισχυρή μορφή αντίστασης, ιδίως τώρα, που η ιστορία τείνει να αμβληθεί ή και να αλλοιωθεί σε ανησυχητικό βαθμό. Θα του υπενθύμιζε, όπως κάνει κι ετούτο το βιβλίο, ότι όταν οι άνθρωποι αντιδρούν, όσο μικρή κι αν είναι αυτή η αντίδραση, τότε τα πράγματα αλλάζουν.











Σημειώσεις: Το βιβλίο εκδόθηκε με την ευγενική υποστήριξη του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας. // Το έγχρωμο σκίτσο είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου. Σαν σήμερα, το  1913, γεννήθηκε η Ρόζα Λουίζ ΜακΚόλευ Παρκς  την οποία βλέπετε στην πρώτη φωτογραφία να κάθεται στην μοιραία εκείνη θέση του λεωφορείου έναν χρόνο μετά από το επεισόδιο. Η δεύτερη φωτογραφία είναι από πολύ πρόσφατη Πορεία Διαμαρτυρίας των Γυναικών στις ΗΠΑ.