Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018









Η αίσθηση της ζωής του 







Ο απαραίτητος κλασικός αυτού του καλοκαιριού ήταν ένας "παραγνωρισμένος" συγγραφέας κι αυτό διότι είναι ήδη στο πάνθεον των κλασικών για ένα φιλοσοφικό παραμύθι. Το έργο, ωστόσο, του Antoine de Saint-Exupéry αν και φαινομενικά σχεδόν μονοθεματικό, είναι πολυπεπίπεδο και ιδιαίτερα αξιόλογο ενώ υπήρξε αρκετά δημοφιλές στην εποχή του. Το "Γη των ανθρώπων" (μτφρ. Δημήτρης Ζορμπαλάς – Ψυχογιός, 2015 είναι μία, καταρχάς, αυτοβιογραφική περιπέτεια. Ουσιαστικά όμως πρόκειται για ένα στοχαστικό μυθιστόρημα που διακρίνεται για την συναισθηματική οξυδέρκεια με την οποία ο γάλλος συγγραφέας συνηθίζει να ερευνά την ανθρώπινη συνθήκη. 

Το βιβλίο ξεκινά με μία αφιέρωση στον Ανρί Γκιγιωμέ, πρωτοπόρο πιλότο και συνάδελφο του Σαιντ-Εξυπερί στην εταιρία αερο-ταχυδρομείου που εργάστηκε ως πιλότος ο συγγραφέας. Η  ιστορία του αποτελεί ένα εκτενές μέρος της αφήγησης καθώς ο Σαιντ-Εξυπερί περιγράφει με συγκρατημένο θαυμασμό την προσπάθεια επιβίωσης του Γκιγιωμέ όταν, κατά την διάρκεια αναγνωριστικής πτήσης προς την Αργεντινή, το αεροπλάνο του έπεσε στις χιονισμένες Άλπεις. Ο Γκιγιωμέ διέσχισε περπατώντας τρία περάσματα των Άνδεων σε μία εβδομάδα ώσπου τον βρήκε, από τύχη, ένας 14χρονος Αργεντίνος.

Πριν από αυτόν, ωστόσο, ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία του Ζαν Μερμόζ που φαντάζει ήρωας, όπως και ο Γκιγιωμέ, στα μάτια του. Όχι άδικα – το εναέριο ταχυδρομείο αναπτύχθηκε μετά την λήξη του Α΄ΠΠ και τα μέσα που διέθετε ήταν πρωτόγονα κι αναξιόπιστα, δεν παρείχαν καμμία ασφάλεια. Έτσι, οι υπηρεσίες  και η επέκτασή του οφειλόνταν κυρίως στην γενναιότητα των πρώτων πιλότων της Aéropostale (πρόδρομος της Air France), μεταξύ των οποίων και οι τρεις πιο πάνω. Ο Μερμόζ διάνοιξε πρώτος τις αεροπορικές διαδρομές στις Άνδεις και διέσχισε, επίσης πρώτος, τον Νότιο Ατλαντικό μεταφέροντας το ταχυδρομείο πρώτα στο Σαντιάγκο (Χιλή) και μετά στο Νατάλ (Βραζιλία) ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την αερο-ταχυδρομική σύνδεση Γαλλίας, Αφρικής και Νοτίου Αμερικής.





Το βιβλίο γράφτηκε το 1939. Ταυτόχρονα μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφόρησε στην Αμερική. Έτσι την ίδια χρονιά αποσπά το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας και  το  National Book Award – είναι η εποχή που ακόμη επιτρέπονταν σε μη-αμερικανούς συγγραφείς να συμμετέχουν ως υποψήφιοι. Ο Σαιντ-Χ, όπως τον αποκαλούν οι φίλοι του, θα παραλάβει το βραβείο του λίγο αργότερα και θα χρησιμοποιήσει την δημοτικότητά του για να πείσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ να μπει στον πόλεμο εναντίον των Ναζί – στους είκοσι οκτώ μήνες που θα μείνει στην Αμερική, δίχως αεροπλάνα και πτήσεις, δίνει διαλέξεις και συνεντεύξεις κατά των Ναζί και υπέρ της ειρήνης στην χώρα του. Παράλληλα συγγράφει τα τρία επόμενα βιβλία του.  

Ο ίδιος ομολογεί ότι συχνά ξαναγράφει μία πρόταση 25 ή 30 φορές. Και εξηγεί: "Γιατί θα πρέπει να υποτιμήσω τον εαυτό μου και την δουλειά μου - που είναι τελικά το ίδιο πράγμα; Πιστεύω πως ένας ξυλουργός πρέπει να λειαίνει την σανίδα του σαν να ήταν αυτό απαραίτητο για την περιστροφή της γης. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για την γραφή." Έτσι, η πρόζα του Σαιντ-Εξυπερί είναι ακριβής και καλαίσθητη ενώ διακρίνεται για τον λιτό λυρισμό της και τον πλούτο εικόνων και συμβολισμών με τα οποία ο συγγραφέας εκθειάζει τον ηρωισμό και την ευγένεια τόσο των απλών ανθρώπων που συναντά όσο και των συναδέλφων του. Κάποιες φορές εμφανίζεται ένας ελαφρώς μεμψίμοιρος, καταγγελτικός ίσως, τόνος όταν υπερασπίζεται τους συναδέλφους του ενάντια σε ανακρίβειες ωστόσο η αυθόρμητη, όπως διαφαίνεται, ειλικρίνειά του δημιουργεί μία αίσθηση οικειότητας με τον αναγνώστη. Είναι δε αξιοσημείωτος ο τρόπος που ο συγγραφέας δεν παραμένει στην περιγραφή εικόνων αλλά τις μετουσιώνει σε ιδέες που ωριμάζουν, καθώς ξετυλίγεται η αφήγηση, σε μία εκλεκτική και θετική φιλοσοφία ζωής. 





Αυταπόδεικτη ως αξία η περιπέτεια, ωστόσο, το "Γη των Ανθρώπων" δεν είναι ένα ακόμη περιπετειώδες μυθιστόρημα με διάφορες κοινωνιολογικές αναφορές. Αν και αυτοβιογραφικό, το βιβλίο ετούτο αποτελεί μαρτυρία πολλαπλών αποχρώσεων καθώς ο συγγραφέας αναστοχάζεται τις περιεπέτειές του σε αντίστοιξη με τον Ισπανικό εμφύλιο, το "ανενεργό" ανθρώπινο τοπίο της Τουλούζης, την ζωή των Μαυριτανών, τις οάσεις, το σκοτάδι της νύχτας, τα στοιχεία της φύσης και την έρημο. Είναι ένα μάθημα Γεωγραφίας καθώς ο συγγραφέας καταγράφει το πώς οι πιλότοι εξερευνούν χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής ώστε να διανοίξουν αεροπορικές διαδρομές για το γαλλικό εναέριο ταχυδρομείο. Με αυτό το σκεπτικό είναι παράλληλα το χρονικό της δημιουργίας της σημερινής Air France. Αποτελεί, επίσης, μία σημαντική καταγραφή της εθιμικής ζωής Μαυριτανών και Αράβων –η κοινωνική διαστρωμάτωση, οι πολεμικές διενέξεις μεταξύ εθνοτήτων, η αντιμετώπιση των ξένων– από κάποιον που ήξερε να συνομιλεί μαζί τους: ανάμεσα στα καθήκοντά του Σαιντ-Εξυπερί ως διοικητή του σταθμού ανεφοδιασμού στο Μαρόκο ήταν να διαπραγματεύεται την ασφαλή απελευθέρωση των πιλότων που έπεφταν στην έρημο και τους οποίους οι σαχάριες φυλές αιχμαλώτιζαν. 

Δεν είναι επίσης ένα μυθιστόρημα ειδικού ενδιαφέροντος – μόνο για πιλότους ή λάτρεις της αεροπλοΐας. Παραμένει ένα σημαντικό πεζογράφημα για την φιλία, το καθήκον, την συναδελφική αλληλεγγύη και την υπέρβαση των ορίων – του χώρου και, ιδίως αυτό, του εαυτού. Κάθε πτήση τότε ήταν μία επικίνδυνη δοκιμασία, πολλές φορές θανάσιμη και ο συγγραφέας, στην διάρκεια της πτητικής του καριέρας, είχε υποστεί πολλές δυνητικά θανάσιμες πτώσεις. Μία από αυτές θα σταθεί αιτία να αναστοχαστεί την ανάγκη του για μοναχικότητα και με απόγνωση να παραδεχθεί την εξάρτησή του από τους άλλους:  στα μισά στην διαδρομής Μπενγκάζι - Κάιρο το αεροπλάνο του θα πέσει στην Λιβυκή Έρημο και μαζί με τον μηχανικό και πλοηγό του, Αντρέ Πρεβό, θα μείνουν τρεις μέρες χωρίς τροφή και νερό κάτω από τον καυτό ήλιο της ερήμου. Θα τους βρει, κατά τύχη, ένας Βεδουίνος και θα τους περισώσει αφυδατωμένους και παραπαίοντας μεταξύ πραγματικότητας και παραισθήσεων – οι οφθαλμαπάτες μίας όασης, μίας αλεπούς ή ενός καραβανιού ήταν συχνές. Η μικρή αλεπού όμως ήταν πραγματική και, λογικά σκεπτόμενος τον τρόπο που ένα ζώο μπορεί κι επιβιώνει σε μιαν έρημο, αυτό θα του δώσει ελπίδα. Αργότερα, θα την κάνει σύντροφο του Μικρού Πρίγκηπα. 





Η παρούσα έκδοση είναι επανέκδοση του τίτλου, σε νέα επιμέλεια, και χάρηκα ιδιαίτερα γι' αυτό διότι διαβάζοντας τα βιβλία του Σαιντ-Εξυπερί διαβάζεις ουσιαστικά το μακρινό παρελθόν και μία νοοτροπία που εκλείπει. Πρωτίστως όμως διαβάζεις μία μοναδική οπτική – ως πιλότος είχε μία πανοραμική θέα του πλανήτη και την "μεγάλη εικόνα" της ανθρώπινης ύπαρξης. 

"Η ζωή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο προς τα πίσω. Πρέπει όμως να βιωθεί προς τα εμπρός" είπε ο Søren Kierkegaard και, διαβάζοντας τη "Γη..."δεν μπορείς να μην αντιληφθείς αυτή την σχεδόν κατεπείγουσα ροή της ζωής του γάλλου συγγραφέα κι εκείνη ακριβώς την ζέση που την διέπει. Σαν τα "λίγα λόγια" της Άνν Κάρσον για την απογείωση ενός αεροπλάνου: "Λοιπόν αναρωτιέμαι, θα μπορούσε να είναι ο έρωτας που τρέχει προς τη ζωή μου με τα χέρια υψωμένα κραυγάζοντας ας το πάρουμε τι φοβερή ευκαιρία!" 

Πράγματι. Λογοτεχνία που σε ανυψώνει.














Σημειώσεις: Η δημοφιλία του βιβλίου ήταν τέτοια που, μεταξύ άλλων, ο αρχικός τίτλος του βιβλίου (στην αγγλική απόδοσή του) Man and His World έγινε το όνομα  μίας διεθνούς φιλανθρωπικής οργάνωσης με μεγάλο έργο ενώ χρησιμοποιήθηκε επίσης για να δημιουργηθεί το κεντρικό θέμα της πιο επιτυχημένης Διεθνούς Έκθεσης του 20ου αι. -της Expo 67- στο Μόντρεαλ του Καναδά.Το βιβλίο ενέπνευσε, επίσης, τον Jean-Jacques Annaud να μεταφέρει, με πρωτοποριακά για την εποχή τρισδιάστατα εφέ, την ιστορία του Ανρί Γκιγιομέ στην κιν/κή οθόνη. // Η πρώτη φωτογραφία είναι του γερμανού ηθοποιού Ronald Zehrfeld από το οδικό ταξίδι του, για φιλανθρωπικό σκοπό, στην Γκάμπια. Η δεύτερη δείχνει τους συναδέλφους του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερί που θα διαβάσετε στο βιβλίο: (από αριστερά) Βικτόρ Ετιέν, Ζαν Μερμόζ και Ανρί Γκιγιωμέ στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Στο τέλος, ένας "πίνακας-ποίηση"  του Joan Miró.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018









      Άτιτλο  




"Έξω, τα φύλλα στα δέντρα ήταν ελαφρώς μειωμένα· ήταν βαθύ πράσινο των αρχών του φθινοπώρου. Ήταν μια Κυριακή του Σεπτέμβρη, θα υπήρχαν μόνο τέσσερις. Τα σύννεφα ήταν ψηλά και τα χελιδόνια θα ήταν εδώ σε ένα μήνα περίπου πριν φύγουν για το νότο πριν επιστρέψουν ξανά το επόμενο καλοκαίρι." 


                                         Ali Smith

                                                                                







Σημείωση: Το εικαστικό έχει τον τίτλο "Wineglasses" και είναι μία πρώιμη μελέτη του αμερικανού John Singer Sargent που θεωρείται κορυφαίος πορτραιτίστας της γενιάς του. 

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018










SHORT TALK 
ON THE RULES OF PERSPECTIVE



A bad trick. Mistake. Dishonesty. These are the view of Braque. Why? Braque rejected perspective. Why? Someone who spends his life drawing profiles will end up believing that man has one eye, Braque felt. Braque wanted to take full possession of objects. He has said as much in published interviews. Watching the small shiny planes of the landscape recede out of his grasp filled Braque with loss so he smashed them. Nature morte, said Braque.






ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ
ΓΙΑ ΤΟΥς ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗς ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ

Κακό τέχνασμα. Λάθος. Ανειλικρίνεια. Αυτές είναι οι απόψεις του Μπρακ. Γιατί; Ο Μπρακ απέρριψε την προοπτική. Γιατί; Κάποιος που περνάει τη ζωή του ζωγραφίζοντας προφίλ, στο τέλος θα πιστέψει ότι ο άνθρωπος είχε μόνο ένα μάτι, θεωρούσε ο Μπρακ. Ο Μπρακ ήθελε να κατέχει τα αντικείμενα πλήρως. Το δηλώνει αυτό σε όλες του τις συνεντεύξεις. Παρατηρώντας τις μικρές λαμπερές επιφάνειες του τοπίου να ξεγλιστρούν μέσα από τα χέρια του ο Μπρακ ένιωθε απέραντη θλίψη γι' αυτό τις συνέτριψε. Nature morte, είπε ο Μπρακ. 














Σημείωση: Το πιο πάνω ποίημα/δοκίμιο είναι αντλημένο από το "λίγα λόγια" (Πατάκης, 2013) της Anne Carson Η παρούσα, δίγλωσση, έκδοση είναι η μόνη ολοκληρωμένη που κυκλοφορεί στα ελληνικά (κατά καιρούς έχουν μεταφραστεί ποιήματά της που συμπεριλαμβάνονται σε θεματικές συλλογές ποίησης) και περιλαμβάνει  πρόλογο της ίδιας της καναδής ποιήτριας και μία μικρή αλλά κατατοπιστική  εισαγωγή (του βιβλίου αλλά και στο έργο της Κάρσον) από τον Χάρη Βλαβιανό που έχει κάνει και την μετάφραση της συλλογής. Είναι ακριβώς όπως το γράφει: "Το έργο της Κάρσον, έργο μεγάλου στοχαστικού βάθους, θεματικού εύρους και ρηξικέλευθων πειραματισμών, αποτελεί μία από τις πιο δυναμικές και συναρπαστικές προτάσεις της μεταμοντέρνας ποίησης." // Το εικαστικό του George Braque·  έχει τίτλο Tête de femme II. 

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018









Reading in the City




“Summertime is always the best of what might be.”









Σημείωση: Η ρήση είναι του Charles Bowden ενώ ο πίνακας, με τίτλο  "Δωμάτια δίπλα στη Θάλασσα", του Edward Hopper.

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018










Ένα καλοκαίρι

και τέσσερις χειμώνες





Είναι δύσκολο να μιλήσεις στα παιδιά για καταστάσεις όπως η ενδοοικογενειακή βία. Ιδίως στα πλαίσια μιας κοινωνίας, όπως η ελληνική, στην οποία η οικογένεια θεωρείται ισχυρός, σχεδόν απαραβιάστος, θεσμός. Πως, αλήθεια, μιλάς για κάτι που ενώ έχει δημιουργηθεί για να προσφέρει προτασία και ασφάλεια, τα παραβιάζει;  Σ' αυτές τις περιπτώσεις, το κατάλληλο βοήθημα είναι ένα μυθιστόρημα. Ή, και δύο. 

Στο 
"Το καλοκαίρι που μεγάλωσα" (Κέδρος, 2017η υπόθεση αφορά μία τυπική περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας: η δεκατετράχρονη Άννα ζει σε μία ευυπόλυπτη οικογένεια. Πίσω από τις πόρτες, ωστόσο, ο πατέρας της είναι καχύποπτος για τα πάντα, ανασφαλής, και ζηλότυπος για τους πάντες ενώ γίνεται όλο και πιο βίαιος απέναντι στην μητέρα της η οποία δικαιολογεί την κάθε του αντίδραση ελπίζοντας ότι κάτι θα αλλάξει. Πράγματι, κάτι αλλάζει· προς το χειρότερο – ο πατέρας αποκλείει την Άννα από φιλικές εξόδους και την μητέρα της από συζητήσεις με φίλους ή γνωστούς. Στο τέλος, αποφασίζει να μετακομίσουν σε ένα απομακρυσμένο χωριό με την δικαιολογία μιας ποιοτικής ζωής (σε αντίθεση με την αγχώδη της πόλης). Και η Άννα και η μητέρα της αντιδρούν προβάλλοντας την λογική αλλά ο πατέρας είναι ανένδοτος. Κι έτσι, μετακομίζουν. Τα πράγματα μοιάζουν κάπως με διακοπές επειδή είναι καλοκαίρι χωρίς σχολικές υποχρεώσεις. Η Άννα ωστόσο δεν ξεγελιέται: τίποτα δεν αλλάζει. Οι τρεις μόλις ημέρες που όλη η οικογένεια μένει στο καινούργιο της σπίτι είναι το προοίμιο γι' αυτό που θα ακολουθήσει – ο πατέρας της, για ασήμαντη αφορμή, αγριεύει και με την απειλή μαχαιριού, τις αναγκάζει να μπουν στο αυτοκίνητο. Και μετά "΄Εβαλε το κλειδί στη μηχανή και πάτησε γκάζι. ' Ή θα ζήσουμε μαζί ή θα πεθάνουμε μαζί,' είπε και όλο πατούσε γκάζι."

Παρόλο που το θέμα του είναι στενάχωρο, το βιβλίο είναι ιδιαίτερα ευανάγνωστο. Η δομή του είναι στέρεη και συνεκτική ενώ τα μικρά κεφάλαια ωθούν την πλοκή σε σταδιακή κλιμάκωση που οδηγεί στην λύση του προβλήματος. Με λιτή γλώσσα και σαφήνεια η συγγραφέας δείχνει το πώς η Άννα συνειδητοποιεί την αλήθεια μέσα από μικρά, καθημερινά περιστατικά και φτάνει στο σημείο να αναλάβει δράση. Φέρνει, επίσης, στον προσκήνιο τον περίγυρο της Άννας και τις διαθέσεις τους (την κολλητή και τον πατέρα της που γνωρίζουν και θέλουν να τις βοηθήσουν· την γιαγιά της Άννας που, αντίθετα, δεν θέλει) φωτίζοντας έτσι όλες τις πιθανές γωνίες της κατάστασης χωρίς ωστόσο να χάνεται η εστίαση – η κατανόηση του κύκλου της βίας και η διέξοδος απ' αυτόν. Η συγγραφέας παρουσιάζει ακόμη και την πλευρά του πατέρα όταν η Άννα, στο τέλος της αφήγησής της, αναγνωρίζει τα αίτια της παραβατικής συμπεριφοράς του. 

Η κύπρια Άντρη Αντωνίου γράφει μια ιστορία με ρεαλισμό. Ως δασκάλα –είναι η πρώτη της ιδιότητα–, χειρίζεται το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας με προσοχή και αφοπλιστική ειλικρίνεια ισορροπώντας θαυμάσια ανάμεσα στα βίαια γεγονότα και το συναίσθημα. Ο δυναμισμός και η αμεσότητα της γραφής της  εδώ ταιριάζουν με την εφηβική διάθεση, κάτι που εγγυάται ότι οι νεαροί αναγνώστες δεν θα βαρεθούν.  Αντίθετα, ετούτη η ολιστική παρουσίαση μιας δυσλειτουργικής οικογένειας, με  εύλυπτο τρόπο, θα τους βάλει  σε σοβαρές σκέψεις: για τα όρια μεταξύ μιας παραφοράς και της κακοποίησης, τις πολλές παραμέτρους μιας τέτοιας κατάστασης, για τα φαινόμενα που απατούν και τις μικρές λεπτομερειες που δεν διαψεύδουν.  





"Το καλοκαίρι που μεγάλωσα" είναι, εντέλει, ένα αισιόδοξο βιβλίο – μετά από μία επώδυνη πορεία, η Άννα ενηλικιώνεται και βγαίνει από το αδιέξοδο της βίας παίρνοντας μαζί και την μητέρα της. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις. Τα επίσημα στοιχεία των ψυχολόγων και των Αρχών είναι κάτι παραπάνω από ανησυχητικά – τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας αυξάνονται, περιλαμβάνουν –εκτός από την σωματική και την ψυχολογική– και την σεξουαλική κακοποίηση ενώ η έκβαση αρκετών από αυτών είναι μοιραία. Κι αυτό δεν είναι μόνο τοπικό φαινόμενο, συμβαίνει διεθνώς. Θα θυμάστε την περίπτωση (2008) του αυστριακού απαγωγέα και παιδεραστή Γιόζεφ Φριτζλ που ήταν και πατέρας του θύματος. 

Η περίπτωση της 18χρονης Νατάσα Κάμπους (λίγο νωρίτερα, το 2006) έχει ήδη δώσει την αφορμή στην Έμα Ντόναχιου να γράψει το εκπληκτικό "Δωμάτιο" της, και στην καταλανή Μάιτε Καράνθα το πιο πρόσφατο "Λόγια Δηλητήριο"  (μτφρ. Βασιλική Κνήτου – Κέδρος, 2017). Πρόκειται για ένα σύγχρονο αστυνομικό θρίλερ που καλύπτει την περίπτωση της σεξουαλικής κακοποίησης μιας δεκαπεντάχρονης με τον τρόπο του Φριτζλ – η Μπάρμπαρα Μολίνα διανύει μια πολύ επώδυνη, σκληρή και μοναχική  πορεία καθώς  η μητέρα της αγνοεί τα πάντα. Κι επιπλέον, η κοπέλα εξαφανίζεται μυστυριωδώς και για τέσσερα χρόνια θεωρείται νεκρή. Το μυθιστόρημα βασίζεται σε εκτεταμένη έρευνα της Καράνθα η οποία συνεργάστηκε με ειδικευμένη ψυχολόγο και με αρμόδιους του Τμήματος Ερευνών της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας και του Επιστημονικού Τμήματος της Εθνικής Αστυνομίας της Καταλονίας. Πολύ πιο σύνθετο στην δομή του από το "Καλοκαίρι...", πιο πληθωρικό στα στοιχεία και στην δράση, με εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων, κινηματογραφική πλοκή και τέσσερις αφηγητές (την Μπάρμπαρα, την μητέρα της, την καλύτερή της φίλη και τον  Σαλβαδόρ Λοθάνο, επιθεωρητή που χειρίζεται την υπόθεση) το "Λόγια Δηλητήριο" είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που απευθύνεται σε εφήβους με όρους λογοτεχνίας ενηλίκων.

Και τα δύο βιβλία απευθύνονται σε αναγνώστες 15+ χρονών αν και το πρώτο μπορεί να διαβαστεί κι από λίγο μικρότερους σε ηλικία ενώ το δεύτερο και από ενήλικες. Αυτή η ελαστικότητα της ηλικιακής κατηγοριοποίησης με έκανε να σκεφτώ μια συζήτηση, πριν καιρό,  για την ύπαρξη της νεανικής/αφηβικής λογοτεχνίας. Θυμάμαι πως υπήρχαν αρκετές γνώμες που υποστήριζαν ότι η ύπαρξή της είναι περιττή – η κλασική λογοτεχνία διαθέτει ότι χρειάζεται ο νεαρός αναγνώστης για να εμβαθύνει στην ζωή. Χωρίς να το αρνούμαι καθόλου (άλλωστε όταν ήμουν έφηβη δεν υπήρχαν παρά μόνο τα κλασικά έργα και οι ελάχιστες διασκευές τους για παιδιά) το ξανασκέφτομαι. Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι κάτι καινούργιο και πράγματι, από τον  Σαίξπηρ έως τον Μαλώ, τον Ντοστογιέβσκι και την Τόνι Μόρισσον, η κλασική λογοτεχνία διαθέτει πλήθος παραδειγμάτων και παραλλαγών του θέματος. Ωστόσο, η σύγχρονη κοινωνία έχει πλέον αλλάξει. Οι σημερινοί έφηβοι έχουν αλλάξει – διαφορετικές προκλήσεις, διαφορετικοί φόβοι, διαφορετικές συμπεριφορές. Και αυτό ακριβώς  αντανακλά  η νεανική/εφηβική λογοτεχνία, προσθέτοντας μία πραπληρωματική, πιο λεπτομερή, σημερινή ματιά σε ζητήματα που προϋπήρξαν στην κλασική λογοτεχνία. Δεν την αναιρεί. Στερεώνει την αναγνωστική συνήθεια πριν την ενηλίκωση.










Σημειώσεις: Το "Λόγια Δηλητήριο" 
τιμήθηκε (μεταξύ άλλων) με το Εθνικό Βραβείο Ισπανίας στην κατηγορία της Νεανικής Λογοτεχνίας. Το "Καλοκαίρι που μεγάλωσα" ήταν στην μικρή λίστα για το Λογοτεχνικό Βραβείο του Αναγνώστη 2018, στην κατηγορία Βιβλίων για Εφήβους. / Η φωτογραφία είναι της  Lisa Sorgini, από την σειρά Ipseity (2014). Ο πίνακας, λεπτομέρεια του Angelus Novus του Paul Klee

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018










"What is called... 






...a sincere work is 
one that is endowed with enough strength to give 
reality to an illusion."














Σημείωση: Το πορτραίτο του Amedeo Clemente Modigliani είναι της μούσας και συμβίας του γαλλίδας καλλιτέχνιδας Jeanne Hébuterne

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018










Ongame




Δεν διάβασα πολύ τώρα τελευταία. Θα μπορούσα να βρω αρκετές δικαιολογίες γι' αυτό, ευφάνταστες και λογικοφανείς. Προτίμησα όμως να εστιάσω στο βιβλίο εκείνο που θα με έβγαζε από την αναγνωστική μου οκνηρία. Θα με "ξεβόλευε". Το Μυθιστόρημα (Γαβριηλίδης, 2018) του Θωμά Συμεωνίδη με τον ιδιότυπο τρόπο του κάνει ακριβώς αυτό, με περισσότερους από εναν τρόπους. 

Καταρχάς, ο πρωταγωνιστής του Μυθιστορήματος δεν έχει όνομα αλλά μία δεικτική αντωνυμία: ΑΥΤΟΣ. Αποστασιοποιείται έτσι απο τον αφηγητή που παρατηρεί  αντικείμενα, ανθρώπους και γεγονότα που υπάρχουν γύρω του και μπαινοβγαίνουν στην καθημερινότητα ΑΥΤΟΥ: Η Ελένη και η Μαρίν, μία θεατρική παράσταση, μια διαδρομή από δωμάτιο σε δωμάτιο, μία ψείρα, μία σχεδία, η αποβάθρα του μετρό, το βαγόνι του μετρό, ένας κλοσάρ, ένα κείμενο τελειωμένο και σφραγισμένο μέσα σε μια φιάλη. Δύο φάκελοι -ένας μπλε κι ένας πορτοκαλής-, δύο πόρτες κι ένα κίτρινο κουτί. Μία δημόσια υπηρεσία. Η Φανή, ένας λοχίας, το σκάμμα σε μια παιδική χαρά· μια γυναικεία τσάντα που άλλαξε χρώμα από τα άνθη και τη γύρη· μία επίσκεψη στο νοσοκομείο που δεν έγινε, η Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι. Το αρχιτεκτονικό γραφείο "Εντουάρ και Σία" και ο μαθητευόμενος Σαρλ. 

Θα μπορούσα να γράψω πολλές περισσότερες εικόνες μιας και τα πρώτα δεκαοκτώ μικρά κεφάλαια του βιβλίου είναι γεμάτα με λεπτομέρειες και περιστάσεις που αναδύονται άναρχα στην αφήγηση – η απουσία μίας εμφανούς, συμβατικής δομής στην αφήγηση είναι ένα δεύτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου που ανέτρεψε τις αναγνωστικές μου συνήθειες και, επιπλέον, διότι εναλλάσσεται μεταξύ ενδοσκόπησης και δεικτικής παρατήρησης του κανονικού. Φαινομενικά τυχαίες, οι λεπτομέρειες αυτές είναι πάντοτε αλληλένδετες, αν και όχι φανερά με την πρώτη, με τον παράλογο τρόπο που έχει η μοντερνιστική γραφή να εξουδετερώνει τον χωροχρόνο και την αλληλουχία. Μέσα από αυτήν τη δίνη της αφήγησης, ωστόσο, σχηματίζεται με ευκρίνεια η ανθρώπινη –ενσώματη και ευαίσθητη– υπόσταση ΑΥΤΟΥ που σαν άλλος Κραππ των ημερών μας, έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του. "τι κάνατε αλήθεια τόσα χρόνια; Γιατί, ύστερα από τόσα αισθάνεστε τόσο έντονα μοναξιά και απομόνωση;" (...) "Γιατί χάνετε τον χρόνο σας τότε, γιατί χάνετε το πρωινό σας ανακυκλώνοντας τα ίδια και τα ίδια για να καταλήξετε στα ίδια πάλι; Σας ρωτάω, Γιατί;" Με πρόδηλη αμηχανία, που γυρνά σε δυσφορία ή σιωπή, ΑΥΤΟΣ προσπαθεί να προσδιορίσει την ταυτότητά του ενάντια στα καθημερινά εμπόδια: την παράνοια της γραφειοκρατίας των γαλλικών δημόσιων υπηρεσιών, την απαξίωση στο επαγγελματικό του περιβάλλον και τον ανταγωνισμό που καλλιεργείται εκεί, τις εύθραστες κοινωνικές σχέσεις με φίλους, γνωστούς, πελάτες του γραφείου, με ΑΥΤΗ.  



Οι αλλοπρόσαλλες, κωμικοτραγικές, καταστάσεις που συναντά ΑΥΤΟΣ και η εναγώνια προσπάθειά του να πει την ιστορία του μου θύμισαν τον Τρίστραμ Σάντυ.  Όπως επίσης κι αυτό το πυκνό κολάζ εικόνων που συνθέτει ο Συμεωνίδης, σαν του Λώρενς Στερνμε παρωδίες ανθρώπων και καταστάσεων. Στον αντίποδα όμως του Ιρλανδού συγγραφέα και του ήρωά του, ο Θωμάς Συμεωνίδης δίνει σ' ΑΥΤΟΝ την επίγνωση του αναπόδραστου  και άγχος. "Κρύβουμε την αυτογνωσία μας με άγχος" είχε πει ο Τζον Τσίβερ και το άγχος ΑΥΤΟΥ, ένας ενδόμυχος υπαρξιακός φόβος, σχεδόν τον παραλύει μπροστά στις αντιφάσεις της γλώσσας και των περιστάσεων που βιώνει – ο κόσμος γύρω του δεν βγάζει νόημα ενώ κάθε  σκέψη του, κάθε  πρόταση που εκστομεί, κάθε πράξη του γλιστρά ύπουλα στο αντίθετό τηςΤο αποκορύφωμα ετούτης της εντελώς αντιφατικής συνθήκης αναπτύσσεται στο κεφάλαιο 19 που, για να μιμηθώ τον Στερν, θα μπορούσε άνετα να τιτλοφορείται "Η ζωή και οι απόψεις του Εντουάρ, μεγαλομανούς κυρίου από σόι". Εδώ, ΑΥΤΟΣ υπομένει τον παραληρηματικό μονόλογο του επικεφαλής του αρχιτεκτονικού γραφείου όπου εργάζεται. Στις εξήντα πέντε σελίδες του κεφαλαίου, που είναι το μεγαλύτερο σε έκταση από τα υπόλοιπα ολιγοσέλιδα του βιβλίου, ο Εντουάρ τανύζει την αφήγηση εκτός των ορίων της εύλογης πραγματικότητας ανατρέποντας συνεχώς την νοηματική ισορροπία καθώς μιλά με απρόβλεπτα άλματα του νου: από την ιστορία της καταγωγής του και τις πολλές εντυπωσιακές συγγένειες στην ονοματοδοσία της οδού Λουίζης Ριανκούρ· από τα μολύβια λίγων εκατοστών που πρέπει να χρησιμοποιούν οι ασκούμενοι του γραφείου του μέχρι την περιπέτειά του με την Μαριόν, την γραμματέα εξ αποστάσεως· και από την αποστήθιση των λημμάτων μιας εγκυκλοπαίδειας εικοσιπέντε τόμων στον υπολογισμό της νέας μονάδας μέτρησης Ed που εμπνεύστηκε για την κατασκευή της κατοικίας του ζεύγους Φριξ και για την δημιουργία της οποίας λάβαινε υπόψη "...την ηλικία, το ύψος, την περιφέρεια μέσης, καρπού, αστραγάλου, λαιμού και γοφών του χρήστη"




"Δεν υπάρχουν αυστηρές διακρίσεις μεταξύ του πραγματικού και μη πραγματικού" θα έλεγε ο Χάρολντ Πίντερ εάν διάβαζε το Μυθιστόρημα. Του λογικού και του μη λογικού, θα διευκρίνιζε ΑΥΤΟΣ έχοντας ήδη βιώσει για μεγάλο διάστημα μια παλαβή αναίρεση της πραγματικότητάς του. Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που στο 24ο, και τελευταίο, κεφάλαιο του βιβλίου, μόνος κι εξαντλημένος από την σύγκρουση με το παράλλογο, ΑΥΤΟΣ απομακρύνεται στην σιωπή του ορίζοντα με μια παραδοχή: "...δεν ξέρω, ώς εδώ, φτάνει, αρκετά, αρκετά."  Το μικρό αγόρι και η Μαρία που είχε μόλις συναντήσει στις μνήμες της παιδικής ηλικίας στα αμέσως προηγούμενα κεφάλαια δεν μπόρεσαν να σιγάσουν την αγωνία του, ούτε και την τρομερή ημικρανία που του προκάλεσε ο Εντουάρ. 

Διαβάζοντάς το σκεφτόμουν το πόσο κοντά είναι το παράλογο στον ρεαλισμό που ζούμε. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, μία μέρα σας σε κεντρικό κατάστημα Εφορίας, σε ώρα αιχμής – η εμπειρία τούτη, αν εξαιρέσουμε τον τρόπο που εκφράζεται, δεν διαφέρει και πολύ από το αντίστοιχο περιστατικό που συμβαίνει σ' ΑΥΤΟΝ. Γι' αυτό, και για τη όλη επίγευση που σου αφήνει, θα έλεγα πως το Μυθιστόρημα είναι μία σύγχρονη αντήχηση του εφαρμοσμένου Θεάτρου του Παραλόγου. Διόλου τυχαία, θαρρώ, η επιρροή του Σάμιουελ Μπέκετ μιας και ο Συμεωνίδης έχει μελετήσει το έργο του ιρλανδού δραματουργού και ήδη μεταφράσει τους "Τρεις Διαλόγους" και την "Τελευταία Τριλογία" του. Εδώ, όμως, ο συγγραφέας κάνει μνεία και σε ελληνικές πηγές: τον Σεφέρη και τον Χειμωνά, μικρά αποσπάσματα των οποίων παραθέτει στην εισαγωγική σελίδα του βιβλίου. Έτσι, αφενός  προϊδεάζει τον αναγνώστη για το συγγραφικό ύφος του –και οι δύο Έλληνες είναι πρωτοπόροι του μοντερνισμού στην Ελλάδα–, αφετέρου εξηγεί τον τίτλο του βιβλίου, και εμμέσως, την δημιουργία του:

"...ΜΥΘΟΣ, γιατί χρησιμοποίησα αρκετά φανερά μια ορισμένη μυθολογία. ΙΣΤΟΡΙΑ, γιατί προσπάθησα να εκφράσω με κάποιον ειρμό μια κατάσταση τόσο ανεξάρτητη από μένα όσο και τα πρόσωπα του μυθιστορήματος"  

Πρωτότυπο και πολύσημο, μελαγχολικό και οξυδερκές, το Μυθιστόρημα φρεσκάρει το πεζογραφικό τοπίο τόσο με την διάρθωση όσο και με την αντισυμβατική γραφή του – καίριος και θελκτικός ο συνδυασμός λιτής γλώσσας και θεατρικότητας. Δεν θα το έλεγα εύκολο ανάγνωσμα, ούτε όμως δύσκολο. Μόνο μια διαφορετική, πιο απαιτητική και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναγνωστική εμπειρία όπου ο συγγραφέας χειρίζεται εντέχνως στοιχεία φιλοσοφίας, τέχνης και αρχιτεκτονικής για να μας κάνει να σκεφτούμε για την σύγχρονη απομόνωση και την έλλειψη επικοινωνίας· την ασημαντότητα της ύπαρξης, το ά-λογο της ανθρώπινης συνθήκης και τα όρια της αφηγηματικής αλήθειας.











Σημείωση: Το απόσπασμα για τον Μύθο και την Ιστορία είναι η σημείωση του Γιώργου Σεφέρη στην πρώτη έκδοση της τρίτης ποιητικής του συλλογής Μυθιστόρημα (1935).  // Η πρώτη φωτογραφία είναι του συγγραφέα. Το κολάζ ανήκει στον Robert Rauschenberg κι έχει τίτλο Scanning (1963). Η λιθογραφία, στο τέλος, του Richard Hamilton – ο Marcel Duchamp με τον οποίο έπαιζε τακτικά σκάκι ο Σ. Μπέκετ.