Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017









Με τον τρόπο


των κλασικών





Το μυθιστορηματικό χρονικό ενός άγριου πολέμου δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα, ιδίως όταν δεν γνωρίζεις σχεδόν τίποτα σχετικό. Το "Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων" (μετάφραση & σημειώσεις Αχιλλέα Κυριακίδη – Ίκαρος, 2013) διαδραματίζεται στην εμπόλεμη Τσετσενία για την οποία είχα ακούσει κάποιες περιγραφές στα δελτία ειδήσεων, πριν καιρό, για την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατούσε στο έδαφός της. Ωστόσο, ο αμερικανός Anthony Marra, με το πρώτο του αυτό βιβλίο, δεν παρουσιάζει μόνο την απίστευτα βίαιη επιφάνεια της κατάστασης αλλά εμβαθύνει στην αθέατη πλευρά της – στις ζωές των ανθρώπων που ήταν υποχρεωμένοι να συνεχίσουν να ζουν στις ρωγμές ενός πολέμου που έχει χαρακτηριστεί ως το Βιετνάμ της Ρωσίας.

Το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από την ζωή έξι ανθρώπων στο χωριό Ελντάρ. Του Άχμεντ, που είναι ο γιατρός του χωριού. Αποτυχημένος, λόγω καλλιτεχνικής φύσης, ωστόσο φροντίζει υποδειγματικά την κατάκοιτη γυναίκα του Ούλα αλλά και τα χέρια του γείτονά του, Ντόκα – την πρώτη φορά που οι ρώσοι στρατιώτες συνέλλαβαν τον δασοκόμο του χωριού, έκοψαν τα δάχτυλα και των δύο χεριών του πριν τον απελευθερώσουν. Την δεύτερη φορά που τον συλλαμβάνουν, ο Ντόκα έχει ήδη προλάβει να φυγαδεύσει την κόρη του –την οκτάχρονη Χαβάα– από την πίσω πόρτα, με οδηγίες να κρυφτεί στο δάσος. Θα την βρει ο Άχμεντ και θα την φυγαδεύσει σε ασφαλές μέρος, κάποια χιλιόμετρα μακριά - στο νοσοκομείο της πόλης Βολτσάνσκ. Η ρωσίδα γιατρός Σόνια είναι η επικεφαλής του νοσοκομείου. Εγκατέλειψε τις σπουδές της στο Λονδίνο κι επέστρεψε στον γενέθλιο τόπο για να αναζητήσει την αδερφή της, Νατάσα, που αγνοείται. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να φροντίσει τους ασθενείς και τραυματισμένους που καταφθάνουν στο νοσοκομείο σε άθλια κατάσταση ενώ παράλληλα διαχειρίζεται με τον πιο αποδοτικό τρόπο το κτήριο (ο τέταρτος όροφός του είναι βομβαρδισμένος), το ελάχιστο προσωπικό του (μία συνταξιούχο νοσοκόμα κι ένα μονόχειρα φύλακα στους οποίους θα προστεθεί και ο Άχμεντ) και το επίσης ελάχιστο ιατρικό υλικό. Και τέλος, του Χασάν που με κοπιώδη επιμονή συγγράφει την ιστορία του κράτους της Τσετσενίας από τις απαρχές του. Μόνη παρέα του εβδομηντάχρονου καθηγητή, η αγέλη των έξι ψωραλέων σκυλιών που τον ακολουθεί κατά πόδας· και η σιωπή, ως φυσική συνέπεια της συμπεριφοράς του γιού του, Ραμζάν, ο οποίος με αντάλλαγμα την ζωή του, τροφή και την απαραίτητη ινσουλίνη για τον πατέρα του, δίνει με σχετική ευκολία στους ρώσους στρατιωτικούς τα ονόματα που χρειάζονται. 






"Τη νύχτα που οι στρατιώτες έκαψαν το σπίτι της και της πήραν τον πατέρα, η Χαβάα ονειρεύτηκε θαλάσσιες ανεμώνες. Το ξημέρωμα, ενόσω το κορίτσι ντυνόταν, ο Άχμεντ, που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, πηγαινοερχόταν έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου..." Η εναρκτήρια πρόταση μας βάζει αμέσως στη δράση – βρισκόμαστε στο 2004, όταν μαίνεται ο Δεύτερος, πιο βίαιος από τον Πρώτο, Πόλεμος της Τσετσενίας. Tο μυθιστόρημα περιγράφει πέντε ημέρες των πρωταγωνιστών του ωστόσο, η πλοκή εκτείνεται σε μία δεκαετία – όσο διήρκησαν μέχρι εκείνη την στιγμή οι δύο πόλεμοι στη χώρα που κάποτε ήταν το αντίστοιχο των ευρωπαϊκών Άλπεων στη Ρωσία. Στην αρχή κάθε κεφαλαίου υπάρχει ένα χρονολόγιο που ορίζει τον χρόνο της αφήγησης, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο καθώς ο Μάρα χρησιμοποιεί συχνές αναδρομές στο παρελθόν –ακόμη και πέρα από την δεκαετία των πολέμων– για να φωτίσει τον τρόπο που αυτό επηρρεάζει το παρόν των ηρώων του. Μαθαίνουμε έτσι για την σχέση Άχμεντ-Ντόκα-Ραμζάν – ήταν κολλητοί ως παιδιά. Ο γάμος του Άχμεντ δεν ήταν από την αρχή κενός αλλά η Ούλα δεν μπόρεσε να δεχτεί την κατάσταση του πολέμου και παρέλυσε σωματικά και πνευματικά. Η ερωτική σχέση του Χασάν με την Μίζρα και ο μετέπειτα γάμος της με τον πατέρα του Άχμεντ είναι καταλύτης στην εξέλιξη του μυθιστορήματος. Η πρώτη απόπειρα της Νατάσας να ταξιδέψει μέχρι το Λονδίνο για να βρει την αδερφή της αποδεικνύεται στην πραγματικότητα ένα ακόμη –επιτυχημένο– δρομολόγιο εμπόρου λευκής σαρκός· η δεύτερη, οδηγεί στην αυτοκτονία.

Στις σελίδες κυκλοφορούν, επίσης, και αρκετές εκατοντάδες πρόσφυγες από τις γύρω πόλεις που προσπαθούν να διαφύγουν και μένουν προσωρινά στο σπίτι του Ντόκα το οποίο έχει διαμορφώσει κατάλληλα γι' αυτόν τον σκοπό· ρώσοι στρατιώτες που συλλαμβάνουν και βασανίζουν τους Τσετσένους, ρώσοι αξιωματικοί που φορούν ζώνες ασφαλείας όταν μετακινούνται με όχημα, αντάρτες που εκτελούν αντίποινα και εισβάλλουν αιμόφυρτοι στο νοσοκομείο και κάποιοι έντονα θρησκευόμενοι Μουσουλμάνοι που παίρνουν μέρος σε μια μυσταγωγική τελετή. Επίσης, ένας κλόουν που κλαίει στο υπόγειο ενός άδειου πολυκαταστήματος στην διάρκεια εναέριας επίθεσης, ένας λαθρέμπορος ολκής από τον οποίο η Σόνια προμηθεύεται σπάνιο ιατρικό υλικό κι ένα ασημένιο περίστροφο που θα φέρει προς στιγμήν σε δύσκολη θέση τον Ραμζάν.




Η αγάπη για την κλασική ρωσική λογοτεχνία ήταν το έναυσμα του Άντονυ Μάρρα να σπουδάσει την ρωσική γλώσσα. Έτσι, ως δευτεροετής στο πανεπιστήμιο, επιλέγει τα αντίστοιχα μαθήματα και τα συνδυάζει με ένα σύντομο ταξίδι στην Αγία Πετρούπολη, το 2006. Εκεί, παρατήρησε το εξής: μία ομάδα δεκαεξάχρονων Ρώσων της στρατιωτικής ακαδημίας της πόλης να συναντάται τυχαία στο ίδιο σημείο ενός σταθμού μετρό με μία ομάδα ρώσων βετεράνων του πολέμου της Τσετσενίας. Η μεγάλη αντίθεση μεταξύ της άμεμπτης εμφάνισης των νεαρών ένστολων που κινούνταν σε άψογο σχηματισμό και της παραμελημένης (και ακρωτηριασμένης) των βετεράνων που δεν ήταν πολύ μεγαλύτεροι από τους δόκιμους και οι οποίοι ζητιάνευαν λίγα κέρματα, τον έκανε να αναρωτηθεί για το κοινό σημείο των δύο ομάδων – η Τσετσενία, το παρελθόν του ενός ως μέλλον του άλλου. Δεν ήξερε, όμως, τίποτα για την μικρή αυτή χώρα στο έσχατο άκρο της ανατολικής Ευρώπης, ούτε και για την κατάσταση που επικρατούσε στον βόρειο Καύκασο. Επιστρέφοντας, λοιπόν, στην Αμερική διαβάζει συνεχώς βιβλία σχετικά με αυτή και την σύγχρονη Ρωσία.

"...οι πρώτες-πρώτες ιστορίες πολέμου που άκουσα τόνιζαν την τρέλα και τον παραλογισμό του, την ικανότητα να στρέφει λογικούς, κατά τα άλλα, ανθρώπους σε χαζούς..." λέει ο Μάρρα. Το διαπιστώνει αυτό και στο βιβλίο της εμβληματικής δημοσιογράφου Άννας Πολιτκόφσκαγια η οποία αποτυπώνοντας την πολεμική σύρραξη στην Τσετσενία παρουσιάζει έναν κόσμο που, στερημένος από κάθε λογική, είναι κτηνώδης αλλά παράλληλα και αστείος με έναν ζοφερό, πικρό τρόπο. Έτσι, ενσωματώνει στην αφήγησή του αρκετές σουρεαλλιστικές καταστάσεις που προκαλούν στον αναγνώστη γέλιο αλλά και αμηχανία για την τραγικότητα της στιγμής.

Παρά το νεαρό της ηλικίας του –όταν έγραφε το βιβλίο δεν ήταν ούτε καν τριάντα χρονών–, ο Μάρρα αναδεικνύει δύσκολα θέματα με συναισθηματική ωριμότητα και οξυδέρκεια: τις οικογενειακές σχέσεις που είναι ιδιαίτερα εύθραστες έως απολύτως καταστροφικές στην περίπτωση του Ραμζάν και του πατέρα του. Τους δεσμούς αίματος οι οποίοι δεν είναι πάντοτε οι προφανείς. Την καλλιτεχνική έκφραση και την προστασία της δημιουργίας ως αδιαφιλονίκητη ανάγκη του ανθρώπου ακόμη και κάτω από απάνθρωπες συνθήκες: η Χαβάα ονειρεύεται θαλάσσιες ανεμώνες, απομνημονεύει δύσκολες λέξεις και κατασκευάζει καινούργιες, δικές της· ο Άχμεντ ζωγραφίζει τα πορτρέτα των σαράντα συγχωριανών του που συνέλαβαν οι Ρώσοι και τα βάζει στους κορμούς των δέντρων· η Νατάσσα συνθέτει μια τοιχογραφία του Βολτσάνσκ στον κατεστραμμένο τέταρτο όροφο του νοσοκομείου· ο Χασάν γράφει, σβήνει κι αναπροσαρμόζει την πολύτομη ιστορία της χώρας του και ο Άχμεντ προτείνει στη Σόνια να διαβάσει το "Χατζή Μουράτ" – τη νουβέλα του Λ. Τολστόι που διαδραματίζεται στην Τσετσενία,  στα μέσα του 19ου αι., πάλι εν καιρώ πολέμου, και αναφέρεται στην αρχή της διαμάχης με τους Ρώσους.





Η θέση της γυναίκας δίνεται με ιδιαίτερα εύγλωττο τρόπο στα πρόσωπα της μικρής Χαβάα –«Είναι έξι χρόνων. Καιρός της να μάθει να χειρίζεται όπλα»– και της Σόνιας. "Υποτίθεται πως οι γυναίκες δεν μπορούν να 'ναι γιατροί, δεν είναι ικανές γι' αυτή τη δουλειά, για τη μελέτη, το χρόνο και την αφοσίωση που χρειάζονται, απ' τη στιγμή που έχουν να καθαρίζουν το σπίτι, να φροντίζουν τα παιδιά, να μαγειρεύουν, να ικανοποιούν τον άντρα τους. Αλλά η Σόνια ήταν πιο πολύ φρικιό απ' τον φύλακα (...). Δεν είχε ούτε άντρα ή παιδιά να φροντίζει, ούτε σπίτι να καθαρίζει. Και ήταν ικανή γι' αυτή τη δουλειά, μπορούσε να διαθέτει χρόνο για μελέτη, μπορούσε ν' αφοσιώνεται σε οτιδήποτε μπορεί να χρειάζεται η διεύθυνση ενός νοσοκομείου. Έτσι, ακόμα κι αν η Σόνια ήταν απότομη κι ευέξαπτη, η Χαβάα μπορούσε να της συγχωρέσει αυτές τις αδυναμίες, που ήταν αδυναμίες μόνον ως προς το ότι ήταν το αντίθετο απ' αυτό που υποτίθεται πως πρέπει να 'ναι κάθε γυναίκα. Εκείνο το παχύ και σκληρό κέλυφος έκρυβε τη λεβεντιά τής ζωής της. Της άρεσε αυτό της Χαβάας."  Οι δύο ετούτοι χαρακτήρες είναι πολύ επιφυλακτικοί μεταξύ τους στην αρχή. Στην διάρκεια της αφήγησης, όμως, η σχέση τους θα εξελιχθεί σε μία κατάσταση αποδοχής, προστασίας και αμοιβαίου σεβασμού.

Τέλος, τα ηθικά διλήμματα που θέτει στους χαρακτήρες του είναι εντυπωσιακής, αν μπορώ να το πω έτσι, σκληρότητας. Στην περίπτωση του Ραμζάν το "προδοσία ή θάνατος" παίρνει ιδιαίτερα τραγικές, ανελέητες, διαστάσεις καθώς, παρόλη την απάθεια με την οποία εμφανίζεται να καταδίδει, ο δρόμος μέχρι την ηθική του έκπτωση δεν ήταν αβασάνιστος.





Σε συνέντευξή του, ο Μάρρα ομολογεί πως διαβάζοντας για την Τσετσενία δεν είχε, αρχικώς, καμμία πρόθεση να γράψει μυθιστόρημα. Προφανώς αυτό προέκυψε στην συνέχεια, εξού και το δεύτερο ταξίδι του στην Τσετσενία το 2012 για επιτόπια έρευνα. Επαλήθευση, περισσότερο. Είχε ήδη γράψει το μεγαλύτερο μέρος του "Αστερισμού..." που θα εκδοθεί την επόμενη χρονιά και θα εντυπωσιάσει κοινό και κριτικούς – εξαιρετικά στέρεη δομή, συνεπές ύφος, συναφέστατη πλοκή και πραγματολογικά στοιχεία που αγγίζουν το ντοκιμαντέρ· κι όλο αυτό να εκλείει μία ιδιαίτερη θερμοκρασία που  εμπλέκει τον αναγνώστη στην αφήγηση. Ωστόσο, το μυθιστόρημα είναι καθαρά αποτέλεσμα βιβλιογραφικής έρευνας και επινόησης της φαντασίας του συγγραφέα. Ο ιταλο-ιρλανδικής καταγωγής Μάρρα δεν έχει κανενός είδους σύνδεση με την περιοχή και δεν αντλεί το παραμικρό από την προσωπική του ζωή"Ζω την λιγότερο  ενδιαφέρουσα, λογοτεχνικώς, ζωή που μπορεί κανείς να φανταστεί" λέει.

Το βιβλίο του, σε αντίθεση, είναι μία περιπέτεια. Η γλώσσα του –που αναδεικνύεται από την θαυμάσια μετάφραση στα ελληνικά του Αχιλλέα Κυριακίδη– όμορφη, δυναμική κι εκφραστική, όχι όμως λυρική –  τα φυλάκια, τα στρατόπεδα, οι καταυλισμοί, τα βασανιστήρια, το εμπόριο λευκής σαρκός, η καταναγκαστική πορνεία και η μαύρη αγορά, ακόμη και ο ακρωτηριασμός που επιχειρεί ο Άχμεντ στο νοσοκομείο με την επίβλεψη της Σόνιας, δίνονται με σαφήνεια που τρομάζει. Οι χαρακτήρες του είναι ρεαλιστικοί και συναισθηματικά πλήρεις – με λάθη, φόβους, αρετές  κι  ευαισθησίες. Εδώ, είχα μία ελαφρά αίσθηση ότι μοιάζουν να μην είναι απόλυτα ενσωματωμένοι στο περιβάλλον τους, ίσως λόγω της συχνής εναλλαγής σκηνών. Μικρό πταίσμα, θα σκεφτείτε και πολύ σωστά. Ο τρόπος δε που ο Μάρρα πλέκει την ιστορία του ενός μέσα στην ιστορία του άλλου και κατόπιν συγχωνεύει τα αφηγηματικά αυτά νήματα  σε μια ενιαία αφήγηση είναι τόσο συνεκτικός και υποδόριος που κρατά γερά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. 


Θα ήθελα να γράψω κι άλλο: για στοιχεία που παρέλειψα, για το νόημα του τίτλου, την ελπίδα που θριαμβεύει με την σωτηρία της Χαβάα, ακόμη και για τον έρωτα που αχνοφαίνεται στο κοντινό μέλλον της Σόνιας και του Άχμεντ. Καλύτερα όμως να το διαπιστώσετε οι ίδιοι – ο "Αστερισμός ζωτικών φαινομένων" είναι ένα πολυσύνθετο μυθιστόρημα για τον πόνο και την απώλεια, την αντοχή, την ευθύνη και τον ανθρωπισμό που επιβιώνει σε πείσμα της κτηνωδίας. Ένα βιβλίο που, εντέλει, υπερασπίζεται την ζωή.











Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του
"A small corner of Hell: Dispatches from Chechnya" της ρωσίδας Anna Politkovskaya, βιβλίο-ντοκουμέντο για την εμπόλεμη κατάσταση στην Τσετσενία και ένα από τα βασικά βιβλία αναφοράς του συγγραφέα. Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από το "Garden of Earthly Delights" του Hieronymous Bosch. Ακολoυθεί λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου και μετά, ο ασπρόμαυρος πίνακας του εξαιρετικού σύγχρονου, επίσης ρώσου, πορτρετίστα Igor Babailov που έχει τίτλο "My grandmother told me...1937". Στο τέλος, φωτογραφία του συγγραφέα αντλημένη τυχαία από το διαδίκτυο.

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

.









Για ένα αγόρι




Είναι το πρώτο βιβλίο που γράφει και εικονογραφεί ο Benji Davies κι έχει ήδη αποσπάσει πολλά βραβεία. Το αξιοσημείωτο όμως με το "Ο Νόι και η φάλαινα" (απόδοση Αντώνη Παπαθεοδούλου – Ίκαρος, 2017) δεν είναι αυτό. Είναι το ότι ετούτο το τρυφερό βιβλίο του βρετανού συγγραφέα, εικονογράφου και σκηνοθέτη ταινιών κινουμένων σχεδίων μιλά για κάτι που συνήθως δεν λέγεται: την μοναξιά των παιδιών. 

Ο μικρούλης Νόι μένει σε ένα παραθαλάσσιο σπίτι μαζί με τον μπαμπά του που είναι ψαράς και κάθε μέρα δουλεύει μέχρι να νυχτώσει ενώ ο Νόι μένει μόνος, με τις έξι γάτες τους.  Ένα πρωινό, ο Νόι πηγαίνει βόλτα στην παραλία και βρίσκει ένα φαλαινάκι - την προηγούμενη νύχτα είχε καταιγίδα και η θάλασσα το είχε ξεβράσει στην ακτή. Ξέρει πως δεν είναι καλό μία φάλαινα να μένει έξω από το νερό κι έτσι παίρνει το φαλαινάκι σπίτι του, το περιποιείται και του κρατάει συντροφιά λέγοντάς του ιστορίες για την ζωή στο νησί. Καταφέρνει, μάλιστα, να το κρατήσει κρυφό από τον μπαμπά του που όταν το βράδυ επιστρέφει από τη δουλειά είναι όπως πάντα κουρασμένος και αμίλητος. Το μυστικό, όμως, δεν παραμένει μυστικό για πολύ - το επόμενο πρωί ο μπαμπάς του το ανακαλύπτει. Αντί όμως να θυμώσει με το ψάρι που βρίσκει στην μπανιέρα, συνειδητοποιεί πόσο μόνος νιώθει ο Νόι όταν εκείνος λείπει για ψάρεμα. Τότε, τον αγκαλιάζει και του εξηγεί ότι πρέπει να επιστρέψουν το φαλαινάκι στην θάλασσα. Έτσι και γίνεται. 

Άθελά του, ο Ντέιβις έχει συμπεριλάβει αυτοβιογραφικά στοιχεία στην ζωή του Νόι καθώς ο πατέρας του, που ήταν μηχανικός, έλειπε πολύ από το σπίτι.  «Δεν νομίζω ότι ένιωσα απομονωμένος εξαιτίας αυτού. Περνούσα, όμως, πολλές ώρες μόνος μου ζωγραφίζοντας  οπότε υποθέτω ότι υπάρχει κάτι από αυτό στο βιβλίο.»  Υπάρχει επίσης και κάτι άλλο που δημιουργεί μια ευχάριστη διάθεση στην ιστορία - οι εικόνες του Ντέιβις εμπλουτίζουν το κείμενο με ιδιαίτερες λεπτομέρειες και δίνουν χώρο στην εξάσκηση της παρατηρητικότητας των παιδιών: σημαιάκια διαφόρων χρωμάτων στην πρόσοψη του σπιτιού του Νόι και διάφορα κοχύλια στην παραλία, ένα μπάλωμα στην στέγη του άλλου σπιτιού κι ένας αχνός φάρος στον ορίζοντα. Στο πάτωμα του μπάνιου, παραδίπλα στην μπανιέρα, είναι ένας δίσκος με κεράσματα για την μικρή φάλαινα και δίσκοι βινυλίου με ήχους της θάλασσας για να νιώθει το φαλαινάκι σαν στο σπίτι του. Όταν ο Νόι και ο μπαμπάς του επιστρέφουν το φαλαινάκι στην θάλασσα, η ουρά του δεν διακρίνεται εύκολα μέσα στα μαυρο-μπλε κύματα. 

Η αφήγηση είναι διατυπωμένη με προσοχή και η μοναχικότητα του Νόι δίνεται με έναν ανάλαφρο τρόπο που δείχνει να ωθεί τον μικρούλη στην καλλιέργεια της φαντασίας του,  τονίζει την καλή σχέση πατέρα-γιου κι επιπλέον  γίνεται η αφορμή για να δημιουργηθεί μια ξεχωριστή φιλία. Παράλληλα, τα ήσυχα και απαλά χρώματα της εικονογράφησης, με τα υπέροχα παράκτια τοπία, αποδίδουν στην απλή ζωή του Νόι και του πατέρα του  ένα σημαντικό συναισθηματικό βάθος. Και είναι εντυπωσιακό το πόσο ισχυρό γίνεται αυτό το συναίσθημα  από εκείνα που ο Ντέιβις λέει χωρίς ωστόσο να τα αναφέρει – την παντελή απουσία της μητέρας όπως και κάθε άλλου ανθρώπου στο γραφικό κι εγκαταλειμμένο ψαροχώρι όπου μένει ο Νόι με τον πατέρα του.  




Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά από 3 ετών και άνω – τόσο το κείμενο όσο και η εικονογράφηση απηχούν ιδιαίτερα στους μικρούς αναγνώστες καθώς παρουσιάζει μια δύσκολη καθημερινότητα δίχως να φοβίζει αλλά με ρεαλισμό  δημιουργώντας ένα ζεστό συναίσθημα οικειότητας. Σίγουρα ο Νόι -με το ασυνήθιστο όνομα που προέρχεται από ένα ισλανδικό φιλμ, τα μινιμαλιστικά χαρακτηριστικά του προσώπου και το μαύρο σκουφί στο ολοστρόγγυλο  μωρουδίστικο κεφάλι του- θα γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους χάρτινους ήρωες των μικρών αναγνωστών. 




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον αναγνώστη, στις 6 Αυγούστου 2017. 





Σημείωση: Οι εικόνες είναι από την εικονοογράφηση του βιβλίου. // Το "Ο Νόι και η φάλαινα" έχει βραβευτεί με το φημισμένο Oscar’s First Book Prize, το Ολλανδικό CPNB Dutch Picture Book Of The Year 2017 και το ισπανικό Generalitat Valenciana Best Picture Book. Βρέθηκε, επίσης, στις μικρές λίστες των: Bookseller’s Guild of Madrid Picture Book, Booktrust Best Books, Peter’s Book of the Year. Not bad. 

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017








Untitled




“To feel anything
deranges you. To be seen
feeling anything strips you
naked. In the grip of it
pleasure or pain doesn’t
matter. You think what
will they do what new
power will they acquire if
they see me naked like
this. If they see you
feeling. You have no idea
what. It’s not about them.
To be seen is the penalty.”
 
·
 







Σημείωση: Το απόσπασμα είναι από το Red Doc> της σημαντικής Καναδής Anne Carson. Το στιγμιότυπο της Sylvie Gillem είναι από την παράσταση "Push" (2014)

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017









He, who was himself





Απορρίφθηκε επτά φορές πριν τελικά εκδοθεί το 1965, χάρη στην επιμονή ενός νεαρού επιμελητή εκδόσεων που επέμενε να προωθεί συγγραφείς με υποτιμημένο ταλέντο (ένας από αυτούς ήταν και ο Τόμας Πίντσον). Ένα άρθρο στο New Republic, την επόμενη χρονιά, δημιούργησε ένα δυνατό, προσωρινό ωστόσο, κύμα ενδιαφέροντος για το «Ο Στόουνερ» (σε εξαιρετική μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδη – Gutenberg/σειρά Aldina05, 2017) το οποίο στο μεταξύ είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Το 1973 θα καταφέρει να εκδοθεί στην Μεγάλη Βρετανία και μετά, λήθη. Μόνο σποραδικά άρθρα εκθείαζαν την λογοτεχνικότητα -για την ακρίβεια, την τελειότητα της πρόζας- του John Edward Williams αλλά τίποτα πέρα από μία απλή επανέκδοση το 2003 από τον ίδιο εκδοτικό. 

Ώσπου το 2011 μεταφράζεται στα γαλλικά και γίνεται best seller. Την επόμενη χρονιά, αναδεικνύεται βιβλίο της χρονιάς στα Waterstones και το 2013 οι πωλήσεις του τριπλασιάστηκαν. Μισόν αιώνα μετά την έκδοσή του, «Ο Στόουνερ» επανέρχεται θεαματικά στο λογοτεχνικό προσκήνιο κι όχι δίχως λόγο. 

Ο Ουίλλιαμ Στόουνερ είναι καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας σε ένα πανεπιστήμιο της περιφέρειας των ΗΠΑ. Γιος  ενός ζευγαριού αγροτών σε ένα απόμερο χωριό του αμερικανικού νότου, ο Στόουνερ μεγαλώνει βοηθώντας τον πατέρα του στο χωράφι. Σχολείο πηγαίνει αναγκαστικά, μόνο για να αποφοιτήσει μέχρι που ο αγροκόμος της περιοχής συστήνει στον πατέρα του να τον στείλει στο καινούργιο τμήμα Γεωπονικής του τοπικού πανεπιστημίου με την προοπτική ως γεωπόνος, όταν τελειώσει τις σπουδές του και αναλάβει το χωράφι τους, να το βελτιώσει. Έτσι και γίνεται. Στην αρχή τουλάχιστον διότι στο δεύτερο έτος ο Στόουνερ, με αφορμή ένα σονέτο του Σαίξπηρ «…εγκατέλειψε τα μαθήματα των βασικών σπουδών του και άφησε στην μέση το πρόγραμμα της Γεωπονικής Σχολής που θα του εξασφάλιζε το πτυχίο. Επέλεξε εισαγωγικά μαθήματα στην Φιλοσοφία και στην Αρχαία ιστορία και δύο μαθήματα Αγγλικής Λογοτεχνίας.»  Παρόλες τις δυσκολίες επιβίωσης και μελέτης, ο Στόουνερ τελειώνει τις σπουδές του στην Αγγλική Φιλολογία. Στο τέλος του τέταρτου έτους, ωστόσο, και προς μεγάλη του έκπληξη, τού γίνεται πρόταση να διδάξει στο πανεπιστήμιο.  «Μα δεν ξέρετε, κύριε Στόουνερ;» τον ρώτησε. «Δεν τον έχετε ακόμη μάθει τον εαυτό σας; Θα γίνεται δάσκαλος.» Ξαφνικά ο Σλόουν του φάνηκε πολύ απόμακρος, οι τοίχοι του γραφείου εξαφανίστηκαν. Ένιωθε να μετεωρίζεται στον αέρα, άκουσε τον εαυτό του να ρωτάει:  
«Είστε βέβαιος;» 
«Είμαι βέβαιος», είπε ο Σλόουν χαμηλόφωνα... «Μα πως το ξέρετε; Πως μπορείτε να είστε τόσο σίγουρος;» 
«Είναι έρωτας, κύριε Στόουνερ», είπε εύθυμα ο Σλόουν. «Είστε ερωτευμένος. Τόσο απλό είναι».  

Ο JohnMcGahern, στην εκτενή και διαφωτιστική εισαγωγή του βιβλίου, παραθέτει μία σπάνια συνέντευξη του συγγραφέα η οποία επιβεβαιώνει την σκέψη μου ότι το «Στόουνερ» είναι το μυθιστόρημα ενός ταγμένου δασκάλου. Αναφέρει, επίσης, πως από τα τέσσερα μυθιστορήματα που έγραψε ο Ουίλλιαμς, Στόουνερ" είναι το πιο προσωπικό, λόγω της σύνδεσής του με την προσωπική ζωή και την καριέρα του χωρίς αυτό να είναι με κανέναν τρόπο βιογραφικό. Διαβάζοντας, λοιπόν, για την ζωή του αμερικανού συγγραφέα διαπιστώνει κανείς αρκετά στοιχεία που ενδεχομένως είναι αυτοαναφορικά, αλλά και το πόσο μεστή ήταν η ζωή του κι αυτό δεν σημαίνει πως ήταν μέσα στην ευδαιμονία – αγροτικής καταγωγής, εγκαταλείπει τις σπουδές του στο κολέγιο και κατατάσσεται στην αμερικανική αεροπορία για να υπηρετήσει ως σμηνίας σε επιχειρήσεις στην Ινδία και την Μπούρμα. Μετά το τέλος του ΠΠ2, εγγράφεται στο πανεπιστήμιο του Ντένβερ όπου ολοκληρώνει τις σπουδές του και αργότερα θα διδάξει αναλαμβάνοντας το Τμήμα Δημιουργικής Γραφής το οποίο, επί των ημερών του, θα αναδειχθεί ως το καλύτερο του είδους στις ΗΠΑ. Γνωρίζει, έτσι, εκ των έσω τις ακαδημαϊκές έριδες και την έκτασή τους. Και τις προσωπικές αποτυχίες, επίσης - όταν έγραφε το “Στόουνερ” ο τρίτος γάμος του διαλύονταν. 




Ωστόσο, το να αναζητά κανείς τα κοινά σημεία συγγραφέα-ήρωα δεν είναι κάτι αξιοσημείωτο – λίγο-πολύ όλοι οι συγγραφείς αντλούν από την προσωπική τους ζωή. Η γοητεία αυτού του βιβλίου έγκειται σε δύο πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του. Καταρχάς, στον τρόπο αφήγησης: ψυχρός, αποστασιοποιημένος κι εντελώς γραμμικός στην εξέλιξη της πλοκής – το μυθιστόρημα ακολουθεί την ζωή του Στόουνερ από τις αρχές του 20ου αι. μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1960 με ένα ή δύο μικρά flashbacks στο παρελθόν. Με τέτοια περιγραφή, θα περίμενε κανείς ότι "Ο Στόουνερ" είναι ένα βαρετό, επίπεδο κείμενο ενός ακόμη campus novel. Κι όμως, δεν είναι καθόλου! Η συνέντευξη ενός επηρμένου, χωρίς ουσιαστικές γνώσεις, φοιτητή ενώπιον του συμβουλίου καθηγητών είναι μία από τις πιο αγωνιώδεις σκηνές του βιβλίου. 

Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι σκιαγραφημένοι με έντονο κιαροσκούρο και ζυμώνονται με την ιστορία, αμερικανική και παγκόσμια – στον ΠΠ1 ο Στόουνερ θα χάσει έναν από τους δύο φίλους του ενώ στον ΠΠ2 θα βρεθεί αντιμέτωπος με την ναζιστική νοοτροπία ενός αρχαιότερου καθηγητή που εκτιμούσε. Δεν θυμάμαι αν λέει ότι η ποτοαπαγόρευση ευθύνεται για το ότι ο Φιντς, φίλος και συνάδελφος του Στόουνερ, έφτιαχνε σπιτική μπίρα «με άκρα μυστικότητα και με όλους τους τύπους μέσα στην ντουλάπα του εργένικου διαμερίσματός του», αλλά στο Μεγάλο Κράχ του ΄29 ο τραπεζίτης πεθερός του πτωχεύει κι αυτό θα κλονίσει την Ήντιθ κι εν μέρει και την οικογενειακή/οικονομική τους ζωή. 

Εκτός αυτών, το συγγραφικό ύφος του Τζον Ουίλλιαμς είναι εντυπωσιακό. Ο Ian McEwan το χαρακτήρισε επιβλητικό ενώ άλλοι το έχουν παρομοιάσει με εκείνο του Hemingway (χωρίς τις μεγαλοστομίες), του Fitzerald (χωρίς το μοδάτο) και του Faulkner (χωρίς το πομπώδες). Θα το παρομοίαζα επίσης με εκείνο του Carver που συνδυάζει, όμως, τον ακαδημαϊσμό και την γλώσσα με πολύ στυλ. Πέρα από τις συγκρίσεις, ωστόσο, εκείνο που σε ξαφνιάζει είναι αφενός η αψεγάδιαστη αφήγηση του Ουίλλιαμς – φαινομενικά πανεύκολη που ωστόσο απαιτεί τεράστια αποθέματα πειθαρχίας κι αγάπης για το αντικείμενο. Και αφετέρου, ο τρόπος που προσδιορίζει, με την crystal clear γραφή του, τα συναισθήματα και τις εσωτερικές διεργασίες του ψυχισμού – η αμήχανη εκείνη στιγμή που, διαβάζοντας,  συνειδητοποιείς   κάτι που δεν μπορεί να αποτυπωθεί με λέξεις. 

Το δεύτερο, εξίσου χαρακτηριστικό, στοιχείο του μυθιστορήματος, είναι τα θέματα που αναδεικνύει. Ο Ουίλλιαμς παρουσιάζει εντελώς συνηθισμένους ανθρώπους να ζουν εντελώς συνηθισμένες καταστάσεις, με όλες τις σκοτεινές στιγμές τους. Έτσι, η αγάπη είναι πέρα από αμιγής ρομαντισμός και ο θάνατος φέρνει μαζί του την επίγνωση και τις απογοητεύσεις της προηγούμενης ζωής. Και πίσω από την εκ πρώτης όψεως άχρωμη κι άοσμη εικόνα του Στόουνερ, βρίσκεται ένας άνθρωπος δοτικός, που έχει αφιερώσει την ζωή του σε μια ιδέα (την μελέτη και την διδασκαλία). Έχει "θέλω" και την επιμονή να τα πραγματοποιήσει, έστω κι άτσαλα, έστω κι αν η προσπάθεια που κατέβαλλε δεν ήταν αρκετή - είτε επρόκειτο για την Ήντιθ, την σύζυγό του, που ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά και παντρεύτηκε δίχως δεύτερη σκέψη, κάτι που απέβη εις βάρος του και εις βάρος της κόρης τους, Γκρέις. Είτε για την Κάθριν Ντρίσκολ, την νεαρή συνάδελφο και ερωμένη του που αγάπησε αλλά θυσίασε λόγω εχθρικών συνθηκών. Είτε για την λογοτεχνία. «Ήταν πάθος, όχι πάθος του νου  ούτε της σάρκας. Ήταν μια δύναμη που τα ενσωμάτωνε και τα δύο, σαν να μην ήταν άλλο από το υλικό του έρωτα, η ουσία του καθαυτή. Σε μια γυναίκα ή σ’ ένα ποίημα έλεγε πολύ απλά: Κοίτα! Είμαι ζωντανός!» 

Όχι, όμως, αρκούντος μελοδραματικός ή διεκδικητικός. Ο Στόουνερ ήταν συνεπής και δεν φοβόταν την δέσμευση μα δεν είχε την ικανότητα αυτο-προβολής, γεγονός που δείχνει το πόσο εκτός εποχής ήταν το βιβλίο όταν γράφτηκε - η εποχή του Υδροχόου, του Βιετνάμ και της ψυχεδέλειας, του Τζέημς Μποντ και της Beat Generation ζητούσε πολλά περισσότερα από έναν άνθρωπο που αγαπά και κοπιάζει για την δουλειά του. Που διατηρεί την θέρμη, την ακεραιότητα και την ψυχραιμία του ακόμη και όταν οι συνθήκες είναι εναντίον του. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ελαφρώς άστοχη την επιλογή του πίνακα του Γιώργου Ρόρρη  στο εξώφυλλο - μοιάζει αλλά δεν απηχεί την πληρότητα του χαρακτήρα του Στόουνερ. Και σε μια ελεύθερη επέκταση του συλλογισμού, ούτε επίσης την κομψότητα του συγγραφέα, στοιχεία της ζωής του οποίου έχουν ενσωματωθεί στο μυθιστόρημα. 




Ουσιαστικό, συγκινητικό, αγωνιώδες, εξοργιστικό, οδυνηρό, τρυφερό και δηκτικό, «Ο Στόουνερ» δεν είχε ποτέ του μεγάλο κοινό. Είχε, ωστόσο, το σωστό αναγνωστικό κοινό. Κι αυτό διευρύνεται συνεχώς καθώς, όπως όλα τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας, μοιάζει να απαντά στις συνθήκες της δικής μας εποχής με την διαχρονική πίστη στην κάθε ζωή - όσο μικρή κι αν παρουσιάζεται, έχει αξία. Καθόλου τυχαίο, λοιπόν,  που η NYRB το επανεξέδωσε το 2007 με την ταμπέλα του Κλασικού. 










Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από την ρήση του José Ortega y Gassett: "A hero is one who wants to be himself", την οποία ο συγγραφέας σκεφτόταν να χρησιμοποιήσει ως επίγραμμα του βιβλίου. Το “Γραφείο την Νύχτα” είναι -βεβαίως- του Edward Hopper ενώ στην φωτογραφία βλέπεται τον συγγραφέα εν ώρα εργασίας. Στο τέλος, ιδιόχειρη αφιέρωσή του αντλημένη από την πρώτη έκδοση του βιβλίου.

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017









Snapposts






Η ζωή χωρίς υπολογιστή είναι θαυμάσια. Μόνο όμως όταν το έχεις προγραμματίσει. Εγώ δεν το είχα κι έτσι, στην θέα της μαύρης οθόνης βρέθηκα σε απόγνωση. Μόνη καταφυγή μου, στην κυριολεξία, τα βιβλία.

Μεταμοντέρνα σε μια εποχή που δεν είχε καν εφευρεθεί ο μοντερνισμός, η Jean Rhys είναι μία από τις συγγραφείς που δεν εκτιμήθηκε στην ώρα της. Το  "Η πλατιά θάλασσα των Σαργασσών" (μτφρ. Αργυρώς Μαντόγλου – Μελάνι, 2007)  είναι το βιβλίο με το οποίο επανεμφανίζεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο μετά από απουσία 27 χρόνων.  Είχαν προηγηθεί πέντε μυθιστορήματα -που έγραψε από το 1927 και μέχρι το τέλος της δεκαετίας 1930- χωρίς να γνωρίσουν ιδιαίτερη απήχηση, κάτι που την απογοήτευσε και, σε συνδυασμό με την ήδη δύσκολη κι ανασφαλή επιβίωσή της, την οδήγησε σε ηθελημένη απομόνωση. 

Το μυθιστόρημα ασχολείται με την ζωή της κρεολής Αντουανέτ Κόζγουεϊ στις αρχές του 19ο αι., τον πρώτο καιρό που οι Βρετανοί αποικιοκράτες απελευθέρωσαν πλήρως όλους τους σκλάβους του νησιού. Βασικό του θέμα η γυναικεία χειραφέτηση και σεξουαλικότητα στα πλαίσια του γάμου όπου η Ρυς τονίζει την σχέση εξουσίας μεταξύ των συζύγων – η Αντουανέτ παντρεύεται χωρίς την θέλησή της τον νεαρό ευειδή Ρότσεστερ κυρίως λόγω της περιουσίας του.  Μην μπορώντας να καταλάβει την ιδιοσυγκρασία της γυναίκας του αλλά ούτε και τις ιδιαίτερες συνθήκες ενός γάμου, ο Ρότσεστερ απιστεί και χρησιμοποιεί αυτήν την σχέση του για να την προκαλεί συναισθηματικά. Θα της αλλάξει το όνομα με το απλοϊκό Μπέρθα και λίγο αργότερα θα φύγουν για την Αγγλία. 

Εκτός από την φεμινιστική σκοπιά του, το μυθιστόρημα είναι σημαντικό διότι η Ρυς παρουσιάζει γλαφυρά και ρεαλιστικά το ιστορικό περιβάλλον της εποχής, δλδ το καθεστώς της αποικιοκρατίας, και από τις δύο πλευρές (των λευκών κατακτητών και των γηγενών, μαύρων σκλάβων) καθώς επίσης και το εμπόριο σκλάβων, θέματα που αποφεύγονταν στα μυθιστορήματα του είδους. Δίνει, επίσης, μία σαφή εικόνα της βρετανικότητας και της ενδο-οικογενειακής διαστρωμάτωσης που επικρατεί στην αγγλική κοινωνία καθώς στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος ο Ρότσεστερ, που αλληλογραφεί με τον πατέρα του, αφήνει να διαφανεί η δυσμενής θέση των δευτερότοκων παιδιών στο πατριαρχικό αυτό καθεστώς. 

"Η πλατιά θάλασσα των Σαργασσών" γράφτηκε ως απάντηση στην "Τζέιν Έυρ" και η αφήγησή του, στο μεγαλύτερο μέρος της, συνυφαίνεται με το κλασικό έργο της Έμιλυ Μπροντέ – με αρκετές προβολές στο μέλλον, η Ρυς συνδέει κι αιτιολογεί την ανερμάτιστη  -για τους Άγγλους- και άκρως επικίνδυνη συμπεριφορά της ηρωίδας της με την οποία, παρεμπιπτόντως, είχε πολλές ομοιότητες. Θεωρείται το prequel της Τζέιν Έυρ αλλά διαβάζεται κάλλιστα ως αυτόνομο έργο. Σημαντικό, από όποια μεριά και αν το δει κανείς. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: το εξώφυλλο της παρούσας έκδοσης είναι αναπαραγωγή εκείνου της αρχικής έκδοσης του βιβλίου, το 1966. 


&


Το παρελθόν συναντά το παρόν σε ένα κουτί με παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες  και μία γκραβούρα-αντιγραφή ενός διάσημου πίνακα στο πολυσέλιδο “Ο Πολωνός ιππέας” (μτφρ.Αγγελική Αλεξοπούλου - Καστανιώτης, 1994). Σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, το μυθιστόρημα εξετάζει όλα εκείνα που  διαμόρφωσαν τον τριανταπεντάχρονο διερμηνέα Μανουέλ, το alter ego του ισπανού Antonio Muñoz Molina, στο πέρασμα του χρόνου και της ιστορίας  - την ζωή στο ανδαλουσιανό χωριό όπου γεννήθηκε και τους μύθους  της περιοχής, τους προγόνους του και τους χωρικούς γονείς του οι οποίοι παρόλη την απλότητά τους ήταν υποστηρικτικοί στο όνειρό του να σπουδάσει, την ανάγκη του να ξεφύγει από το προδιαγεγραμμένο μέλλον του στο χωράφι, την αγάπη του για τις ξένες γλώσσες και τα ταξίδια. Αφορμή για ετούτη την σε βάθος ανασκόπηση του εαυτού, ο έρωτάς του Μανουέλ για την Νάντια Γκαλάθ την οποία συνάντησε σε ένα συνέδριο στην Νέα Υόρκη - άγνωστοι μεταξύ τους, μεταξύ αγνώστων. 

Το ύφος του Μουνιόθ Μολίνα μοιάζει με το σχινοτενές του Ζοζέ Σαραμάγκου και γι’ αυτό ίσως θεωρηθεί κουραστικό – οι συχνές εναλλαγές του χώρου και του χρόνου όπως και η έλλειψη διαλόγων εντείνουν αυτήν την αίσθηση. Ωστόσο, η δυναμική και η πολυπλοκότητα της αφήγησης σε κρατούν  στην ανάγνωση – οι προσωπικές αναμνήσεις του Μανουέλ αλληλλοσυνδέονται με εκείνες των υπόλοιπων χαρακτήρων κι έτσι αναδύονται διάφοροι μύθοι και παρεξηγήσεις του παρελθόντος. Ωστόσο, οι εμπειρίες του, οι συζητήσεις με την Νάντια και η επιμονή του να αναζητά πραγματολογικά στοιχεία ρίχνουν φως στους μύθους και αποσαφηνίζουν την μνήμη και τις πραγματικότητες της ζωής του. Εκτός αυτού, όμως, το μυθιστόρημα έχει και μερικούς εντυπωσιακούς χαρακτήρες  - την άσηπτη κόρη, τον φωτογράφο Ραμίρο Ρετρατίστα, τον λοχαγό Τσαμόρο που βοηθά τον πατέρα του αφηγητή στις γεωργικές ασχολίες του, και τον επιβλητικό ταγματάρχη  Γκαλάθ που δεν διστάζει να υπερασπίσει τις δημοκρατικές πεποιθήσεις του όταν καταλύεται το πολίτευμα.  

Το μυθιστόρημα ετούτο θεωρείται το tour de force του εξαιρετικά δημοφιλούς στην πατρίδα του Μουνιόθ Μολίνα καθώς ανασυνθέτει τέσσερις γενιές στην διάρκεια ενός αιώνα (η πλοκή εκτυλίσσεται στο διάστημα 1897 – 1990). Έχει αποσπάσει το βραβείο Planeta την ίδια χρονιά που εκδόθηκε (1991) και το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ισπανίας την επόμενη, και στην γλώσσα μας έχουν ήδη μεταφραστεί οκτώ, συνολικά, βιβλία του. Παρόλα αυτά, δεν έχει ακουστεί σχεδόν καθόλου στο δικό μας λογοτεχνικό προσκήνιο και αναρωτιέμαι γιατί - απ’ ότι διαβάζω, ο Μουνιόθ Μολίνα έχει καταπιαστεί με ενδιαφέροντα θέματα, διάφορα λογοτεχνικά είδη κι έχει, επίσης, υιοθετήσει διαφορετικά στυλ γραφής.



!


Και μετά από ένα long-read 700 σελίδων, λίγες αταξίες. "Αταξίες μέσα στην τάξη" είναι μία σειρά έξι βιβλίων που υπογράφει ο Γιώργος Παναγιωτάκης ο οποίος ασχολείται με όλα εκείνα που συμβαίνουν σε μια σχολική τάξη σ' ένα συνηθισμένο ελληνικό σχολείο και στην συνέχεια επηρεάζουν, όπως είναι φυσικό, την εκτός σχολείου καθημερινότητα των παιδιών. Το τελευταίο βιβλίο της σειράς έχει τον προβοκατόρικο τίτλο "Αγόρια εναντίων κοριτσιών" (με εικονογράφηση  Χρήστου Δήμου - Κέδρος, 2017).  Από τη μια, παραπέμπει στην σύγκρουση των φύλων (και φίλων) που στις μικρές ηλικίες είναι πολύ έντονη καθώς περιλαμβάνει κοινωνικά στερεότυπα και συμπεριφορές που πρέπει να κατανοήσουν και να παρακάμψουν τα παιδιά - όχι εύκολη υπόθεση  που, ωστόσο, καθορίζει την στάση του παιδιού στις μετέπειτα σχέσεις του.  Κι από την άλλη, σε προϊδεάζει για μια μεγάλη περιπέτεια. Και πράγματι, στην ιστορία γίνονται πολλά – ο Πάνος ανακαλύπτει το μυστικό αλφάβητο των κοριτσιών, η Κίκη αντεπιτίθεται, ο Πάνος με τον Ιορδάνη τις κατασκοπεύουν εκ μέρους όλων των αγοριών, ο Θεμιστοκλής ο γάτος τούς παρακολουθεί, ο μικρότερος Σούλης τους καρφώνει και  η Κίκη, η Άννα, η Ζολέν, η Πάτι, η Ειρήνη και η Αλεξάνδρα τους πιάνουν στα πράσα ενώ η μονίμως αγριεμένη Κλάρα τους κλείνει τον δρόμο. Θα ξεφύγουν όμως, παρόλα αυτά, και την επόμενη ημέρα, εκεί που η αγοροπαρέα σχολιάζει την υπεροχή της, εμφανίζονται τα κορίτσια και τους προκαλούν σε αναμέτρηση. Τα αγόρια δέχονται – ο ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στις δύο ομάδες θα γίνει την Παρασκευή, στο μεγάλο διάλειμμα. 

Η ιστορία είναι καλογραμμένη, με φρεσκάδα, αληθοφάνεια και μια σφιχτή, γρήγορη αφήγηση. Εκτός από την σύγχρονη, ωραία γλώσσα, το κείμενο έχει επίσης πολύ χιούμορ. Ιδίως όταν ο συγγραφέας μιλά με την "νευριασμένη" αργκό των παιδιών και περιγράφει τις επιθετικές συμπεριφορές τους - ένα σημείο που το χάρηκα. Για την ακρίβεια, γέλασα πολύ. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το ότι ο Παναγιωτάκης αφήνει τους χάρτινους πρωταγωνιστές του -και κατ’ επέκταση τους μικρούς αναγνώστες του-  να συλλογιστούν, να αρθρώσουν την σκέψη τους ελεύθερα και στην συνέχεια να πάρουν θέση επίσης ελεύθερα, μόνοι τους -- καίρια τακτική που οδηγεί τους αναγνώστες (κάθε ηλικίας) στον σεβασμό και την αποδοχή του άλλου φύλου. Στην ισοπαλ... στην ισότητα.






Ήδη έχουν περάσει δεκαπέντε ημέρες χωρίς να έχω πρόσβαση στα αρχεία και τις σημειώσεις μου. Με τον υπολογιστή σε κατάσταση επισκευής εν αναμονή και την θερμοκρασία να ανεβαίνει, οι αναγνώσεις συνεχίζονται...






Σημειώσεις: Το εικαστικό είναι μία φωτογραφική σύνθεση του David Hockney, η "David Hockney, Billy and Audrey Wilder, Los Angeles" (April 1982). Η φωτογραφία του Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα αντλήθηκε από εδώ