Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017









Un'ombra di






Mε ένα ιδιότυπο, και μύχιο, μυθιστόρημα μας συστήνεται ως συγγραφέας, o ποιητής και μεταφραστής Χάρης Βλαβιανός. "Το Αίμα νερό" (Πατάκης, 2016 – 4η έκδοση)  αποτελείται από 45 μικρά, ή πολύ μικρά, κεφάλαια – "πράξεις" αναγράφονται στον υπότιτλο του βιβλίου και ο συγγραφέας τα προσδιορίζει ως μικρά μονόπρακτα ενός έργου που αφορά στην δική του ζωή.

Και τι ζωή!  Με τέχνη, καλλιτέχνες, ντόλτσε βίτα και ταξίδια. Στην Ιταλία όπου γεννήθηκε, πηγαίνει σε ένα από τα καλύτερα σχολεία της Ρώμης και μένει στην ίδια πολυκατοικία με την διάσημη Βίρνα Λίζι. Γνωρίζει, μεταξύ άλλων, έναν πρωταγωνιστή της Τσινετιτά ο οποίος του αφήνει το σπαθί που είχε χρησιμοποιήσει για κάποιον ρόλο του. Στην Ελλάδα, ντύνεται με ρούχα διαφορετικά από τα άλλα παιδιά και πηγαίνει στην Σχολή Αναβρύτων ενώ πηγαινοέρχεται με την παλιά πράσινη Τζάγκουαρ που οδηγεί η μητέρα του – "τα ωραιότερα πόδια που περπάτησαν ποτέ στο γρασίδι των Αναβρύτων" σύμφωνα με τους συμμαθητές του. Τα καλοκαίρια δε, διακοπές στις Σπέτσες όπου είχε σπίτι η μητέρα, στην Ύδρα και στην Μύκονο  με τον πατέρα τον οποίο συναντά και στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Αργότερα, θα πάει στο Μπρίστολ και την Οξφόρδη για σπουδές ενώ τα ταξίδια θα συνεχιστούν.

Πίσω, όμως, από τα φαινόμενα, η πραγματικότητα είναι εκ διαμέτρου διαφορετική. Οι γονείς χωρίζουν με βίαιο τρόπο και ο πατέρας δημιουργεί καινούργια οικογένεια στην άλλη πλευρά της υδρογείου, στην Βραζιλία. Όταν επισκέπτεται την Ελλάδα, τις λίγες μέρες ή και ώρες που περνά με τον γιο του είναι ουσιαστικά απών – αφήνει το παιδί, επιδεικτικά, μόνο του είτε για να μελετήσει (ο πατέρας) σκάκι είτε για να δει τηλεόραση ή να βγει με τους φίλους του. Εκείνο που ωστόσο κάνει καλά είναι να εξαργυρώνει την μη-παρουσία του με οικονομικές παροχές. Όπως τα δίδακτρα, για παράδειγμα. Μόνο που το σχολείο του συγγραφέα είναι ταυτόχρονα και σπίτι του καθώς ζει εσώκλειστος και βλέπει την μητέρα του μόνο τα σαββατοκύριακα. Ευεργετικό αυτό, σε βάθος χρόνου, καθώς η μητέρα του, από την άλλη, άγεται και φέρεται στην κυριολεξία από την επιθυμία της για μια πλούσια ζωή και την ανικανότητά της να διαχειριστεί αυτά που ήδη έχει – εναλλάσσει τόπους διαμονής σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας, ερωτεύεται ή ερωτοτροπεί με τα πιο λάθος άτομα, παντρεύεται τέσσερις φορές –αν δεν κάνω λάθος– και εγκαταλείπει εκείνους που θα μπορούσαν να της προσφέρουν συναισθηματική ισορροπία. Είναι μονίμως βουτηγμένη στα χρέη, πουλά αντικείμενα αξίας για ελάχιστα και χάνει σε τοκογλύφους τρία διαμερίσματα. Αργότερα βρίσκεται, από αμέλεια, να εκτύει πολύμηνη ποινή στις γαλλικές φυλακές. Και χρησιμοποιεί τα δύο παιδιά της σαν κυματοθραύστες. Το κορίτσι θα καταφύγει στα ναρκωτικά. Το αγόρι –το μέσο για να αποκομίζει όλο και περισσότερα μετρητά από τον πρώην σύζυγο– θα αντέξει το ψυχικό τραύμα και την μελαγχολία και θα ισορροπήσει τελικά σε μια αυτόνομη, υγιή ζωή. 





Εκτός από τα πολλά ευζωικά συμπεράσματα και τις ψυχαναλυτικές προεκτάσεις που προκύπτουν από τα διηγήματα του βιβλίου, η πρώτη πεζογραφική απόπειρα του Χάρη Βλαβιανού είναι ένα κείμενο έντονης λογοτεχνικής θερμοκρασίας. Αφενός γιατί κινείται μεταξύ ποίησης και θεατρικού λόγου – η γραφή του διατηρεί την πυκνή συναρμογή της ποίησης ενώ όπως και στους θεατρικούς μονολόγους, ο συγγραφέας αρθρώνει τις εσωτερικές σκέψεις του με τόσο απόλυτη αμεσότητα που είναι αδύνατον να μην παρασυρθείς.

Κι αφετέρου,  η αφήγηση μοιάζει να καταλύει τα όρια μεταξύ λογοτεχνίας και ζωής – ο Βλαβιανός έχει δηλώσει πως το βιβλίο ετούτο είναι το προσωπικό του βίωμα. Όπως σε κάθε αυτοβιογραφία, αυτά που αφηγείται έχουν γίνει στους συγκεκριμένους χώρους με τα συγκεκριμένα άτομα. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια απλή εξιστόρηση. Χωρίς καν την μυθιστορηματική συνθήκη ενός alter ego, ο Βλαβιανός ως αφηγητής –δεικτικός, ευθύς και αποκαλυπτικός, με υποδόρια ευαισθησία και κατανόηση– απευθύνεται με δεύτερο ενικό στους δύο σημαντικότερους πρωταγωνιστές της ζωής του: τον πατέρα του και τον νεαρό εαυτό του. Θα μπορούσα να σκεφτώ πολλούς λόγους για τους οποίους έρχεται ενώπιος ενωπίω με τους ψυχοβόρους σκελετούς του, η αναζήτηση κάποιου είδους εκδίκησης ή συγχώρεσης, όμως, δεν είναι ανάμεσά τους.

"I am not interested in myself per se. I'm interested in myself as theme carrier, as host" λέει ο David Shields και ως ξενιστής, ο Χάρης Βλαβιανός μεταδίδει στον αναγνώστη την σκιά εκείνης της λαμπερής ντόλτσε βίτα – τις τραγικές οικογενειακές σχέσεις και τον τρόπο που οι πράξεις των γονιών –η δική μου ερμηνεία της λέξης– διαμορφώνουν την συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών. Και το κάνει δίχως να υποκύπτει  σε ευφρόσυνους λυρισμούς ή μελοδραματισμό – υπάρχει πάντοτε μια αιχμηρή ή και φλεγματική διαπίστωση στο τέλος του κάθε διηγήματος που διατηρεί τις αποστάσεις από τον εύκολο συναισθηματισμό, κάτι που εντείνει αντί να αφαιρεί την θεατρικότητα του λόγου του.

Η πρώιμη ενηλικίωση, το βάρος της σιωπής και το τραύμα της συναισθηματικής απομόνωσης υπήρξαν το πρωτογενές υλικό στην ποίηση και τώρα στην μυθιστορηματική (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ζωή του Χάρη Βλαβιανού. "Το αίμα νερό", ωστόσο, μοιάζει να βάζει μια άνω τελεία στην επίμονη ανάκληση της συγκεκριμένης μνήμης και την επίπονη αναμέτρηση με το παρελθόν. Όχι δίχως στοχασμό, και με εύκολη απαλοιφή των όσων συνέβησαν. Αλλά με την επίγνωση, που έχει ένας ώριμος πλέον δημιουργός, των εμποδίων που χρειάστηκε να υπερβεί για να συμφιλιωθεί με την εικόνα όλων.  Την εικόνα των τραυμάτων, των γονιών και του έγκριτου εαυτού.
 

Περισσότερο μύχιο, εντέλει, από ιδιότυπο, το “Αίμα νερό” είναι από εκείνα τα βιβλία που θα τα φυλάξεις.










Σημείωση: Το εικαστικό είναι η μινιμαλιστική "Νεκρή Φύση με Σπαράγγια" (1697) του Ολλανδού Adriaen Coorte.

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017









Α different story?







Η σημερινή ανάρτηση  προέκυψε όταν, πριν λίγες ημέρες, βγήκα στη λαϊκή και παραλίγο να σκοντάψω – μία νεαρή τσιγγάνα είχε "παρκάρει" τον μικρό της πάγκο με τα σκόρδα κάθετα στον δρόμο, και μπροστά από έναν άλλο κανονικό πάγκο, αφήνοντας έτσι ελάχιστο χώρο για να περάσουν οι πεζοί. Ήμουν έτοιμη να πω κάτι ανάλογο της περίστασης  αλλά το πρόσωπό της με σταμάτησε. Θα το έλεγα ανέκφραστο εάν δεν έβλεπα στα μάτια της  το συναίσθημα εκείνο που σε κάνει να μαζεύεις τους ώμους φοβισμένα και να μην ξέρεις που να σταθείς. Η κοπέλα, που πρέπει να ήταν γύρω στα 15, προσπάθησε με φανερή αμηχανία, έως συστολή, να μετακινήσει τον τροχήλατο πάγκο της για να μην με εμποδίζει αλλά την πρόλαβα: προσποιήθηκα ότι με δυσκόλευαν οι σακούλες που κρατούσα και της έδειξα με τρόπο πως μπορούσε να βάλει τον πάγκο της ώστε να μην εμποδίζει κανέναν. Μετά απομακρύνθηκα σκεπτόμενη την Ελπίδα. 

Η μικρή πρωταγωνίστρια του "Ο κόσμος βαριέται να διαβάζει θλιβερές ιστορίες" (Κέδρος, 2014) είναι ένα πιτσιρίκι που ζει σε έναν καταυλισμό των Ρομά στα Τρίκαλα –για την ακρίβεια, στα περίχωρα της πόλης– κάπου στην δεκαετία του '80 και με όλη την αφέλεια και την φούρια των παιδικών της χρόνων εξιστορεί την ζωή εκεί – τους γάμους, τα πανηγύρια, την  καθημερινή γύρα για λεφτά και ψωμί, την επικοινωνία και την συμβίωση με τους μπαλαμό –όπως λέγονται στην γλώσσα των Ρομά οι λευκοί– καθώς και την ένθερμη προσπάθεια των τσιγγάνων να μορφωθούν όταν το κράτος  ιδρύει στον καταυλισμό  ένα σχολείο για τα μικρά παιδιά.  Παρόλη την αισιοδοξία, τίποτα  δεν είναι τόσο εύκολο για την Ελπίδα όσο το παρουσιάζει γιατί, όπως όλα τα παιδιά, έχει την ενστικτώδη οξύνεια να αντιλαμβάνεται την διαφορετικότητα της φυλής της και όσα αυτό επιφέρει, δηλαδή ρατσισμό και περιθωριοποίηση. Δεν μπορεί όμως να το εξηγήσει με την λογική της ηλικίας της, ούτε και να το δεχτεί. Γι' αυτό βρίσκει καταφύγιο στις διάφορες ιστορίες που σκαρφίζεται για να ανατρέψει τις δυσάρεστες καταστάσεις που βιώνει - η δύναμη της παιδικής φαντασίας είναι αρκετά δυνατή σ' αυτό.

Το μυθιστόρημα ετούτο πρωτοεκδόθηκε το 1986 και, όπως και τότε, αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο είναι οι ιστορίες της Ελπίδας - ένας μονόλογος  που ζωντανεύει τις σκέψεις, τις συμπεριφορές και τα όνειρα  της μικρής και της οικογένειάς της. Το δεύτερο, ένα χρονικό της συγγραφής του βιβλίου – η
Μαρούλα Κλιάφα καταθέτει ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ με φωτογραφίες και σχόλια για την αφορμή  να ασχοληθεί με τους Ρομά,  την διαδικασία συλλογής του υλικού της καθώς επίσης και τα διάφορα κείμενα και άρθρα στα οποία βασίστηκε για να γράψει το συγκεκριμένο βιβλίο.  Η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια ιδιωματική γλώσσα χωρίς να  αλλοιώνει τον απλό αφηγηματικό ιστό του βιβλίου –το οποίο σημειωτέον απευθύνεται τόσο σε αναγνώστες νεαρής ηλικίας όσο και σε ενήλικες– και αναπαριστά με ρεαλιστική πιστότητα το κλειστό περιβάλλον του καταυλισμού καθώς και την αφοπλιστική αφέλεια και τις προσδοκίες του μικρού κοριτσιού. 

Καταφέρνει, επίσης, δύο ακόμη πολύ σημαντικά πράγματα – να υπερασπιστεί, δίχως συναισθηματισμούς κι εξιδανικεύσεις, το δικαίωμα των Ρομά στην μόρφωση και την εργασία.  Και να καταστήσει προφανή τις δυσκολίες ένταξης των τσιγγάνων και τους αναποτελεσματικούς χειρισμούς με τους οποίους αντιμετωπίζουμε το ζήτημά τους. Ενδεικτικές είναι οι επίσημες πληροφορίες για τους καταυλισμούς των Ρομά στην Ελλάδα που δίνονται στο παράρτημα των τελευταίων σελίδων που έχει προστεθεί στην τωρινή επανέκδοση του βιβλίου, και οι οποίες βασίζονται σε στοιχεία μελετών κι ερευνών που δημοσιεύτηκαν στο Τύπο (Καθημερινή, φύλλο της 23.10.2013).

Με τις γενικές συνθήκες διαβίωσης να φθίνουν και τις διάφορες μειονότητες (με ή χωρίς εισαγωγικά) να υφίστανται επανηλειμμένα προκατελειμένες έως βίαιες συμπεριφορές, η θλιβερή ιστορία της Μαρούλας Κλιάφα  εγείρει εύλογα ερωτήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την επιβίωση σήμερα.  Μια λογοτεχνία που αφυπνίζει. 





Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον έγκυρο περιοδικό για το βιβλίο και τις Τέχνες  Ο αναγνώστης στις 8 Μαΐου 2017.


  


Σημείωση: Η φωτογραφία ανήκει στον Josef Koudelka, τον διάσημο Τσεχοσλοβάκο φωτογράφο ο οποίος από το 1962 έως το 1971 μελέτησε με τον φακό του τους Τσιγγάνους στη τότε Τσεχοσλοβακία, την Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Γαλλία και την Ισπανία.

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017













"Κατά την γνώμη μου...







...είναι ήρωας με όλη τη σημασία τη λέξης. Πολλοί απ' αυτούς που διάβασαν το βιβλίο σχημάτισαν την εντύπωση ότι ο Στόουνερ έζησε μια κακή και θλιβερή ζωή. Το βέβαιο είναι ότι έζησε καλύτερα από τον περισσότερο κόσμο. Έκανε αυτό που ήθελε να κάνει, αγαπούσε αυτό που έκανε, είχε την αίσθηση τού πόσο σπουδαία ήταν η δουλειά που έκανε. Οι αξίες τις οποίες κλήθηκε να υπηρετήσει είναι σημαντικές... Το σημαντικότερο κατ' εμέ στοιχείο του μυθιστορήματος είναι η συνείδηση του έργου, του επαγγέλματος που έχει ο Στόουνερ. Γι' αυτόν η διδασκαλία είναι έργο – έργο με την καλή, την έντιμη έννοια της λέξης. Το επάγγελμά του τού έδωσε μια ιδιαίτερη ταυτότητα και τον έκανε αυτό που ήταν... Η αγάπη για κάτι είναι αυτό που μετράει. Αν αγαπάς κάτι, αργά ή γρήγορα θα το κατανοήσεις. Και αν το κατανοήσεις, θα έχεις μάθει πολλά. Τον κακό δάσκαλο τον προσδιορίζει η έλλειψη αυτή της αγάπης... Δεν πρόκειται να μάθεις ποτέ όλα τα αποτελέσματα αυτής της αγάπης... Νομίζω ότι όλο αυτό συνοψίζεται σε ό,τι προσπάθησα να δώσω με τον Στόουνερ. Οφείλεις να τη συντηρείς αυτή την πίστη."










Σημείωση: Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από σπάνια συνέντευξη του αμερικανού  John Edward Williams για το τρίτο μυθιστόρημά του, το "Ο Στόουνερ" (μτφρ. Αθηνάς Δημητριάδου – Gutenberg / Aldina 5, 2016) το οποίο έκανε δεκαέξι χρόνια για να βρει το κοινό του. Βρίσκεται ανθολογημένη στην εισαγωγή του βιβλίου από τον John McGarhern τον πιο σημαντικό, όπως θεωρείται, ιρλανδό συγγραφέα μετά τον Μπέκετ. Είμαι ήδη στην σελίδα 50 κι έχω την εντύπωση πως παρόλο το ήπιο ύφος γραφής του, θα είναι ένα από τα πιο δυναμικά βιβλία που έχω διαβάσει. Ίδωμεν.

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017









Αιωρούμενη μνήμη






Μια ασυνήθιστη αίσθηση αποπνέουν τα βιβλία του Patrick Modiano κι αυτό ισχύει και στο πιο πρόσφατο βιβλίο του. Το "Για να μην χάνεσαι στη γειτονιά" (μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου – Πόλις, 2016)  είναι μία ακόμη νουάρ περιήγηση στην θολή μνήμη του παρελθόντος του γάλλου νομπελίστα. Αυτή τη φορά, για να επουλώσει ο πρωταγωνιστής του το τραύμα της απουσίας των γονιών του. 

Σημείο εκκίνησης του μυθιστορήματος είναι η χαμένη αντζέντα του ηλικιωμένου συγγραφέα Ζαν Νταραγκάν, το alter ego του Μοντιανό ο οποίος είναι αυτοαναφορικός στα περισσότερα βιβλία του. Ένας επίδοξος συγγραφέας, ο Ζιλ Οττολινί, την βρίσκει κι επικοινωνεί μαζί του για να του την επιστρέψει με απώτερο σκοπό, όπως αφήνεται να εννοηθεί, να τον βοηθήσει στην συγγραφή του δικού του βιβλίου. Γι' αυτό ο Οττολινί χρησιμοποιεί επίμονα, σχεδόν εκβιαστικά, ένα όνομα: Γκυ Τορστέλ. Ο Νταραγκάν δεν θυμάται καθόλου το όνομα ούτε το πρόσωπο πίσω από αυτό. Όντας στην διαδικασία συγγραφής του επόμενου βιβλίου του, και με την βοήθεια της φίλης του Οττολινί, Σαντάλ Γκριππέ, ο Νταραγκάν αρχίζει να αναζητά περισσότερα στοιχεία γι' αυτό, κάτι που θα τον οδηγήσει στην εποχή της παιδικής του ηλικίας – όταν η μόνη ταυτότητα που είχε ήταν μόνο ένα όνομα γραμμένο σε ένα χαρτί με την σημείωση "Για να μην χάνεσαι στη γειτονιά". Κάθε λεπτομέρεια που ξαναθυμάται ο Νταραγκάν στην πορεία πυροδοτεί κι από μία εικόνα του παρελθόντος του – η αρχή γίνεται με ένα παλιό μαύρο σατέν φόρεμα με δύο κίτρινα χελιδόνια που βρίσκεται κρεμασμένο στο πορτ-μαντώ της Σαντάλ. Στον φάκελο με τις φωτοτυπημένες σημειώσεις του Οττολινί, ο Ζαν θα ανακαλύψει κι άλλα γνώριμα ονόματα δίχως ωστόσο η αχνή θύμησή τους να καλύπτει τα κενά – των χαμένων ανθρώπων, των χαμένων ευκαιριών, του χαμένου χρόνου.

Ο Νταραγκάν θα επιστρέψει στην γειτονιά όπου έζησε ως παιδί και θα συναντήσει τον γιατρό Βουστραάτ ο οποίος φαίνεται πως θυμάται αρκετά καλά το παρελθόν κι εκείνον τον επτάχρονο μικρούλη που έμενε στο Λεπροκομείο και μεγάλωνε στον απόηχο της Κατοχής με μιαν αρτίστα και το συνάφι της – όταν οι γονείς του Ζαν τον εγκατέλειψαν κρυφά ένα βράδυ, η νεαρή Αννί Αστράν, χορεύτρια-συνοδός κυρίων, τον πήρε υπό την προστασία της. Η συζήτηση με τον γιατρό Βουστραάτ φωτίζει κάποιες μνήμες του ηλικιωμένου συγγραφέα, δεν απαλύνει ωστόσο την μόνιμη αίσθηση ενοχής του κι έτσι ο Νταραγκάν θα συνεχίσει να αναζητά εικόνες και ονόματα· να εξερευνά τόπους και γεγονότα, και να σκέφτεται διάφορους ορισμούς για να προσδιορίσει την καταγωγή και την ύπαρξή του. Τα εμπεριστατωμένα σχόλια της μεταφράστριας βοηθούν τον αναγνώστη να ξεδιαλύνει τις καταστάσεις στο παρελθόν του Ζαν ενώ το  επίμετρο στις τελευταίες σελίδες της έκδοσης, επίσης από την ίδια, δίνει μία εξήγηση για τούτη την επίμονη σκιά των γεγονότων στην ζωή του.




Θα περίμενε κανείς μία πιο απαιτητική εξιστόρηση όπως αυτές που προηγήθηκαν στα άλλα έργα του. Ωστόσο, ακόμη και σε τούτη την λιγότερο περίτεχνη δομή τού "Για να μην χάνεσαι στη γειτονιά", ο Πατρίκ Μοντιανό διατηρεί το χαρακτηριστικά χαμηλόφωνο, κομψό ύφος του και την ιδιότυπη αίσθηση του άπιαστου που έρχεται σε αντίθεση με την τόση ακρίβεια που προσδίδει στις περιγραφές του. Αποπροσανατολιστικό αυτό για τον αναγνώστη, όπως και η επιμονή του συγγραφέα να αφήνει ανοιχτό το τέλος στα μυθιστορήματά του – ο τρόπος του, υποθέτω, να εμπλέξει τον αναγνώστη στον μύθο ώστε ο καθένας να εντοπίσει τις δικές του ερμηνείες στο μεταίχμιο αλήθειας και λογοτεχνίας. Ή αλλιώς, η λογοτεχνία πάντα βλέπει την ζωή.









Σημείωση: Στην πρώτη φωτογραφία, η Place de Furstenberg – εδώ βρισκόταν η αίθουσα εκδηλώσεων όπου πήγαινε ο Μοντιανό ως παιδί για μαθήματα κατηχητικού. Ανήκει στην προσωπική συλλογή του συγγραφέα και δημοσιεύτηκε με την άδειά του εδώ. Στη δεύτερη, ο ίδιος στο γραφείο του.

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017








Unreal city




                            


"Ψίθυροι" ήταν η αρχική επιλογή του Juan Rulfo για τον τίτλο του μυθιστόρηματος που θα τον ενέτασσε στο πάνθεον της ισπανόφωνης λογοτεχνίας της Αμερικής. Το "Πέδρο Πάραμο" (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου – Πατάκης, 2016 / 10η έκδοση), όπως τελικά τιτλοφορήθηκε, αποτελεί ένα πρωτοποριακό δείγμα πεζογραφίας  που αποτυπώνει το υπόστρωμα της σιωπής των ανθρώπων της μεξικανικής υπαίθρου με έναν ήπιο νατουραλισμό που συνδυάζει την εις βάθος παρατηρητικότητα και, σε μεγάλο βαθμό, τον συμβολισμό.    

Κεντρικός άξονας της αφήγησης είναι το ταξίδι του Χουάν Πρεσιάδο για να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε στην μητέρα του – να απαιτήσει από τον πατέρα του ό,τι τους ανήκει. "Αυτό που ήταν υποχρεμένος να μου δώσει και ποτέ δεν μου έδωσε..."  ήταν τα τελευταία λόγια της Ντολορίτας Πρεσιάδο. Τόσο στην διαδρομή προς την Κομάλα, όσο και όταν φθάνει εκεί,  ο Χουάν θα συναντήσει ανθρώπους που θα του μιλήσουν, θα τον φιλοξενήσουν, θα τον καθοδηγήσουν στην αναζήτησή του – τον Αμπούνδιο Μαρτίνες, τον ονηλάτη που ακολούθησε για να φθάσει στην Κομάλα, γιο του Πέδρο Πάραμο· την Εδουβίχες Διάδα, παιδική φίλη της μητέρας του· την Νταμιάνα Σισνέρο, επίσης φίλη.  Όσους όμως συναντά ο Χουάν αποδεικνύονται φαντάσταματα· οπτασίες που αναδύονται στον δρόμο του, είτε λόγω κούρασης, είτε λόγω της εφιαλτικής ζέστης που επικρατεί στην Κομάλα – έναν τόπο που, εκτός από την μεγάλη ξηρασία, δεν έχει άλλα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά· έναν τόπο που μπορεί να είναι οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Και με ψιθύρους –ή μουρμουρητά όπως το αποδίδει στην εξαιρετική δουλειά της η μεταφράστρια–, παρόλη την φασματική τους διάσταση, οι άνθρωποι ετούτοι θα δώσουν τις αναγκαίες πληροφορίες στον Χουάν για την οικογένεια του πατέρα του αλλά και τον ίδιο τον πατέρα του, τον Πέδρο Πάραμο - έναν τύραννο που έχει πεθάνει, έχοντας όμως καταστρέψει τον τόπο που άφησε πίσω του.

Πρόδρομος του μαγικού ρεαλισμού κι ένας από τους πιο επιδραστικούς λατινοαμερικάνους συγγραφείς, αν όχι ο επιδραστικότερος, ο Χουάν Ρούλφο θεωρήθηκε ο απόλυτος καλλιτέχνης –  υπήρξε επίσης σημαντικός φωτογράφος, σεναριογράφος, παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών, ηθοποιός και σύμβουλος περί ιστορικών θεμάτων. Μόνιμο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του οι αυτόχθονες πληθυσμοί της χώρας του. Ως φωτογράφος, ο Ρούλφο απαθανάτισε, με τον απόλυτο τρόπο που αποδίδουν τα ασπρόμαυρα καρέ, την σκληρή πραγματικότητα της μεξικανικής υπαίθρου.  Ως συγγραφέας, τόσο με το "Πέδρο Πάραμο", όσο και με τη συλλογή διηγημάτων του που προηγήθηκε κατά δύο χρόνια, ο Ρούλφο αποδίδει λογοτεχνικά την ιστορία του Μεξικού σε μια περίοδο όπου ήταν ακόμη νωπές οι συνέπειες των κοινωνικών συγκρούσεων – κυρίως της Μεξικανικής Επανάστασης του 1910 που είχε ως θύματα τους γονείς του, αλλά και του μετέπειτα Πολέμου των Κριστέρος (1926-29) και την -πιο σύγχρονή του- διένεξη μεταξύ της κυβέρνησης και της Καθολικής Εκκλησίας. Και το κάνει εξωραΐζοντας, κατά κάποιον τρόπο, την βία και την εκμετάλλευση, την άνυδρη γη και τους άμοιρους ανθρώπους της με υπερβολές, αλληγορίες και αμφισημίες.

Το βιβλίο ετούτο ήταν κάτι σαν εμμονή – οι κριτικές που συνεχώς λαμβάνει ακόμη και σήμερα μιλούν για ένα magnum opus, η συνολική ανάγνωση του οποίου επιδέχεται άνετα, κάθε φορά, και μία νέα ερμηνεία. Διαβάζοντάς το, διαπίστωσα πως παρόλη την έντονα διακεκομμένη γραμμική αφήγηση, την πολυφωνία, και την άχρονη εξιστόρηση, το μυθιστόρημα αποτελεί ένα συνεκτικό, κατανοητό –με τον τρόπο που κατανοούμε ένα πολυαναφορικό περιβάλλον του Μπέκετ ή τους παράδοξους διαλόγους του Ιονέσκο– κείμενο με αιχμηρές κοινωνικές, ανθρωπολογικές και ιστορικές πτυχές. 


Η πρόσφατη έκδοση που κρατώ περιλαμβάνει ένα σημείωμα της μεταφράστριας, επίμετρο του Κάρλος Φουέντες, ένα κείμενο αναμνήσεων του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, το προλογικό σημείωμα της αμερικανικής έκδοσης από την Σούζαν Σόνταγκ και τέλος, έναν διάλογο του συγγραφέα με τον κριτικό λογοτεχνίας Τζόζεφ Σόμμερς – όλα εξαιρετικά κείμενα τα οποία, όμως, θα μπορούσαν να παραληφθούν. Ή, να περιοριστούν σε ένα. Το μυθιστόρημα του Χουάν Ρούλφο στέκεται άνετα μόνο του και, εξήντα δύο χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, εξακολουθεί να αποτελεί πρότυπο κειμενικής δομής, και να συγκινεί.








Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία είναι του Χουάν Ρούφλο κι έχει αντληθεί από τις "Άγονες ζωές" του Γκρασιλιάνο Ράμος. Στην δεύτερη φωτογραφία ο συγγραφέας κατά την παραλαβή του βραβείου Prince of Asturias Award for Literature, το 1983. Ο τίτλος της ανάρτησης είναι του T. S. Elliot από στίχο του "The Waste Land" που θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα του 20ου αι. και αντιπροσωπευτικό του μοντερνισμού στην ποίηση.

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017







Ιδιωτικές ιστορίες







Ένα από τα  στοιχεία που εκτιμώ πολύ στην γραφή του κολομβιανού Juan Gabriel Vásquez  είναι το σύγχρονο, "αντιδραστικό" ύφος του – δεν εμφανίζει ούτε στο ελάχιστο κάτι από τον παραδοσιακό μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Φυσικό επακόλουθο εάν σκεφτεί κανείς τις λογοτεχνικές επιρροές του που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τους Β. Ουγκώ, Ε.Μ. Φόστερ, Τζόζεφ Κόνραντ, Φίλιπ Ροθ και Σωλ Μπέλοου. Το αποδεικνύει και το "Οι πληροφοριοδότες" (μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη – Ίκαρος, 2015), το εντυπωσιακό πρώτο μυθιστόρημά του και το δεύτερο βιβλίο του που εκδίδεται στα ελληνικά. Και στα δύο, εκτός από την συνέπεια του ύφους, βασικός μοχλός της αφήγησης είναι το ταξίδι και η αναζήτηση της αλήθειας. Καμβάς εδώ, η ιδιωτική ζωή ενός έθνους, όπως ερμηνεύει ο Μπαλζάκ την Ιστορία.  

Ο Γκαμπριέλ Σαντόρο είναι ένας δημοσιογράφος που με το πρώτο του βιβλίο ασχολείται με μία από τις σκοτεινές περιόδους της κολομβιανής ιστορίας. Όταν τον Νοέμβριο 1943 η Κολομβία τάσσεται ανοιχτά υπέρ των συμμάχων οι ΗΠΑ, φοβούμενες μία πέμπτη φάλαγγα των Ναζί στην Λατινική Αμερική, της ζητούν να συντάξει μία λίστα με τους συμπαθούντες των Ναζί την οποία κατόπιν θα παραλάμβανε το FBI.  Η Κολομβία, υπό την απειλή της μη χρηματοδότησής της, συντάσσει μαύρες λίστες τις οποίες στην συνέχεια δημοσιοποιεί στις εφημερίδες της εποχής. Στις λίστες αυτές συμπεριελήφθησαν και γερμανοί μετανάστες –στην πραγματικότητα, όλοι οι μετανάστες που προέρχονταν από χώρες του Άξονα– ασχέτως των πεποιθήσεών τους καθώς θεωρήθηκαν συλλήβδην φιλοναζιστές με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις και περιουσίες να δημευτούν, υπολύψεις να σπιλωθούν και όλοι ανεξαιρέτως οι γερμανοί μετανάστες να βρεθούν κρατούμενοι σε ιδιότυπες φυλακές –απομονωμένα ξενοδοχεία που λειτούργησαν ως στρατόπεδα συγκέντρωσης– με την κατηγορία της (πιθανής) κατασκοπίας. 

Το  "Μια ζωή στην εξορία" βασίζεται στις διηγήσεις της Σάρας Γκούτερμαν, μίας Γερμανίδας εβραϊκής καταγωγής που είχε εγκατασταθεί στην χώρα λίγο πριν την έναρξη του ΠΠ2 και υπήρξε οικογενειακή φίλη του Γκαμπριέλ – ο εύπορος πατέρας της, Κόνραντ Ντερέσερ, είχε ανοίξει προπολεμικά το Nueva Europa, ένα πολυτελές ξενοδοχείο που προσέλκυε τους μεγαλοαστούς της Μπογκοτά. Εκεί πήγαινε ο πατέρας του Γκαμπριέλ, φοιτητής ακόμη της Νομικής, για να μάθει γερμανικά από τον πατέρα της Σάρας. Εκεί γνώρισε τον μετέπειτα κολλητό του – τον συνομήλικο Ενρίκε, γιο του Κόνραντ. 

Οι κριτικές για το πρώτο βιβλίο του Γκαμπριέλ είναι εγκωμιαστικές, εκτός από μία, ιδιαιτέρως δηκτική – του διακεκριμένου καθηγητή
Γκαμπριέλ Σαντόρο, του πατέρα του (πατέρας και γιός έχουν το ίδιο όνομα στο μυθιστόρημα του Βάσκες κι αυτό έχει τις δικές του συνδηλώσεις). Η σχέση πατέρα-γιου θα ψυχρανθεί και οι δυό τους θα διατηρήσουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Θα αναγκαστούν, ωστόσο, να επικοινωνήσουν ξανά όταν ο πατέρας Σαντόρο αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και χρειάζεται την παρουσία του γιου του. Λίγους μήνες αργότερα, ο πατέρας Σαντόρο θα σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα έξω από το Μεντεγίν και ο Γκαμπριέλ θα θελήσει να ερευνήσει τις αιτίες του ατυχήματος και την αψυχολόγητη, κατ' αυτόν, συμπεριφορά του πατέρα του ο οποίος πριν καλά-καλά αναρρώσει κάνει ένα τόσο μακρινό ταξίδι. Εκτός από την ερωτική ζωή του κυρίου καθηγητή με την φυσιοθεραπεύτριά του, ο Γκαμπριέλ θα ανακαλύψει το ξεχασμένο παρελθόν του πατέρα του και τους πληροφοριοδότες – εκείνους που βοήθησαν στο να καταρτιστούν οι μαύρες λίστες. Εκτός από τα διεφθαρμένα κυβερνητικά στελέχη, ο καθένας είχε την εξουσία να καταδώσει όσους νόμιζε ότι ήταν συμπαθούντες του ναζιστικού καθεστώτος. Και το έκανε χωρίς ενδοιασμούς ή ιδιαίτερη διασταύρωση των στοιχείων του.


"Μία από τις πιο αυθεντικές νέες φωνές" σύμφωνα με τον Μάριο Βάργκας Γιόσα, ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες γράφει ένα περίτεχνο μυθιστόρημα που δεν του λείπουν, ωστόσο, οι ατέλειες – κάπου επαναλαμβάνεται, αλλού φλυαρεί, υπάρχει και μία κάμψη στον ρυθμό της αφήγησης. Αντισταθμίζονται όμως με τις έντονες διακυμάνσεις στην πλοκή – την σοκαριστική για τον Γκαμπριέλ ανακάλυψη πως ο πατέρας του ήταν ένας από τους πληροφοριοδότες· το γεγονός ότι οι πληροφορίες του ήταν εναντίον του αδελφικού του φίλου που, επιπροσθέτως, ήταν φανερά αντι-ναζιστής· την αποκαλυπτική συνέντευξη που έδωσε λίγες ώρες μετά το θάνατο του πατέρα του η Ανχελίνα, η ερωμένη του, σε μια μεσημεριανή εκπομπή όπου ανακοινώνει δημοσίως το προσωπικό μυστικό του γηραιού Σαντόρο· την απόφαση του Γκαμπριέλ να γράψει ένα δεύτερο βιβλίο, συνέχεια του πρώτου, που το ονομάζει "Οι πληροφοριοδότες" κι όπου συμπεριλαμβάνει και το γεγονός ότι ο Κόνραντ Ντερέσερ, μην μπορώντας να χειριστεί την επαγγελματική και οικογενειακή του καταστροφή, αυτοκτόνησε. Αυτό το δεύτερο βιβλίο θα διαβάσει ο Ενρίκε Ντερέσερ –ο αδερφός της Σάρας– ο οποίος θα αποκαλύψει στον Γκαμπριέλ τον λόγο που ο πατέρας του ταξίδεψε μέχρι το Μεντεγίν.

Πιο πυκνογραμμένο από το σπουδαίο "Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν", το πρωτόλειο του κολομβιανού συγγραφέα είναι μία θαυμάσια χαρτογράφηση των δύο εποχών που εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα – της περιόδου 1988-1990 και της δεκαετίας 1940. Πρωτίστως όμως "Οι Πληροφοριοδότες" είναι ένα διεισδυτικό ψυχογράφημα των πρωταγωνιστών του – ο Κάρλος Φουέντες θαύμαζε τον τρόπο που ο Βάσκες καταγράφει αυτήν "την γκρίζα περιοχή των ανθρώπινων πράξεων και της επίγνωσης  όπου η ικανότητά μας να κάνουμε λάθη, να προδίδουμε και να αποκρύπτουμε, δημιουργεί μία αλυσιδωτή αντίδραση που μας καταδικάζει να ζούμε σε έναν κόσμο δίχως ικανοποίηση".

Αυτός ο κόσμος  ανασυστήνεται στο μυθιστόρημα χάρη στον εντυπωσιακό έλεγχο της γλώσσας και την τεχνική της αφήγησης που κατέχει ο Βάσκες – το δεύτερο στοιχείο που εκτιμώ στην γραφή του. Προς στιγμήν, μου έφερε στο νου το σφυχτoδεμένο στυλ του Νόρμαν Μάνεα. Το συγγραφικό ύφος του Κολομβιανού, όμως, είναι δυναμικό και σαφές. Η γραφή του πλούσια λεξιλογικά κι επιμέρους ποιητική, με δραματικές έως τραγικές αποχρώσεις· με κομψό χιούμορ, μια ευδιάκριτη αλλά διακριτική αίσθηση μοναχικότητας και –ακόμη ένα στοιχείο που εκτιμώ– οξυδερκείς παρατηρήσεις που σε κάνουν να προβληματίζεσαι για τον ανθρώπινο ψυχισμό, την κειμενική πραγματικότητα, την ιδιωτική λήθη και την συλλογική μνήμη· την εξουσία, την προδοσία και την σιωπή.


Είναι, εν τέλει, ένα σημαντικό βιβλίο για εκείνους που γράφουν την ιστορία κι αυτούς που την ζουν. 









Σημείωση: Το εικαστικό έχει τίτλο "Νεκρή Φύση στη Σιωπή" (1942) και προκάλεσε σάλο στα καλλιτεχνικά δρώμενα της εποχής καθώς ο κολομβιανός Carlos Correa δεν περιορίστηκε στις παραδοσιακές νεκρές φύσεις με τους θρησκευτικούς συμβολισμούς που συνηθίζονταν τότε αλλά, με τούτο τον συνδυασμό γεωμετρικής αφαίρεσης και κυβισμού, δήλωνε την ανάγκη για μία τέχνη ανοιχτή στην πραγματική ζωή.

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017








Γυαλί και Ζωή





Στο νησί Μουράνο, που φημίζεται για τα θαυμάσια κρύσταλλά του, ένα παιδί ονειρεύεται να αποκτήσει το δικό του εργαστήριο και να γίνει μεγάλος τεχνίτης γυαλιού. Ο Ζορζί Μπαλαρί είναι από πολύ μικρός μαθητευόμενος του πιο επιτυχημένου και ισχυρού μάστορα, του Πιέτρο Σπαλάτο, και δουλεύει σκληρά γι' αυτό κάθε μέρα – αυτός ανάβει τους φούρνους το χάραμα κι αυτός τους περιμένει να κρυώσουν πριν κοιμηθεί αργά τη νύχτα. Ένα ατύχημα θα του στερήσει κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Ο Ζορζί τότε, που είναι ήδη δεκαπέντε χρονών, θα απομακρυνθεί απογοητευμένος από τους ανθρώπους, θα απομονωθεί εντελώς. Όλοι νομίζουν ότι εξαφανίστηκε.

Δεν είχε όμως εξαφανιστεί. Και δεν είχε ξεχάσει το όνειρό του – δούλευε μυστικά, με πολύ επιμονη, και είχε καταφέρει να τελειοποιήσει την τεχνική του. Μία νύχτα, ο Ζορζί θα συναντήσει ένα μικρό ορφανό αγόρι, τον Τζάκομο. Θα τον πάρει μαζί του και λίγο πριν κοιμηθεί, του χαρίζει μία μπλε γυάλινη μπάλα που φτιάχνει με το φυσοκάλαμό του. Όταν η μπάλα αυτή σπάει, σκορπά μία ιριδίζουσα σκόνη που κάνει τον μικρό Τζάκομο να νιώθει σαν σε όνειρο. Κάπως έτσι ο Ζορζί Μπαλαρί, από απλός φυσητής γυαλιού γίνεται φυσητής γυάλινων ονείρων. Και κάθε βράδυ, μαζί με τον Τζάκομο, φυσά πολλές γυάλινες μπάλες σε όλα τα παιδιά του νησιού. 


Η πρώτη ανάγνωση του "Ο Φυσητής των Ονείρων" (Λιβάνης, 2017) ήταν μισή – το διάβασα αργά το βράδυ και η άσπρη γραμματοσειρά  στο αχνοπράσινο φόντο με δυσκόλεψε. Η δεύτερη και η τρίτη μού επιβεβαίωσαν την εντύπωση ότι "Ο φυσητής..." είναι ένα ιδιαίτερα όμορφο, ίσως μελαγχολικό, παραμύθι που εστιάζει στο πάθος των ονείρων και την επιμονή σ' αυτά παρά τις δυσκολίες που ανακύπτουν στην πορεία της πραγματοποίησής τους. Ο Bernard Villiot, που είναι επίσης σκηνοθέτης και σεναριογράφος, περιγράφει με αρκετά συνοπτικό κι ευχάριστο τρόπο αυτή την πορεία του Ζoρζί - από τότε που ήταν ένας μαθητευόμενος μέχρι το τέλος της ζωής του, ενώ είχε ήδη μεταδώσει την τέχνη και τις γνώσεις του στον φίλο του Τζάκομο. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές αποχρώσεις στις συμπεριφορές των κατοίκων του νησιού που εισάγουν τους μικρούς αναγνώστες στο ρεαλιστικό περιβάλλον μιας κλειστής κοινωνίας όπως αυτής ενός νησιού – από τη μια, οι κάτοικοι του νησιού μεγαλοποιούν το ατύχημα του Ζορζί που δεν έχει καμμία σχέση με την τεχνική του φυσήματος του γυαλιού και την ικανότητά του να δουλεύει· μετά, οι ίντριγκες των άλλων τεχνιτών εναντίον του· και τελικά, μεγάλοι και μικροί τον αποδέχονται ως τον πιο επιδέξιο τεχνίτη του νησιού και κάνουν τα πανέμορφα γυάλινα όνειρά του ξακουστά.


Ειδικές αποχρώσεις έχει και η εικονογράφηση του Thibault Prugne η οποία λειτουργεί ως ξεναγός στα τοπία της Βενετίας, του Μουράνου και των εργαστηρίων γυαλιού. Χωρίς να εμβαθαίνoυν το κείμενο, οι ρομαντικές εικόνες του Prugne με τις πολλές διαβαθμίσεις του γαλαζοπράσινου και της τερρακότας μεταδίδουν την αίσθηση της δροσιάς και της ευθραυστότητας – όπως ακριβώς είναι, ή όπως θα έπρεπε να είναι, στην πραγματικότητα τα όνειρα και οι επιθυμίες του κάθε παιδιού.








Σημειώσεις:  Η πρώτη φωτογραφία είναι από εγκατάσταση με μπάλες φυσητού γυαλιού του αμερικανού εικαστικού Dale Chihuly και η δεύτερη εικόνα από την εικονογράφηση του βιβλίου. // Φυλλομέτρησα το βιβλίο αρκετές φορές, δεν μπόρεσα όμως να εντοπίσω το όνομα του μεταφραστή/της μεταφράστριας.