Κυριακή, 14 Απριλίου 2019











Διαβαθμίσεις

κι αντανακλάσεις




Μία πολυδιάστατη αλληγορία για την ανθρώπινη φύση, τις διαστάσεις του ψυχισμού και τα όρια του σύγχρονου πολιτισμού είναι το "Φωτεινή Πολιτεία" (μτφρ. Βασιλική Κνήτου – Μεταίμιο, 2019). Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο του ισπανού Andrés Barba που εκδίδεται στα ελληνικά αλλά το πρώτο δικό του που διαβάζω και με εξέπληξε τόσο το αντισυμβατικό θέμα του όσο και ο χειρισμός του.

Τον Απρίλιο 1993 ο αφηγητής, ένας νεαρός υπάλληλος του περιφερειακού υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων που μόλις είχε πάρει προαγωγή, φτάνει μαζί με την οικογένειά του στο Σαν Κριστόμπαλ, μία μικρή πόλη ανάμεσα στη ζούγκλα και τον ποταμό Ερέ. Παρά τις τροπικές συνθήκες και μία απροσδιόριστη ανησυχία που διαισθάνονται να κατακλύζει τον αέρα, η ζωή τους κυλά ομαλά - ο ίδιος στο γραφείο του στο δημαρχείο, η γυναίκα του, Μάια, διδάσκοντας κλασική μουσική και η μικρή τους κόρη στο σχολείο. 

Κάποια στιγμή, οι κάτοικοι παρατηρούν μια ομάδα άγνωστων παιδιών, σε άθλια κατάσταση, να περιφέρεται στην πλατεία. "...εκείνα τα αγόρια και κορίτσια που είχαμε αρχίσει πια να βλέπουμε καθημερινά στημένα στους δρόμους ανάμεσα στα φανάρια ή να κοιμούνται σε μικρές ομάδες ξαπλωμένα πλάι στις όχθες του Ερέ και που εξαφανίζονταν από την πόλη με το που έπεφτε η νύχτα..." δημιουργούν διάφορα επεισόδια με αποκορύφωμα  την επίθεση σ' ένα σούπερ μάρκετ και τον στυγνό φόνο δύο ατόμων εκεί. Μετά από αυτό, οι υπηρεσίες του δήμου καταστρώνουν σχέδιο σύλληψής τους ενώ τα ίδια τα άγρια παιδιά εξαφανίζονται. Κι όχι μόνο αυτά. "Άρχισαν να εξαφανίζονται τα παιδιά. Τα δικά μας παιδιά. Στην αρχή κανένας δεν μπορούσε να το πιστέψει, τα περιστατικά φάνταζαν μεμονωμένα και άσχετα."  Δεν ήταν όμως καθόλου.



Είκοσι δύο χρόνια μετά, ο αφηγητής καταγράφει το χρονικό εκείνης της περίοδου από την αρχή σε μια προσπάθεια να κατανοήσει το τί συνέβη – από τα πρώτα περίεργα βλέμματα μέχρι την συμμετοχή του, ως διεθυντής πλέον του τμήματος Κοινωνικών Υποθέσεων, στον σχεδιασμό επιχείρησης εντοπισμού των 32 στη ζούγκλα και στην συνέχεια για να τους παγιδεύσουν στο υπόγειο σύστημα αποχέτευσης της πόλης. "Συγκαλέσαμε ένα έκτακτο συμβούλιο και απλώσαμε πάνω στο γραφείο του  Αμαδέο Ρόκε τον χάρτη των υπονόμων. Το όλο σύστημα είχε σχήμα αστεροειδές και κατέληγε στην ανατολική πλευρά της πόλης - έξι κανάλια που εξέβαλλαν σε μια μεγάλη τάφρο απορροής η οποία κατέληγε στον ποταμό Ερέ. Δεν ξέραμε που ακριβώς βρίσκονταν τα παιδιά, αλλά συμπεράναμε από τις διαστάσεις και το ύφος των στοών (που σε πολλά τμήματα δεν ξεπερνούσε το μισό μέτρο) ότι μπορούσαν να βρίσκονται μόνο σε τέσσερα σημεία, όλα κοντινά και συνδεόμενα μεταξύ τους, που σνέπιπταν με τον πεζόδρομο του ποταμιού και την περιοχή της πλατείας 16ης Δεκεμβρίου."


Γεγονότα, αποδεικτικά στοιχεία, φήμες, οι καταχωρίσεις του ημερολογίου μίας έξυπνης εύπορης πιτσιρίκας κι ένα ντοκυμαντέρ συμπληρώνουν την εικόνα της τοπικής κοινωνίας που αναγκάστηκε να αναθεωρήσει την γνώμη της για την τάξη, την βία αλλά και τον πολιτισμό της στην διάρκεια εκείνων των δεκαοκτώ μηνών που οι "ευγενείς άγριοι", όπως θεωρούνταν τα παιδιά στην Αναγέννηση, την κατέλαβαν. 



Το πρώτο που σκέφτηκα διαβάζοντας το βιβλίο ήταν μία αντίρρηση που είχε εκφράσει, πριν από χρόνια, ο Marco Franciolli για την εκπαίδευση των παιδιών όπως έχει διαμορφωθεί στην σημερινή κοινωνία. Βέβαια, αναφερόταν στον τρόπο κι όχι στην αναγκαιότητά της. Παρ' όλα αυτά είχε, θυμάμαι καλά, μία γλυκόπικρη αίσθηση για την αθωώτητα των παιδιών που χάνεται στην διαδικασία. Δεν αμφισβητώ το ότι υπάρχει η ευαίσθητη κι όμορφη πλευρά των παιδιών. Στο μυθιστόρημα δε, ο μικρός Χερόνιμο Βαλδές είναι ένα από τα αγρίμια που την καταδεικνύουν με συγκινητικό τρόπο.  

Ωστόσο αυτή είναι μία από τις δύο που διαθέτουν έμφυτες και η δεύτερη είναι αυτή που διερευνά ο Μπάρμπα – έχει κατανοήσει την επιθετικότητα και την σκληρότητα της παιδικής ηλικίας και στα βιβλία του καταργεί τον ρομαντισμό της και κάθε σχετικό κλισέ για την ιδανική αθωώτητα της. Αναλύει και εικονοποιεί τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις και τις συμπεριφορές των παιδιών με ρεαλισμό κι ακρίβεια, δίχως να μακρυγορεί, φωτίζοντας έτσι τις πολλές μορφές του παιδικού ψυχισμού. Η σαγήνη και η βία, η σεξουαλικότητα, το άξεστο παιχνίδι τους και η επικοινωνία, η εγκατάλειψή τους δίνονται με ένα σαφή τρόπο που ωστόσο προστατεύει, δεν προσβάλλει, το υποκείμενό του. 

Το όλο βιβλίο άλλωστε είναι ένα εύθραυστο οικοδόμημα τρυφερότητας, σκληρότητας και αγωνίας.  Όπως ο Χένρυ Τζέιμς έτσι και ο  Μπάρμπα χρησιμοποιεί ένα ήρεμο ύφος που στηρίζεται στην λογική  για να δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα μεταφυσικής αγωνίας που κλιμακώνεται σταθερά – από τα δυστοπικά σκηνικά που στήνει στην πόλη και στην ζούγκλα σε έναν μοναδικό εννοιολογικό τόπο, το υπόγειο καταφύγιο των 32. "Η ομάδα μας δεν ήταν καν από τις πρώτες που έφτασαν - όταν πήγαμε εκεί, υπήρχαν ήδη τουλάχιστον δέκα άτομα βουβά από την έκπληξη. Η αίθουσα ήταν ένα πεντάγωνο ενενήντα περίπου τετραγωνικών μέτρων, με ύψος τρία μέτρα, που φωτιζόταν απ' το φως που έμπαινε από τέσσερα στόμια του υπονόμου. Η πρώτη εντύπωση ήταν καταπληκτική. Υπήρχαν παντού εκατοντάδες μικρά κομμάτια από καθρέπτες κι από γυαλιά στερεωμένα στους τοίχους χωρίς κάποια εμφανή λογική. (...) Το φως που έμπαινε στις δώδεκα το μεσημέρι σ' εκείνη την αίθουσα σίγουρα θα έκανε όλα εκείνα τα αντικείμενα να γυαλίζουν μ' έναν τρόπο διαφορετικό απ' ότι στις τρεις. Η λέξη 'φωτεινός' άλλαζε υποχρεωτικά νόημα όσο κυλούσε η μέρα και σου έδινε την αίσθηση ότι όλο εκείνο το πλέγμα από πολύχρωμα γυαλιά, κομμάτια από καθρέφτες, θραύσματα από μεγεθυντικούς φακούς και φιαλίδια είχε σχεδιαστεί έτσι, που να σχηματίζει πολύ συγκεκριμένες μορφές: σε μία αντανάκλαση νόμιζες πως έβλεπες ένα πρόσωπο, ενώ μια άλλη ήταν ξεκάθαρα ένα δέντρο, ένα σκυλί, ένα σπίτι..."

Η συνεκτικότητα της γραφής του είναι εντυπωσιακή  – η αφήγηση δεν παραπαίει και δεν πλατιάζει αν και συνυφαίνει πολλά θέματα: υπάρχουν, για παράδειγμα, αναφορές στην κλασική μουσική, την τέχνη, τον χορό και τις λαϊκές τοπικές παραδόσεις ενώ παράλληλα εντοπίζει κι ενσωματώνει στην πλοκή τις αντανακλάσεις της ύπαρξης των άγριων παιδιών στα ζητήματα των ενηλίκων: τη σχέση του ζευγαριού, τις σχέσεις γονιού-παιδιού, τη συνοχή της τοπικής κοινωνίας και την αποδοχή του ξένου/απόκληρου, την εξουσία, τον έρωτα, τον θάνατο. Ο μαδριλένιος συγγραφέας έχει, επιπλέον, την τόλμη να προχωρήσει πιο πέρα από τον αντίποδα του "Άρχοντα των Μυγών" και του "Δύο Χρόνια Διακοπές" – ρίχνει φως και στα μύχια  συναισθήματα των πολιτισμένων ενηλίκων και την συμπεριφορά τους, παρά την λογική, μπροστά στο ανεξήγητο· τον φόβο και την αδυναμία τους να προστατεύσουν τα παιδιά ή και τον εαυτό τους. "Έναν φόβο που διαπότιζε τα πάντα και θύμιζε μια κατάσταση συγγενική του ύπνου."



Ένας από τους 22 πιο σημαντικούς σύγχρονους ισπανόφωνους συγγραφείς για το 2010, σύμφωνα με τους συντάκτες του Granta, ο Andrés Barba εκτός από την πεζογραφία ασχολείται με το δοκίμιο, την ποίηση, την παιδική λογοτεχνία, την φωτογραφία ενώ έχει μεταφράσει έργα, μεταξύ άλλων, του Joseph Conrad, Thomas De Quincey και Herman Melville (η μεταφορά του Moby Dick στα ισπανικά ήταν κόλαση, λέει). Ανάμεσα στα πολλά βραβεία που έχει αποσπάσει ο ισπανός συγγραφέας για το έργο του είναι και το Premio Herralde το 2017 για την "Φωτεινή Πολιτεία", μυθιστόρημα που λειτουργεί, όπως φαίνεται, διττά: αφενός, ως αντίδοτο στην επικρατούσα ωραιοποιημένη κι εν μέρει αφελή αντίληψη για τα παιδιά και επιχείρημα υπέρ της σύγχρονης, στιβαρής, εκπαίδευσης με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παιδαγωγικής – ο αστoιχείωτος πρωτογονισμός, όπως και οι κάθε είδους χαοτικοί προοδευτισμοί που είναι της μόδας στις μέρες μας, είναι καταστροφικός.  

Κι αφετέρου, με την πυκνή δομή και την εξαιρετικά λιτή γλώσσα του, ως βήμα που μας καλεί να σκεφτούμε και να μιλήσουμε για εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Αυτός δεν είναι άλλωστε ο ρόλος της καλής λογοτεχνίας; 






Σημειώσεις: Η φωτογραφία είναι του αμερικανού Mike Brodie. Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από τον πίνακα "Jazz Band Dirty Style Blues" (1944) του Jean Dubuffet, θεμελιωτή της Art Brut ενώ το δεύτερο ανήκει στον γερμανό νεο-εξπρεσιονιστή A. R. Penck, γνωστό για την εντελώς πριμιτίφ εικονογραφία του. 

Τρίτη, 2 Απριλίου 2019







Μια φορά κι έναν καιρό

ήταν ένας Άντερσεν





"Για κείνον, ο γραπτός λόγος είναι ποιητικός στο βαθμό που αποκαλύπτει την ερωτική σχέση που δημιουγεί αυτός  που γράφει με το θέμα της γραφής του. Κι αυτό, είτε ασχολείται με θεατρικά έργα είτε με ποίηση, οδοιπορικά, μυθιστορήματα ή παραμύθια. Και βέβαια παραμύθια! Εξάλλου, το Πνεύμα των Παραμυθιών που άλλοτε ερχόταν να χτυπήσει την πόρτα του συγγραφέα και είναι η πιο γνωστή μορφή  έ μ π ν ε υ σ η ς, είναι παιχνιδιάρικο σαν τον έρωτα και άπιαστο σαν τον αγέρα. Μπορεί καμιά φορά να βρίσκεται μέσα σ' ένα άχερο που στροβιλίζεται εκεί πέρα στη γωνιά, αλλά ίσως και μέσα σ' ένα λουλούδι... Ποτέ δεν ξέρουμε πότα θα χτυπήσει την πόρτα μας και πού μπορεί να έχει κρυφτεί (...)
   Όταν κάποτε χτύπησε και την πόρτα του Δανού παραμυθά, αυτός το αναγνώρισε αμέσως και το καλωσόρισε. Κι από τότε βάδισαν μαζί, το Πνεύμα που έπαιρνε χίλιες δυο μορφές –για να γίνει παραμύθι–, και ο Άντερσεν που τα κατέγραφε όλα –για να γίνει ποιητής–. Γιατί, όπως το λέει πολύ απλά (...) το παραμύθι και η ποίηση είναι δυο κομμάτια από το ίδιο πράμα... "





Σημείωση: Ο τίτλος της ανάρτησης όπως και το πιο πάνω απόσπασμα είναι αντλημένα από το "Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Άντερσεν" (Καστανιώτης, 1994) της Μυρτώς Γεωργίου-Νίλσεν. Από την ίδια έκδοση και η αυτοπροσωπογραφία του διάσημου παραμυθά που ήταν επίσης συγγραφέας μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, ταξιδιωτικών πεζογραφημάτων και ποιητής. 

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019









“History is...






...that certainty produced at the point where 
the imperfections of memory 
meet the inadequacies of documentation.” 



Julian Barnes







Σημείωση: Το εικαστικό είναι από την σειρά Ηρωικά αναστάσιμα (2018) του Χρήστου Μποκόρου, και πρόκειται για λεπτομέρεια από ένα τετράπτυχο αφιερωμένο στην Έξοδο του Μεσολογγίου. 

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019










Dot to Definition






Συνήθως κρίνουμε ένα βιβλίο και από το εξώφυλλό του – είναι η πρώτη εντύπωση που δίνει για το μυθιστόρημα που ακολουθεί γι'αυτό τις περισσότερες φορές αυτά τα δύο αλληλο-νοηματοδοντούνται. Όχι όμως πάντοτε. Η περίπτωση του "Καμένες Σκιές" (μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης – Πατάκης, 2014)  είναι ένα ένα τέτοιο παράδειγμα – η εικόνα του εξωφύλλου του σε προϊδεάζει για το εντελώς αντίθετο περιεχόμενο από αυτό που στην πραγματικότητα η Πακιστανο-Βρετανή Kamila Shamsie έγραψε: ένα συναρπαστικό και φιλόδοξο ιστορικό μυθιστόρημα που δίνει αρκετή τροφή για σκέψη. 

Αύγουστος 1945 – ο Β΄ΠΠ μαίνεται ακάθεκτος με την Ιαπωνία στο πλευρό του Άξονα. Η είκοσι ενός χρονών Χιρόκο Τανάκα διδάσκει σε σχολείο του Ναγκασάκι ενώ παράλληλα μεταφράζει για τον Κόνραντ Βάις, αξιωματικό των Γερμανών. Σταδιακά, μεταξύ τους θα δημιουργηθεί μία σχέση. Καταδικαστέα από τους κατοίκους της πόλης γι' αυτό θα την "διορίσουν" εργάτρια στο τοπικό εργοστάσιο πυρομαχικών. Ως, επίσης, κόρη προδότη –ο πατέρας της, εικονοκλάστης καλλιτέχνης, είχε κλονιστεί πνευματικά λόγω του πολέμου και κατά διαστήματα ξεσπούσε εναντίον του αυτοκράτορα και του στρατού– θα υποστεί την  κοινωνική απομόνωση χωρίς ωστόσο να διακόψει την σχέση της με τον Κόνραντ. Αυτό θα συμβεί με την πτώση της ατομικής βόμβας – το πρωί της 9ης Αυγούστου, βγαίνει στην βεράντα της για να απολαύσει τη θέα της πλαγιάς απέναντι. Ο Κόνραντ μόλις έχει φύγει. Εκείνη ονειροπολεί για την κοινή τους ζωή "...όταν προσέχει ένα κενό ανάμεσα στα σύννεφα. Από μέσα ξεχύνεται το φως του ήλιου απομακρύνοντας περισσότερο τα σύννεφα μεταξύ τους." Σε χιλιοστά του δευτερολέπτου ο κόσμος γίνεται λευκός. 





Η Χιρόκο θα επιζήσει φέροντας στην πλάτη της, μόνιμο ενθύμιο, το ντεσέν του κιμονό που φορούσε – τρεις ιπτάμενους μαύρους γερανούς. Στο δεύτερο κεφάλαιο, την βρίσκουμε δύο χρόνια μετά να επισκέπτεται την ετεροθαλή αδερφή του Κόνραντ στο Νέο Δελχί. Είναι 1947 και παντού ξεσπούν ταραχές λόγω της επικείμενης ανεξαρτησίας της Ινδίας από την βρετανική κυριαρχία. Ωστόσο, στο σπίτι της Ελίζαμπεθ/Ίλζε και του Τζέιμς Μπάρτον επικρατεί η συνήθης γαλήνη της αγγλικής αριστοκρατίας. Το ζευγάρι θα την υποδεχτεί με την σχετική επιφύλαξη αλλά στην συνέχεια η Χιρόκο θα γίνει η έμπιστη φίλη της Ίλζε. Στο σπίτι τους θα γνωρίσει τον Ινδό ακόλουθο του Τζέιμς – της κάνει εντύπωση το όμορφο παρουσιαστικό του και η γνώση των αγγλικών που μιλά. Ο Σαζάντ, με τη σειρά του, θα προσφερθεί να της διδάξει ουρντού. Οι δύο ξένοι θα ερωτευθούν και μετά από λίγο θα παντρευτούν. Μαζί θα βρεθούν στην Κωνσταντινούπολη για να αποφύγουν τις βίαιες αναταραχές στο Δελχί – η Χιρόκο ως ξένη και ως μουσουλμάνα (μετά το γάμο της) θα ήταν κόκκινο πανί για τους φανατικούς ινδουιστές. Θα επιστρέψουν αναγκαστικά στο νέο κράτος του Πακιστάν.  Στο Καράτσι η Χιρόκο θα ενσωματωθεί άψογα στην τοπική κοινωνία ως δασκάλα και ο Σαζάντ (που νοσταλγεί διαρκώς το Παλαιό Δελχί) θα εργαστεί ως διευθυντής σε σαπωνοποιία. Εκεί, θα γεννηθεί ο γιος τους. Αν και άριστος μαθητής και υποψήφιος φοιτητής της Νομικής, ο Ράζα δεν θα τα καταφέρει στις εξετάσεις, λόγω άγχους, και η ζωή του θα πάρει μια επικίνδυνη τροπή όταν θα προσπαθήσει να αγοράσει ένα μοντέρνο ραδιόφωνο για τον πατέρα του και καταλήγει σε στρατόπεδο εκπαίδευσης Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν ακολουθώντας τον Αμπντουλάχ, ένα Αφγανόπουλο που γίνεται αδελφικός του φίλος. Το τρίτο κεφάλαιο τελειώνει με τον Σαζάντ να ψάχνει επίμονα τον εξαφανισμένο Ράζα στην ψαραγορά – το τελευταίο μέρος που είχαν πάει με τον Χάρι Μπάρτον, τον γιο της Ίλζε και του Τζέημς, ανιψιό του Κόνραντ. 

Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Ράζα είναι σχεδόν τριάντα επτά χρόνων και βρίσκεται σε αποστολή στο Αφγανιστάν ως διερμηνέας του Χάρι που εργάζεται μυστικά για την CIA. H Χιρόκο, από τον φόβο των πυρηνικών δοκιμών μεταξύ των ανταγωνιστών Πακιστάν και Ινδίας, φεύγει μόνη της για την Νέα Υόρκη. Ο πρώτος άνθρωπος που θα συναντήσει εκεί είναι ο Αμπντουλάχ – ο ταξιτζής που θα την μεταφέρει στο διαμέρισμα της Ίλζε όπου οι δύο φίλες θα συγκατοικήσουν μαζί με την εγγονή της δεύτερης, Κιμ.  Είναι 2001, η περίοδος αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους, και  οι συνθήκες για τους Μουσουλμάνους της Αμερικής είναι άκρως επικίνδυνες. Όπως ακριβώς και για τους Αμερικανούς στην άλλη μεριά της υδρογείου όπου η υποστήριξη των Μουτζαχεντίν από την CIA έχει γυρίσει μπούμερανγκ μετά την απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων. 




Γεννημένη το 1973 στο Καράτσι, η Κάμιλα Σάμσι έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα όσο ακόμη ήταν φοιτήτρια και με αυτό απέσπασε σημαντικές διακρίσεις στο Πακιστάν. Το "Καμένες Σκιές" είναι το πέμπτο κι εκτός από τις θερμές κριτικές που απέσπασε στην Βρετανία, όπου η συγγραφέας ήδη ζει, έφτασε μέχρι την βραχεία λίστα του έγκριτου Orange Prize for Fiction (το οποίο εντέλει απέσπασε το 2018 με το επόμενο βιβλίο της). Όπως  σε όλα της τα βιβλία έτσι κι εδώ, ασχολείται με την επιρροή της θρησκείας και της πολιτικής στην καθημερινότητα αλλά και την προσωπική ζωή των ανθρώπων εστιάζοντας περισσότερο στις γκρίζες ζώνες τους: τις καταστάσεις όπου αυτά συγκρούνται. 

Λόγω καταγωγής και θεματολογίας η Σάμσι κατατάσσεται μαζί με τους σύγχρονούς της Nadeem Aslam και Mohsin Hamid στο νέο κύμα πακιστανών συγγραφέων. Εκείνο που  την διαφοροποιεί, ωστόσο, είναι η ευρύτητα της οπτικής της και η ευελιξία στην εναλλαγή τόπων, χρόνου και χαρακτήρων – το "Καμένες Σκιές" διαδραματίζεται σε πέντε κράτη και σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους. Όπως και το ότι συνομιλεί άνετα με αρκετούς προγενέστερους συγγραφείς – οι σκηνές στο στρατόπεδο των Μουτζαχεντίν, όπως κι εκείνες με την κινητικότητα των αμερικανών πρακτόρων στο Αφγανιστάν-Πακιστάν, μου θύμησαν τις αντίστοιχες του Τζον λε Καρρέ στο "Μικρή Τυμπανίστρια"· οι περιγραφές ειδυλλιακών σκηνικών μοιάζουν βγαλμένες από το Χάουαρντς Έντ του Ε.Μ. Φόστερ ενώ οι πνευματώδεις διάλογοι μου έφεραν στο νου εκείνους της Τζέιν Ώστεν. Υπάρχει επίσης διάχυτη μία αίσθηση λεπτότητας και πνεύματος του Κίπλινγκ, και σκιές τρυφερότητας με το ύφος του Michael Ondaatje – ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς της Σάμσι. Γι'αυτό, υποθέτω σαν φόρο τιμής, η συγγραφέας ονόμασε το τέταρτο κεφάλαιο με μία πρόταση δανεική από τον Άγγλο Ασθενή: "Η απαιτούμενη ταχύτητα για την αντικατάσταση της απώλειας".



Εκτός από περιπέτεια και  πολιτικο-θρησκευτικό μυθιστόρημα με κοινωνικές προεκτάσεις,  το "Καμένες Σκιές" είναι και μία ιστορία αφοσίωσης και προδοσίας, ενοχής κι εξιλέωσης· ένα χρονικό απώλειας και της ιδιότητας τού να είσαι  ο ξένος. Σε ένα τόσο πολυδιάστατο μυθιστόρημα, συνεπώς, δεν λείπουν και οι ατέλειες. Σε ορισμένα σημεία υπάρχουν ασυμφωνίες στην πλοκή που σε κάνουν να αναρωτιέσαι  για το πού, πχ, βρίσκονται τώρα οι ήρωες ή πώς εισάγεται το Αφγανιστάν στην αφήγηση. Υπάρχουν επίσης κάποιες, ίσως, υπερβολές  ενώ  στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο ρυθμός είναι ελαφρώς ασταθής και η γραφή σεναριακή. Θα ήθελα να ήταν περισσότερο στοχαστικό με την σαγηνευτική λυρικότητα του Άγγλου Ασθενή, κάτι τέτοιο όμως θα αναιρούσε την ψυχοσύνθεση της Χιρόκο. Άλλωστε, η Σάμσι  έχει ήδη το δικό της χαρακτηριστικό ύφος -  το βιβλίο είναι προσεκτικά δουλεμένο και προβάλλει μια δυναμική ομορφιά, υπάρχει σφιχτή συνοχή  της γλώσσας και ισορροπημένη αλληλουχία των γεγονότων ενώ η αφήγηση ξετυλίγεται  με σταθερό ρυθμό που εντείνει την αγωνία. Την περιέργεια, στην δική μου περίπτωση, για το παρακάτω καθώς οι ανατροπές είναι αρκετές και διαλύουν κάθε βεβαιότητα για την εξέλιξη της πλοκής. 

Χωρίς αμφιβολία, η Σάμσι γράφει με σαφήνεια και ευγλωττία για καυτά θέματα – τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, τον εθνικισμό, τις περίπλοκες σχέσεις Ανατολής και Δύσης. Μας συστήνει εκ νέου την αποικιοκρατία και αποκαλύπτει αθέατες λεπτομέρειές της με οξυδέρκεια – τις γλωσσικές, πολιτιστικές, πολιτικές και κοινωνικές επιδράσεις που ασκήθηκαν στις αποικισμένες κοινωνίες και οι οποίες εξακολουθούν να επηρεάζουν το παρόν των ανθρώπων τόσες δεκαετίες μετά· δείχνει τον ορισμό του Ισλάμ και φωτίζει με ευαισθησία τις διαπολιτισμικές σχέσεις και τις μικρές, μα σημαντικές, ανθρώπινες εξαιρέσεις του μαζικού θρησκευτικού ρατσισμού. Επισημαίνει (πιστεύω εσκεμμένα) ακόμη και την έλλειψη πολιτικής ταυτότητας των μιλλένιαλς, και την απαράδεκτα αποστασιοποιημένη συμπεριφορά τους  – η Κιμ στρέφεται εναντίον της οικογένειας της Χιρόκο με ιδιοτέλεια, φυλετικά κριτήρια και ενστικτώδη ανοησία.  Είναι η τελευταία πράξη του μυθιστορήματος και μ' αυτή η συγγραφέας μάς γυρνά στο αρχικό ερώτημα του προλόγου, όταν ένας αγνώστου ταυτότητας άνδρας βρίσκεται σε κελί του Γκουαντάναμο κι ετοιμάζεται να φορέσει την πορτοκαλί φόρμα. Στην θέα της ψυχρής λάμψης ενός ατσάλινου πάγκου παραδίπλα ο άνδρας ανατριχιάζει κι αναρωτιέται: "Πώς κατέληξαν έτσι τα πράγματα;"



Η Χιρόκο είναι μία εμβληματική φιγούρα της σύγχρονης πεζογραφίας – σε όλο το μυθιστόρημα μαθαίνει να προσαρμόζεται στις αλλαγές ώστε να ενσωματώνεται ομαλά, κάθε φορά, στο ξένο μέρος όπου οι καταστάσεις την υποχρεώνουν να ζήσει χωρίς ποτέ να απολέσει την αίσθηση του εαυτού και την αυτοκυριαρχία της. Ωστόσο, το μυθιστόρημα είναι ουσιαστικά η ιστορία δύο οικογενειών –των Τανάκα-Ασράφ και Βάις-Μπάρτον– και του πώς οι ζωές τους εμπλέκονται με την σύγχρονη Ιστορία στις πιο καθοριστικές στιγμές της: τη ρίψη της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι, τον Διχασμό της Ινδίας, τις πυρηνικές δομικές στο Πακιστάν, την σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Ενώνοντας αριστοτεχνικά αυτά τα σημεία, η Σάμσι ερμηνεύει το δυσεπίλυτο παρόν. 










Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι το Δάπεδο Cosmati - ένα πρώιμο μεσαιωνικό μωσαϊκό στο πάτωμα της Αγίας Τράπεζας στο Αββαείο του Ουέστμίνστερ που χρονολογείται από το 1268. Το πρώτο εικαστικό ανήκει στην πακιστανή ζωγράφο, ακαδημαϊκό και ακτιβίστρια Salima Hashmi ενώ το  Flying Rug (2009) είναι μία εγκατάσταση του, επίσης πακιστανού, σύγχρονου εικαστικού Adbullah Syed. Η επόμενη στη σειρά φωτογραφία είναι ενός πραγματικού θύματος της ατομικής βόμβας που επιβίωσε με μερικά μόνο εγκαύματα. Χιλιάδες άλλα θύματα υπέφεραν από βαθιά εγκαύματα ενώ άλλοι  "απλώς" εξαερώθηκαν στο λεπτό. Στο τέλος, η φωτογραφία της συγγραφέως αντλήθηκε από τον Guardian. 

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019











"Στο Βερολίνο, 






... ο Σίνκελ αγωνίστηκε για να πραγματοποιήσει το όραμά του, η Κόλλβιτς πάλεψε για να δώσει σχήμα στους φόβους της, ο Ίσεργουντ –που ζούσε με τον βασικό παραδίδοντας μαθήματα κατ' οίκον– ξαναδούλεψε την πραγματικότητα, και ο Μπόουι έκανε το δικό του ταξίδι από την εξάρτηση στην ανεξαρτησία, από την παράνοια της δημοσιότητας σε έναν ριζοσπαστικό, αποκαλυπτικό αγγελιοφόρο που μας είπε, όλους εμάς τους πλαδαρούς τύπους, όλους τους τιποτένιους που είχαμε ονειρευτεί έναν νέο κόσμο ίσων, ότι ήμασταν όμορφοι, ότι μπορούσαμε να είμαστε ο εαυτός μας."









Σημείωση: Η φωτογραφία αντλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο και η σελίδα που εικονίζεται  πιθανώς να είναι από το Hero: David Bowie της αγγλίδας δημοσιογράφου Lesley-Ann Jones.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018








Waiting for

Time Anew




“What did Time smell like? Like dust and clocks and people. And if you wondered what Time sounded like, it sounded like water running in a dark cave and voices crying and dirt dropping down upon hollow box lids, and rain. And, going further, what did Time look like? Time looked like snow dropping silently into a black room or it looked like a silent film in an ancient theater."

              
                                                                                        Ray Bradbury








Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018









How do we know where

we ourselves begin or end?




Τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματά της την είχαν καθιερώσει στην αναγνωστική μου συνείδηση ως μία εξαιρετική συγγραφέα που γνωρίζει να ερευνά σε βάθος και με ένταση το θέμα της. Στο "Δάσος Σκοτεινό" (μτφρ. Ιωάννα Ηλιάδου – Μεταίχμιο, 2018), το τρίτο μυθιστόρημα της Nicole Krauss που εκδίδεται στα ελληνικά, η συγγραφέας προχωρά σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος και με, επίσης, μεγαλύτερη ένταση στην εξερεύνηση των προσωπικών ρωγμών, των οικογενειακών πλαισίων και των θρησκευτικών επιβολών. Καταλύτης όλων, η λειτουργία της συγγραφής. 

Δύο είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Η Νικόλ, μία συγγραφέας στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της που περνά την κρίση της μέσης ηλικίας σε πολλά πεδία –στην συζυγική συμβίωση, στον ρόλο της ως μητέρα και την συγγραφική της συνέχεια. Και ο Τζούλιους Έπστιν – ένας 68χρονος μεγαλοδικηγόρος του Μανχάταν που νιώθει μία υφέρπουσα υπαρξιακή ανησυχία την οποία δεν μπορεί να προσδιορίσει και η οποία παίρνει τεράστιες διαστάσεις μετά τον διαδοχικό θάνατο των γονιών του. Ανίκανοι να βρουν την οποιαδήποτε ισορροπία ή παρηγοριά στις συνήθεις ασχολίες τους –έρωτα, συσσώρευση πλούτου και εξουσίας, συγγραφή– οι δύο πρωταγωνιστές  παρατούν τα πάντα πίσω τους και κατευθύνονται, με έναν ενστικτώδη και ψυχαναγκαστικό τρόπο, στο Χίλτον του Τελ Αβίβ μιας και το ξενοδοχείο έχει καίρια σημασία για την ζωή και των δύο. 

Στην συνέχεια, ο καθένας τους θα βρεθεί χωρίς να το θέλει υπό την προστασία θλιβερών κι επίμονων μεντόρων που τους υπόσχονται να τους μεταφέρουν σε υψηλότερα πνευματικά επίπεδα. Από τη μια, ο ραββίνος Κλάουσνερ προσπαθεί να πείσει τον Έπστιν  ότι είναι απόγονος του βασιλιά Δαβίδ και να τον μυήσει στον εβραϊκό μυστικισμό. Από την άλλη, ο Ελιέζερ Φρίντμαν, ένας συνταξιούχος καθηγητής λογοτεχνίας που ίσως έχει δεσμούς με την Μοσάντ, εμπιστεύεται στην Νικόλ –μάλλον, της επιβάλλει με την επιμονή του– το μεγαλόπνοο σχέδιό του: η διαπρεπής συγγραφέας να αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στα ανέκδοτα γραπτά του Φραντς Κάφκα και να γίνει έτσι η λογοτεχνική κληρονόμος του. 





Οι δύο ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα στην αφήγηση, με κεφάλαια που εναλλάσσονται. Στη μία, ο Τζούλιους Έπστιν αφού εγκαταλείψει το Χίλτον, θα μείνει αναγκαστικά στον ξενώνα του ραββίνου Κλάουσνερ. Όταν ξεφεύγει από εκεί, νοικιάζει ένα άθλιο μικρό διαμέρισμα και προσπαθεί να επανεξετάσει τα πράγματα ενώ παράλληλα, αναλαμβάνει την παραγωγή μίας κινηματογραφικής ταινίας με θέμα τον βασιλιά Δαβίδ. Στην άλλη, η Νικόλ ακολουθεί τον καθηγητή Φρίντμαν: στην αρχή να παίρνει τα χειρόγραφα του τσέχου συγγραφέα από τα χέρια της κόρης της ερωμένης του και μετά να κατευθύνεται προς μία αδιευκρίνιστη συνάντηση. 

Οι δύο πρωταγωνιστές, ωστόσο, δεν συναντιούνται κι αυτό είναι εντελώς συμπτωματικό σε ένα μυθιστόρημα όπου το καθετί έχει το αντίστοιχό του στην σημειολογία του εβραϊσμού και τις μεταφυσικές ανησυχίες που εκφράζει. Με την έννοια αυτή, τ"Δάσος Σκοτεινό" είναι μία περιήγηση στις εβραϊκές δοξασίες. Και στην εβραϊκή πνευματική και λογοτεχνική σκηνή, επίσης – από την περιπλάνηση των αρχαίων Ισραηλιτών στην έρημο έως τα πολυσύμπαντα του Ντεκάρτ, τον Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, τον Σπινόζα και την ερημωμένη ιδιοκτησία του Φραντς Κάφκα. Ο οποίος Κάφκα εντέλει αναδεικνύεται ένας άτυπος πρωταγωνιστής του βιβλίου καθώς είναι κομβικό θέμα της αφηγήτριας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις πληροφορίες του καθηγητή, ο Κάφκα δεν πέθανε στην Πράγα το 1924 και δεν έχει ενταφιαστεί εκεί αλλά αυτό ήταν το πρόσχημα για να δραπετεύσει από το σπίτι των γονιών του και να μεταφερθεί μυστικά στην  (υπό Βρετανική Εντολή) Παλαιστίνη. Αυτή είναι μία παραδοσιακή μεν, ξεπερασμένη δε άποψη των Εβραίων που θέλει τον Κάφκα να είναι ένας δυστυχής υπαλληλίσκος που περνούσε τις μέρες του σφραγίζοντας και προωθώντας έγγραφα ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να γράφει. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Κάφκα ήταν ένας ανώτερος υπάλληλος και κάποιοι μελετητές τον περιγράφουν ακόμη και ως αρχι-γραφειοκράτη ερωτευμένο με τον γραφειοκρατικό μηχανισμό και όχι μία χαμένη ψυχή σε αναζήτηση καταφυγίου, φυσικού ή μεταφυσικού.  Πίσω στο μυθιστόρημα, ο καθηγητής  πληροφορεί την Νικόλ πως ο Κάφκα έζησε στην Παλαιστίνη με το ψευδώνυμο Άνσελ Πέλεγκ ως κηπουρός σε ένα κιμπούτζ· αργότερα μετακόμισε στο Τελ Αβίβ και κατόπιν στην έρημο όπου πέθανε ήσυχα το 1956. Τέλος της εξηγεί  ότι η Παλαιστίνη ήταν το μόνο μέρος που ήταν "unreal όσο η λογοτεχνία", κι έτσι βόλευε τον Κάφκα ο οποίος ένιωθε ότι υπήρχε μόνο μέσα στην unreality της λογοτεχνίας.  





H αμφισβήτηση των ορίων της μυθιστορηματικής αφήγησης είναι η επίμονη αναμέτρηση της Νικόλ με τον εαυτό της.  Έχοντας συνειδητοποιήσει τις ρεαλιστικές διαστάσεις της "δύναμης του έρωτα" και της "αξιοπιστίας της αφήγησης" προσπαθεί να αντικαταστήσει αυτή την αίσθηση  της απομάγευσης θολώνοντας τα όρια μεταξύ αφήγησης και πραγματικότητας – σε όλο το κείμενο υπάρχουν διάσπαρτα αληθινές καταστάσεις της ζωής της Κράους: από το όνομα της πρωταγωνίστριας έως τα συζυγικά προβλήματα, την διάσταση και το διαζύγιό της, και το συγγραφικό μπλοκ – το "Δάσος..." είναι το πρώτο βιβλίο που εκδίδει η Κράους σε επτά χρόνια. Η συγγραφέας βέβαια υποστηρίζει σε συνέντευξή της ότι η Νικόλ δεν είναι αυτή. Ακόμη και ο δεικτικός τίτλος του βιβλίου, που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί, βασίζεται σε στίχους του Δάντη, όπως η ίδια διευκρινίζει στην τελευταία σελίδα της έκδοσης. Ωστόσο, ακόμη κι εκεί, τα όρια μεταξύ ρεαλιστικής γραφής και πραγματικότητας παραμένουν δυσδιάκριτα. Γι' αυτό δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα αν πρόκειται για ένα αυτοαναφορικό βιβλίο ή σκέτη μυθοπλασία.

Οι εμμονές και οι φόβοι. Η έλλειψη, η μοναξιά, το ανεκπλήρωτο και ο θάνατος – μερικά από τα γνώριμα θέματά της Κράους είναι κι εδώ παρόντα. Ωστόσο, αυτή τη φορά, το μυθιστόρημα είναι εντυπωσιακά εσωστρεφές κυρίως λόγω της ενδοσκόπησης των δύο πρωταγωνιστών και της ριζικής τους αμφισβήτησης των πάντων. Η Νικόλ αμφισβητεί την λειτουργία και τους κανόνες της συγγραφής και τον εαυτό της ταυτόχρονα – μετά από μια περιπέτεια με τον ισραηλινό στρατό, καταλήγει στο ερημωμένο σπίτι του Κάφκα όπου ξεκινά να γράφει κάτω από άθλιες συνθήκες και άρρωστη ενώ μετά από ένα αδιευκρίνιστο διάστημα, και ούσα σε άσχημη κατάσταση, επιστρέφει στην οικογένεια και τα παιδιά της. Και ο  Έπστιν, τα φυσικά όρια του κόσμου του – χωρίζει την σύζυγό του, χαρίζει πολύτιμα αντικείμενα σε φίλους, σκέφτεται διάφορα σχέδια για να εξανεμίσει την περιουσία του, είναι ένα βήμα πριν την γενναία χρηματοδότηση ενός τεραστίων διαστάσεων άγαλμα, χρηματοδοτεί την δημιουργία ενός δάσους σε μια άγονη βουνοπλαγιά στην έρημο κι ενώ συμμετέχει στην παραγωγή μίας ταινίας χάνεται στην συνειδησιακή του αναζήτηση φορώντας το στέμμα του κινηματογραφικού κοστουμιού του Δαβίδ. 




Η Νικόλ Κράους παραμένει μία συγγραφέας που δεν σου δίνεται εύκολα, με μία ανάγνωση.  Αυτό ισχύει και στο "Δάσος Σκοτεινό" – μία μεταμυθοπλασία που δίνει το στίγμα της συγγραφικής και στοχαστικής δεινότητάς της καθώς σε τούτο το μυθιστόρημα ερευνά πεδία βαθύτερης εννοιολογικής σημασίας με την επιδεξιότητα και την ευφυΐα ενός Μαγκρίτ. Αξιέπαινη προσπάθεια. Ωστόσο θα ήθελα να έχει κάτι από τους καταλύτες των προηγούμενων έργων της – θέρμη, τρυφερότητα και χιούμορ.










Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος του αμερικανού Forrest Gander από την πρόσφατη ποιητική συλλογή του. Το πρώτο εικαστικό είναι ένα Άτιτλο (Μέρος 1/7) της Bridget Riley ενώ το δεύτερο μία προσωπογραφία του Franz Kafka από τον Andy Warhol. Ακολουθεί το Εν Λευκώ  του René Magritte. Η φωτογραφία της συγγραφέως από το Granta.