Κυριακή, 14 Απριλίου 2019











Διαβαθμίσεις

κι αντανακλάσεις




Μία πολυδιάστατη αλληγορία για την ανθρώπινη φύση, τις διαστάσεις του ψυχισμού και τα όρια του σύγχρονου πολιτισμού είναι το "Φωτεινή Πολιτεία" (μτφρ. Βασιλική Κνήτου – Μεταίμιο, 2019). Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο του ισπανού Andrés Barba που εκδίδεται στα ελληνικά αλλά το πρώτο δικό του που διαβάζω και με εξέπληξε τόσο το αντισυμβατικό θέμα του όσο και ο χειρισμός του.

Τον Απρίλιο 1993 ο αφηγητής, ένας νεαρός υπάλληλος του περιφερειακού υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων που μόλις είχε πάρει προαγωγή, φτάνει μαζί με την οικογένειά του στο Σαν Κριστόμπαλ, μία μικρή πόλη ανάμεσα στη ζούγκλα και τον ποταμό Ερέ. Παρά τις τροπικές συνθήκες και μία απροσδιόριστη ανησυχία που διαισθάνονται να κατακλύζει τον αέρα, η ζωή τους κυλά ομαλά - ο ίδιος στο γραφείο του στο δημαρχείο, η γυναίκα του, Μάια, διδάσκοντας κλασική μουσική και η μικρή τους κόρη στο σχολείο. 

Κάποια στιγμή, οι κάτοικοι παρατηρούν μια ομάδα άγνωστων παιδιών, σε άθλια κατάσταση, να περιφέρεται στην πλατεία. "...εκείνα τα αγόρια και κορίτσια που είχαμε αρχίσει πια να βλέπουμε καθημερινά στημένα στους δρόμους ανάμεσα στα φανάρια ή να κοιμούνται σε μικρές ομάδες ξαπλωμένα πλάι στις όχθες του Ερέ και που εξαφανίζονταν από την πόλη με το που έπεφτε η νύχτα..." δημιουργούν διάφορα επεισόδια με αποκορύφωμα  την επίθεση σ' ένα σούπερ μάρκετ και τον στυγνό φόνο δύο ατόμων εκεί. Μετά από αυτό, οι υπηρεσίες του δήμου καταστρώνουν σχέδιο σύλληψής τους ενώ τα ίδια τα άγρια παιδιά εξαφανίζονται. Κι όχι μόνο αυτά. "Άρχισαν να εξαφανίζονται τα παιδιά. Τα δικά μας παιδιά. Στην αρχή κανένας δεν μπορούσε να το πιστέψει, τα περιστατικά φάνταζαν μεμονωμένα και άσχετα."  Δεν ήταν όμως καθόλου.



Είκοσι δύο χρόνια μετά, ο αφηγητής καταγράφει το χρονικό εκείνης της περίοδου από την αρχή σε μια προσπάθεια να κατανοήσει το τί συνέβη – από τα πρώτα περίεργα βλέμματα μέχρι την συμμετοχή του, ως διεθυντής πλέον του τμήματος Κοινωνικών Υποθέσεων, στον σχεδιασμό επιχείρησης εντοπισμού των 32 στη ζούγκλα και στην συνέχεια για να τους παγιδεύσουν στο υπόγειο σύστημα αποχέτευσης της πόλης. "Συγκαλέσαμε ένα έκτακτο συμβούλιο και απλώσαμε πάνω στο γραφείο του  Αμαδέο Ρόκε τον χάρτη των υπονόμων. Το όλο σύστημα είχε σχήμα αστεροειδές και κατέληγε στην ανατολική πλευρά της πόλης - έξι κανάλια που εξέβαλλαν σε μια μεγάλη τάφρο απορροής η οποία κατέληγε στον ποταμό Ερέ. Δεν ξέραμε που ακριβώς βρίσκονταν τα παιδιά, αλλά συμπεράναμε από τις διαστάσεις και το ύφος των στοών (που σε πολλά τμήματα δεν ξεπερνούσε το μισό μέτρο) ότι μπορούσαν να βρίσκονται μόνο σε τέσσερα σημεία, όλα κοντινά και συνδεόμενα μεταξύ τους, που σνέπιπταν με τον πεζόδρομο του ποταμιού και την περιοχή της πλατείας 16ης Δεκεμβρίου."


Γεγονότα, αποδεικτικά στοιχεία, φήμες, οι καταχωρίσεις του ημερολογίου μίας έξυπνης εύπορης πιτσιρίκας κι ένα ντοκυμαντέρ συμπληρώνουν την εικόνα της τοπικής κοινωνίας που αναγκάστηκε να αναθεωρήσει την γνώμη της για την τάξη, την βία αλλά και τον πολιτισμό της στην διάρκεια εκείνων των δεκαοκτώ μηνών που οι "ευγενείς άγριοι", όπως θεωρούνταν τα παιδιά στην Αναγέννηση, την κατέλαβαν. 



Το πρώτο που σκέφτηκα διαβάζοντας το βιβλίο ήταν μία αντίρρηση που είχε εκφράσει, πριν από χρόνια, ο Marco Franciolli για την εκπαίδευση των παιδιών όπως έχει διαμορφωθεί στην σημερινή κοινωνία. Βέβαια, αναφερόταν στον τρόπο κι όχι στην αναγκαιότητά της. Παρ' όλα αυτά είχε, θυμάμαι καλά, μία γλυκόπικρη αίσθηση για την αθωώτητα των παιδιών που χάνεται στην διαδικασία. Δεν αμφισβητώ το ότι υπάρχει η ευαίσθητη κι όμορφη πλευρά των παιδιών. Στο μυθιστόρημα δε, ο μικρός Χερόνιμο Βαλδές είναι ένα από τα αγρίμια που την καταδεικνύουν με συγκινητικό τρόπο.  

Ωστόσο αυτή είναι μία από τις δύο που διαθέτουν έμφυτες και η δεύτερη είναι αυτή που διερευνά ο Μπάρμπα – έχει κατανοήσει την επιθετικότητα και την σκληρότητα της παιδικής ηλικίας και στα βιβλία του καταργεί τον ρομαντισμό της και κάθε σχετικό κλισέ για την ιδανική αθωώτητα της. Αναλύει και εικονοποιεί τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις και τις συμπεριφορές των παιδιών με ρεαλισμό κι ακρίβεια, δίχως να μακρυγορεί, φωτίζοντας έτσι τις πολλές μορφές του παιδικού ψυχισμού. Η σαγήνη και η βία, η σεξουαλικότητα, το άξεστο παιχνίδι τους και η επικοινωνία, η εγκατάλειψή τους δίνονται με ένα σαφή τρόπο που ωστόσο προστατεύει, δεν προσβάλλει, το υποκείμενό του. 

Το όλο βιβλίο άλλωστε είναι ένα εύθραυστο οικοδόμημα τρυφερότητας, σκληρότητας και αγωνίας.  Όπως ο Χένρυ Τζέιμς έτσι και ο  Μπάρμπα χρησιμοποιεί ένα ήρεμο ύφος που στηρίζεται στην λογική  για να δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα μεταφυσικής αγωνίας που κλιμακώνεται σταθερά – από τα δυστοπικά σκηνικά που στήνει στην πόλη και στην ζούγκλα σε έναν μοναδικό εννοιολογικό τόπο, το υπόγειο καταφύγιο των 32. "Η ομάδα μας δεν ήταν καν από τις πρώτες που έφτασαν - όταν πήγαμε εκεί, υπήρχαν ήδη τουλάχιστον δέκα άτομα βουβά από την έκπληξη. Η αίθουσα ήταν ένα πεντάγωνο ενενήντα περίπου τετραγωνικών μέτρων, με ύψος τρία μέτρα, που φωτιζόταν απ' το φως που έμπαινε από τέσσερα στόμια του υπονόμου. Η πρώτη εντύπωση ήταν καταπληκτική. Υπήρχαν παντού εκατοντάδες μικρά κομμάτια από καθρέπτες κι από γυαλιά στερεωμένα στους τοίχους χωρίς κάποια εμφανή λογική. (...) Το φως που έμπαινε στις δώδεκα το μεσημέρι σ' εκείνη την αίθουσα σίγουρα θα έκανε όλα εκείνα τα αντικείμενα να γυαλίζουν μ' έναν τρόπο διαφορετικό απ' ότι στις τρεις. Η λέξη 'φωτεινός' άλλαζε υποχρεωτικά νόημα όσο κυλούσε η μέρα και σου έδινε την αίσθηση ότι όλο εκείνο το πλέγμα από πολύχρωμα γυαλιά, κομμάτια από καθρέφτες, θραύσματα από μεγεθυντικούς φακούς και φιαλίδια είχε σχεδιαστεί έτσι, που να σχηματίζει πολύ συγκεκριμένες μορφές: σε μία αντανάκλαση νόμιζες πως έβλεπες ένα πρόσωπο, ενώ μια άλλη ήταν ξεκάθαρα ένα δέντρο, ένα σκυλί, ένα σπίτι..."

Η συνεκτικότητα της γραφής του είναι εντυπωσιακή  – η αφήγηση δεν παραπαίει και δεν πλατιάζει αν και συνυφαίνει πολλά θέματα: υπάρχουν, για παράδειγμα, αναφορές στην κλασική μουσική, την τέχνη, τον χορό και τις λαϊκές τοπικές παραδόσεις ενώ παράλληλα εντοπίζει κι ενσωματώνει στην πλοκή τις αντανακλάσεις της ύπαρξης των άγριων παιδιών στα ζητήματα των ενηλίκων: τη σχέση του ζευγαριού, τις σχέσεις γονιού-παιδιού, τη συνοχή της τοπικής κοινωνίας και την αποδοχή του ξένου/απόκληρου, την εξουσία, τον έρωτα, τον θάνατο. Ο μαδριλένιος συγγραφέας έχει, επιπλέον, την τόλμη να προχωρήσει πιο πέρα από τον αντίποδα του "Άρχοντα των Μυγών" και του "Δύο Χρόνια Διακοπές" – ρίχνει φως και στα μύχια  συναισθήματα των πολιτισμένων ενηλίκων και την συμπεριφορά τους, παρά την λογική, μπροστά στο ανεξήγητο· τον φόβο και την αδυναμία τους να προστατεύσουν τα παιδιά ή και τον εαυτό τους. "Έναν φόβο που διαπότιζε τα πάντα και θύμιζε μια κατάσταση συγγενική του ύπνου."



Ένας από τους 22 πιο σημαντικούς σύγχρονους ισπανόφωνους συγγραφείς για το 2010, σύμφωνα με τους συντάκτες του Granta, ο Andrés Barba εκτός από την πεζογραφία ασχολείται με το δοκίμιο, την ποίηση, την παιδική λογοτεχνία, την φωτογραφία ενώ έχει μεταφράσει έργα, μεταξύ άλλων, του Joseph Conrad, Thomas De Quincey και Herman Melville (η μεταφορά του Moby Dick στα ισπανικά ήταν κόλαση, λέει). Ανάμεσα στα πολλά βραβεία που έχει αποσπάσει ο ισπανός συγγραφέας για το έργο του είναι και το Premio Herralde το 2017 για την "Φωτεινή Πολιτεία", μυθιστόρημα που λειτουργεί, όπως φαίνεται, διττά: αφενός, ως αντίδοτο στην επικρατούσα ωραιοποιημένη κι εν μέρει αφελή αντίληψη για τα παιδιά και επιχείρημα υπέρ της σύγχρονης, στιβαρής, εκπαίδευσης με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παιδαγωγικής – ο αστoιχείωτος πρωτογονισμός, όπως και οι κάθε είδους χαοτικοί προοδευτισμοί που είναι της μόδας στις μέρες μας, είναι καταστροφικός.  

Κι αφετέρου, με την πυκνή δομή και την εξαιρετικά λιτή γλώσσα του, ως βήμα που μας καλεί να σκεφτούμε και να μιλήσουμε για εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Αυτός δεν είναι άλλωστε ο ρόλος της καλής λογοτεχνίας; 






Σημειώσεις: Η φωτογραφία είναι του αμερικανού Mike Brodie. Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από τον πίνακα "Jazz Band Dirty Style Blues" (1944) του Jean Dubuffet, θεμελιωτή της Art Brut ενώ το δεύτερο ανήκει στον γερμανό νεο-εξπρεσιονιστή A. R. Penck, γνωστό για την εντελώς πριμιτίφ εικονογραφία του. 

Τρίτη, 2 Απριλίου 2019







Μια φορά κι έναν καιρό

ήταν ένας Άντερσεν





"Για κείνον, ο γραπτός λόγος είναι ποιητικός στο βαθμό που αποκαλύπτει την ερωτική σχέση που δημιουγεί αυτός  που γράφει με το θέμα της γραφής του. Κι αυτό, είτε ασχολείται με θεατρικά έργα είτε με ποίηση, οδοιπορικά, μυθιστορήματα ή παραμύθια. Και βέβαια παραμύθια! Εξάλλου, το Πνεύμα των Παραμυθιών που άλλοτε ερχόταν να χτυπήσει την πόρτα του συγγραφέα και είναι η πιο γνωστή μορφή  έ μ π ν ε υ σ η ς, είναι παιχνιδιάρικο σαν τον έρωτα και άπιαστο σαν τον αγέρα. Μπορεί καμιά φορά να βρίσκεται μέσα σ' ένα άχερο που στροβιλίζεται εκεί πέρα στη γωνιά, αλλά ίσως και μέσα σ' ένα λουλούδι... Ποτέ δεν ξέρουμε πότα θα χτυπήσει την πόρτα μας και πού μπορεί να έχει κρυφτεί (...)
   Όταν κάποτε χτύπησε και την πόρτα του Δανού παραμυθά, αυτός το αναγνώρισε αμέσως και το καλωσόρισε. Κι από τότε βάδισαν μαζί, το Πνεύμα που έπαιρνε χίλιες δυο μορφές –για να γίνει παραμύθι–, και ο Άντερσεν που τα κατέγραφε όλα –για να γίνει ποιητής–. Γιατί, όπως το λέει πολύ απλά (...) το παραμύθι και η ποίηση είναι δυο κομμάτια από το ίδιο πράμα... "





Σημείωση: Ο τίτλος της ανάρτησης όπως και το πιο πάνω απόσπασμα είναι αντλημένα από το "Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Άντερσεν" (Καστανιώτης, 1994) της Μυρτώς Γεωργίου-Νίλσεν. Από την ίδια έκδοση και η αυτοπροσωπογραφία του διάσημου παραμυθά που ήταν επίσης συγγραφέας μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, ταξιδιωτικών πεζογραφημάτων και ποιητής.