Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019








Structures

of Existence




Ακόμη ένα βιβλίο για την ιερή δυσλειτουργική αμερικανική οικογένεια; σκεφτόμουν φυλλομετρώντας το "Κι αν εγώ χαθώ" (μτφρ. Αυγούστου Κορτώ – Μεταίχμιο, 2017). Ήταν η μόνη επιφύλαξή μου πριν το διαβάσω. Ωστόσο, εκτός από τον κοινό καμβά –την οικογένεια– ο αμερικανός Adam Haslett διαφοροποιείται με ετούτο το εξαιρετικά στοχαστικό κι αποκαλυπτικό μυθιστόρημα γράφοντας από μια ξεχωριστή σκοπιά για τους δεσμούς και τα δεσμά που μας ενώνουν.  

Το βιβλίο ξεκινά με μία ένδειξη που υπαινίσσεται ότι κάτι κακό έχει συμβεί. 
"Μείναμε ακίνητοι προς στιγμήν, να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον.Τα χέρια του κρέμονταν, το γενειοφόρο του πρόσωπο ήταν αλλόκοτα ασάλευτο.
- Θέλετε κάτι; ρώτησε αργόσυρτα, με τόνο επιφυλακτικό, που έκανε την ερώτηση ένα είδος απειλής.
Έδειξα μ' ένα νεύμα την καλύβα. 
- Μένω απέναντι.
- Ναι, είπε. Σας έχω δει και τους δύο.
Έλα πιο κοντά, ήθελα να πω. Ένιωθα την ανάγκη να σταθεί τόσο κοντά μου, ώστε να μπορώ να τον χτυπήσω. Ή να σωριαστώ στην αγκαλιά του.
- Συνέβη κάτι, είπα, πρώτη φορά μεγαλόφωνα. Ο αδελφός μου.

Πιο κοντά. Έλα πιο κοντά, σε παρακαλώ. Μα δεν ήρθε, έμεινε στη θέση του να με λοξοκοιτάζει, αβέβαιος για τις προθέσεις και των δυο μας."

Ακολουθούν, σε αντίστοιχα κεφάλαια που εναλλάσσονται, οι αφηγήσεις των πέντε μελών μιας οικογένειας: 
· του Τζον - ενός Άγγλου που έχει διαγνωστεί  με κατάθλιψη από νεαρή ηλικία. Την άνοιξη του '63, μετά από σοβαρό επεισόδιο νοσηλεύεται σε κλινική. Είναι μόλις έναν μήνα πριν τον αρραβώνα του με την αμερικανίδα συμφοιτήτριά του. 
· της Μάργκαρετ, η οποία, μέχρι το επεισόδιο στην Οξφόρδη, δεν γνώριζε τίποτα. Παρ' όλα αυτά, αποφασίζει να τον παντρευτεί. Προχωρούν έτσι μαζί για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, ζώντας μεταξύ Αγγλίας και Αμερικής, χωρίς να υπάρξει κάποια υποτροπή της ασθένειας.  Στην πορεία, δημιουργούν την οικογένειά τους. 
· του Μάικλ, που είναι ο πρωτότοκος γιος τους - ελαφρώς εσωστρεφής και χειριστικός αλλά πανέξυπνος, με δαιμόνια φαντασία και αρκετό άγχος που, καθώς μεγαλώνει, παρεκκλίνει σε διαταραχή. 
· της Σίλια και του Άλεκ, των δύο μικρότερων αδελφιών του Μάικλ – ζωηρά παιδιά με δυνατούς χαρακτήρες που, όμως, προσέχουν ο ένας τον άλλον και παράλληλα τον μεγάλο τους αδερφό. 



Ένα από τα δέκα καλύτερα μυθιστορήματα του 2016, σύμφωνα με το περιοδικό TIMES ενώ ήταν και στις μικρές λίστες των National Book Award και Pulitzer Prize for fiction, το μυθιστόρημα ετούτο είναι το δεύτερο του Άνταμ Χέισλετ και το πιο προσωπικό - ο πατέρας του, όπως ο Τζον του μυθιστορήματος, αυτοκτόνησε όταν ο συγγραφέας ήταν δεκατεσσάρων χρονών. Το βιβλίο, ωστόσο, δεν είναι τα απομνημονεύματά του, ούτε ένα μυθιστόρημα κατατονικό, ποτισμένο με δυστοκία. Είναι ένα ευφυές κι ευανάγνωστο κείμενο με πολύ μουσική, μαύρο χιούμορ, και οπτική με οξυδέρκεια και δυναμισμό. Οι πρωταγωνιστές του δεν ομφαλοσκοπούν ατέρμονα αλλά ζουν, κινούνται, δρουν παρ' όλη την οδύνη τους – ο Μάικλ, ως μεγαλύτερος, μετοικεί στο Λονδίνο για να σπουδάσει ενώ η Σίλια και ο Άλεκ  μένουν πίσω. Περνούν μια ταραχώδη εφηβεία, φεύγουν κατόπιν κι αυτοί από το σπίτι για σπουδές, κάνουν σχέσεις, χωρίζουν, ξεκινούν να εργάζονται – ο Άλεκ ως δημοσιογράφος που θα απολυθεί μετά από κάποια χρόνια, θα βρεθεί σε μία "αρπαχτή" σχέση η οποία θα αποδειχθεί ο δεσμός της ζωής του, ενώ η Σίλια θα εργαστεί ως κοινωνική λειτουργός/ψυχαναλύτρια, θα ανοίξει στη συνέχεια δικό της γραφείο και θα συμβιώσει με τον αγαπημένο της ώσπου έρχονται αντιμέτωποι με το θέμα ενός παιδιού. Η Μάργκαρετ μαθαίνει τα νέα των τριών παιδιών της από μακριά, επωμίζεται βάρη κι ευθύνες ενώ μετά τον θάνατο του Τζον ξεκινά ακόμη ένα κεφάλαιο στη ζωή της. Κι όσο περνά ο χρόνος, δεν σταματούν να επικοινωνούν μεταξύ τους  και να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. Το βιβλίο, γι' αυτό, θα μπορούσε να είναι μια ιστορία οικογενειακής αγάπης. 

Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν αποφεύγει τα κακώς κείμενα της διαβίωσης με έναν ψυχικά ασθενή όπως είναι ο Τζον κι όπως εξελίσσεται, στην συνέχεια, ο Μάικλ – τη συνεχή επιφυλακή για την αντιμετώπιση τυχόν επεισοδίου, το έντονο προαίσθημα του αναμενόμενου θανάτου, τις γλαφυρότατες, λαμπρές, εκφράσεις της αγχώδους διαταραχής, την αδυναμία ανεξαρτητοποίησης του Μάικλ, την προσκόλλησή του σε φίλους. Κρατά, επίσης, κριτική στάση απέναντι στις φαρμακοβιομηχανίες και την ιατρική αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας, ιδίως την ευκολία των δεύτερων στη συνταγογράφηση και τα τρομακτικά χρέη στα οποία οδηγούν τους ασθενείς τους – η Μάργκαρετ αναγκάζεται  στο τέλος να πουλήσει το σπίτι τους για να ξεπληρώσει το χρέος του Μάικλ.  

Ο συγγραφέας καταγράφει την εμπειρία του ψυχικά ασθενή με έναν ουσιαστικό αλλά ιδιαίτερα εμβριθή τρόπο  σε σημείο που η εξαιρετικά ακριβής αφήγησή του μοιάζει να δικαιώνει την A. S. Byatt στην διαπίστωσή της ότι οι συγγραφείς, πλέον, ενδιαφέρονται περισσότερο για την επιστημονική ακρίβεια των γραπτών τους παρά για την μυθοπλασία. Ένα παράδειγμα: τα φάρμακα που χρησιμοποιεί ο Μάικλ και η επίδρασή τους. Ένα δεύτερο: σόλο καλλιτέχνες αλλά και γκρουπ από disco, early house, dance, electronica, βρετανική new wave αναφέρονται μαζί με οτιδήποτε τον αφορά. Ωστόσο, η εξαντλητική παράθεση αυτών των δύο στοιχείων αποτελεί δομικό συστατικό της αφήγησης καθώς αποδεικνύουν όχι μόνο την ευφυΐα αλλά και την συνεχή υπερένταση του Μάικλ, το σπιντάρισμα του μυαλού του, την δυσκολία του να βάζει όρια. Κι επιπλέον,  διατυπώνονται με πολύ χιούμορ – ο Μάικλ παρωδεί την καθημερινότητα για να μπορέσει να επιβιώσει. 

Η γραφή του Χέισλετ συνδυάζει έντονο ρεαλισμό και λυρισμό με έναν πολύ εύστοχο τρόπο – η σκηνή της αυτοκτονίας του Τζον,  όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, είναι μία από τις πιο όμορφες του βιβλίου. Κι αυτό το οξύμωρο κυριαρχεί σε όλη την αφήγηση – ό,τι είναι όμορφο είναι συνάμα και οδυνηρό. Δεινός αφηγητής ο Χέισλετ χρησιμοποιεί προσεκτικά μια γλώσσα πλούσια, ευθύβολη και με ευαισθησία (όχι μελοδραματισμό!) ώστε να  ανατρέπει την όποια κακή διάθεση προκαλούν στον αναγνώστη οι δύσκολες καταστάσεις που περνά η οικογένεια – δύο θάνατοι, η αγωνία του Άλεκ για το μέλλον του, οι συνεχείς αποτυχίες του Μάικλ με ό,τι καταπιαστεί: σχέσεις, εργασία, να αυτονομηθεί και να τελειώσει ένα μεταπτυχιακό για την αφρο-αμερικανική ιστορία. 



Πέντε άτομα, πέντε ζωές που συνυφαίνονται με την ίδια σαΐτα - την ψυχική νόσο, του πατέρα και μετέπειτα του μεγάλου γιου. Η αντιμετώπισή της θα μπορούσε να είναι το κυρίαρχο θέμα σε ετούτο το μυθιστόρημα που σε κάνει να σκεφτείς για το τί κληρονομείται και τί όχι· για το πόσο ευάλωτοι είναι οι ψυχικά ασθενείς και πόσο εξαρτώμενοι. 

Ωστόσο, εκείνο που χαρακτηρίζει το "Κι αν εγώ χαθώ" είναι η απόδοση του  ψυχισμού των πρωταγωνιστών του σε μια τυπική διαδρομή της ζωής – καθένας τους έχει την δική του, διακριτή, φωνή κι έκφραση. Έτσι, με την πρωτοπρόσωπη αφήγησή τους, ο αναγνώστης μπαίνει εύκολα στην θέση τους και βλέπει το ανάγλυφο των οικογενειακών δεσμών, ιδίως μεταξύ των αδελφιών. Εύκολα προκύπτει η απορία: είναι πραγματικά από ενδιαφέρον για τον αδερφό τους που τον βοηθούν ή πρόκειται για το πώς εκείνοι έχουν ανάγκη να είναι ο Μάικλ; Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό και ιδιαίτερο στοιχείο του μυθιστορήματος – ο Χέισλετ χαρτογραφεί εκ των έσω όχι μόνον την έμπρακτη βοήθεια που προσφέρει όλη η οικογένεια στον Μάικλ αλλά και το τί ακριβώς σημαίνει αυτό για τον ίδιο, πώς το προσλαμβάνει και το βιώνει. 

Κάθε πράξη αντίληψης είναι σε κάποιον βαθμό πράξη δημιουργίας, και κάθε πράξη της μνήμης είναι σε κάποιο βαθμό πράξη της φαντασίας, λέει ο Oliver Sacs. Στην περίπτωση του Άνταμ Χέισλετ, η φαντασία του αποδίδει ένα μυθιστόρημα όπου συνυπάρχουν και ισορροπούν η αλληλεγγύη και ο φόβος, η βολή και οι προκλήσεις. Ένα κείμενο πολυφωνικό και πολυσήμαντο, με συνοχή, χωρίς υπερβολές κι ωραιοποιήσεις για όλα εκείνα που μας μεγαλώνουν: τις επιλογές, τις ευθύνες, τις αντιδράσεις  και τις συνέπειές τους. Ένα κείμενο που σου δίνει την αίσθηση ελευθερίας που έχει την δυνατότητα να προκαλέσει η λογοτεχνία. 






Σημειώσεις: Η πρώτη εγκατάσταση είναι το "Woven Water: Submarine Landscape" της σύγχρονης κολομβιανής εικαστικού María Fernanda Cardoso. Η δεύτερη, ανήκει στην σειρά The Cells της Louise Bourgeois κι έχει τον ειδικό τίτλο The last climb (2008).

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019









Το καλοκαίρι

στην πόλη



...τείνει να γίνει καθεστώς και μάλιστα να συνοδεύεται από μία, απαραίτητη πλέον, αποχή από τον υπολογιστή - είτε από βλάβη είτε λόγω του τακτικού σέρβις, παραμένει ανενεργός και εκτός κάθε πρόσβασης.  Φέτος, όμως, είχα μία επιπλέον ελευθερία – διάβασα δίχως να κρατώ σημειώσεις ή να κάνω κάποια σκέψη κρίσης ή επίκρισης, ασχέτως εάν οι τελευταίες παρουσιάζονταν κάθε λίγο και δεν με άφηναν να συγκεντρωθώ. 

Ωστόσο, ήταν πραγματική ευχαρίστηση. Αναμενόμενο όταν στα χέρια έχεις, κατ' αρχάς, ένα βιβλίο από τα "σοβαρά" του Georges Simenon – μυθιστορήματα που απέσπασαν την αναγνώριση της λογοτεχνικής ελίτ της εποχής για τον συγγραφέα τους. Το "Οι δαίμονες του πιλοποιού" (μτφρ. Αργυρώς Μακάρωφ – Άγρα, 2019) είναι ένα από τα περίπου εκατόν είκοσι μυθιστορήματα του βέλγου συγγραφέα στα οποία δεν πρωταγωνιστεί ο δημοφιλής Επιθεωρητής Μαιγκρέ. Πρωταγωνιστούν ο Λεόν Λαμπέ, ευυπόληπτος καταστηματάρχης στην κωμόπολη Λα Ροσσέλ – ο πιλοποιός του τίτλου και δολοφόνος εννέα γυναικών, επτά από τις οποίες είναι ηλικιωμένες. Και ο γείτονάς του, ο αρμένιος ράφτης Κασουντάς που γνωρίζει την δραστηριότητα του πιλοποιού – ανακάλυψε στο ρεβέρ του παντελονιού του Λαμπέ ένα προσεκτικά ψαλιδισμένο τετράγωνο κομματάκι χαρτιού εφημερίδας με δύο γράμματα πάνω του. Έτσι ξεκινά ένα παιχνίδι γάτας-ποντικού που τόσο καλά γνωρίζει να εξυφαίνει ο Σιμενόν – ο Κασουντάς ακολουθεί τον Λαμπέ κατά πόδας στο Καφέ ντε Κολόν και στις βραδυνές βόλτες του, ενώ ο Λαμπέ πίσω από την κουρτίνα του υπνοδωματίου του  καταγράφει κάθε κίνηση του Κασουντάς και της οικογένειάς του. Επιπλέον, ο Λαμπέ καταναλώνει τεράστιο ποσό ενέργειας για να κατασκευάσει μία σύνθετη ρουτίνα ως άλλοθι και να  εξαπατήσει έτσι  τους φίλους  και τους οικείους του. Και οι δύο, όμως, είναι απορροφημένοι στις σκέψεις τους και μονίμως σε εγρήγορση για την επόμενη κίνηση του άλλου.

Ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές συνυπάρχουν ο Ζαντέ, ο νεαρός δημοσιογράφος που δέχεται ανώνυμες επιστολές με τις οποίες ο κύριος Λαμπέ ανακοινώνει τον επόμενο φόνο, και η παρέα των φίλων του δεύτερου στο Καφέ ντε Κολόν όπου συναντιούνται κάθε βράδυ και παίζουν μπριτζ. Επίσης η κάπως απωθητική υπηρέτρια του Λαμπέ, Λουίζ, και η κομψή ερωμένη του, δεσποινίς Μπερτ.  Πρωταγωνιστεί επίσης και η γαλλική επαρχία: με τις στάσιμες ζωές των κατοίκων της παραλιακής Λα Ροσσέλ και τους λιθόστρωτους δρόμους που περπατούν ο Κασουντάς, ο Λαμπέ και τα θύματά του· με τις υγρές νύχτες στο αχνό φως των φανοστατών όταν εκτυλίσσονται οι περισσότεροι φόνοι – με τακτικό και αθόρυβο τρόπο, ο Λαμπέ τυλίγει στον λαιμό των θυμάτων μία χορδή βιολοντσέλου με δύο ξυλαράκια δεμένα στις άκρες της. 

Το βιβλίο εκδόθηκε αρχικά το 1947 με τον τίτλο "Ο ραφτάκος και ο πιλοποιός". Τον επόμενο χρόνο ο Σιμενόν αλλάζει το τέλος και τον τίτλο του, και με τη νέα μορφή το βιβλίο μεταφράζεται στα αγγλικά και βραβεύεται. Το 1949 του δίνει την τελική του, σημερινή, μορφή και τον τίτλο "Οι δαίμονες του πιλοποιού", έκδοση στην οποία βασίστηκε ο Κλωντ Σαμπρόλ όταν το μετέφερε -πιστά- στον κινηματογράφο – πιστότητα που μπορεί να απέδωσε ένα αξιομνημόνευτο νουάρ, όχι όμως και τις διαστάσεις του ψυχολογικού θρίλερ όπως αναδύονται από τις σελίδες του βιβλίου. 

Το "Οι δαίμονες..." είναι ένα υποδειγματικό δείγμα ανθρώπινης ψυχογραφίας. Αυτό που ξεκινά ως μία υπόθεση ρουτίνας για έναν δολοφόνο και τα εγκλήματά του γίνεται σταδιακά μία διεξοδική μελέτη ενός εγκληματία που πέφτει θύμα της δικής του φαντασίας – από την λεπτομερή σχεδίαση των φόνων και της ψύχραιμης συμπεριφοράς του, ο Λαμπέ καταλήγει να σκέφτεται εμμονικά κάθε βήμα και πιθανή αντίδραση του Κασουντάς αλλά κι οποιουδήποτε συναντά στο δρόμο του. Κι όταν ο Κασουντάς πεθαίνει ξαφνικά, οι μύχιες σκέψεις του παρεκτρέπονται. 

Εκτός από αγωνιώδες είναι και αρκετά ενδιαφέρον το πως ο Σιμενόν περιγράφει τον τρόπο που η πραγματικότητα δεν επαληθεύει όσα ονειρεύεται ο Λαμπέ· το πως γιγαντώνονται οι ενοχές του και τον οδηγούν σε ένα τραγικό τέλος που ωστόσο φέρνει ανακούφιση – σύνηθες μοτίβο πλοκής στα "σοβαρά" μυθιστορήματα του Βέλγου κι αυτό που πραγματικό τον ενδιαφέρει, όχι η ανίχνευση του εγκλήματος και η ανακάλυψη του ενόχου τον οποίο, άλλωστε, γνωρίζουμε από την αρχή. Ο απόλυτα τακτοποιημένος κόσμος του Λαμπέ κρύβει τον ανικανοποίητο, κενό,  εαυτό του. Και  όταν καταρρέει, τον παρασύρει. Στην προσπάθειά του να διατηρήσει την πρόσοψη της κανονικότητας, ο πιλοποιός θα θυσιάσει την εγκράτεια, την (όποια) ηθική και στο τέλος την λογική του. "Αγγίζει τα όριά του" όπως το θέτει ο Σιμενόν. 

Roman durs αποκαλούσε ο ίδιος τα λιγότερο εύπεπτα μυθιστορήματά του (όπως θεωρούνται τα Μαιγκρέ). Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι το ότι δεν υπάρχει κανένα σχόλιο –κανενός είδους– του συγγραφέα τόσο για τον φόνο όσο και για τον δολοφόνο – είναι μόνον αφήγηση· ακολουθούμε μόνο την οπτική του πρωταγωνιστή. Το ίδιο αυστηρή είναι το συγγραφικό ύφος του. "Απαλλάξου απ' όλες τις φιλολογίες, και το 'χεις" του είχε πει η Κωλέτ όταν ο Σιμενόν ζήτησε την συμβουλή της για να γράψει "καλά" βιβλία. Και την άκουσε. Στο "Οι δαίμονες..." δεν υπάρχουν η άνετη, στοχαστική κίνηση, τα πνευματώδη σχόλια, ούτε και η πιο ποιητική χροιά που συναντούμε στα Μαιγκρέ. Δεν υπάρχει, επίσης, και προσεκτική επιμέλεια (αναφέρομαι στα πρωτότυπα κι όχι την μετάφρασή τους). Η βιασύνη του συγγραφέα είναι εμφανής στην απνευστί εκτύλιξη της πλοκής, την γρήγορη εναλλαγή σκηνικών, το χάσιμο της λεπτομέρειας και, κατά τόπους, της συνοχής. Φυσικό επακόλουθο μιας και ο Σιμενόν αφιέρωνε μία με μιάμιση, το πολύ, εβδομάδες για την συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Παρ όλα αυτά, η διάρθωσή του είναι άρτια και ο ίδιος αποδίδει σκηνές εξαιρετικής σαφήνειας για την ανθρώπινη φύση και την συναισθηματική ρευστότητα των πρωταγωνιστών του – τόσο στο πλαίσιο της τοπικής κοινωνίας όσο και στους οικογενειακούς δεσμούς και τις συζυγικές σχέσεις.





Ξεκίνησα να γράφω μία συνοπτική παρουσίαση των αναγνωσμάτων του καλοκαιριού, όπως συνηθίζω κάθε χρόνο, αλλά δεν αντιστάθηκα, εντέλει, στη μία και μακροσκελή –και με σημειώσεις–  γι' αυτόν που ο Αντρέ Ζιντ αποκαλούσε "Ίσως ο μεγαλύτερος και πιο αληθινός συγγραφέας των σύγχρονων γαλλικών γραμμάτων". Και ίσως να μην απέκτησε το υψηλό στάτους που αυτός επιθυμούσε, σίγουρα όμως ο Ζωρζ Σιμενόν ήταν ένας ικανότατος, πειθαρχημένος κι ευέλικτος πεζογράφος που δημιούργησε καταστάσεις οι οποίες οδηγούν τους πρωταγωνιστές του σε απόγνωση και τους αναγνώστες του, χρόνια μετά, στην απόλαυση. 













Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι λεπτομέρεια του εξωφύλλου. Οι επόμενες δύο είναι σκηνές από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου με πρωταγωνιστές τους Michel Serrault και Charles Aznavour στους ρόλους του πιλοποιού και του ράφτη αντίστοιχα. H τρίτη φωτογραφία, όπου είναι ο συγγραφέας επί τω έργω, αντλήθηκε από τεύχος του Paris Match (1955).