Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013








Ένα πρόσχημα
με μαγικές ιδιότητες




Πολλά έχουν γραφτεί για τον ρόλο της λογοτεχνίας στην ζωή μας και θα συνεχίσουν να γράφονται ακόμη περισσότερα καθώς προσφέρει μεν μια δημιουργική διέξοδο σε "αδιέξοδους" καιρούς αλλά καθόλου απαντήσεις σε πρακτικά, καθημερινά θέματα. Πόσο μάλλον όταν αφορά το πολύ καίριο για τα παιδιά τούτες τις μέρες ερώτημα για την ύπαρξη του Άι- Βασίλη - η απαλή μα παντοδύναμη αίσθηση των παραμυθιών διαλύεται από την θλιβερή πραγματικότητα κι οποιαδήποτε πολιτικά ορθή απόκριση φαίνεται πως δεν καλύπτει πλέον κανέναν. Το πολύ πρόσφατο γιορτινό βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου, "Ναι, Βιρτζίνια, υπάρχει Άγιος Βασίλης" (Καστανιώτης, 2013) δεν δίνει, επίσης, καμμία σχετική απάντηση. Ξεχωρίζει, ωστόσο, διότι υπερασπίζεται  το δικαίωμα των παιδιών στην ελπίδα και την πίστη στα  όνειρά τους χωρίς να καταργεί τον ρεαλισμό.

Πίσω στο 1897, η οκτάχρονη Βιρτζίνα προσπαθεί να καταλάβει εάν υπάρχει πράγματι ο Άγιος Βασίλης. Ρ
ωτά τον πατέρα της κι εκείνος, μην ξέροντας τι ακριβώς να της απαντήσει, την προτρέπει να γράψει ένα γράμμα στην εφημερίδα New York Sun που είχε την μεγαλύτερη κυκλοφορία την εποχή εκείνη. "Ότι πουν αυτοί είναι και το σωστό. Για να γράφει κάτι η Sun, πάει να πει πως είναι εξακριβωμένο..."  Ο εκδότης της εφημερίδας αναθέτει στον Φράνσις Τσέρτς να γράψει την απάντηση κι εκείνος την γράφει με πολλή σκέψη και προσοχή - είχε δει ο ίδιος, όταν κάλυπτε ως πολεμικός ανταποκριτής τον αμερικανικό εμφύλιο,  την δύναμη που είχε η φαντασία των παιδιών να δημιουργεί τον Άι-Βασίλη και πως τούτη η δύναμη μεταμόρφωσε τις πολύ άθλιες συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσαν, έστω και για λίγο.
   "Βιρτζίνια, οι φίλοι σου κάνουν λάθος. Έχουν επηρρεαστεί από τον σκεπτικισμό της εποχής μας. Δεν πιστεύουν παρά μόνο σε ό,τι βλέπουν. Νομίζουν ότι τίποτα δεν υπάρχει αν δεν μπορούν να το αντιληφθούν με το μικρό τους μυαλό. Όλα τα μυαλά, Βιρτζίνια, ανεξάρτητα από το αν είναι μεγάλων ανθρώπων ή παιδιών, είναι μικρά. Σ' αυτό το τεράστιο σύμπαν ο άνθρωπος είναι ένα μικρούτσικο  έντομο, ένα μυρμήγκι. Το ίδιο μικρή είναι και η νοημοσύνη του. Πως λοιπόν να χωρέσει  το μυαλό του όλη την αλήθεια και τη γνώση για τον αχανή κόσμο που μας περιβάλλει;
    Ναι, Βιρτζίνια υπάρχει  Άγιος Βασίλης!" 


Η ιστορία δεν προέκυψε από την φαντασία του συγγραφέα - η Βιρτζίνια Ο' Χάνλον υπήρξε στην πραγματικότητα όπως και ο συντάκτης της αμερικανικής εφημερίδας και η έντυπη απάντησή του  η οποία εξηγεί  περισσότερο την ζωή παρά τον Άγιο με τρόπο που ναι μεν δεν είναι πολιτικά ορθός είναι όμως απόλυτα ειλικρινής και σέβεται το ίδιο και την οκτάχρονη Βιρτζίνια και τον ενήλικα αναγνώστη της εφημερίδας. Αυτό ίσως εξηγεί και το γεγονός πως,  μισόν αιώνα μετά, παραμένει το άρθρο με τις περισσότερες αναδημοσιεύεις στον κόσμο της αγγλόφωνης δημοσιογραφίας.

Το  βιβλίο ωστόσο δεν είναι μια απλή βιογραφία της Βιρτζίνια. Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου δημιουργεί την ιστορία του συνθέτοντας φανταστικά στιγμιότυπα της ζωής της και δείχνει με τις λέξεις του πως η απορία ενός μικρού κοριτσιού γίνεται πίστη και δράση. Μαζί με την Βιρτζίνια ανασυστήνει, επίσης, την αμερικανική ιστορία στο πέρασμα των χρόνων - από τον αμερικανικό εμφύλιο, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κι αργότερα στο οικονομικό Κραχ του '29, τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την δεκαετία του '50 που χαρακτηρίστηκε εποχή της ευημερίας και της κατανάλωσης μέχρι την περίοδο του '70 και τον ρατσισμό της για τους μαύρους. Και κάθε φορά, όσο δύσκολες ή επικίνδυνες κι αν είναι οι συνθήκες, η Βιρτζίνια, σαν άλλος Άι-Βασίλης, βοηθά να αλλάξουν οι ζωές των ανθρώπων που έχουν πραγματική ανάγκη προς το καλύτερο, όπως  η επιστολή του Φράνσις άλλαξε την δική της. 

Τούτη η τρυφερή ιστορία αποτελεί την πιο χαμηλών τόνων και μεστή νοημάτων, μέχρι τώρα, γραφή του Παπαθεοδώρου και υποστηρίζει την δύναμη του ανθρώπου να πιστεύει, κάτι που είναι πολύ ιδιαίτερα σημαντικό (sic). Δεν είναι όμως μόνο αυτός ο λόγος για το οποίο το ξεχώρισα. Είναι, επίσης, το ότι όλη η έκδοση επιμένει στο αληθινό πνεύμα των Χριστουγέννων και του συγκεκριμένου Αγίου χωρίς να εμφανίζει την γνωστή παχουλή και κοκκινοντυμένη φιγούρα του ξενόφερτου Santa Claus. Η θαυμάσια ρετρό εικονογράφιση της Λίλας Καλογερή δεν την εμφανίζει παρά μόνο δύο φορές κι αυτές στην μικρότερη δυνατή διάσταση (1,5 εκ. - σχεδόν όσο το νύχι ενός αντίχειρα), γεγονός που φέρνει το βιβλίο πιο κοντά στα ελληνικά δεδομένα και το καθιστά  παντός καιρού κι όχι μόνο των γιορτών.  Είναι, τέλος, κι ένα case in point της πίστης στο αδύνατο και στην "μαγεία" του μέλλοντος - όταν ο συγγραφέας ήταν μικρός, είχε δει την ιστορία της Βιρτζίνια σε κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση και του άρεσε τόσο που ήθελε να την είχε γράψει ο ίδιος...


Ποτέ δεν θα μπορέσει κανείς να κρυφτεί από τα παιδιά και ο Σαββόπουλος το ήξερε αυτό καλά όταν το τραγουδούσε. Και οι συζητήσεις θα συνεχίσουν να γίνονται για τον ρόλο της λογοτεχνίας σε όλον αυτόν τον λαμπερό σίφουνα των γιορτών, για τα φαινόμενα και τα αντικείμενα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, για το τί πρέπει να πούμε και τί να πιστεύουμε. Και η ψυχολογία και η παιδαγωγική θα συνηγορούν κι αυτές με το λόγο τους (1, 2) αλλά ας μην σας κουράσω άλλο.  

Xρόνια πριν, ο σπουδαίος William Faulkner στον επίλογο του μοναδικού παιδικού βιβλίου που έγραψε, το είχε συνοψίσει ως εξής: "...if you are kind to helpless things, you don't need a Wishing Tree to make things come true."



 



Σημειώσεις: Η ιστορία της Βιρτζίνια έχει αγαπηθεί πολύ στην Αμερική κι έχει γίνει από τηλεοτπική σειρά έως θεατρικό έργο. Φέτος, είχε την τιμητική της στις βιτρίνες του Macy's, του μεγαλύτερου πολυκαταστήματος στην Αμερική, που βρίσκεται στην Νέα Υόρκη - δείτε μερικές  φωτογραφίες που τράβηξε ο αγαπητός συν-blogger Tsalapetinos. Δείτε, επίσης, εδώ την ίδια την Βιρτζίνια Ο' Χάνλον σε μεγάλη ηλικία, να διαβάζει το γράμμα της και την επιστολή του Φράνσις Τσέρτς σε παιδιά. Το επιτοίχιο γλυπτό ανήκει στην διεθνούς φήμης εικαστικό Chryssa κι έχει τίτλο That's All. Η ζωγραφιά είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου και το τελευταίο εικαστικό είναι η γνωστή λεπτομέρεια  της τοιχογραφίας του Michelangelo στην Καπέλα Σιστίνα. 

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013








Καταπράσινα



Χριστούγεννα!



Κι επειδή Χριστούγεννα δίχως Ντίκενς δεν είναι ακριβώς Χριστούγεννα, το πιο κάτω ποίημα του Άγγλου κλασικού περιγράφει ένα μικρό, καλλωπιστικό φυτό που, μαζί με τα καθιερωμένα κλαδιά των γκυ και των ου, στολίζουν τις γιορτές με πράσινο, ελπίδα και καλή τύχη Ο κισσός βέβαια συμβολίζει κι άλλα πράγματα (βλ. σταθερότητα, αφοσίωση, επιμονή), τούτα τα τρία όμως είναι μια καλή μαγιά για αρχή - για να φτιάξει η διάθεση.  Αν μη τι άλλο, Christmas is not a date. It is a state of mind. Enjoy!




The Ivy Green


Oh, a dainty plant is the Ivy green,
That creepeth o'er ruins old!
Of right choice food are his meals, I ween,
In his cell so lone and cold.
The wall must be crumbled, the stone decayed,
To pleasure his dainty whim:
And the mouldering dust that years have made
Is a merry meal for him.
Creeping where no life is seen,
A rare old plant is the Ivy green.

Fast he stealeth on, though he wears no wings,
And a staunch old heart has he.
How closely he twineth, how tight he clings
To his friend the huge Oak Tree!
And slyly he traileth along the ground,
And his leaves he gently waves,
As he joyously hugs and crawleth round
The rich mould of dead men's graves.
Creeping where grim death hath been,
A rare old plant is the Ivy green.

Whole ages have fled and their works decayed,
And nations have scattered been;
But the stout old Ivy shall never fade,
From its hale and hearty green.
The brave old plant, in its lonely days,
Shall fatten upon the past:
For the stateliest building man can raise
Is the Ivy's food at last.
Creeping on where time has been,
A rare old plant is the Ivy green.


~




Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013









I Wish You




 a n d    t r y 
 to  keep it 
all the year







Σημειώσεις: Το εικαστικό είναι του σύγχρονου Βρετανού Patrick Brill που το υπογράφει με το ψευδώνυμο Bob and Roberta Smith.

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013








Ειλημμένο Δίλημμα




-Μαμά, λέει ο Κωστάκης στην μητέρα του,
έλα, θα στολείσουμε το δέντρο;
Θα το κατεβάσεις από το πατάρι;
Σε λίγο θα είναι και Χριστούγεννα.
Γιατί δεν έχουμε στολείσει;
-Θα στολείσουμε, λέει η μητέρα του Κωστάκη,
αλλά από φέτο όχι έλατο μα καραβάκι.
-Καραβάκι; Τι είναι αυτό; Γιατί;
Αφού έχουμε ένα δέντρο και είναι στο πατάρι.
-Παιδί μου, λέει η μητέρα του Κωστάκη,
από φέτο αποφασίσαμε
να στολείζουμε όχι έλατο μα καραβάκι,
που είναι ελληνικό, ενώ το άλλο ξένο,
έχω και έναν πονοκέφαλο.
Μετά το έφερε ο μπαμπάς (και είναι ισθυοφόρο),
πετάξανε το δέντρο, κρατήσαν τα στολείδια,
ντύνουν μια και δυο με αυτά το καραβάκι
(μπάλλες γκυ δώρα, και στο πιο ψηλό ισθύο/
άγγελλος).
Ο Κωστάκης με μισή καρδιά κοιτάζει
το καραβάκι ντυμένο έλατο, ενώ
η άλλη μισή του είναι στο έλατο
που έφυγε σαν καραβάκι.

(Όταν τον είδε ο αδερφός του, είπε:
-Κωστάκη, τα Χριστούγεννά σου φέτος
θα είναι πολλή ελληνικά...
Έδειχνε τη μαύρη τρύπα στο πατάρι.
Χαμογελούσε άσκημα.)








Σημειώσεις: Το ποίημα είναι του Βασίλη Αμανατίδη  κι έχει τίτλο "Ελατοκαραβάκι - ποίημα των 9 ετών μου, πειραγμένο στα 36". Το θυμήθηκα πριν από λίγες μέρες όταν προσπαθούσα να αποφασίσω τί θα στολίσω φέτος, κάτι που ουσιαστικά δεν έχει πολύ σημασία. Η ουσία των φετινών Χριστουγέννων θαρρώ πως είναι εκείνη η "μισή καρδιά" και το πως θα την κάνουμε ολόκληρη, γεμάτη. Το εικαστικό είναι λεπτομέρεια από τον πίνακα "Sistine Madonna" (1512) του Raphael.

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013










Ολισθηρές διαδρομές 
του νου 



Θα μπορούσε να είναι ακόμη μία ιστορία ζήλειας. Το "Χειμωνιάτικη πόλη" (Ροές, 2009) ωστόσο ξεχωρίζει για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά στο ότι η νουβέλα αποτυπώνει στο χαρτί τον διχασμό μιας σκέψης. Και ο δεύτερος, την σαφήνεια με την οποία ο Abdon Ubidia  περιγράφει την προσπάθεια του ήρωά του να διατηρήσει την ρυθμισμένη ρουτίνα στην ζωή του όταν αυτή ανατρέπεται από έναν ξένο. 

Ο Σαντιάγκο είναι ένας μποέμ ξεπεσμένος αριστοκράτης που έχει σοβαρότατα προβλήματα με τον νόμο και προσπαθεί να αποφύγει την σύλληψή του από την αστυνομία. Ο αφηγητής δέχεται να τον κρύψει σπίτι του για ένα μικρό διάστημα. Δεν είναι αφελής - γνωρίζει τον χαρακτήρα του Σαντιάγκο και την αναστάτωση που μπορεί να προκαλέσει αλλά οι ενδοιασμοί του, που κινούνται σε επιφανειακά ζητήματα, θα αποδειχθούν λίγοι μπροστά στον δυναμικό χαρακτήρα του Σαντιάγκο και τις επιπτώσεις που θα έχει τούτη η φιλοξενία σε όλα τα επίπεδα της ζωής του.  "Τον είχα φανταστεί σαν έναν έκπτωτο άγγελο - τουλάχιστον όταν αποφάσιζα να τον φιλοξενήσω στο σπίτι-, τώρα όμως τον έβλεπα με άλλο μάτι και, καθώς περνούσε σιγά σιγά το πρώτο ξάφνιασμα, άρχισα να τον παρατηρώ καλύτερα."

Έτσι, όλα εκείνα που ήταν γραφικότητες ενός παλιού συμφοιτητή, μετατρέπονται σε απειλή για την λογική υπόσταση του αφηγητή. Στην αρχή, η κοινή αφετηρία και οι  εμπειρίες που μοιράζονταν και οι τέσσερίς τους  (ο αφηγητής, η  σύζυγός του, ο Σαντιάγκο και η πρώην σύζυγός του που ήταν και φίλη του ζευγαριού) από τα χρόνια των σπουδών τους, οδηγεί σε μια οδυνηρή συνειδητοποίηση: "Για μια στιγμή ήταν σαν να πάγωσε ο χρόνος. στεκόμασταν κι οι τρεις μπροστά στο κενό, παρασυρμένοι στην ίδια δίνη: ο φόβος και η νοσταλγία για όλα όσα δεν έγιναν ποτέ, για την ζωή που δε ζήσαμε, η έκπληξη και ο τρόμος μπροστά στη διαπίστωση ότι η ζωή μας θα μπορούσε να είναι αλλιώς."

Τούτη η νοσταλγία, ωστόσο, δίνει και μια απροσδόκητη γοητεία στις αφηγήσεις του Σαντιάγκο.  Ο αφηγητής παρακολουθεί την σύζυγό του να γοητεύεται από την παρουσία και τις περιπετειώδεις αναμνήσεις του φιλοξενούμενού τους και να διεκδικεί ξανά τον εαυτό της που είχε σβήσει για χάρη της οικογενειακής ζωής. Το προσεγμένο ντύσιμο της Σουσάνα και ορισμένες ανέμελες κινήσεις της προς τον Σαντιάγκο, όπως και η προσπάθειά της να ξαναπαίξει το βιολί που είχε για χρόνια κρεμασμένο στον τοίχο ως διακοσμητικό, θα κάνουν τον αφηγητή να ζηλέψει πολύ και να την διεκδικήσει εκ νέου. Μέσω τούτης της διεκδίκησης θα εξετάσει από την αρχή τις προθέσεις του για τις σχέσεις και την οικογένεια  που είχε δημιουργήσει αποκλειστικά γύρω από τον εαυτό του.

Ανάλογα με το προσωπικό ύφος του ο καθένας χρησιμοποιεί τις λέξεις και ο Αμπδόν Ουμπίδια επιλέγει τον εσωτερικό  μονόλογο για να οδηγήσει τον ήρωά του στη προσωπική του ελευθερία. Εξετάζοντας ωστόσο την απτή πραγματικότητα που έχει μπροστά του,  η σκέψη του αφηγητή ολισθαίνει επικίνδυνα στην εικονικότητα - η ζήλεια, οι υποθέσεις, οι διάφορες βεβαιότητες και οι πιθανότητες  συγχέονται με την λογική, τον εφησυχασμό και το βόλεμα στην ισορροπημένη καθημερινότητά του. Η πάλη μεταξύ τους  θα θέσει τα όρια του ήρωα-αφηγητή σε άλλη βάση.  "Όλα λοιπόν έγιναν κατά τύχη; Δεν είναι αλήθεια. Δεν υπάρχουν ασήμαντες αφορμές, κι αν υπάρχουν, ψάχνουμε να βρούμε έναν τρόπο να τους δώσουμε εμείς σημασία. Στην πραγματικότητα ελάχιστα στη ζωή μας εξαρτώνται απ' την τύχη."  Η  συναισθηματική λύτρωση θα επέλθει από τον ίδιο με έναν τραγικό και για τους τρεις τρόπο. 




Ο ισπανόφωνος Αμπδόν Ουμπίδια είναι ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς που έχει να επιδείξει σήμερα ο Ισημερινός κι έχει διακριθεί για την αντικομφορμιστική στάση του απένταντι στο πνευματικό κατεστημένο της χώρας του. Τούτο βέβαια συνέβη στην αρχή της συγγραφικής του πορείας αλλά ακόμη και μετά τον τέλος της ομάδας "Τσάντικο", όπου συμμετείχε με άλλους "αντικαθεστωτικούς", ο Ουμπίδια συνέχισε να γράφει με τον ίδιο τρόπο και να βραβεύεται για το έργο του, έργο που περιλαμβάνει διηγήματα, νουβέλες, άρθρα και δοκίμια αλλά και αφηγήσεις λαϊκής προφορικής λογοτεχνίας. 

Το "Χειμωνιάτικη πόλη" είναι από τις πιο γνωστές νουβέλες του και η μόνη που κυκλοφορεί στα ελληνικά μεταφέροντάς μας τον κρύο καιρό του Κίτο, της πόλης όπου εκτυλίσσονται οι σκέψεις του ήρωά του, αλλά και τον συναισθηματικό παγετό του ήρωα.  





Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013







Το άλλο του πράγματος





Υπάρχουν κι εκείνα τα βιβλία που λειτουργούν σαν σιδερένιοι σύρτες που ξεκλειδώνουν τις πόρτες του παρελθόντος και σε οδηγούν σε δρόμους δύσβατους. Πολύ δύσβατους. Το "ΜεταΠοίηση" (Κέδρος, 2012) είναι ένα από αυτά - μία συλλογή  δώδεκα ολιγοσέλιδων διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου τα οποία κινούνται σχεδόν με θράσος στον χώρο και στον χρόνο και σε φέρνουν αντιμέτωπο με τα δικά σου όρια αναγνωστικής αντοχής και αλήθειας.

"Τον είχα σκοτώσει το προηγούμενο βράδυ. Τον είχα βρει καθισμένο στο γραφείο του, τα μανίκια στους αγκώνες και το πουκάμισο ξεκούμπωτο ως τη μέση του στήθους, να κοιτάει αφηρημένα τον τοίχο. Δεν του άρεσε να τον ενοχλούν τις ώρες που στεκόταν πάνω απ' τα ανοιχτά χαρτιά του, εγώ όμως ήξερα ότι δεν δούλευε, κι εξάλλου δε μ' ένοιαζε να μην τον ενοχλήσω. Είχα ακουμπήσει το πιστόλι στον κρόταφό του. Με κατάλαβε, αλλά δεν είπε τίποτα. Του έδωσα χρόνο, αλλά δε μίλησε. Κάτι σαν δάκρυ μόνο πήγε να παίξει στα μάτια του, ήξερε όμως πόσο τον μισούσα και δεν θέλησε να μου ζητήσει λύπηση. Έσκυψα και του ψιθύρισα στο αυτί κάτι που πια δεν μπορώ να θυμηθώ, και σκόρπισα τη σιωπή κόκκινη στον τοίχο."  (.45)

"Τα μάζεψα λοιπόν και τα  'κοψα τα μακρινά ταξίδια. Βρήκα δουλειά σ' ένα φέρι στην αρχή για κάνα δυο χρόνια, αλλά το 'χα σιχαθεί το αλάτι. Είχα σιχαθεί και την πατρίδα μου. Μετά από κάθε μεγάλο μπάρκο γύρναγα δή΄θεν να ξεκουραστώ και να αράξω, κι αντί γι' αυτό, θυμόμουνα όλα τα σκατά που μ' είχαν κάνει να φύγω. Ξέρεις, ακόμα και τη γλώσσα δεν μπορούσα να ακούω πολλές φορές. Έχεις ακούσει τόσα πρόστυχα πράγματα σε χίλιες δυο γλώσσες, που όταν βρεθείς με δικούς σου ανθρώπους περιμένεις κάτι άλλο. Βλέπεις μετά ότι τα ίδια κι εκεί. Η ίδια προστυχιά, μόνο που πια δεν έχεις καμιά δικαιολογία να μην την καταλαβαίνεις. Σου τη σπάει, ρε φίλε. Καταλαβαίνεις τι λέω; Σε χαλάει πολύ." (Εγκιβωτισμός)

"Βάλε να φάω, βάλε να πιω, κι έτσι ν' αναθυμήσω
πώς κάμουνε οι βλάμηδες κι οι ξυπνητοί ανθρώποι.
Γιατί αδερφός σου ξάπλωσα, μ' αναγυρίζω ίσκιος.
και μη ρωτάς με να σου πω τι αντίκρισα στον Άδη,
γιατί 'ναι κρίμα ν' αγρικάς τι λεν' οι πεθαμένοι.
Μόν' ένα λόγο θα σου πω, μια μπιστική κουβέντα.
Εκείθε είναι οι πολλοί κι εδώθε είν' οι λίγοι."
 
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος συστήνεται ως εξής: "Είμαι επαρχιώτης, διδακτορικός φοιτητής αρχαίας ιστορίας, σχεδόν τριαντάρης, καπνιστής, wargamer, horror movies fan, μάλλον αριστερός, Έλληνας, μετανάστης και άλλα πολλά. Δεν είμαι συγγραφέας. Γράφω επειδή μπορώ και μου αρέσει." Και συνεχίζει: "Στην πορεία ανακάλυψα επίσης πως έγραφα απελευθερωμένος από το άγχος της αποδοχής. Γουστάρω ταινίες με ζόμπι. Υπήρχε αναφορά σε ζόμπι. Γουστάρω pulp action λογοτεχνία, υπήρχε action και βία. Γουστάρω τον Borges. Υπάρχει αναφορά στον Borges. Γουστάρω δημοτικά και ρεμπέτικα. Υπήρχε αναφορά σε δημοτικά και ρεμπέτικα. Και κάπως έτσι κατέληξα να γράφω και σε δεκαπεντασύλλαβο, χωρίς ν’ αναρωτηθώ για το αν η εποχή στην οποία γράφω το «επιτρέπει»".

Τούτο το στοιχείο της απενοχοποίησης και της σχεδόν αποστασιοποίησης από τα γραφόμενα είναι χαρακτηριστικά εμφανές και στις δώδεκα ιστορίες. Δεν ξέρω κατά πόσο περιέχουν κάτι από μια Μετα-Ποιητική περίοδο του ίδιου του συγγραφέα ή της Τέχνης γενικότερα όπως υπονοεί ο τίτλος του βιβλίου, μπορώ ωστόσο να πω  ότι τα συγκεκριμένα διηγήματα μεταποιούν με τον δικό τους τρόπο την θεματολογία της  νεοελληνικής λογοτεχνίας όχι με την έντονη ετερότητα των πρωταγωνιστών και την αγωνιώδη αναζήτησή τους για τον Άλλο. Είναι με την οπτική ματιά του συγγραφέα που αναπαράγει με λεπτομέρεια εξαιρετικά βίαιες σκηνές περιγράφοντας μ' αυτό τον τρόπο το μίσος, την εκδίκηση, την δειλία, την επικράτηση επί του αδυνάτου, τα βαθύτερα ένστικτα και το τραγικό -αλλά απελευθερωτικό για τους ίδιους- τέλος των αφηγηματικών ηρώων του - οπτική που  επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο τη νατουραλιστική γραφή.


Η "ΜεταΠοίηση" του Δημοσθένη Παπαμάρκου παρουσιάζει ένα περίεργο, όσο και αξιοθαύμαστο, κράμα πεζογραφίας, ιστορίας και παράδοσης.  Η μάχη στα Γαυγάμηλα,  ο Μακεδονικός πόλεμος και ο σύγχρονος κόσμος συνδέονται με την αρβανίτικη γλώσσα (Γκρίχου, ο τίτλος του πρώτου διηγήματος, στα αρβανίτικα σημαίνει "σήκω"), τις προκαταλήψεις (που απορρέουν από τον αστερισμό του Περσέα - Tseih She, ο τίτλος του δεύτερου διηγήματος, είναι η κινεζική ονομασία του αστερισμού που αποκαλείται επίσης "Δαίμονας") και αρχαιοελληνικές παραδόσεις (στο πρώτο διήγημα, ο ένας αδερφός είναι θαμένος μπρούμυτα, μία ταφική πρακτική που έχει πανάρχαιες ρίζες). Ρίψασπις, Τίσις, Σποδός, Πτέρυγα, Εγκιβωτισμός, Καΐνα, Ferrum (το πιο ευαίσθητο από τα διηγήματα), ΜεταΠοίηση, .45, Σαρκώζα - οι συνδέσεις αυτού και άλλων ειδών συνεχίζονται. 

Τα αποσπάσματα που έχω αντιγράψει πιο πάνω δεν αποδίδουν παρά μόνο ένα λίγο της ατμόσφαιρας του βιβλίου - πολλή βία και splatter, μεταφυσική και μαγγανείες, προκαταλήψεις, ήθη κι έθιμα της ελληνικής παράδοσης και ψυχοπαθολογίες της σύγχρονης εποχής μας αποδίδονται με γκόθικ ύφος σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση που σε αναγκάζει να συμμετέχεις έστω κι από απόσταση. Χωρίς ωστόσο να σοκάρει, η γραφή του Δημοσθένη Παπαμάρκου αποκαλύπτει την άλλη πλευρά του ανθρώπου - την κτηνώδη φύση του που εγείρεται σε συνθήκες άκρατης μοναξιάς και πιέσεων κοινωνικών, οικονομικών, βιολογικών. Από το "Πίστομα" του Κωνσταντίνου Θεοτόκη είχα να διαβάσω κάτι τόσο ολοκληρωμένο κι αποκαλυπτικό...



 

Σημείωση: Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από την ομότιτλη ποιητική συλλογή της Ελένης Βακαλό (Νεφέλη, 1995). Το πρώτο εικαστικό είναι το "Η ορφανή νέα στο κοιμητήριο" του Eugène Delacroix. Το δεύτερο είναι η γνωστή Guernica του Pablo Picasso "πειραγμένη" ελαφρώς από έναν σύγχρονο Βρετανό καλλιτέχνη με το ψευδώνυμο Pure Evil. Το μικρό αυτο-βιογραφικό του συγγραφέα είναι απόσπασμα από κείμενό του στο διαδικτυακό περιοδικό Bibliotheque. Ακούστε εδώ (από το 58:06') τον ίδιο, προσκεκλημένος της εκπομπής Booktalks, να μιλά για το βιβλίο. Μπορείτε επίσης να διαβάσετε εδώ ένα ανέκδοτο διήγημα του Δ.Παπαμάρκου, πολύ πιο ήπιων, έως τρυφερών κι αστείων, τόνων τούτη τη φορά αλλά με τον ίδιο ιδιαίτερο λόγο του.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013











Χαμένος στη ζωή 



Αυτό συμβαίνει όταν κάνεις διαδικτυακές αγορές βιβλίων - τα δάχτυλα παρασύρονται. Ο τόμος με τις δύο νουβέλες "Η μοναδική" / "Άδραξε τη μέρα" (Καστανιώτης, 2010)   δεν ήταν μια επιλογή σύμφωνα με την φανερή ή πολλές φορές ενδόμυχη διάθεση που αγαπώ να εμπιστεύομαι. Ήταν μια επιλογή "συλλογής", που ωστόσο δεν με απογοήτευσε.

Άρχισα να διαβάζω, ανόρεχτα σχεδόν, το "Άδραξε τη μέρα" που είναι η τέταρτη νουβέλα που έγραψε ο Αμερικανός Saul Bellow  και η οποία θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά έργα του 20ου αι. Σ' αυτό παρακολουθούμε μία μέρα από τη ζωή του Ουίλχελμ Άντλερ, ή Τόμυ Ουίλχελμ όπως το άλλαξε ο ίδιος όταν επιχείρησε να γίνει ηθοποιός, - ενός σαραντάρη που αρνείται να ενηλικιωθεί. Ο Ουίλκι, όπως τον αποκαλεί ο πατέρας του, είναι  άνεργος και προσπαθεί με άτσαλο τρόπο να ισορροπήσει την άδεια πλέον καθημερινότητά του χωρίς να τα καταφέρνει. Με ατιμέλητη εμφάνιση και στοιχειώδεις τρόπους αφήνεται να  παρασυρθεί από το συναίσθημα και αναμασά συνεχώς τα γεγονότα - απολύθηκε εξαιτίας του γαμπρού του επιχειρηματία που πήρε τη θέση του, η σύζυγός του τον κρατά σε διάσταση κι αρνείται να του δώσει διαζύγιο εξαιτίας της εξωσυζυγικής του σχέσης. Κι επιπλέον τον κρατά μακριά από τα παιδιά του που υπεραγαπά. Ο ιδεαλιστής Ουίλκι δεν τολμά να αγγίξει, πόσω μάλλον δε να συνειδητοποιήσει, την πραγματική αιτία των προβλημάτων του. Του αρκεί να αποζητά, να ζητιανεύει, την προσοχή και την εμπιστοσύνη του πατέρα του. Ο ακμαιότατος οδγονταετής δόκτορ Άντλερ θα μπορούσε να είναι το αρσενικό αντίστοιχο της Κορνήλιας Κένερες αλλά δεν είναι - κυρίως διότι  είναι τελείως απογοητευμένος από την πορεία του γιου του και δεν το κρύβει. Δεν υποκύπτει στην παιδαριώδη συμπεριφορά του Ουίλκι και του φέρεται σαν έναν από τους ασθενείς του με μια απλή ίωση. Η ψυχρή λογική και η ευθύτητα, ωστόσο, που χρησιμοποιεί για να τον απωθήσει δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα - ούτε τον απομακρύνουν ούτε τον παρακινούν να αντιδράσει και να αναλάβει τις ευθύνες του.

Την αντίθετη μέθοδο χρησιμοποιεί ο  δόκτορ Τάμκιν - ένας ύποπτος γιατρός απροσδιόριστης ειδικότητας στον οποίο ο εντελώς απένταρος Ούλκι έχει εμπιστευθεί τα τελευταία επτακόσια δολλάριά του με την προοπτική  να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο και με τα (σίγουρα) κέρδη να ρεφάρει την κακοτυχία και τις οικονομικές υποχρεώσεις του. Ανάμεσα στις διάφορες επιστημονολογίες και χειριστικές νουθεσίες που λέει ο δόκτορας Τάμκιν είναι και ο τίτλος της νουβέλας που έχει γίνει ένας από τους πιο διάσημους αφορισμούς της λογοτεχνίας.  Ο Ούλκι όμως δεν ακούει κανέναν, ούτε καν το ένστικτό του που τον προειδοποιεί για τον δόκτορα Τάμκιν ο οποίος αγοράζει και διακινεί μετοχές λαρδιού και σίκαλης με επιπόλαιο τρόπο. Και ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς, και ο Ουίλκι επίσης, πέφτει έξω. Η χρεοκωπία είναι πλέον γεγονός.



Διαβάζοντας ανοίγει η όρεξη κι  έτσι συνέχισα με την πρώτη νουβέλα του τόμου, το "Η μοναδική". Κύριος ιστός της αφήγησης εδώ είναι μια αγάπη  που διυλίζεται στον χρόνο, στον εσωτερικό μονόλογο και την δύσκολη, ειλικρινή και αμοιβαία συζήτηση του αφηγητή με την Έιμυ Γούστριν - τον ανεκπλήρωτο παιδικό έρωτά του. Ο Χάρρυ Τρέλμαν παρακολουθεί την Έιμυ να κάνει σχέση με τον κολλητό του Τζέυ Γούστριν, να τον παντρεύεται κι αργότερα να τον χωρίζει με επεισοδιακό τρόπο δίχως ποτέ να πάρει την πρωτοβουλία να της μιλήσει. Μεσήλικας πια, έχοντας κάνει περιουσία στην  Άπω Ανατολή, ο Χάρρυ επιστρέφει  στο Σικάγο με την θλίψη του ακόμη ζωντανή.  Η ιστορία ξεκινά όταν ο Χάρρυ βρίσκεται σε ένα πάρτυ και τραβά την προσοχή του πολυεκατομμυριούχου Ζίγκμουντ Αντλέτσκι που τον καλεί να γίνει μέλος της παρέας του - κάτι σαν ένα think tank ψυχαγωγίας. Ο Χάρρυ δέχεται και μεταξύ τους θα δημιουργηθεί μια σταθερή σχέση εμπιστοσύνης. Την ίδια περίοδο το ζεύγος των Αντλέτσκι έχει προσλάβει την Έιμυ για να εκτιμήσει την επίπλωση ενός διαμερίσματος που θέλει να αγοράσει - ο Τζέυ έχει πεθάνει και η Έιμυ εργάζεται ως διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων. Και κατά έναν περίεργο τρόπο -αυτόν που πολλοί ονομάζουν τύχη, άλλοι μοίρα ή σύμπαν, κι άλλοι απλώς διορατικότητα- ο Αντλέτσκι θα είναι αυτός που θα τους φέρει κοντά - την ημέρα που η Έιμυ θα κάνει την εκταφή του πρώην συζύγου της από τον οικογενειακό τάφο της οικογένειάς της ώστε να χρησιμοποιήσει το μέρος για τον πατέρα της, ο προνοητικός Αντλέτσκι θα της στείλει τον Χάρρυ με την λιμουζίνα του για να την βοηθήσει σε κάτι που, όπως λέει, δεν είναι γυναικεία δουλειά. Αυτή θα είναι και η ευκαιρία του Χάρρυ να της μιλήσει.


Και οι δύο νουβέλες δίνουν το στίγμα μιας γραφής που εκτιμήθηκε πέρα από μοντερνισμούς και της larger-than-life προσωπικότητας του Σωλ Μπέλοου που διατήρησε την ενάργεια του νου και την προκλητικότητα του λόγου του παρ'όλους τους τραμπαλισμούς του συναισθήματος και των καταστάσεων -πραγματικών και λογοτεχνικών- ακόμη και σε μεγάλη ηλικία.  Η κάθε νουβέλα, ωστόσο, έχει διαφορετική χροιά κι αυτό οφείλεται στην χρονική απόσταση που χωρίζει τα δύο έργα. Γραμμένο στην δεκαετία του '50, το "Άδραξε τη μέρα" εμφανίζει την Αμερική σε μια μεταβατική περίοδο όπου δημιουργείται η μεσαία τάξη - το ίδιο πρωτοποριακό και συντηρητικό μαζί  είναι και το ύφος του Μπέλοου. Το 1997, χρονιά που ο αμερικανός νομπελίστας έγραψε το "Η μονάκριβη", οι κοινωνικές τάξεις έχουν σχεδόν "σταθεροποιηθεί" όπως και η γραφή του συγγραφέα που εμφανίζεται πιο συμπαγής, πιο μεστή και εσωτερική, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στην μετάφραση - πιο "γειωμένη" του Βασίλη Καλλιπολίτη στο "Η μοναδική", με ψήγματα ποίησης εκείνη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στο "Άδραξε τη μέρα". 

Εκεί που ο αστικός ρεαλισμός και η ψυχολογία συναντούν την απροκάλυπτη  έκφραση των συναισθημάτων και τους πνευματώδεις λεκτικούς συνδυασμούς, η γραφή του Σωλ Μπέλοου αιχμαλωτίζει λεπτές αποχρώσεις κοινωνικής συμπεριφοράς και μύχιας σκέψης. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη σαφήνεια και μια αίσθηση ζωντάνιας και οξύτητας, που λειτουργούν αντιστικτικά με την μη-δράση των ηρώων - απροσάρμοστοι στο εξωτερικό περιβάλλον και βυθισμένοι στον δικό τους πόνο και μόνο, φαντάζουν κάπως ψυχωτικοί. Ο συντηρητικός ακτιβισμός και η σταθερή πεποίθηση του Μπέλοου ότι η ενδοσκόπηση και η αγάπη θα επιφέρουν την τελική εσώτερη ισορροπία, δίνουν στους δύο πρωταγωνιστές την κατά Μπόρχες μοναδική στιγμή  - βυθισμένος σε ήχους εκκλησιαστικής μουσικής, ο Τόμυ αναγκάζεται να δεχτεί την ευθύνη του εαυτού του. Και  ο Χάρρυ κάνει πρόταση γάμου στην Έιμυ μπροστά από τον τάφο του πρώην συζύγου της. "Μπορεί να σε θύμιζαν και άλλες γυναίκες, αλλά υπήρχε μονάχα μία πραγματική Έιμυ" της ομολογεί. 

Είναι περίπλοκο να αδράξεις κάτι τόσο άυλο όσο μια μέρα αλλά και τόσο απλό συνάμα - υπάρχουν απτά πράγματα που την αναπληρώνουν. Το επόμενο βιβλίο για παράδειγμα. 




Σημείωση: Η μεσαία γκραβούρα είναι του Edward Hopper κι έχει τίτλο Night Shadows (1921). Η πρώτη φωτογραφία και η τρίτη καρικατούρα που εμφανίζει τον συγγραφέα αντλήθηκαν τυχαία από το διαδίκτυο.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013










There is only one way to read





... which is to browse in libraries and bookshops, picking up books that attract you, reading only those, dropping them when they bore you, skipping the parts that drag — and never, never reading anything because you feel you ought, or because it is part of a trend or a movement. Remember that the book which bores you when you are twenty or thirty will open doors for you when you are forty or fifty — and vice versa. Don’t read a book out of its right time for you.




The Golden Notebook
Introduction (1971)






Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013










Relativity


"You put two  things together that have not been put together before. And the world is changed. People may not notice at the time, but that doesn't matter. The world has been changed nonetheless. 
 
You put together two things that have not been put together before; and sometimes it works, sometimes it doesn't.    

You put together two people who have not been put together before; and sometimes the world is changed, sometimes not. They may crash and burn, or burn and crash. But sometimes, something new is made, and then the world is changed. Together, in that first exaltation, that first roaring sense of uplift, they are greater than their two separate  selves. Together, they see further, and they see more clearly. 

You put together two people who have not been put together before. Sometimes it is like that first attempt to harness a hydrogen balloon to a fire balloon: do you prefer crash and burn, or burn and crash? But sometimes it works, and something new is made, and the world is changed. Then, at some point, sooner or later, for this reason or that, one of them is taken away. And what is taken away is greater than the sum of what was there. This may not be mathematically possible; but it is emotionally possible."


                                                            Julian Barnes


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013









Love or Justice?
ή
Μια μικρή τραγωδία

 


Ένα vintage διαμαντάκι που διατηρεί το άρωμα της κλασικής λογοτεχνίας είναι το "Το καρφί" (οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2012)  που θεωρείται από πολλούς μελετητές ως το πρώτο αστυνομικό διήγημα, ή καλύτερα διήγημα μυστηρίου, στην ιστορία της ισπανικής λογοτεχνίας.  Ο Ισπανός Pedro Antonio de Alarcón, λογοτέχνης του 19ου αιώνα, σημειώνει στον πρόλογο της αρχικής έκδοσης πως βασίστηκε σε μια διάσημη δικαστική υπόθεση της εποχής. Αυτό όμως, το "Διάσημη δικαστική υπόθεση" που αποτελεί επιπλέον και τον υπότιτλο της ελληνικής έκδοσης, δίνει μόνο μία διάσταση της πλοκής.  Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ιστορία έρωτα, πάθους και καθήκοντος που εκτυλίσσεται σε μόλις 65 σελίδες. 

Σε ένα ταξίδι του προς τη Μάλαγα, ο Φελίπε -ο αφηγητής- γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο μιας νεαρής μα απόμακρης κυρίας, της Μερσέδες δε Μεριδανουέβα. Στο τέλος του ταξιδιού, η γυναίκα θα εξαφανισθεί. Θα συναντηθούν ωστόσο τυχαία δύο μήνες μετά, σε μια χοροεσπερίδα. Στο μεταξύ διάστημα, ο Φελίπε επισκέφτεται τον φίλο του και πρώην συμμαθητή του Χοακίν Θάρκο  στο χωριό όπου υπηρετεί ως δικαστής. Συνοδεύοντάς τον σε μια κηδεία που πρέπει να παραστεί ως αντιπρόσωπος των Αρχών του χωριού, ο  Χοακίν θα του αφηγηθεί την ερωτική του ιστορία με την Μπλάνκα, ιστορία που τον οδήγησε στην απογοήτευση. Καθώς περπατούν, το βλέμμα του δικαστή θα σταθεί σε κάτι παράξενο.
      "Τι είναι αυτό;" αναφώνησε σταματώντας. "Τι είναι αυτό, φίλε μου; Καρφί δεν είναι;"
      Και λέγοντας αυτά στριφογύριζε ένα κρανίο με το μπαστούνι του. Φαινόταν ότι το είχαν ξεθάψει πρόσφατα και είχε ακόμη λίγες πυκνές τούφες μαύρα μαλλιά.
      Κοίταξα και έμεινα το ίδιο αποσβολωμένος με τον φίλο μου. 
     Ένα σιδερένιο καφί διαπερνούσε τη νεκροκεφαλή. 
    Το πλατύ κεφάλι του καρφιού προεξείχε στην κορυφή της, ενώ η μύτη έβγαινε από εκεί που βρισκόταν ο ουρανίσκος.
     Τι σήμαινε αυτό;
     Από το ξάφνιασμα περάσαμε στις υποθέσεις και από τις υποθέσεις στην φρίκη!
    "Αναγνωρίζω τη Θεία Δίκη!" κατέληξε ο Θάρκο. "Να ένα τρομακτικό έγκλημα που θα έμενε ατιμώρητο και αποκαλύπτεται μόνο του στη δικαιοσύνη! Θα κάνω το καθήκον μου, πόσο μάλλον τώρα που φαίνεται ότι ο ίδιος ο Θεός με προστάζει άμεσα, φέρνοντας μπροστά στα μάτια μου το τρυπημένο κεφάλι του θύματος. Α, βέβαια. Ορκίζομαι να μην αναπαυτώ ώσπου ο δράστης αυτού του φρικτού εγκλήματος πληρώσει την κακία του στην αγχόνη!".

Από το σημείο ετούτο κι έπειτα η γραφή του Αλαρκόν γίνεται πιο στακάτη και θυμίζει δημοσιογραφική καταγραφή των περιστατικών  μεταδίδοντάς σου με αυτό τον τρόπο την σοβαρότητα της υπόθεσης - το τυχαίο εύρημα και η επιμονή του Χοακίν να το ερευνήσει, θα τον φέρει αντιμέτωπο με το δίλημμα Έρωτας ή Καθήκον, δίλημμα στο οποίο θα εμπλακεί και ο Φελίπε που ωστόσο θα διατηρήσει την ψυχραιμία του και θα στηρίξει τον Χοακίν. Δεν θα αποκαλύψω την συνέχεια γιατί αξίζει να διαβάσετε τις απανωτές -αν και προβλέψιμες- ανατροπές του τέλους.


Tο διήγημα προσφέρει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το δικαστικό σύστημα της εποχής και την κοινωνία στον γενέθλιο τόπο του Αλαρκόν, την Ανδαλουσία. Γραμμένο το 1853, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Εντγκαρ Άλαν Πόε και όταν ο συγγραφέας ήταν στην αρχή της καριέρας του, δίνει επίσης τροφή για συσχετισμούς μεταξύ των δύο συγγραφέων για το παρόμοιο ύφος - γκόθικ ατμόσφαιρα και ρομαντισμός, νεκροί που επανέρχονται με κάποιο τρόπο στη ζωή, η θλίψη, ο θρήνος και η φρίκη. Ακόμη και το σκωπτικό ύφος που ο Αλαρκόν χρησιμοποιεί στην αρχή και είναι σαν να σε προετοιμάζει για την όχι και τόσο ανάλαφρη συνέχεια, υποδεικνύουν πως ο Αλαρκόν είχε επηρρεαστεί από τον Πόε. 

Στο "Καρφί" τα ρομαντικά στοιχεία υπερισχύουν ελαφρώς έναντι του μυστηρίου ωστόσο, το μοιραίο, η Δικαιοσύνη, όπως και η δομή του διηγήματος, παραπέμπουν σε αρχαία τραγωδία. Μία τραγωδία συμμπυκνωμένης μορφής. Δεν μπορεί ωστόσο να μου βγει από το μυαλό κι εκείνη η ασυνήθιστη αίσθηση  που μου προκάλεσε η αφήγηση - μία μείξη βικτωριανού μυθιστορήματος με Βίκτωρα Ουγκώ.

Η κομψή έκδοση περιλαμβάνει κι ένα εισαγωγικό σημείωμα που συγκεντρώνει τα περισσότερα -αν όχι όλα- τα στοιχεία που υπάρχουν για τούτο το διήγημα. Το υπογράφει ο εξαιρετικός Κρίτωνας Ηλιόπουλος, ο οποίος βραβεύτηκε για την συγκεκριμένη δουλειά του με το φετινό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης από την ισπανική γλώσσα.

Precioso.




Σημειώσεις: Όσοι γνωρίζουν ισπανικά, μπορούν να διαβάσουν το πρωτότυπο εδώ ή να το ακούσουν εδώ. Η πρώτη φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου ενώ το ασπρόμαυρο εικαστικό ανήκει στον Victor Hugo κι έχει τίτλο "Δικαιοσύνη".

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013









Victims of Duty  



Πιθανότατα να οφείλεται στο ότι έχω πολύ καιρό να διαβάσω κάτι με λογοτεχνικά παράλογο ύφος, μπορεί όμως και να είναι και η αποστροφή μου σε οτιδήποτε ολοκληρωτικό κι απόλυτο. Γεγονός  όμως είναι πως για να μπορέσω να αντιληφθώ το ύφος του Norman Manea -που περιγράφει άριστα την ατμόσφαιρα της δικτατορίας του Τσαουσέσκου- χρειάστηκαν πολλές σελίδες. Σφιχτοδεμένη γραφή με σταθερό ρυθμό και το ίδιο σταθερή ψυχρότητα και καχυποψία να υπονομεύουν κάθε γραμμή του, η πρόζα του Μάνεα δεν είναι εύκολη ανάγνωση. Τουλάχιστον στην αρχή.

Η πρώτη από τις τέσσερις νουβέλες της συλλογής "Υποχρεωτική Ευδαιμονία" (μετάφραση από τα γαλλικά Αλόης Σιδέρη - Άγρα, 2003) έχει τίτλο "Η Ανάκριση" και εκτυλίσσεται στις φυλακές του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Μία γυναίκα βρίσκεται έγκλειστη στην απομόνωση για ασαφείς πολιτικούς λόγους. Μία μέρα της αναγγέλλουν πως θα την ανακρίνει ένας πολύ σημαντικός πράκτορας της ασφάλειας και οι υπάλληλοι της φυλακής την προετοιμάζουν με εντατικούς ρυθμούς γιατί, όπως λένε, θα είναι σημαντικό για εκείνη. Αυτή η προετοιμασία θα αποδειχθεί το μεγαλύτερο βασανιστήριο για την γυναίκα. Μην περιμένετε, ωστόσο, να διαβάσετε για αποτρόπαιες δοκιμασίες και εξάντληση των ανθρώπινων αντοχών - αυτά υπονοούνται αμυδρά πίσω από τις περιποιήσεις που της παρέχουν: "Βρήκε το κελί της αερισμένο και σκουπισμένο. Στο τσιμέντο, μια στοίβα με εφημερίδες και περιοδικά.
      Γύρω στις τρεις, αποσπάστηκε από την ανάγνωσή της. Δύο πρόσωπα είχαν έλθει για να τη συνοδεύχουν. Κατέβηκε σκάλες, έστριψε δεξιά, αριστερά, διέσχισε ατέλειωτους διαδρόμους. Αυτή τη φορά προορισμός ήταν ένα λουτρό. Όχι για τα ντους που ήξερε ως τότε.  Μια άσπρη, αστραφτερή μπανιέρα. Μεγάλες, χνουδωτές πετσέτες διαφόρων χρωμάτων. Ένα σαπούνι, κάθε λογής μπουκαλάκια. Παντούφλες, βερνίκι για τα νύχια. Στην επιστροφή της στο κελί, την περίμενε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι.
        Και τώρα η τέταρτη μέρα: 'Στις πέντε το απόγευμα, σας βολεύει;' είχε ρωτήσει την προηγούμενη μέρα η παράξενη επιστράτρια σαν να απήγγειλε ένα στίχο από κάποιο λιμπρέτο όπερας, με ύφος ενοχλημένο από τον παραλογισμό αυτού που την έβαζαν να κάνει και να λέει."

 
Θα υπάρξει και πέμπτη και έκτη μέρα, θα ακολουθήσουν κι άλλες μέχρις ότου να αποκατασταθεί η σωματική υγεία και εμφάνιση της κρατούμενης. Όταν θα φτάσει η μέρα της ανάκρισης θα αποδειχθεί κι αυτή με την σειρά της το ίδιο παράλογη και βασανιστική- ένας λεπτεπίλεπτος, ασθενικός ανθρωπάκος με την όψη αχθοφόρου, ο Μεγάλος Αρχηγός θα περάσει τη νύχτα μαζί της στο ανακριτικό γραφείο μονολογώντας συνεχώς ενώ συμπεριφέρεται από γελοία έως απειλητικά και πάντα με άψογους  τρόπους και προσποιητή ευγένεια. Ανάμεσα στις μακρές σιωπές του και τα ξεσπάσματα θυμού, θα προτείνει στην κρατούμενη να καταδώσει τον σύντροφό της ζωγραφίζοντας μια σειρά πινάκων με θέμα τους το εσωτερικό του σπιτιού του.


Στο "Ένα παράθυρο στην εργατική τάξη", ένα ζευγάρι μορφωμένων αστών αναθέτει σε έναν τεχνίτη, που τους χτύπησε ξαφνικά την πόρτα, να κάνει διάφορες μικροεπισκευές στο σπίτι τους - το χαλασμένο ρολό του παραθύρου, την ηλεκτρική κουζίνα, κ.ά. Κάποια στιγμή, ο Νάνου Βαλεντίν, ο τεχνίτης, θα τους επισκεφθεί ζητώντας τους να τον βοηθήσουν καθώς τους εκτιμά και μπορεί να τους εμπιστευτεί αυτό που τον βασανίζει - μετά από 25 χρόνια δουλειάς σε μια λεβητοποιία, τον απολύουν με αφορμή τη μόνη μέρα που αργοπόρησε όταν η κυκλοφορία ήταν μπλοκαρισμένη σε όλη την πόλη. Πριν από αυτό όμως είχαν προηγηθεί κι άλλα επεισόδια, τα οποία ο τεχνίτης έχει γράψει στα χαρτιά που αφήνει στον κύριο του ζευγαριού. "Γιατί τον μετέφεραν από το εργοστάσιο λεβητοποιίας στην υπηρεσία καθαρισμού, πράγμα που τον έκανε να χάσει το ένα τέταρτο του μισθού του; Για ποιό λόγο αυτό ο 'σύντροφος' αρχιεργάτης τον είχε μεταθέσει στην νυχτερινή υπηρεσία, μολονότι είχε αποφασίσει να εξαιρούνται από αυτήν οι πολύτεκνοι οικογενειάρχες που είχαν πολυετή υπηρεσία στο εργοστάσιο; Γιατί τον έβαλε να κάνει την πιο σκληρή δουλειά χωρίς να τον πληρώσει ανάλογα; Για ποιό λόγο μετατέθηκε από την λεβητοποιία Γιατί όταν αρρώστησε του είπαν ότι οι άνθρωποι δεν είχαν  θέση στο εργοστάσιο;... Γιατί του κράτησαν ένα μεροκάματο για καθυστέρηση μισής ώρας;... Γιατί όταν ζήτησε να γίνει δεκτός από τον διευθυντή ή από το συνδικάτο ή από τον υπουργό, τον προειδοποίησαν ότι, αν δεν καθόταν ήσυχος, κινδύνευε να πάθει πολύ χειρότερα;" Ο έντιμος και συνεπής τεχνίτης θα τα βάλει με το διεφθαρμένο σύστημα για να πάρει τις απαντήσεις που του πρέπουν. 

 "Στην κατάφωτη αίθουσα συνεδριάσεων της οδού Ορλάντο, βρίσκονται, ως προσκεκλημένοι, μια δακτυλογράφος, ένας οδηγός ταξί, ο διαχειριστής ενός  εστιατορίου, μια νταντά, ένας μυθιστοριογράφος, μια διευθύντρια προσωπικού, ένας καθηγητής γυμναστικής, ένας τελωνειακός και ένας υπάλληλος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου."   Ο καθένας τους θα περιγράψει την καριέρα του και όλες μαζί οι αφηγήσεις δημιουργούν μια "Σύνθετη βιογραφία", όπως είναι ο τίτλος της τρίτης νουβέλας, δλδ το πορτραίτο του ιδανικού συντρόφου του Κόμματος που ενάντια στις συνθήκες και τις διαψεύσεις, παραμένει αμετανόητος ιδεαλιστής.

Η όλη παράνοια του καθεστώτος Τσαουσέσκου κορυφώνεται στην τελευταία νουβέλα, το "Αδιάβροχο" όπου δύο φιλικά ζευγάρια επισκέπτονται ένα τρίτο - τους νεόπλουτους φίλους του, Βασίλε Μπελντεάνου, ή Μπαζίλ στο πιο εξευγενισμένο, και Ντίνα, ή αλλιώς Λαίδη Ντι, την μεγαλοδικηγόρο σύζυγό του με την ταπεινή καταγωγή που προσπαθεί φιλότιμα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ανώτερης τάξης.   "...και να η Ντίνα που έχει βγει από το υπνοδωμάτιο και τώρα κατεβαίνει τη σκάλα, ντυμένη με βραδυνό φόρεμα σε κίτρινο βελούδο και ασορτί τουρμπάνι στο κεφάλι. Αγκαλιάσματα, που να σας τα λέω, αγαπητή μου... μόνο το Μωρό πασχίζει μάταια να σκιάσει τη χαρά γι' αυτό το ξανασμίξιμο. Η Ντίνα πηγαίνει προς το μέρος του χαμογελαστή, με την αγκαλιά ανοιχτή, αλλά ο καλεσμένος αρκείται στο να της τείνει το χέρι. Ποτέ δεν κατέφερε να την αντέξει, έτσι δεν είναι, αυτή η σταφιδιασμένη, μπογιατισμένη κυρία που ακόμα και η πιο ανώδυνη χειρονομία της έχει ένα ύφος συμβατικό, σαν σκηνοθετημένο, όχι, δεν μπορούσε να την υποφέρει. Αλλά η Λαίδη Ντι δεν τα χάνει καθόλου  και του τείνει το χέρι  με μια αργή, τελετουργική κίνηση. Το Χαμίνι κάνει μια βαθιά υπόκλιση, φιλάει το χέρι της κι ύστερα κρατάει για αρκετή ώρα τα λεπτά δάχτυλα της παλιάς του συμμαρθήτριας μέσα στη φούχτα του, σαν για να μελετήσει τα μανικιουρισμένα νύχια της, προτού συγκατατεθεί τελικά σε μια σύντομη και τυπική περίπτυξη."   Το δείπνο που θα ακολουθήσει είναι η επιτομή της επιδειξιομανίας - πλουσιοπάροχο, με χονδροειδή αστεία και με παράπονα για την ακρίβεια, την έλλειψη αγαθών, την λογοκρισία, την Σεκιουριτάτε. Λίγες μέρες αργότερα, η Ντίνα θα αρχίσει να τηλεφωνεί τακτικά στην Φελίτσια και την Ιωάννα και θα μιλήσει ακόμη και με τους συζύγους τους, ρωτώντας τους για ένα αδιάβροχο που βρήκε κρεμασμένο στην γκαρνταρόμπα της εισόδου - μακρύ, φαρδύ, από τα φθηνά εκείνα που φορούν οι πράκτορες της Σεκιουριτάτε. Κανείς τους δεν ξέρει τίποτα για το αδιάβροχο, ούτε καν ο Βασίλε που είναι ένας από τους σημαίνοντες απαράτσικ (ενεργά μέλη του Κόμματος) της χώρας. Τούτη η εμμονή του αδιάβροχου δεν επηρρεάζει την συμπεριφορά μόνο της Ντίνας αλλά και των υπολοίπων - τα δύο ζευγάρια αρχίζουν να υποπτεύονται τους οικοδεσπότες του δείπνου για πράκτορες της Σεκιουριτάτε, οι σύζυγοι υποπτεύονται ο ένας τον άλλο κι ο καθένας τους τον ίδιο τον εαυτό του. Η Ιωάννα θα ξεσπάσει σε μια υστερία άνευ προηγουμένου κι ελέγχου,  ο Άλι θα σιωπήσει αμήχανος και η Ντίνα, στο τέλος, θα καταρρεύσει με νευρικό κλονισμό - παντού όπου πηγαίνει φορά το αδιάβροχο πάνω από τα πολυτελή ρούχα της. Την συνοδεύει ο Πολύξερος, ο άντρας της Φελίτσια που φορά κι εκείνος ένα ίδιο. Πράξη ηθικής συμπαράστασης προς την παλιά του συμμαθήτρια ή κάτι άλλο; Ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει όπως θέλει κι αυτό είναι το πρόσφορο έδαφος για κάθε παραλογισμό.


Ο Νόρμαν Μάνεα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στα μέρη μας - η φωνή του δεν είναι αρκετά καταγγελτική και οι συγγραφικές εμμονές του καθόλου ευχάριστες. Ωστόσο, πρόκειται για τον πιο πολυμεταφρασμένο Ρουμάνο συγγραφέα - υποθέτω, πριν την βράβευση της συμπατριώτισσάς του Χέρτα Μύλερ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2009. Η φήμη για το έργο του εξαιρετική, η ζωή του εξαιρετικά ανθρώπινη. Τα πρώτα χρόνια του στη Ρουμανία ήταν "χωρίς εξάρσεις, χωρίς κάποια ξεχωριστή ανάμνηση. Ίσως επειδή ήταν μια ευτυχισμένη περίοδος, και όπως ξέρετε η ευτυχία ξεχνιέται γρήγορα. Οι πρώτες μνήμες μου έχουν σχεση με τον εκτοπισμό μου". Στην ηλικία των πέντε, τo 1941, συλλαμβάνεται μαζί με τους δικούς του και στέλνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ουκρανία. Το 1944 θα τους απελευθερώσει ο Κόκκινος Στρατός και θα επιστρέψουν στην πόλη τους, την Μπουκοβίνα. Με την άνοδο του Νικoλάι Τσαουσέσκου, το 1965, στην Γραμματεία του Κ.Κ. και ταυτόχρονα στην Προεδρία του Συμβουλίου του Κράτους, ο Νόρμαν Μάνεα είναι ήδη τριάντα χρονών, εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός και προσδοκά ένα καλύτερο μέλλον. Το 1986 απογοητευμένος από τον υπαρκτό σοσιαλισμό του δικτάτορα, ο Μάνεα μαζί με την σύζυγό του, Τσέλα, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν, αρχικά στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Καταλήγουν όμως στις ΗΠΑ αν και δεν γνωρίζουν λέξη αγγλικά - μετά από την διαμεσολάβηση του Φίλιπ Ροθ, το διάσημο κολλέγιο Μπαρτ θα δεχθεί τον Ρουμάνο συγγραφέα να διδάξει στις τάξεις του.
  
Οξυδέρκεια και λεπτότατη ανάλυση της υποκριτικής καθημερινότητας και του ασφυκτικού πολιτικού κλοιού που  περιβάλλει κάθε όψη της ζωής  των πρωταγωνιστών του. ευθύβολη ειρωνία και καφκική ατμόσφαιρα.  ιμπρεσιονιστική αποτύπωση του δικτατορικού καθεστώτος και εικόνες που ζωντανεύουν την συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων, είναι μερικά από τα στοιχεία που κάνουν το βιβλίο τούτο ιδιαίτερο. Η φαντασία και ο μαγικός παραλόγισμός του βοηθούν, επίσης, στην ροή των ιστοριών - με έναν "μαγικό" τρόπο ο Μεγάλος Αρχηγός της Ανάκρισης θα εξαφανιστεί αφήνοντας την κρατούμενη γυναίκα να αναρωτιέται για τις συνέπειες της απόφασής της. Όπως "μαγικά" εμφανίστηκε ο Βαλεντίν να διορθώσει το χαλασμένο στόρι του παραθύρου, έτσι  "μαγικά" θα χαθεί από την ζωή του ζευγαριού και το ίδιο "μαγικά" θα εμφανιστεί λίγο αργότερα να εργάζεται σε ένα νεκροταφείο και να κάνει αυτό που πραγματικά επιθυμεί: να διευθύνει έναν κόσμο όπου όλοι είναι ίσοι απέναντι στους νόμους και στους ανθρώπους.

Η
(μεταφρασμένη όμορφα) γλώσσα του Μάνεα  είναι πολύ προσεγμένη, σοφιστικέ. Σου αφήνει ωστόσο μια αίσθηση έντονα πνιγηρή - ο απόλυτος έλεγχος των λογοτεχνικών εργαλείων του και η πλήρη επίγνωση του εαυτού κάνουν το κείμενο να κλείνεται στον εαυτό του. Και να σε παίρνει μαζί του.  Οι  ιδέες και οι φιλοσοφικές ανησυχίες του συγγραφέα δίνουν έναν βαρύ, αποστεγνωμένο τόνο στους χαρακτήρες, οι οποίοι σε αρκετά σημεία τείνουν να μακρυγορούν, σαν να κάνουν διάλεξη, σε σημείο μάλιστα να ξεφεύγουν από την πλοκή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τρίτη νουβέλα που με έκανε να γυρίζω συνεχώς τις σελίδες μπρος-πίσω και να διαβάζω τις ίδιες παραγράφους ξανά και ξανά προσπαθώντας να βρω κάποια, παράδοξη έστω, συνοχή... 


Η ιστορία  δεν είναι παραμύθι κι αυτό είναι κάτι που ο Νόρμαν Μάνεα το γνωρίζει πλέον καλά - τα βιώματα του εγκλεισμού,  και της εξορίας έχουν βαθιές ρίζες μέσα του, και η πραγματικότητα μιας terra incognita, confusa, είναι σκληρή. Η ονειρώδης αφηγηματική αποσύνθεση αποδεικνύεται στην περίπτωσή του ο πιο κατάλληλος τρόπος να ανταπεξέλθει στις λογοτεχνικές απαιτήσεις. Και οι διαλεκτικοί τόνοι τον βοηθούν  να αναλύσει και να κατανοήσει  τον ανθρώπινο μηχανισμό της υποταγής - ο δικός του τρόπος υπεράσπισης της δημοκρατίας.

Με δυο λόγια, το παράλογο ως τρόπος αντίστασης. Χμμμ... quite an adventure of the mind, που θα έλεγε κι ο Ιονέσκο.




Σημείωσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι το "Νέοι" του Ηλία Δεκουλάκου κι ακολουθεί το σχέδιο του Patrick Caulfield από το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου. Μετά το φωτογραφικό πορτραίτο του Ρουμάνου συγγραφέα ακολουθεί πίνακας του Γιώργου Χατζημιχάλη.