Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017












Έργο και Ημέρες




Οι ημέρες των διακοπών σού δίνουν την άνεση για αναγνώσεις μακράς διαρκείας. Ή, αναγνώσεις της δεύτερης φοράς όπως μου συνέβη το Πάσχα με το "Πάρτι και Αερομαχίες" (μτφρ. Αλεξάνδρας Παύλου – Καστανιώτης, 2007). Την πρώτη φορά που έπιασα να το διαβάσω δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον να προχωρήσω πέρα από τις πρώτες τριάντα σελίδες. Ίσως λόγω του έντονα ευθέως και οξυδερκούς ύφους του νομπελίστα Elias Kanetti. Ίσως  πάλι να οφείλετο, στις προσδοκίες μου που διαψεύσθηκαν – για κάποιον επιπόλαιο λόγο  που δεν θυμάμαι τώρα, περίμενα διηγήματα με τυπικά χαρακτηριστικά του είδους και βρέθηκα να διαβάζω αποκαλυπτικές αφηγήσεις για την κοινωνική ζωή του εμπόλεμου Λονδίνου η οποία, όσο ενδιαφέρουσα κι αν ήταν –και ήταν πολύ–, οι αφηγήσεις της δεν διαθέτουν ίχνος μυθοπλασίας.

Το χρονικό διάστημα που καλύπτουν οι αφηγήσεις του Κανέτι ξεκινά από την περίοδο του ΠΠ2, ιδίως τις ημέρες των βομβαρδισμών του Λονδίνου, και φτάνει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όπως αναφέρεται στο επεξηγηματικό σημείωμα της έκδοσης, τα τριάντα έξι μικρά κεφάλαια του βιβλίου βασίζονται στα στενογραφημένα χειρόγραφα (ημερολογιακές καταχωρήσεις και σημειώσεις) που βρέθηκαν στην κληρονομιά του συγγραφέα το 1994 και τα οποία ο Κανέτι προόριζε για ένα βιβλίο που θα έγραφε σχετικό με την Αγγλία, μέρος όπου είχε καταφύγει ήδη από το 1938 ως αντίδραση στην προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ' Ράιχ. Στα χρόνια που ο συγγραφέας έμεινε εκεί, κινούνταν τόσο στον χώρο της αριστοκρατίας όσο και στην αγγλική επαρχία και κατέγραφε προσωπικές σκέψεις και παρατηρήσεις για το κάθε τι: εκτός από τις αναφορές στην πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ (ναι, της γνωστής) ο Κανέτι σχολιάζει το θάρρος εν καιρώ πολέμου των Άγγλων, τους κώδικες που έχουν στις κοινωνικές συναναστροφές τους αλλά και την έλλειψη  εσωτερικού κόσμου και την ψυχρή υπεροψία τους· τον μεγάλο θαυμασμό του για την αγγλική λογοτεχνία αλλά και τις εξωσυζυγικές σχέσεις του – μία από αυτές ήταν με την Iris Murdoch· την διαφορετικότητα και την απόλυτη αποδοχή της στα πάρτυ των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών σαλονιών της εποχής όπου δεν λείπουν και τα αντισημιτικά σχόλια σε βάρος του – και μόνο το γεγονός ότι την δεδομένη εμπόλεμη χρονική στιγμή, ο βουλγαρικής καταγωγής Κανέτι συνέχιζε να γράφει στα γερμανικά παρά την εβραϊκότητά του, θα επέσυρε φαντάζομαι ιδιαιτέρως φλεγματικές ρήσεις.

Με αυτόν τον έντονα προσωπικό,
ευθύβολο, λόγο το "Πάρτι και αερομαχίες", που εκδόθηκε μετά θάνατον, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ο τελευταίος, πρόσθετος, τόμος στην τρίτομη αυτοβιογραφία του Κανέτι. Η έκδοση περιέχει ένθετες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, έναν εκτενή επίλογο από τον Τζέρεμυ Άντλερ, καθώς και σημειώσεις στις τελευταίες σελίδες που βοηθούν κατά πολύ στην κατανόηση του πλήθους προσώπων και καταστάσεων που αφηγείται ο Κανέτι έτσι ώστε τούτο το βιβλίο, που πιάνει τον σφυγμό και την  δραματική ένταση της εποχής με ασυνήθιστη ειλικρίνεια,  να διαβάζεται ευχάριστα.






Σημείωση: Στην φωτογραφία, που
αντλήθηκε από τον Guardian, νεαρές εργαζόμενες πηγαίνουν στην εργασία τους στο Σίτυ του Λονδίνου τον Μάιο 1941, περίοδο που έγιναν οι πιο σφοδροί βομβαρδισμοί της πόλης.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017












He responded...








to the picture’s need

As a parent to a child’s cry

Or a bird in the air

To a worm or a fly.








A poem by Colm Tóibín on

Joan Miró i Ferrà 











  
                                   

Σημείωση: Το ποίημα του Κολμ Τόιμπιν αντλήθηκε από το TLS. Η φωτογραφία του Mark Shaw απεικονίζει τον καταλανό καλλιτέχνη  στο εργαστήριό του το 1955. 

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017








 
Ευχές


για






Happy Passover! 


Happy Easter!


Joyeuses Pâques!



Buona Pasqua! Feliz Pascua!



Frohe Ostern!







 
Καλό Πάσχα!













Σημείωση: Η ζωγραφιά είναι αντλημένη τυχαία από το διαδίκτυο.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017










Τα ρήματα της

παιδικής ηλικίας


                                                                


Κρατώ: ρήμα πολύ σημαντικό για τον αφηγητή της μικρής νουβέλας "Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια" (μτφρ. Άννα Παπασταύρου – Κέλευθος, 2016). Στα δέκα του χρόνια το θεωρούσε το πιο αγαπημένο του γιατί ήταν σαν να του έδινε την υπόσχεση ότι κάποιος θα τον άγγιζε, θα τον κρατούσε από το χέρι, κι αυτό ήταν ζωτικής σημασίας για αυτόν καθώς ο πατέρας του ήταν απών για μία μεγάλη χρονική περίοδο. 

Αγαπώ: η χρήση αυτού του ρήματος τον τσάτιζε διότι αφενός στο Γυμνάσιο ήταν υποχρεωμένος να το χρησιμοποιεί σε όλες τους χρόνους και τις εγκλίσεις του ως υπόδειγμα για τα ρήματα της πρώτης συζυγίας (στα ιταλικά). Κι αφετέρου, είχε παρατηρήσει
ότι το ρήμα αυτό προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις ζωές των ενηλίκων.

Διαβάζω: το ρήμα που διαφοροποιούσε τον αφηγητή από τους συνομιλίκους του κι αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό το καλοκαίρι που εκτυλίσσεται η νουβέλα – στο νησί όπου περνά τις διακοπές με την μητέρα του κάθε χρόνο, ο δεκάχρονος αφηγητής είναι ο μόνος που δεν συμμετέχει στα ομαδικά παιχνίδια στην θάλασσα. Προτιμά να λύνει σταυρόλεξα και να πηγαίνει για ψάρεμα με τον φίλο του, έναν ηλικιωμένο ψαρά. Το αγαπημένα βιβλία του είναι τα αστυνομικά και τα βιβλία του πατέρα του τα οποία τον κάνουν να κατανοεί τα νεύρα και τις σκέψεις που κρύβονταν πίσω από τις κινήσεις του. Έτσι μαθαίνει και τον ενήλικο κόσμο. 

Παρατηρώ: ο μικρός αφηγητής, που παραμένει ανώνυμος σε όλη την νουβέλα, όταν δεν διαβάζει και δεν λύνει σταυρόλεξα, παρατηρεί τον κόσμο γύρω του και  επαληθεύει τις σκέψεις του για τις συνήθειες, τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις των μεγάλων. Ακόμη πιο παρατηρητική και οξύνους είναι η, επίσης ανώνυμη, φίλη του – δεινή αναγνώστρια βιβλίων με ιστορίες για ζώα, βρίσκει εύκολα παραλληλισμούς μεταξύ ανθρώπων και ζώων για να εξηγήσει στον νεαρό αφηγητή τον κόσμο γύρω τους. Ενίοτε και τις απορίες της. Εξού και ο τίτλος της νουβέλας – είναι τα λόγια που του απευθύνει  όταν τον φιλά.  



O ιταλός Erri De Luca είναι ένας πολύπλευρος συγγραφέας: ποιητής, αυτοδίδακτος γνώστης δύσκολων γλωσσών (αρχαία εβραϊκά, σουαχίλι, ρωσσικά και γίντις) και μεταφραστής τους, δημοσιογράφος, σεναριογράφος, ηθοποιός, ακτιβιστής, αλπινιστής. Έχει, επίσης, δουλέψει ως εργάτης σε εργοστάσιο, οδηγός φορτηγού και κτίστης σε διάφορα εργοτάξια στην Ιταλία, στην Γαλλία και στην Αφρική. Η λογοτεχνία του, συνεπώς, αντανακλά τις εμπειρίες ενός ανθρώπου με ισχυρό και πολυεπίπεδο βίωμα. Ασυναίσθητα, λοιπόν, καθώς διάβαζα τα στοιχεία της πραγματικής ζωής του συγγραφέα,  μου ήρθε στο νου η περιπετειώδης ζωή του Αντώνη Σουρούνη. Το λιτό και ποιητικού ύφους κείμενο του ιταλού συγγραφέα, ωστόσο, είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλήγει σε μία μικρής έκτασης και πιο σφιχτά αρμολογημένη αφήγηση. Κι επιπλέον, ο ιταλός συγραφέας επικεντρώνεται στον σκεπτικισμό του νεαρού κι αποδίδει εύγλωττα την σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τον πρωταγωνιστή του. 

"Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια" πρωτοεκδόθηκε το 2011 και είναι η πέμπτη νουβέλα του Ντε Λούκα που εκδίδεται στα ελληνικά. Το θέμα της, όπως και σε όλο το μέχρι στιγμής έργο του, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα κι εμπειρίες του συγγραφέα. Εδώ, ο αφηγητής, που είναι γύρω στα πενήντα, ανακαλεί την δύσκολη περίοδο της ενηλικίωσης του – στα δέκα του χρόνια αντιστέκεται ήδη στους κανόνες της αγέλης των ομηλίκων του, προκαλεί τα όρια του σώματός του, κερδίζει τον σεβασμό των ενηλίκων. Τραβά, επίσης, την προσοχή της μόνης κοπέλας της παρέας η οποία θα τον υπερασπιστεί και θα του μάθει την πρώτη αγάπη. 


Εκτός από το καλοκαιρινό, μεσογειακό τοπίο και τις αναμνήσεις του Ντε Λούκα από την παιδική του ηλικία, η νουβέλα αποτυπώνει σημαντικές στιγμές της ιστορίας της Ιταλίας με τον τρόπο που συνήθως τη βιώνουν οι άνθρωποι – ο Μεσοπόλεμος με την αισιοδοξία του μέλλοντος, η αντίσταση στο φασιστικό καθεστώς με τον αφηγητή να βγαίνει στο βουνό, η κοινωνική διαστρωμάτωση όπως εκδηλώνεται στην μεταπολεμική περίοδο, και οι διαπροσωπικές σχέσεις με ματαιώσεις ονείρων και λάθη. Το θέμα της μετανάστευσης είναι πάντα παρόν  καθώς ο πατέρας του νεαρού αφηγητή βρίσκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα στις ΗΠΑ επιδιώκοντας την εκπλήρωση ενός ονείρου και καλύτερες συνθήκες ζωής για αυτόν και την οικογένειά του. 

Όσο κι αν στα παιδιά ο χρόνος φαίνεται ατελείωτος, η παιδική ηλικία είναι μία σύντομη εποχή. Έτσι μετά από δύο καλοκαίρια και 161 σελίδες μικρoύ μεγέθους, ο συγγραφέας βάζει τη λέξη τέλος έχοντας περιδιαβεί την ζωή του –με σύντομα φλασμπακ– μέχρι το σχετικά πρόσφατο παρελθόν: στον πόλεμο στην Βοσνία και "...Ιταλικές βόμβες πάνω απ’ το Βελιγράδι, την τελευταία χρονιά του εικοστού αιώνα, που έμελλε να την υποδεχτώ κολλημένος στο παράθυρο ενός ξενοδοχείου με θέα τον Δούναβη και τον Σάββα".  

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ο Έρρι Ντε Λούκα επιστρέφει στον εντεκάχρονο πλέον εαυτό του για να αποχαιρετήσει τη νεαρή φίλη του έχοντας επίγνωση του έρωτα και του μέλλοντος όπου θα γνωρίσει λύπη, αποχωρισμούς, περιπλάνηση. Μια ζωή δραστήρια, μια λογοτεχνία με ουσιαστικά.







Σημειώσεις: Ο Έρρι Ντε Λούκα έχει αποσπάσει, μεταξύ άλλων βραβείων, το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας δύο φορές – το 2013 και το 2016. / Το εικαστικό ανήκει στον ισπανό Carlos Martín κι έχει τίτλο "Alone in the Brightness".

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017









Δεμένο το θες

 ή λυμένο;




Μία από τις ιστορίες που μου έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρή ήταν κι ετούτη: Κάποια στιγμή, ένας ταβερνιάρης (ή καφετζής, δεν θυμάμαι αυτό το σημείο καλά. Χάριν ευκολίας, θα χρησιμοποιήσω την πρώτη εκδοχή) ζήτησε από τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο να του ζωγραφίσει στον τοίχο  της ταβέρνας του, έξω στην αυλή, ένα λιοντάρι. Ο Θεόφιλος, τότε, τον ρώτησε: "Δεμένο το θες ή λυμένο;" Ο ταβερνιάρης που, όπως πολλοί, θεωρούσε τον ιδιόρρυθμο καλλιτέχνη αλαφρωΐσκιωτο, του έδωσε το ελεύθερο ο μάστορας βάζει τα υλικά, ο μάστορας αποφασίζει. Ο Θεόφιλος στρώθηκε στην δουλειά και όταν τελείωσε, ο ταβερνιάρης έμεινε ευχαριστημένος – το λιοντάρι του έδειχνε μεγάλο, αγέρωχο και δυνατό· όπως πρέπει να είναι ο βασιλιάς των ζώων. 

Με τις πρώτες γνώσεις περί ζωγραφικής από τον αγιογράφο παππού του, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, ή Θεόφιλος Κεφαλάς, ήταν ουσιαστικά αυτοδίδακτος.  Εγκαταστάθηκε στον Βόλο περίπου το 1897 και πρέπει να είχε ήδη υιοθετήσει την φουστανέλα στο καθημερινό του ντύσιμο – είτε για να μοιάζει με τους ήρωες που απεικόνιζε στα έργα του είτε γιατί δεν μπορούσε να ακολουθήσει το ρεύμα της χώρας που απαλλασσόταν εκείνη την εποχή με ταχείς ρυθμούς από τον οθωμανικό χαρακτήρα της και εξευρωπαϊζόταν, δεν έχει σημασία. Αυτό, ωστόσο, ήταν  η βασική αιτία για να υποστεί συνεχή πειράγματα, προσβλητικά σχόλια κι εμπαιγμό, εκτός από εκμετάλλευση – χωρίς την βασική εκπαίδευση του σχολείου και απόλυτα φτωχός, ο Θεόφιλος εισέπραττε για ώρες εργασίας ελάχιστες πενταροδεκάρες ή μόνο ένα πιάτο φαγητό. Έζησε για περίπου 30 χρόνια στην Μαγνησία  κι ετούτη θεωρείται η πρώτη μεγάλη περίοδος της ζωγραφικής του την οποία  χαρακτηρίζει το επιμελημένο και σφιχτό σχέδιο. Τα έργα του, σύμφωνα με τον Γιάννη Τσαρούχη, στο χρώμα έχουν μια περιορισμένη κλίμακα και, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, ένα είδος δισταγμού μαζί κι επιμέλειας. "...έχουν κάτι το σχεδιαστικό και συγχρόνως το σκληρό". Αυτό όμως βέβαια ήταν αδύνατον να το γνώριζε και να το εκτιμούσε ο απλός ταβερνιάρης. Αυτό που εκτιμούσε ήταν αυτό που έβλεπε – μια επιβλητική ζωγραφιά που καταλάβαινε. Έδωσε, λοιπόν, στον μάστορα τις δεκάρες του κι εκείνος έφυγε για να κερδίσει το φαγητό της επόμενης μέρας  



Το 1927 ο ζωγράφος επέστρεψε στην Λέσβο, τόπο καταγωγής του, και συνέχισε να ζωγραφίζει κάτω από τις ίδιες, πολύ δύσκολες συνθήκες. Εκεί θα γνωρίσει τον γνωστό τεχνοκριτικό, εκδότη και συλλέκτη έργων τέχνης Στρατή Ελευθεριάδη – Tériade ο οποίος εκτιμά το χάρισμα του καλλιτέχνη και το ιδιότυπο, ναΐφ, ιδίωμά του. Ο Tériade θα βοηθήσει οικονομικά τον Θεόφιλο εξασφαλίζοντας έτσι την επιβίωσή του ενώ παράλληλα προωθεί το έργο του το οποίο θα αρχίσει να γίνεται γνωστό κι εκτός συνόρων. Ο ίδιος ο Θεόφιλος θα αναγνωριστεί, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του –πιθανόν σαν σήμερα το 1934, ως ο σπουδαιότερος λαϊκός καλλιτέχνης της Ελλάδας.

Τα έργα του Θεόφιλου στην Μαγνησία ήταν πολλά, και διάσπαρτα σε ποικίλους χώρους στο Βόλο και στο Πήλιο – σε καφενεία, ταβέρνες, χάνια, φούρνους, ελαιοτριβεία, μύλους, αρχοντικά, απλές κατοικίες αλλά και εκκλησίες.  Πολλά από αυτά, όμως, καταστράφηκαν από διάφορες αιτίες: σεισμούς, πυρκαγιές, κατεδαφίσεις, αμέλεια. 


Και το λιοντάρι;

Το λιοντάρι της πιο πάνω ιστορίας, σύμφωνα με τον αφηγητή, δραπέτευσε λίγο καιρό αργότερα – με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου ο τοίχος ξέβαψε διότι με όσα θα τον πλήρωνε ο ταβερνιάρης, ο Θεόφιλος δεν μπορούσε να αγοράσει καλά υλικά. ΄Ετσι, είχε ζωγραφίσει το λιοντάρι λυμένο.

Μου άρεσε να ακούω αυτήν την ιστορία για πολλούς λόγους. Κυρίως όμως γιατί τελείωνε μ' αυτό που είχε πει ο Ελύτης όταν αντίκρισε σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου στο Παρίσι, τον Ιούνιο του 1961, την μεγάλη αφίσα της Έκθεσης του Θεόφιλου που είχε ανοίξει εκείνη την εβδομάδα στις αίθουσες του Λούβρου: "Ε, λοιπόν, ναι. Υπήρχε δικαιοσύνη σ' αυτόν τον κόσμο".











Σημείωση: Το εικαστικό της ανάρτησης είναι «Το κυνήγι του λιονταριού» του Θεόφιλου. Το 2014 ο συγκεκριμένος πίνακας βρέθηκε σε δημοπρασία του Οίκου Bonhams μεταξύ των  έργων των Κωνσταντίνου Παρθένη, Γιάννη Τσαρούχη, Χρύσας και Γιάννη Μόραλη, και κατακυρώθηκε έναντι 100.263 ευρώ. / Μπορείτε να δείτε εδώ την ταινία που σκηνοθέτησε ο Λάκης Παπαστάθης  με θέμα την ζωή του ζωγράφου.

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017







"Καλησπέρα σας,

κύριε Σεφέρη"


 



– Ποιά συμβουλή θα μας δίνατε λίγο πριν αποχαιρετιστούμε;
   Γ.Σ.: Δεν μένει καιρός στη ζωή να θλίβεσαι πολύ. Ναι, δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσουν τα χρόνια που έρχονται και στο καλό και στο κακό. Ας περιοριστούμε λοιπόν, στα υλικά της μέρας. Θα έχουμε όλο τον καιρό όταν έρθουν, για τις μελλούμενες στεναχώριες και τις μελλούμενες χαρές, αφού λογικά και αυτές δεν πρέπει να αποκλειστούν. 
  Σ' αυτή τη δική μας ζωή, την αναφαίρετη και τη μοναδική, αφού κανένας άλλος δεν την έχει, που δίνει το χυμό στα έργα μας και τα κάνει όμοια μ' εμάς, πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε το θαύμα.

 
– Και που μπορεί να βρίσκεται το θαύμα;
   Γ.Σ.: Το θαύμα δεν είναι πουθενά, παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου. Θα πώ τα λόγια που είπα στη Σουηδική Ακαδημία:
  Σ' αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
  Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε  τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: "Ο άνθρωπος".
 Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε.
  Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.


*


Το απόσπασμα προέρχεται από το "Καλησπέρα σας, κύριε Σεφέρη" (Ποταμός, 2016) – μία φανταστική συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη από την δημοσιογράφο Μαρία Χούκλη η οποία, με προσεκτικά επιλεγμένες ερωτήσεις κατευθύνει τον νομπελίστα ποιητή  σε μια συζήτηση που ξεκινά από την γενέθλια γη, τα Βουρλά της Σμύρνης και καταλήγει στην Αθήνα του σήμερα· περιλαμβάνει δε λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του αλλά και την προσωπική του οπτική για τις ιστορικές συγκυρίες που έζησε ως διπλωμάτης στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στο Κάιρο, την Αλεξάνδρεια, την Βηρυτό, την Πρετόρια, τα Ιεροσόλυμα, την Αθήνα, την Αίγινα. Οι στιγμές που εξομολογείται ο ποιητής είναι πολλές και πολυδιάστατες καθώς μαζί την ιδιωτική και την επαγγελματική ζωή του ενυπάρχουν και η ποίηση, η ζωγραφική, η γλώσσα και η γραφή, η Τέχνη. Ο Ηράκλειτος, ο Καβάφης, ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Έλιοτ αναφέρονται, επίσης, σε τούτη την συνομιλία που ουσιαστικά είναι ένα οδοιπορικό του Γεωργίου Σεφέρη στον χρόνο και την Ιστορία.

Στον πρόλογο της έκδοσης η συγγραφέας εξομολογείται την σχέση της με την λογοτεχνία του Σεφέρη όπως και το σκεπτικό της συγγραφής του βιβλίου το οποίο, αν και πρωτόλειο, προκαλεί αβίαστο ενδιαφέρονεκτός από την προσωπικότητα του Σεφέρη, διαθέτει πρωτοτυπία, προσεγμένη γραφή και μια σφιχτοδεμένη γλαφυρή αφήγηση που καταφέρνει να φωτίσει τον άνθρωπο πίσω από τον ποιητή. Θα μπορούσε γι' αυτό να είναι μία εξαιρετική εισαγωγή στο έργο του Σεφέρη για όσους θα γνωρίσουν τον έλληνα ποιητή για πρώτη φορά· ή, μία επίσης θαυμάσια αφορμή για τους υπόλοιπους να τον ξαναδιαβάσουν.

 





Σημείωση: Μία από τις λεπτομέρειες που ο Σεφέρης αφηγείται στην δημοσιογράφο-συγγραφέα είναι το ιστορικό της μελοποίησης της "Άρνησης" όπου ο στίχος "πήραμε τη ζωή μας λάθος" αλλοιώνεται ανεπανόρθωτα παρά τις ενστάσεις του. Μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον ποιητή να διαβάζει το ποίημα με τον σωστό τονισμό του
εδώ. / Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου.

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017










Το ασχημόπαπο

που δεν έγινε κύκνος





Νόμιζα ότι θα ήταν ακόμη μία διασκευή ενός κλασικού παραμυθιού αλλά το "Ιζαντόρα Ντακ" (Καλειδοσκόπιο, 2016) είναι μία ιδαίτερη περίπτωση. Η Στέλλα Μιχαηλίδου μεταγράφει το κλασικό παραμύθι του Χ. Κ. Άντερσερν "Το Ασχημόπαπο" ενσωματώνoντας παράλληλα την βιογραφία της αμερικανίδας ιέρειας του μοντέρνου χορού Ισιδώρας Ντάνκαν για να μιλήσει με άμεσο τρόπο για την βασική ανάγκη του ανήκειν που έχουν τα παιδιά, και την αποδοχή του διαφορετικού.

Η ιστορία έχει ως εξής: σε μια αποικία κύκνων, ένα μικρό παπάκι υποφέρει από την συμπεριφορά των συνομηλίκων του. Στο μάθημα μπαλέτου που συμμετέχει η μικρή πάπια Ιζαντόρα, είναι η μόνη που ξεχωρίζει με την άχαρη μορφή της. Δεν έχει επίσης καθόλου καλή φωνή και όσες προσπάθειες και να καταβάλει δεν γίνεται  καλλίφωνη· ούτε το κορμί της ψηλό, ευλύγιστο κι ολόλευκο, με λεπτό και μακρύ λαιμό, όπως των άλλων. Γι' αυτό και όλοι την κοροϊδεύουν - από τον κύριο Κουντεπιέ, δάσκαλο του μπαλέτου, μέχρι την δασκάλα του σχολείου που την προτρέπει να εγκαταλείψει τον χορό και να ασχοληθεί με κάτι άλλο.  Η Ιζαντόρα, όμως, αγαπάει τον χορό  τόσο πολύ που όταν την  αναγκάζουν  να σταματήσει τα μαθήματα, εκείνη συνεχίζει να πηγαίνει - κάθεται σε μία γωνιά αμίλητη και ζωγραφίζει τους χορευτές και τις κινήσεις τους.  Αργότερα επιστρέφει στο δωμάτιό της και προσπαθεί να επαναλάβει ό,τι είχε παρακολουθήσει. Όταν κάποια στιγμή οι πρόβες γίνονται επώδυνες, η μικρή πάπια αποφασίζει να σταματήσει τις ασκήσεις στα κρυφά και αρκείται μόνο να τις σχεδιάζει. Μία μέρα ένας από τους συμμαθητές της ανακαλύπτει τυχαία τα σχέδιά της και θυμώνει τόσο πολύ που τις βάζει τις φωνές. Το ίδιο κάνουν και οι υπόλοιποι στην τάξη ενώ ο κύριος Κουντεπιέ δεν κάνει απολύτως τίποτα για να την υπερασπιστεί. Η Ιζαντόρα φεύγει αποκαρδιωμένη μέσα στην νύχτα, χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Ξέρει όμως ότι δεν μπορεί να σταματήσει να χορεύει.



Εκτός από το “Ασχημόπαπο”, η Στέλλα Μιχαηλίδου εμπνέεται κι από άλλα κλασικά παραμύθια – η ίδια αναφέρει στην αρχική σελίδα του βιβλίου "Το Αηδόνι του Αυτοκράτορα", επίσης του Χ.Κ. Άντερσεν, και τον "Γλάρο Ιωνάθαν Λίβινγκστον" του Ρ. Μπαχ τα οποία χρησιμοποιεί για να εμπλουτίσει την αφήγηση με χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν, μεταξύ άλλων, τις έννοιες της ελευθερίας αλλά και της γοητείας του ψεύτικου και άφθαρτου. Η συγγραφέας συνδυάζει τα στοιχεία της αρμονικά και με καλά δομημένο τρόπο και ως εκπαιδευτικός γνωρίζει πώς να γίνεται ενθαρρυντική παρόλη τη δυσκολία του θέματος. Η αφήγησή της είναι στοχαστική κι απευθύνεται στα παιδιά με ώριμο τρόπο – δεν αποφεύγει  τις δυσάρεστες συμπεριφορές, δεν υπερβάλλει στα συναισθήματα ούτε τα μηρυκάζει. Για παράδειγμα, οι προσβολές της Χόιτυ Τόιτυ, του κυρίου Κουντεπιέ και των συμμαθητών της πάπιας Ιζαντόρα δίνονται με ρεαλιστικούς διαλόγους· τα στιχάκια που παρεμβάλλονται απαλύνουν ελαφρώς τον εκφοβισμό που υφίσταται η μικρή πάπια και η μοναξιά της παρουσιάζεται ως χρόνος περισυλλογής.  Με τον ίδιο ευθύβολο τρόπο δίνεται και η μεταστροφή των κύκνων όταν διαπιστώνουν ότι έκαναν λάθος στην εκτίμησή τους και ζητούν συγγνώμη για την συμπεριφορά τους απέναντί της. Η γλώσσα του κειμένου διαθέτει πλούσιο λεξιλόγιο που περιγράφει με ακρίβεια την πλοκή σε κάθε στάδιο της ιστορίας δημιουργώντας έτσι το κατάλληλο περιβάλλον για ανάπτυξη σκέψεων κι αντιδράσεων –  η περιπέτεια της Ιζαντόρα Ντακ είναι μία ιστορία με την οποία οι μικροί αναγνώστες μπορούν άνετα να ταυτιστούν καθώς αρκετά συχνά τα παιδιά νιώθουν ανεπαρκή και ανασφαλή, ακόμη κι όταν το περιβάλλον τους  δεν είναι ανταγωνιστικό.

H εικονογράφηση του βιβλίου από τον
Απόστολο Βέττα είναι εκφραστική και διακρίνεται για τους εξπρεσσιονιστικούς τόνους της. Χρώματα και γραμμές δίνουν έμφαση στην σωματική κίνηση και την ένταση των συναισθημάτων, της μοναχικής προσπάθειας αλλά και της εύθυμης διάθεσης που κυριαρχεί στο παραμύθι όταν η πολύμηνη περιπλάνηση της πάπιας Ιζαντόρα λήγει – θα βρεθεί ανάμεσα σε άλλες πάπιες και πουλιά που δεν δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην “παπίστικη” μορφή της. Στην μεγάλη γιορτή που διοργανώνει η ηλικιωμένη κυρία Παπώφ, η Ιζαντόρα Ντακ θα χορέψει τον πρωτότυπο χορό της και θα τους ενθουσιάσει όλους. "Χορεύω αυτό που είμαι" έλεγε η διάσημη Isadora Duncan κι αυτό όρισε την φιλοσοφία του μοντέρνου χορού – χορεύοντας ξυπόλυτη για πρώτη φορά στην ιστορία του Χορού, η Ισιδώρα Ντάνκαν νοηματοδότησε τα πόδια ως σημείο επαφής με, κι όχι φυγής από, την γη που είναι γεμάτη ζωή. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνεται ένα δισέλιδο βιογραφικό της αμερικανίδας χορεύτριας, αρκετά ενδιαφέρον και κατατοπιστικό ώστε τα παιδιά να μάθουν για το στίγμα της στον χρόνο και την ιστορία του χορού.


Το αδέξιο ασχημόπαπο Ιζαντόρα δεν έγινε τελικά κύκνος. Έγινε μία δημοφιλής πάπια-χορεύτρια με όμορφες μπλε φτερούγες και μια εντυπωσιακή ικανότητα αυτο-έκφρασης κι αυτό καθιστά το παραμύθι ετούτο παιδαγωγικά εύστοχο  – ενώ στο παραμύθι του Άντερσεν, η Φύση δίνει μια όμορφη εμφάνιση η οποία διορθώνει την αδικία, εδώ η Μιχαηλίδου εστιάζει σε κάτι  πιο σημαντικό: είναι η ανάγκη έκφρασης, η προσωπική προσπάθεια, η επιμονή και η αποδοχή του εαυτού που ορίζουν το διαφορετικό και το όμορφο· και το καινοτόμο –  ουσιώδη στοιχεία για να οραματιστούν έναν καλύτερο κόσμο οι μικροί αναγνώστες.









Σημειώσεις: Στην πρώτη φωτογραφία, η Misty Copeland – "ένα μαύρο παπί"  που πέρασε πολλές δυσκολίες και σήμερα είναι η πρώτη Αφροαμερικανίδα που καταλαμβάνει την θέση της κορυφαίας χορεύτριας του American Ballet Theatre στα 75 χρόνια της λειτουργίας του. Το σκίτσο είναι σελίδα από την εικονογράφηση του βιβλίου. Στο τέλος, βλέπετε φωτογραφία της Ισιδώρας Ντάνκαν σε χαρακτηριστική πόζα του χορού της. // Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο η-περιοδικό για το Βιβλίο και τις Τέχνες ο αναγνώστης στις 01.03.17.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017









Σε ορισμένους τόπους




"... ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακροκεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασσα και αναγαλλιάζει.Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πετούν τον Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.
Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω από την πόλι, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βουνών οι αετοί..."









Σημείωση: Το εικαστικό είναι το "Στέγες και Χαρταετοί" του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Το κείμενο από την συλλογή "Οκτάνα" (Ίκαρος, 1997) του Ανδρέα Εμπειρίκου κι έχει τίτλο «Οι χαρταετοί». Διαβάστε ολόκληρο το ποίημα κι ακούστε την ανάγνωσή του από τον ποιητή εδώ

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017









Dressing for

the Masquerade





Gaston Leroux: "... οι ζωές μας είναι ένας χορός μεταμφιεσμένων"
Nathaniel Hawthorne: "Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φορά για πολύν καιρό ένα πρόσωπο για τον εαυτό του και ένα διαφορετικό για τον πολύ κόσμο, χωρίς να μπερδευτεί τελικά για το ποιο από τα δυο είναι το αληθινό."







Σημείωση: Το εικαστικό –ομότιτλο με την ανάρτηση– ανήκει στον βρετανό σκιτσογράφο Thomas Rowlandson διάσημο για τις καρικατούρες του.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017












Η άλλη όψη του λόγου




Αστικό υπαρξιακό θρίλερ σε τέσσερα επεισόδια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το διπλά βραβευμένο "Νυχτερινό Ρεύμα" (Πόλις, 2015) – μία συλλογή τεσσάρων εκτενών διηγημάτων του Κώστα Κατσουλάρη που εκτυλίσσονται στον αστικό και περιαστικό ιστό της Αθήνας και διαθέτουν ιδιαίτερη χροιά.

Στο πρώτο διήγημα, ο αφηγητής είναι ένας μυστικός πράκτορας της αντιτρομοκρατικής που έχει αναλάβει την παρακολούθηση ενός αναρχικού στα Εξάρχεια. Οι μέρες και οι μήνες περνούν μα τίποτα σημαντικό δεν προκύπτει για την ενοχοποίηση του κατά λάθος αναρχικού "Άβερελ", όπως είναι και ο τίτλος του διηγήματος. Αντίθετα, όλη τούτη η αναμονή οδηγεί τον αφηγητή σε μία αναλυτική ανασκόπηση της ζωής του –δουλειά, σχέσεις, φίλοι, οικογένεια–  με όχι-ευχάριστο συμπέρασμα.

Στο "Θα το κρατήσω", μία νεαρή άνεργη Θεσσαλονικιά, που μόλις έχει εκδόσει το πρώτο της βιβλίο, συλλέγει υλικό για το επόμενο – σε ένα μπαρ στη Σόλωνος παίρνει συνέντευξη από τον κύριο Ασημάκη ο οποίος της διηγείται την εξωσυζυγική του ζωή. Στα διαλείμματα της συνομιλίας τους, και μέσα από ανάλαφρα σατυρικά σχόλια, σκιαγραφείται και η δική της ζωή.

Ένας "Νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα" θα γίνει η αφορμή για να βρεθούν δύο φίλοι – ο αφηγητής, απωλημένος τριανταπεντάχρονος κριτικός κινηματογράφου και ο Ισίδωρος, ευφυέστατος νεαρός που, λόγω συνθηκών, γίνεται ένας πολυμαθής ανθοπώλης, από τους καλύτερους του επαγγέλματος. Οι δύο φίλοι ανεβαίνουν στην καμμένη Πάρνηθα  για να θάψουν το σκυλί που έχει στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του ο Ισίδωρος. Η διαδρομή έχει κάτι από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της πόλης – είναι η νύχτα που ο "Απόλλων" και το "Αττικόν" καίγονται (τέτοιες περίπου ημέρες –12.02– το 2012). Ο τρόπος που ο αφηγητής ακολουθεί τον φίλο του μέσα στη νύχτα 
χωρίς να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει είναι που αιτιολογεί τον όρο "θρίλερ" που γράφω πιο πάνω –  η πορεία του Ισίδωρου μέχρι να ανακαλύψει τα όρια του εαυτού του σε συνάρτηση με την πραγματικότητα γίνεται μέσα από θεωρίες παραψυχολογίας και μυστικιστική συμπεριφορά

Στο "Νυχτερινό ρεύμα" ένας πενηντάχρονος άνεργος επισκέπτεται την ηλικιωμένη μητέρα του στο διαμέρισμά της στην Κυψέλη για να πάρει εκατό ευρώ, ποσό πολύ αναγκαίο (sic) για την οικογένειά του. Το διήγημα περιγράφει την επίσκεψη από την στιγμή που ο αφηγητής θα μπει στην είσοδο της πολυκατοικίας μέχρι την στιγμή που θα επιστρέψουν και οι δύο από το μηχάνημα ανάληψης της γειτονικής τράπεζας. Όλη η διαδρομή είναι μία ανάλυση της νέας σχέσης εξάρτησης και συμβίωσης που αναδύθηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. 



Δημοσιογράφος, βιβλιοκριτικός, δόκιμος μεταφραστής και συγγραφέας που έχει ασχοληθεί με την θεατρική γραφή αλλά και με τη νουβέλα και το μυθιστόρημα, ο  Κατσουλάρης χειρίζεται με επιδεξιότητα την γλώσσα. Αναδεικνύει τόσο την ανθρωπογεωγραφία της πόλης όσο και το γεωλογικό παρελθόν της. Γραμμένα μεταξύ 2010 και 2015, τα διηγήματα μεταφέρουν τον αναγνώστη από τις πυρκαγιές που προηγήθηκαν στην υπόλοιπη Ελλάδα κι έκαψαν και την Πάρνηθα, στα ήδη καμμένα Εξάρχεια, στη συνέχεια στην πυρπόληση του κέντρου τον Φεβρουάριο του 2012, και μετά στην Κυψέλη της οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν επικεντρώνεται στην κρίση. Η κρίση είναι ο καμβάς όπου θα χαρτογραφηθούν οι ψυχολογικές διαδρομές των πρωταγωνιστών του. Όλοι τους –άλλοτε με ψυχραιμία και άλλοτε με περιέργεια κι ενδιαφέρον, κάποιες φορές ίσως με κούραση– προσπαθούν να κατανοήσουν  αυτό που τους συμβαίνει και να ανταπεξέλθουν με κάποιον τρόπο.

Διαβάζοντας τα διήγηματα περίμενα κάτι δυνατό και συναρπαστικό – έτσι γίνεται συνήθως. Την ρουτίνα σπα κάτι ισχυρό. Δεν υπάρχει όμως τίποτα το εξεζητημένο στην πλοκή των τεσσάρων κειμένων. Ούτε καν μία διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος όπως μοιάζει να προδιαθέτει ο τίτλος της συλλογής και η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει ζημίες ή παρεξηγήσεις κι έκτροπα – ο τίτλος της συλλογής προφανώς αναφέρεται στο νυχτερινό ρεύμα που χρησιμοποιεί η μητέρα του αφηγητή του τέταρτου διηγήματος για να κάνει τις δουλειές της. Η αφήγηση ρέει με την ίδια φυσικότητα που συνομιλείς με κάποιον γνωστό σου – ήπια προφορικότητα, γλωσσικά ιδιώματα αντίστοιχα των ατόμων και καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες. Διαβάζεις και κάποια στιγμή αρχίζεις να νιώθεις άβολα· είναι η στιγμή που το κοινότυπο και το καθημερινό παίρνει μια άβολη τροπή.  Κι επειδή ο συγγραφέας δεν δίνει κάποια λύση ή εξήγηση παρά μόνο ένα ανοιχτό τέλος σε κάθε διήγημα, η αγωνία εντείνεται.

Το απλό ύφος ωστόσο δεν είναι ποτέ απλή υπόθεση κι αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στα κείμενα της συλλογής. Τα θέματα που συνυφαίνονται στα διηγήματα είναι πολλά, το ίδιο και οι συνδηλώσεις τους – η παρουσία ενός Άλλου που προσδιορίζει την παρουσία του αφηγητή, η διάψευση των επιθυμιών, η νεότητα και το άχθος της, η ερωτική αντεκδίκηση από εκείνον που υποτιμάται, η συνέπεια και η ασυνέπεια λόγου-πράξης, η οικολογική καταστροφή και οι διάφορες περιβαλλοντικές ευαισθησίες, το καλό απέναντι στο κακό. Κι όλα αυτά μέσα στα όρια που θέτει η οικογένεια – δεσμοί, ωραιοποιήσεις, παραποιήσεις, συγκαλύψεις, εγκαταλείψεις· υφέρποντα ψυχικά, κοινωνικά, οικονομικά ρεύματα που παρασύρουν τους πρωταγωνιστές και τα οποία ο συγγραφέας χειρίζεται  με άρτια τεχνική. Μικρή ένσταση: οι νεότεροι των 40χρ. αναγνώστες δεν θα μπορέσουν να κατανοήσουν την ειρωνική –και τόσο εύστοχη– σχέση μεταξύ Άβελ και Αβερέλ.  


Τις τελευταίες ημέρες σκεφτόμουν συνεχώς ότι στο πεδίο της λογοτεχνίας, από την άποψη του γλωσσικού ύφους τουλάχιστον, σημειώνεται αρκετή πρόοδος. Από τη μια πλευρά, αντισυμβατικές και ιδιοσυγκρασιακές, πληθωρικές, ποιητικές, πρωτότυπες γραφές· κι από την άλλη, λιγότερο ιδιόρρυθμες, συμβατικές, όπως εδώ του Κατσουλάρη, δημιουργούν ένα τοπίο που δείχνει να εξελίσσεται.  Εκείνο που δεν είναι εξίσου έκδηλο, ωστόσο, είναι η ειδική θερμοκρασία του κειμένου - ο τόνος με τον οποίο σου απευθύνεται και σε αναγκάζει να συμμετέχεις. Κι αυτό ακριβώς είναι που διακρίνω στα διηγήματα του Κώστα Κατσουλάρη - μία ιδιαίτερης αμεσότητας συνομιλία μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη η οποία, χωρίς να είναι βερμπαλιστική ή επιτηδευμένη, αιχμαλωτίζει με ενάργεια τις ταυτόχρονες εσωτερικές συγκρούσεις  του ανθρώπου σήμερα.









Σημειώσεις: Το βιβλίο απέσπασε το πρώτο βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού "ο αναγνώστης" στην κατηγορία του Διηγήματος για το 2016 και, την ίδια χρονιά, το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών. // Οι έγχρωμες εικόνες είναι λεπτομέρειες από την φωτογραφία με τίτλο "Squash" του Πάνου Κοκκινιά που βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι από τον κατάλογο της έκθεσης  "La France d' Avedon: Vieux Monde, New Look" που τρέχει αυτή τη στιγμή στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι.