Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010





No wishing!


Για την χρονιά που σε λίγο ξεκινά δεν θα ήθελα απλώς να εκφράσω την ελπίδα να βρείτε τη δύναμη να ανυψώσετε την ψυχή σας πάνω από μικροπρέπειες και πεζότητες, όπως είπε ο Τζον Μπάρουζ. Και παρ' όλο που πιστεύω πως ο Τόμας Μαν είχε δίκιο όταν  είπε πως ο χρόνος δεν έχει από μόνος του διαχωρισμούς για να σημαίνει την έλευση ή την πάροδό του και πως δεν υπάρχουν επουράνιες τρομπέτες ή θύελλες που να αναγγέλουν την πρώτη του κάθε νέου μήνα ή του κάθε νέου χρόνου, δεν θα ήθελα απλώς να σας προτρέψω να σκεφτείτε την Πρωτοχρονιά  σαν κάτι καθαρά αντικειμενικό και να δείτε μακριά και πέρα από τραγουδάκια, καμπάνες και μπαλωθιές που θα σημάνουν την επίσημη αρχή του νέου χρόνου.  Δεν θα ήθελα, επίσης, απλώς να  σας παροτρύνω να διασκεδάσετε. Ούτε να υποθέσω πως θα νιώσετε αυτοπεποίθηση και θα συνεχίσετε τη ζωή σας υποδεχόμενοι τον καινούργιο αυτό χρόνο  απαλλαγμένοι από τους περιορισμούς του κάθε εθυμοτυπικού, των συνηθειών των άλλων ή ακόμη κι αυτού του απλού ημερολογίου. Ούτε, βέβαια, θα ήθελα να σας υποδείξω να κάνετε τον δικό σας διαχωρισμό μεταξύ ημερολογιακού και προσωπικού χρόνου πόσω μάλλον να ορίσετε το πότε ξεκινά ένα νέο κομμάτι της ζωής σας και πως θα το ζήσετε.  Κάτι άλλο θέλω...

Υπάρχει μια σαφής διαφορά ανάμεσα στο ρήμα εύχομαι και στο ρήμα ελπίζω. Το πρώτο σημαίνει ότι εκφράζω την ελπίδα για επιτυχία, ευτυχία και πρόοδο στη ζωή κάποιου και συνήθως χρησιμοποιείται σε υποθετικές καταστάσεις ενώ το δεύτερο ορίζει εκείνο που θα ήθελε κάποιος  να συμβεί και το οποίο υπάρχει λόγος να  πιστεύει πως θα επαληθευτεί αυτό που επιθυμεί. Ή όπως λέω  στους μικρότερους μαθητές μου για να το καταλάβουν καλύτερα, το "ελπίζω" είναι πιο δυνατό από το "εύχομαι".

No wishing, λοιπόν για τις πιο πάνω σκέψεις.  Just Hoping So!







Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από παλαιότερη εγκατάσταση της Νίκης Καναγκίνη κι έχει τίτλο "Γράψτε το δικό σας σύνθημα". Αυτή τη στιγμή και μέχρι στις 20 Ιανουαρίου 2011 λειτουργεί αναδρομική  έκθεση με έργα της στο  Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης στην Θεσσαλονίκη.

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010





Ευτυχισμένα





Χριστούγεννα  σημαίνει αγάπη με πράξεις.
Κάθε φορά που  αγαπάμε, κάθε φορά που δίνουμε, είναι

Χριστούγεννα.


Dale Evans Rogers 




Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010










The Present


Δεν θυμάμαι τι περίμενα να διαβάσω από έναν συγγραφέα που φωτογραφίζεται για το εξώφυλλο του βιβλίου του μ' ένα ολόκληρο λεμόνι στο στόμα και δίνει σε μια συλλογή διηγημάτων τον μακρόσυρτο τίτλο "Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;" (Πάπυρος, 2009). Σίγουρα δεν θα ήταν  κάτι κοινότυπο. Σε καμμιά περίπτωση όμως, δεν περίμενα τα θέματά του να είναι τόσο καθημερινά, τόσο οικεία για τον καθένα μας. 

Κι όμως. Το βιβλίο περιέχει είκοσι διηγήματα γεμάτα συνηθισμένους ανθρώπους σε συνηθισμένες καταστάσεις. Ξέρετε, ανθρώπους με αδυναμίες, με άσχημες διαθέσεις, με εξαρτήσεις, με συνήθειες που επαναλαμβάνονται με ακρίβεια  ελβετικού ρολογιού, με μύχια συναισθήματα που όταν αποκαλύπτονται αφήνουν  έκπληκτο τον ήρωα του διηγήματος που στην συνέχεια τα απολαμβάνει. Ανεκπλήρωτοι έρωτες, ταξίδια που δεν έγιναν, όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν. Μαλώματα, παρεξηγήσεις, παραλείψεις και προκαταλήψεις. Και φοβίες.

Θα περίμενε κανείς από την μικρή έκταση των κειμένων τούτων πως η σκιαγράφιση των χαρακτήρων είναι με κάποιο τρόπο ατελής ή επιφανειακή - η μικρή φόρμα, άλλωστε, ευννοεί  αυτού του είδους τις παρεκκλίσεις των συγγραφέων. Το ατού του Σέρζι Πάμιες, όμως,  είναι ακριβώς το αντίθετο:  η καταγραφή των ανθρώπινων σκέψεων κι αντιδράσεων με λακωνικότητα και αποστασιοποίηση είναι τόσο καίρια που  αποδίδει συμπυκνωμένα κείμενα  τα οποία διαθέτουν την εμβάθυνση που χρειάζονται για να σε εκπλήσουν  με το ανατρεπτικό, στα όρια της παρωδίας, περιεχόμενό τους διαρκώς - ακόμη και μετά το βόλεμα του βιβλίου στο ράφι. Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας γράφει: "Μερικές μέρες όμως αργότερα (...) αναρωτιέσαι μήπως ο Πάμιες σού την έφερε και μήπως το βιβλίο (...) κρύβει στην πραγματικότητα τρεις χιλιάδες σελίδες επιπλέον. Στο τέλος συνειδητοποιείς ότι ο Πάμιες σου πούλησε ως μικρό ένα βιβλίο που στην πραγματικότητα είναι ατέλειωτο, απειρομέγεθες, που θα μπορούσε να ονομάζεται "Μπορείς να φας το άπειρο χωρίς αστέρια..."  

Πράγματι. Το βιβλιαράκι τούτο είναι ένας μικρόκοσμος όπου το λογικό, το καθημερινό, το ρουτινιάρικο εμπεριέχεται κι αναμειγνύεται ισόποσα με το παράλογο, το ανορθόδοξο, το αντιδραστικό, το αναπάντεχο. Ο συγγραφέας χειρίζεται με σοβαρότητα  και επιδεξιότητα το χιούμορ το οποίο ρέει υποδόρια και προσθέτει πολύ στα κείμενα γλυκαίνοντας την όποια ξινή αίσθηση προκαλεί  η ανάγνωσή του, αίσθηση που απορρέει βασικά από το γεγονός πως  ο Πάμιες μας φέρνει αντιμέτωπους με την ωμή, την πραγματική -ξέρετε, εκείνη την ανομολόγητη και καθόλου ωραιοποιημένη- όψη της ζωής. 


Ωστόσο, η επίγευση των συγκεκριμένων διηγημάτων είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες. Προκλητική, δροσιστική. Και απενοχοποιημένη. Όπως στο τελευταίο διήγημα, το "Τι σύμπτωση, τώρα μιλούσαμε για σένα"  όπου ο αφηγητής μας εκμυστηρεύεται μία εμμονή του: "Άκουσα στο ραδιόφωνο ότι, αν φας ένα λεμόνι και δεν ξινίσεις τα μούτρα σου, θα γίνουν πραγματικότητα όλες οι επιθυμίες σου, αλλά φοβάμαι να το δοκιμάσω, μην τυχόν και ξινίσω τα μούτρα μου και δεν γίνει πραγματικότητα καμμία επιθυμία μου". 

Μου αρέσουν οι γκριμάτσες. Δεν φοβάμαι, όπως ο ήρωας του Πάμιες, μήπως δεν πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες μου. Πολύ περισσότερο δε, μήπως κάνω ρυτίδες, όπως συνεχώς με προειδοποιούν οι γύρω μου. Πιο πολύ με ανησυχεί η σκέψη ενός άλλου ήρωα του  συγγραφέα που διαπιστώνει πως "Χρειάστηκε να πεθάνω για να μάθω αν μ' αγαπούσαν".  Ή, ακόμη χειρότερα, να γίνει κάτι και να μην προλάβω εγώ να τους το δείξω. Γι' αυτό, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, ιδίως σε περιόδους γιορτών όπως αυτήν που διανύουμε, ξορκίζω τις ανησυχίες μου κάνοντας δώρα - ένας πολύ καλός τρόπος για να ομολογήσεις τα συναισθήματά σου και να προκαλέσεις άφθονες γκριμάτσες.  Δεν χρειάζεται να είναι κάτι εκθαμβωτικό ή  υπερβολικό - συχνά ένα "άχρηστο" δώρο ή μια νέα γεύση της  καθημερινότητας αρκούν για να εκφράσει κάποιος πηγαία κι αυθόρμητα τα όσα νιώθει στο παρόν,

not the past! 

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010





Σταδιακή εισαγωγή 
στο πνεύμα των Χριστουγέννων


από το σάιτ της Γκάρντιαν. Σύγχρονοι διακεκριμένοι συγγραφείς, όπως ο Τζόναθαν Φρέιζεν, η Μάργκαρετ Ντραμπλ, ο Τζούλιαν Μπαρνς και η Έλεν Σίμπσον, διαβάζουν ένα αγαπημένο τους  διήγημα από άλλον διάσημο συγγραφέα και στη μικρή συνέντευξη που ακολουθεί εξηγούν στην συντάκτρια της στήλης τον λόγο που  το επέλεξαν ο οποίος, απ' ότι καταλαβαίνετε, δεν έχει να κάνει με χριστουγεννιάτικα αντικείμενα και στολισμούς. 

Μέχρι τώρα έχουν ήδη ανέβει σε ποντ-καστ: 
11/12 - ο Μπιλ Πούλμαν να διαβάζει το "The Beauties"  του Αντόν Τσέχωφ (εδώ), 
12/12 - ο Ουίλλιαμ Μπόιντ  να διαβάζει το "My Dream to Fly to Wake Island" του Τζ. Ντ. Μπάλλαρντ (εδώ), 
13/12 - η Άνν Ένράιτ να διαβάζει το "Fat"  του Ρέημοντ Κάρβερ (εδώ), 
14/12 - ο Κολμ Τόιμπιν να διαβάζει το "Music at Annahuliοn" του  Γιουτζίν ΜακΆμπι (εδώ),  και σήμερα 15/12 η Μάργκαρετ Ντραμπλ διάβασε το "The Doll's House" της Κάθριν Μάνσφιλντ (εδώ).

Πιθανόν να σκεφτείτε πως δεν είναι εύκολο για όλους να παρακολουθήσουν την ακρόαση μιας ιστορίας μιας και είναι στα αγγλικά - μπορείτε, λοιπόν, παράλληλα να τη διαβάζετε από όσα λινκ μπόρεσα να βρω και παραθέτω πιο πάνω. Ακόμη, όμως, κι αν έχετε δυσκολίες, μην πτοηθείτε. Ακούστε την διακύμανση της έντασης, του ρυθμού, του χρώματος της φωνής του αναγνώστη. Ή, στην περίπτωση που δεν ξέρετε την γλώσσα, μπορείτε να αναζητήσετε πληροφορίες για τους συγγραφείς (και αυτούς που διαβάζουν κι εκείνους στους οποίους ανήκουν τα διηγήματα) και το έργο τους. Εκείνοι δε, που διαθέτουν περισσότερη όρεξη και χρόνο μπορούν να κάνουν και τα δύο. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι ένα διαφορετικό διάλειμμα, μια ξεχωριστή παρένθεση μισής ώρας (τόσο περίπου διαρκεί το κάθε ποντ-καστ) στην πεζή καθημερινότητα.

Το ανέβασμα των ποντ-καστς είναι καθημερινό, ξεκίνησε στις 11 Δεκέμβρη και θα διαρκέσει για 12 ημέρες συνεπώς υπάρχει αρκετή τροφή για γνώση και σκέψη. Και αρκετές παρενθέσεις για να ανοίξετε. 



Σημείωση: Διαβάστε όλο το πρόγραμμα των αναγνώσεων εδώ

Update:  Δεν μπόρεσα να βρω παρά μόνο μερικά από τα διηγήματα των ποντ-καστς  κι  αυτά είναι τα εξής: 
18/12 - ο Τζούλιαν Μπάρνς διαβάζει το "Ηomage to Switzerland" του Έρνεστ Χέμινγκγουέι  (σελ.292) (και το ακούτε εδώ), 
20/12 - η Έλεν Ντάνμορ διαβάζει το "My Oedipus Complex" του Φράνκ Ο΄Κόννορ (εδώ), 
21/12 - η Άλι Σμιθ διαβάζει το "Conversation With My Father" της Γκρέις Πέιλι (εδώ).

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010







Χέρια


Τόσο γυμνά που ντρέπονται τη μνήμη
Τόσο τυφλά που βλέπουν την αλήθεια
Τόσο πιστά που απόμειναν μονάχα.






Σημείωση: Η φωτογραφία είναι τα χέρια της πιανίστα Emi Kagawa  και οι στίχοι  -"πειραγμένοι"  ελαφρώς από μένα-  ανήκουν στον ποιητή Ορέστη Αλεξάκη.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010





I keep walking...


Μόλις συνειδητοποίησα πως πέρασαν δεκαεπτά μέρες δίχως να πιάσω στα χέρια μου λογοτεχνία. Δίχως να διαβάσω κάτι  που να με κινητοποιήσει κάπως, να με προκαλέσει να νιώσω λύπη, θυμό, απορία, μελαγχολία, συμπάθεια, να μου ερεθίσει την φαντασία, να μου εξάψει την περιέργεια,  να με προβληματίσει,  να με κάνει να κλάψω, να γελάσω, να ονειρευτώ, να  με ταξιδέψει.  Τόσες μέρες δίχως να έχω καν  διάθεση, πόσω μάλλον διάθεση  ανοιχτή στο κάθε απρόοπτο της φαντασίας ενός συγγραφέα. Ο λόγος ήταν πως οι απαιτήσεις της δουλειάς με "υποχρέωσαν" να ασχοληθώ και να "ξεσκονίσω"  την θεωρία και την πρακτική της διδακτικής με αποτέλεσμα να απορροφηθώ εντελώς από την μελέτη της  απτής κι αντικειμενικής, επαγγελματικής, δικής μου, πραγματικότητας.

Ε, όχι ακριβώς εντελώς... Υπήρξαν και μερικά διαλείμματα στο ενδιάμεσο.  Για παράδειγμα, όταν σταματούσα το "άλλο"  διάβασμα κι έβγαινα για μια βόλτα, για να πάρω αέρα κι εγώ και το μυαλό μου. Και καθόλου περίεργα, ο δρόμος με έβγαζε πάντοτε σε βιβλιοπωλεία όπου στεκόμουν μπροστά στις βιτρίνες και χάζευα - όχι με τις ώρες όμως.  Η τήρηση μιας απόφασης και ενός συγκεκριμένου προγράμματος μελέτης απαιτεί θυσίες.  Βέβαια, σε μία από αυτές τις βόλτες και  με το πρόσχημα ενός φλιτζανιού αχνιστού καφέ (για να αναπληρώσω τις δυνάμεις μου) το οποίο θα συνόδευα απαραιτήτως με ένα κομμάτι υπέροχης υπόγλυκης και αρκετά ξινούτσικης τάρτας λεμονιού (το οποίο κομμάτι με τον συνδυασμό  τού γλυκού-ξινού θα "ξυπνούσε" το κουρασμένο μου μυαλό για να μπορέσω, βεβαίως, να συνεχίσω το διάβασμα) κατέληξα στο καφέ ενός βιβλιοπωλείου όπου ξεφύλλισα αρμένικα, δλδ παρατεταμένα, ένα δυο βιβλιαράκια.

Το δεύτερο ευχάριστο διάλειμμα που είχα σε αυτό το διάστημα ήταν ένα σύντομο ταξίδι  που έκανα προς το νότο για να συναντήσω έναν αγαπημένο συγγενή που έχω δει μόνο μια φορά στη ζωή μου κι αυτό όταν ήμουν περίπου δέκα χρονών. Για λόγους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν η συνάντηση αναβλήθηκε ωστόσο, εγώ κατέληξα  στο δωμάτιο Προσωπικού του ξενοδοχείου που έμεινα να περιεργάζομαι κάτι μικρές στοίβες βιβλίων που βρίσκονταν εκεί, αραδιασμένες σ' έναν πάγκο - έτσι όπως η πόρτα του δωματίου ήταν ορθάνοιχτη μου τράβηξαν το βλέμμα καθώς έβγαινα από το ασανσέρ κι αντί  να κατευθυνθώ προς τον ημιόροφο όπου δίνονταν το πρωινό, λοξοδρόμησα.

Αν και με διαλείμματα, τούτες οι δεκαεπτά μέρες off blogging μου φάνηκαν μήνας. Βλέποντας τον μετρητή του blog διαπιστώνω πως με επισκέπτεστε που σημαίνει πως κι εσείς με σκέφτεστε -ο Τσαλαπετεινός, μάλιστα, μου αφιέρωσε ένα υπέροχα ατμοσφαιρικό μουσικό κομμάτι - thank you, dear bird- κι όλο αυτό με  κάνει να  νιώθω ιδιαίτερα. Γι' αυτό θα πάω ακόμη μια βόλτα - ξέρετε, έξω φυσά  λίγο εκείνος ο γλυκός, μελαγχολικός, με μια δόση ευχάριστης ψύχρας κι εντελώς φθινοπωρινός αέρας που  συνήθως με κάνει να ελαφροπατώ. Σήμερα, όμως, έχω την εντύπωση πως το βήμα  θα είναι ακόμη πιο ανάλαφρο...




Σημείωση: Το σκίτσο απεικονίζει την παραλία της πόλης μου -στο βάθος η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης-  και είναι της Βολιώτισσας ψηφιδογράφου Μαριγώς Βλάικου, εγγονής του Αριστομένη Αγγελόπουλου.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010





"...Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν αντίληψη απ' τον καλλιτέχνη. Και στην αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η έν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού..."

"...Ω να μπορούσανε, λέει και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες τών συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς."


"...το νου σας: από μας η άνοιξη εξαρτάται..."




Σημείωση: Τα δύο πρώτα αποσπάσματα είναι από "Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά" του Οδυσσέα Ελύτη. Η τελευταία φράση είναι ένας στίχος από την Μαρία Νεφέλη του ίδιου. Η εικόνα προέρχεται από την τελευταία δουλειά του Αλέξανδρου Ψυχούλη που θα εκτεθεί σε λίγο στην Θεσ/νίκη, στην gallery zina athanassiadou. Απεικονίζει παράξενα λουλούδια, όπως τα εμπνεύστηκε ο Α.Ψ. αν κι  εγώ βλέπω  -στ' αριστερά της εικόνας-  και μία αιθέρια γυναικεία μορφή ανάμεσά τους.  Θα προτιμούσα κάποιο άλλο θέμα, με περισσότερα χρώματα -μη σας "μαυρίσω" την ψυχή με αυτό το μονόχρωμο-  ωστόσο, επέλεξα την συγκεκριμένη  γιατί είναι μία στυλογραφία - δλδ έχει γίνει με βάση τον μαθητικό μπλε στυλό διαρκείας, τον κοινό μας Bic - σαν αυτόν που θα βρείτε και σήμερα πίσω από τα παραβάν όταν θα πάτε να ψηφίσετε. Το νου σας...

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010





" Η κόλαση είναι οι άλλοι. 
Ο παράδεισος είναι ο ένας για τον άλλο"

 Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μάριο Βάργκας Γιόσα γράφει για τον έρωτα. Το 1997 δημοσιεύει το "Η θεία Χούλια και ο γραφιάς" - μια ιστορία γεμάτη χιούμορ που αντλεί από τον προσωπικό του έρωτα για μια εξ αγχειστίας θεία του, δεκατρία χρόνια μεγαλύτερή του, την οποία και παντρεύτηκε στα 19 και χώρισε στα 28 του. Αργότερα, το 1988, γράφει το "Μητριάς εγκώμιο" το ερωτικότερο, ίσως, βιβλίο του σύμφωνα με τους κριτικούς. "Το παλιοκόριτσο" (Καστανιώτης, 2007, μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου) είναι η πιο πρόσφατη ερωτική ιστορία  που γράφει με άφθονο σαρκασμό κι αιχμηρό χιούμορ - η καλύτερη εισαγωγή που θα μπορούσα να κάνω στην γραφή του Γιόσα. Ως γνωστόν στο σύνολό του το συγγραφικό έργο του  έχει καθαρά πολιτικό-κοινωνική θεματολογία κι εμένα  η σχέση μου με την πολιτική, ξέρετε,  δεν είναι και η καλύτερη. Να σκεφτείτε πως τη μόνη φορά που αποπειράθηκα να σχολιάσω δημοσίως ήταν πίσω στα λυκειακά μου χρόνια, σε μια συνεδρίαση νεολαίας κόμματος. (Και λίγο μετά την απόπειρα, το κόμμα διαλύθηκε...) 

Αφηγητής στο "Παλιοκόριτσο"  είναι ο Ρικάρντο Σομοκούρσιο, ένας δεκαπεντάχρονος Περουβιανός που ζει στο Μιραφλόρες, μια μεγαλοαστική συνοικία της Λίμα, και περνά την εφηβεία του με μαθήματα ξένων γλωσσών, ματινέ τις Κυριακές και όνειρα για να ζήσει και να εργαστεί στο Παρίσι όταν μεγαλώσει. Σ' ένα από αυτά τα πάρτυ γνωρίζει την δεκατριάχρονη Λίλη η οποία μόλις έχει μεταναστεύσει από τη Χιλή με την -πλούσια- οικογένειά της. Ο πολύ αλέγρος, πικάντικος, τρόπος που χορεύει σαγηνεύει τον Ρικάρντο ο οποίος την ερωτεύεται με μια εφηβική επιμονή η οποία δεν μειώνεται ούτε κατ' ελάχιστον όταν αποκαλύπτεται το ψέμα και  η ταπεινή καταγωγή της κοπέλας από το Περού. Ο έρωτας του Ρικάρντο όμως, παρόλη την έντασή του, θα μείνει ανεκπλήρωτος γιατί αμέσως μετά το περιστατικό η κοπέλα εξαφανίζεται.

Ο Ρικάρντο συνεχίζει τα μαθήματά του κι αργότερα, όταν τελειώνει τις σπουδές του στη Λίμα, πραγματοποιεί το παιδικό του όνειρο - πηγαίνει στο Παρίσι όπου και θα εργαστεί μόνιμα ως μεταφραστής και διερμηνέας της Ουνέσκο. Η ζωή του εκεί είναι σχεδόν μικροαστική και χωρίς εξάρσεις - μπορεί, ωστόσο, να πληρώνει τις παρισινές απολαύσεις του: το σινεμά, τις εκθέσεις, το θέατρο και τα βιβλία.
Παράλληλα, όμως, συνεργάζεται άτυπα και μυστικά με έναν, επίσης Περουβιανό, φίλο του, τον χοντρούλη σεφ Παούλ ο οποίος, εκτός του ότι μερικές φορές του εξασφαλίζει  ένα πιάτο φαγητό, είναι μέλος μιας επαναστατικής οργάνωσης του Περού που σκοπό έχει την ανατροπή της εξουσίας στην Κούβα. Μια μέρα ο Παούλ θα του ζητήσει  να βρει στέγη και να κατατοπίσει σχετικά μία συντρόφισσα η οποία βρίσκεται καθ' οδόν για την Κούβα όπου θα εκπαιδευτεί για τον επικείμενο ανταρτοπόλεμο που οργανώνεται στο Περού. Με έκπληξη ο Ρικάρντο διαπιστώνει πως η συντρόφισσα Αρλέτ είναι η μικρή Χιλιανή που ερωτεύτηκε στην εφηβεία του και πως δεν έχει πάψει να την ποθεί από τότε. Αυτή η συνειδητοποίηση θα είναι η αρχή μιας περιπετειώδους κι οδυνηρής προσπάθειας για την κατάκτηση του αντικειμένου του πόθου του. Οι δυό τους θα περάσουν μια νύχτα μαζί στην σοφίτα του και το ίδιο εκείνο βράδυ θα της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Ωστόσο, η προοπτική  ενός γάμου με τον "ασήμαντο" Ρικάρντο δεν είναι αρκετή για να κάνει την συντρόφισσα Αρλέτ να αλλάξει ρότα αν και  είναι ολοφάνερο πως ο ανταρτοπόλεμος δεν κατατάσσεται στην λίστα με τα ενδιαφέροντά της. Συνεχίζει το ταξίδι της για την Κούβα κι εξαφανίζεται για δεύτερη φορά από την ζωή του.

Έξι μήνες αργότερα ο Ρικάρντο πληροφορείται από τον Παούλ ότι το παλιοκόριτσο είναι η επίσημη ερωμένη ενός από τους κορυφαίους κομμαντάντε της Κουβανικής Επανάστασης - αυτή είναι η δεύτερη, ή μάλλον η τρίτη αν συνυπολογίσουμε και την ψεύτικη ταυτότητα της εφηβείας της, από μια σειρά μεταμορφώσεων του  παλιοκόριτσου το οποίο αλλάζει ενδύματα σώματος και ψυχής με ιδιαίτερη ευκολία και δίχως κανέναν φραγμό ή έστω κάποιον ενδοιασμό. Τρία χρόνια αργότερα, όταν θα βρεθούν και πάλι τυχαία, ο Ρικάρντο θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει την μαντάμ Ρομπέρ Αρνού, την κομψότατη σύζυγο ενός Γάλλου διπλωμάτη τον οποίο το παλιοκόριτσο θα εγκαταλείψει λίγο καιρό μετά έχοντας σηκώσει τον κοινό λογαριασμό τους. Αυτή τη φορά
, όταν  θα  εγκαταλείψει τον Ρικάρντο,  έχει ήδη συνομολογήσει  στην φύση της σχέσης τους - περιστασιακοί  εραστές. 

Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Ρικάρντο θα την αναγνωρίσει στο πρόσωπο της Μίσες Ρίτσαρντσον, την σύζυγο ενός  Άγγλου μεγιστάνα που ασχολειται με την εκτροφή κι εμπορία αλόγων κούρσας. Το παλιοκόριτσο δεν θα αντέξει  την εντελώς ρηχή και γεμάτη περιορισμούς ζωή που της επιβάλλει ο παθητικά ζηλιάρης σύζυγός της και  θα τον εγκαταλείψει, επίσης, δίχως όμως την "ευνοϊκή"  τροπή που είχε η φυγή της από τον μεσιέ Αρνού - τότε το κυνήγι της αστυνομίας της Ελβετίας είχε αποβεί άκαρπο, τώρα οι δικηγόροι του Άγγλου την έχουν αφήσει απένταρη κι επιπλέον την κυνηγούν για οφειλές. Το παλιοκόριτσο εξαφανίζεται για μια ακόμη φορά. Η ανησυχία του  Ρικάρντο για την ασφάλειά της τον κυριεύει,
ο έρωτάς του  αγγίζει τα όρια της εμμονής, μα παρ' όλες τις προσπάθειές του δεν μπορεί  να την ανακαλύψει.  Κάποια στιγμή,  όταν  όλη  αυτή η αναστάτωση έχει σχεδόν ξεχαστεί, ένας συνάδελφος του Ρικάρντο, γυρνώντας από επαγγελματική αποστολή στην Ιαπωνία θα του μεταφέρει ένα μήνυμα από κάποια Κουρίκο - το παλιοκόριτσο είναι τώρα ερωμένη, βαποράκι, σεξουαλικό αντικείμενο/υποχείριο του αρχηγού της γιαπωνέζικης μαφίας. Ο Ρικάρντο θα ταξιδέψει μέχρι εκεί για να την συναντήσει.

Το πάθος του γι' αυτή τη γυναίκα, αναγκάζει τον Ρικάρντο να βγει από τα στενά όρια της ήσυχης ζωής του και να διανύσει  ταραχώδεις τόπους κι  εποχές:
το Παρίσι και τον Μάη του '68, το swinging London των αρχών του '70 με τους χίπυς, τους πανκ και τους σκίνχεντς, το Τόκιο της δεκαετίας του ΄80 και την λίγο πιο σύγχρονη Μαδρίτη σε μια περίοδο οικονομικού μαρασμού μα καλλιτεχνικού αναβρασμού. Ο Μ.Β.Γ. απαθανατίζει με την πένα του  γλαφυρές εικόνες  σε κάθε εποχή κι ανάμεσά τους ξεχωρίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία πρόσωπα και καταστάσεις: ο μοντέρνος χίπις Χουάν Μπαρέτο και η αξιολάτρευτη, "τολμηρή" γηραιά μίσες Στούπαρντ, το ζεύγος Σάιμον και Ελένας Γκραβόσκι και ο -άλαλος- γιος τους Γιλάλ. Φυσικά,  δεν θα μπορούσε να λείπει η πολιτική από την πλοκή. Ο Μ.Β.Γ. σχολιάζει με ευθύ και δηκτικό τρόπο  την διαδρομή της δημοκρατίας στο Περού από τότε που ο Ρικάρντο ήταν 15 χρονών, δλδ κάπου στις αρχές του 1950, και μέχρι τις αρχές του 1990.  Σε όλο αυτό το διάστημα -περίπου τριάντα επτά χρόνια-  η ερωτική σχέση τους θα παραμείνει το ίδιο και απαράλλαχτο αδιέξοδο. Εκείνη  θα εμφανίζεται, θα παίρνει την ερωτική και συναισθηματική επιβεβαίωση που χρειάζεται και θα  τον παρατά για κάποιον πολύ πλουσιότερο και κοινωνικά ανώτερο. Θα εξαφανίζεται πότε με ψυχρότητα και πότε από πείσμα πάντοτε όμως αφήνοντας πίσω της κι από ένα σημάδι να χαράζει τα ανθρωπινά του   όρια: πνευματική σύγχυση, συναισθηματική κι εργασιακή εξουθένωση, ένα μικρό εγκεφαλικό...

Παρ' όλα αυτά ο Ρικάρντο θα την δέχεται κάθε φορά που εκείνη τον έχει ανάγκη,
όχι όμως  αδιαμαρτύρητα. Ο Μ.Β.Γ. κάνει  φανερό πως ο Ρικάρντο δεν είναι μόνο ένα καλόπαιδο, ή το "αγιόπαιδο" όπως συχνά τον αποκαλεί  το παλιοκόριτσο αλλά ένας αρκετά έξυπνος και με ενσυναίσθηση μεσήλικας -πλέον- ο οποίος μπορεί να  αναγνωρίσει πως η ψυχρότητα και ο άκρατος εγωκεντρισμός τούτης της γυναίκας πηγάζουν από την καταγωγή της - κόρη μιας φτωχής μαγείρισσας κι ενός γραφικού, εμπειρικού κατασκευαστή κυματοθραυστών.  Η Ιστορία έχει να επιδείξει αρκετά τέτοια παραδείγματα κοινωνικής ανέλιξης κι αν κοιτάξουμε γύρω μας όλο και κάποια παρόμοια περίπτωση  θα αναγνωρίσουμε. Κατανοητό. Ωστόσο,  θα συμφωνήσω με τον Ρικάρντο: "Η ατιμία δεν μπορεί να φτάνει σε τέτοια άκρα. Τόσος υπολογισμός, τόση υποκρισία, είναι απάνθρωπο".
 

Τον οπορτουνισμό της, τον ανελέητο αριβισμό και το ψέμα που χρησιμοποιεί επιβεβαιώνουν με την δική τους ορολογία και με μια μεγάλη δόση συγκατάβασης οι ειδικοί ψυχολόγοι στους οποίους ο Ρικάρντο αναθέτει την θεραπεία κι αποκατάσταση της μετά την τέταρτη συνάντησή τους στο Παρίσι - αυτή τη φορά, το παλιοκόριτσο έχει εγκαταλείψει τον Ιάπωνα μαφιόζο και βρίσκεται σε άθλια οικονομική μα κυρίως ψυχολογική και σωματική κατάσταση από τις κακοποιήσεις και τις διαστροφές του. Χρειάστηκε να του τηλεφωνήσει αρκετές φορές μέχρι να της απαντήσει ο Ρικάρντο - απέφευγε συστηματικά κάθε επικοινωνία μαζί της μετά το εξευτελιστικό επεισόδιο που του επέβαλλε στο Τόκυο.  Ωστόσο, αν και αποστασιοποιημένος  πια από το παρελθόν, δέχεται να την συναντήσει και έρχεται αντιμέτωπος μ' ένα ανθρώπινο κουρέλι.

Λίγο καιρό μετά τη θεραπεία της οι δύο εραστές παντρεύονται. Ωστόσο,  ο Ρικάρντο διατηρεί κάποιες ενδόμυχες επιφυλάξεις για το χάπι έντ μιας ιστορίας που είχε
τραβήξει τόσο πολύ - πολύ περισσότερο από τούτη την ανάρτηση που διαβάζετε όσοι έχετε την υπομονή να φτάσετε μέχρι εδώ.  Το παλιοκόριτσο δείχνει πως έχει αφήσει πίσω  τις παλιές της ταυτότητες, ιδιότητες  ή τέλος πάντως εκείνο που την ωθούσε  στην σχεδόν βίαιη, ψυχαναγκαστική επιδίωξη του πλούτου - έχει αρχίσει να εκδηλώνει την συναισθηματική πλευρά του εαυτού της, φροντίζει τον Ρικάρντο, δουλεύει σε τακτική βάση, δημιουργεί φιλίες με τον μικρό γιο των γειτόνων τους - κάνει δλδ μια φυσιολογική, μικροαστική μεν ανθρώπινη δε, ζωή. Μα δυστυχώς, οι επιφυλάξεις του Ρικάρντο θα επαληθευτούν με τον χειρότερο τρόπο. Το παλιοκόριτσο θα τον εγκαταλείψει και πάλι για να ζήσει με τον κατά πολύ πιο ευκατάστατο σύζυγο της εργοδότριάς της. Τουλάχιστον ετούτη τη φορά, δεν σήκωσε τα χρήματα που είχαν απο κοινού, κάτι είναι κι αυτό! σκέφτηκα. Μάλλον bittersweet θα είναι το τέλος του μυθιστορήματος, συμπλήρωσα, ή μάλλον σκέτο bitter, καθώς ο Ρικάρντο παύει να ελπίζει στην αλλαγή της - το "καλόπαιδο" είναι πλέον πενήντα τριών χρόνων κι έχει μάθει το μάθημά του.

Διάβασα ότι  "Το Παλιοκόριτσο" δεν είναι το καλύτερο
μυθιστόρημα του Περουβιανού συγγραφέα - κριτικές και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού του καταλογίζουν πως το βιβλίο δεν είναι απλώς μια αποτίμηση φόρου τιμής ή έστω μια διακειμενική συνομιλία με την μαντάμ Μπωβαρύ του Γκυστάβ Φλωμπέρ αλλά η μεταγραφή της. Ενδεχομένως να είναι κι έτσι.  Ό,τι κι να ισχύει όμως, προσωπικά το απόλαυσα όχι μόνο για τον γρήγορο ρυθμό του και την αίσθηση του σύγχρονου που αποπνέει αλλά και διότι μου θύμησε το "Αγάπα με αν τολμάς" - η ίδια ένταση, η ίδια κυνικότητα, η ίδια πρόκληση.  Μόνη και ειδοποιός  διαφορά το ότι στην κιν/κή ταινία επρόκειτο για ένα  παιχνίδι "κοινή συναινέσει" ενώ στο "Παλιοκόριτσο" είναι μία μονόπλευρη  κι εντελώς συνειδητή κατάσταση, απογυμνωμένη από κάθε τι συναισθηματικό κι ανθρώπινο - ακόμη και στις ερωτικές τους συνευρέσεις, η γυναίκα αυτή έχει έναν εντελώς προσωπικό, μοναχικό, εγωιστικό τρόπο να ηδονίζεται... Ο παράδεισος του ενός είναι η κόλαση του άλλου.

Δεν σας κρύβω πως διαβάζοντας το πρώτο μισό του βιβλίου  είχα την εντύπωση -σχεδόν βεβαιότητα- ότι διάβαζα βραζιλιάνικη σαπουνόπερα. Ο συγγραφέας όμως παίρνει σαφείς αποστάσεις από κάθε τι ανούσιο, επιφανειακό και μελοδραματικό. Φροντίζει να μην ξεπέσει στην πεζότητα δίνοντας  μια  ζωηρή  αίσθηση αυτοσαρκασμού και στους δύο πρωταγωνιστές του οι οποίοι, παρόλη την κόλαση που περνούν, ο καθένας μόνος του, παρατείνουν αυτό  το αδιέξοδο με αφοπλιστική κι αιχμηρή ειλικρίνεια -  τόσο ο Ρικάρντο όσο και το παλιοκόριτσο έχουν ξεκαθαρίσει ο ένας στον άλλον τι πραγματικά αισθάνονται και θέλουν χωρίς περιστροφές.  Ο δεινός τρόπος με τον οποίο αφηγείται ο Γιόσα  δίνει στο κείμενο μια ρευστότητα  που  σε παρασύρει στην δίνη τούτης της αδιέξοδης σχέσης κάνοντάς σε να αναρωτιέσαι σε κάθε σελίδα για τις διαφορετικές ερμηνείες που εμπεριέχονται στον έρωτα,  τον πόνο, το πάθος, τα προσωπικά όρια, την εκπλήρωση των ονείρων  και το αναπόφευκτο τέλος. Γιατί όπως αναφέρει και ο Χανίφ Κιουρέισι "ακόμη και τα πιο οδυνηρά συναισθήματα τελειώνουν κάποτε". 
 
Περιμένοντας το τέλος, η Οτίλια (αυτό είναι το πραγματικό όνομα του παλιοκόριτσου- Λίλη-συντρόφισσας-Αρλέτ-μαντάμ-Αρνού-μίσες-Ρίτσαρντσον-Κουρίκο) επιστρέφει. Έχει πληρώσει με σώμα και  ψυχή το τίμημα των  επιδιώξεών της κι  εκείνο που της απομένει είναι να αποκαταστήσει την σχέση της με τον μόνο άνθρωπο που δεν είπε ποτέ ψέματα στο κρεβάτι. Είναι επιτέλους ένας καταλαγιασμένος άνθρωπος ωστόσο, διατηρεί ακέραια την  αιχμηρή ειλικρίνεια του παρελθόντος. Μόνο που τώρα χρησιμοποιεί τον αυτοσαρκασμό όχι για να προκαλέσει ή να πληγώσει τον εραστή της αλλά
για να καλύψει την τρυφερότητα  που νιώθει γι' αυτόν. "Ένα απόγευμα, καθισμένοι στον κήπο, την ώρα του δειλινού, μου είπε ότι, αν κάποια μέρα μου ερχόταν να γράψω την ερωτική μας ιστορία, να μην την παρουσίαζα πολύ άσχημα γιατί τότε το φάντασμά της θα ερχόταν να μου τραβήξει τα πόδια τις νύχτες."

*


Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι του Τζουλιάνο Καγκλή κι ανήκει στην πρώτη του συλλογή που έχει τίτλο Ίμερος. 

Update: Για να πάρετε μια ιδέα της κοινωνικής κατάστασης από την οποία δραπέτευσε η Οτίλια, δείτε την ταινία Το γάλα της θλίψης (La teta astutada, 2009 Περού, Ισπανία) τής, επίσης, Περουβιανής  σκηνοθέτριας Claudia Llosa - ναι, πρόκειται για την ανηψιά του Μάριο Βάργκας Γιόσα.  Ο χρόνος αφήγησης είναι το σήμερα αλλά η ταινία  αναφέρεται στην περίοδο 1980-1992, όταν το Περού γνώρισε τη βία παραστρατιωτικών οργανώσεων. Εκείνη την εποχή που θεωρείται σύγχρονη για εμάς του "Δυτικούς", στο Περού κυριαρχούσαν -μεταξύ πολλών άλλων δεινών- η φτώχια κάτω του ανεκτού ορίου, τα ταμπού και διάφορες ψυχαναγκαστικές προκαταλήψεις - οι ίδιες περίπου ισχύουν και σήμερα στην συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Κάνοντας τις σχετικές αναγωγές, μπορείτε να σκεφτείτε τι κατάσταση επικρατούσε στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα στην δεκαετία του '50 όταν το παλιοκόριτσο υποδείθηκε την εύπορη Χιλιανή.
Bookmark and Share

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010





Περί  υπομονής και άλλων δυνάμεων

Είναι γεγονός ότι για να διαβάσεις τον Ζοζέ Σαραμάγκου χρειάζεται να έχεις μεγάλη υπομονή κι αυτοσυγκέντρωση - το τόσο ιδιόρρυθμο και σφιχτοδεμένο ύφος του, το χωρίς άλλα σημεία στίξης εκτός από το κόμμα και την τελεία, δεν σε αφήνει να αφαιρεθείς, να παρεκκλίνεις του κειμένου. Πρέπει να συμμετέχεις ενεργά σε κάθε λεπτό της ανάγνωσης και μ' αυτό δεν εννοώ το γύρισμα των σελίδων. Η κατανόηση και η εικονοποίηση του λόγου του κάποιες φορές είναι σχεδόν επώδυνη -σωματικά και πνευματικά- και το να ακολουθείς τον ειρμό της σκέψης του απαιτεί δύναμη και επιμονή, ακόμη κι από τους "προπονημένους" αναγνώστες, μέχρι να σου αποκαλυφθεί η μαγεία της γραφής του. Αυτά τα χαρακτηριστικά, δλδ την υπομονή, την επιμονή και την προσήλωση σ' αυτό που θέλησε να κάνει, διαθέτει και ο μικρός ήρωας του παραμυθιού "Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου" (Καστανιώτης, 2006)


Πρόκειται για μια ιστορία του ίδιου του Σαραμάγκου που ομολογώ πως με ξάφνιασε γιατί δεν γνώριζα ότι είχε γράψει για παιδιά. Ο  συγγραφέας εξομολογείται  στις πρώτες σελίδες του βιβλίου  ότι δεν είχε πρόθεση να γράψει ένα παραμύθι - δεν διαθέτει όλα εκείνα τα χαρίσματα που θα του επέτρεπαν να διηγηθεί μια όμορφη ιστορία  διότι... "Οι ιστορίες για παιδιά πρέπει να γράφονται με λέξεις πολύ απλές, γιατί τα παιδιά, μικρά όπως είναι, ξέρουν λίγες λέξεις και δεν τους αρέσει να τα λένε μπερδεμένα. Μακάρι να ήξερα να γράφω τέτοιες ιστορίες, αλλά ποτέ μου δεν έμαθα, και πολύ λυπάμαι. Εκτός από τις λέξεις, που πρέπει να ξέρει κανείς να τις διαλέγει, μου λείπει μάλλον η μαστοριά στην εξιστόρηση, που θέλει έναν τρόπο πολύ συγκεκριμένο και ξεκάθαρο, και μια υπομονή μεγάλη - κι εμένα τουλάχιστον μου λείπει, γι' αυτό ζητώ συγγνώμη." Έτσι, λοιπόν, στις σελίδες που ακολουθούν υπάρχει μόνο η περίληψη της ιστορίας που θα ήθελε να γράψει - ένα μικρό αγόρι φεύγει από το σπίτι του και από το χωριό του και περιπλανιέται στον κόσμο. Κάποια στιγμή φτάνει σ' έναν λόφο και καθώς είναι ταλαιπωρημένο από την πεζοπορία στέκεται να ξαποστάσει. Παρατηρεί τότε ότι ο λόφος είναι ξεραμένος κι εκεί δίπλα  του είναι ένα λουλούδι εντελώς μαραμένο. Χρειάζεται λίγες μόνο σταγόνες νερό για να μην ξεραθεί  κι αυτό. 


Το μικρό αγόρι χωρίς να σκεφτεί καθόλου ούτε την απόσταση ούτε την κούρασή του αποφασίζει  να το σώσει και κάνει χιλιάδες ταξίδια διασχίζοντας τη σελήνη και τον πλανήτη Άρη για να μεταφέρει νερό από τη γη στο λουλούδι - στο παραμύθι η γη, ο πλανήτης Άρης και η σελήνη είναι μία απέραντη έκταση που διανύει ο μικρός με ξυπόλυτα τα πόδια του. Οι γονείς του μικρού όλο αυτόν τον  καιρό ανησυχούσαν και τον έψαχναν. Όταν κάποια στιγμή τον βρίσκουν, ο μικρός κοιμάται αποκαμωμένος στην σκιά ενός πανύψηλου λουλουδιού. Χωρίς να τον ξυπνήσουν, τον μεταφέρουν στο  σπίτι τους με όλο το σεβασμό που αξίζει σ΄εκείνον που έκανε κάτι τόσο μεγάλο. 

Μπορείτε να δείτε εδώ μια διασκευασμένη μεταφορά της ιστορίας  και να ακούσετε την φωνή του συγγραφέα να τη διηγείται στα πορτογαλικά - πιθανότατα να μην καταλαβαίνεται τη γλώσσα αλλά η χροιά της έχει κάτι το οικείο και ζεστό. Σας συνιστώ όμως να διαβάσετε το βιβλίο (τόσο στα παιδιά σας όσο και για σας τους ίδιους, προσωπικά) όχι μόνο για να απολαύσετε την λιτή απόδοση της γραφής του Σαραμάγκου (στα ελληνικά από την Αθηνά Ψυλλιά) αλλά και για να περιεργαστείτε την αριστοτεχνική εικονογράφισή του η οποία είναι διαφορετική απ΄αυτή του βίντεο - ένα ιδιαίτερο trompe l'oeil  που δίνει την εντύπωση υφασμάτινου καμβά


Και, αν σκεφτείτε τώρα ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, να σας υπενθυμίσω ότι πράγματι  τα παραμύθια είναι για να κοιμίζουν τα παιδιά αλλά είναι, επίσης, και για να ξυπνούν τους μεγάλους. 

Bookmark and Share

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010








Όλα πάνε ρολόϊ 


(ή σχεδόν)


To "Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)" της Στυλιάνας Γκαλινίκη (Μελάνι, 2009) περιγράφει την ζωή σε ένα χωριό κάπου στην Βόρειο Ελλάδα, τη Σεωρή. Εκεί  χτίζουν την οικογένειά τους  η Αλγερία (αυτό είναι γυναικείο όνομα), ο Μηνάς και η κόρη τους, η Ρόρη και  ζουν μια σχεδόν ήρεμη, κανονική ζωή. Σχεδόν κανονική γιατί τόσο το σπίτι τους όσο και  οι  ίδιοι  ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους - από το χρώμα που βάφουν το κτήριο έως τα ρούχα που φορούν, τον τρόπο που μαγειρεύουν, το πως τρώνε και πως φέρονται μέσα στην οικογένειά τους έως τις εξηγήσεις που δίνουν στην μικρή Ρόρη για τα κακώς κείμενα που αντιλαμβάνεται. Σχεδόν ήρεμη γιατί παρ' όλο που ζουν χαμηλόφωνα και αποτραβηγμένα στα περίχωρα του χωριού, η ύπαρξη τους -ένα ζευγάρι που αγαπιέται πραγματικά- ενοχλεί. Κι έτσι,  δεν θα αποφύγουν την μοίρα που έχουν εκείνοι που τολμούν να βγουν από την πεπατημένη σπάζοντας τα στερεότυπα.  

 
*

- Πραγματεύεστε το θέμα της περιθωριοποίησης από μέρους των ανθρώπων του ανοίκειου και του ακατάληπτου, εκείνου ξεφεύγει από τα στερεότυπα και τις προσδοκίες τους. Μιλήστε μας για την επιλογή ενός τόσο επίκαιρου για την εποχή μας προβληματισμού.

Πιστεύω ότι σε κάθε εποχή οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποβάλλουν το ανοίκειο, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις σταθερές που θα εγγυούνταν τη μακροβιότητα και τη συνεκτικότητα της ομάδας. Σας θυμίζω το «τραγούδι του νεκρού αδελφού» και τις ποικίλες παραλογές του σε όλον τον βαλκανικό χώρο. Ταυτόχρονα οι κοινωνικές ομάδες κατέφευγαν στο ανοίκειο, επικαλούμενοι την παρέμβαση εξωλογικών δυνάμεων που με έναν τρόπο μαγικό θα φρόντιζαν για την αρμονία του κόσμου. Θέλω να πω ότι οι ομάδες χτίζουν την ταυτότητά τους πάνω σε ένα διαρκή διάλογο με το ξένο. Οι κοινωνίες έχουν ανάγκη από το ξένο στοιχείο. Τις ενδυναμώνει και τις συνενώνει η διαφοροποίηση προς το άλλο. Τα φαινόμενα αυτά είναι περισσότερο έντονα σε εποχές ανασφάλειας και σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι προηγούμενες βεβαιότητες είναι πια μετέωρες. Όμως το ξένο πολλές φορές είναι κομμάτι μας, αποβάλλουμε κάτι δικό μας για να μπορέσουμε να γίνουμε αποδεκτοί. Όλοι μας, πιστεύω, έχουμε υπάρξει πάνω από μία φορά στη ζωή μας και Σεωρή και Αλγερία.


- Στο μυθιστόρημά σας τοποθετείτε την αφήγηση στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ενώ η πλοκή εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της ελληνικής επαρχίας. Θεωρείτε ότι οι άνθρωποι σήμερα είναι προετοιμασμένοι να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα όσων συναναστρέφονται;

Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε δύο χρονικές περιόδους: από τα τέλη της δεκαετίας του 60 έως τις πρώτες δεκαετίες του 80, αλλά και στο σήμερα. Πολλά έχουν αλλάξει στην ελληνική κοινωνία στο μεταξύ και κυρίως ο ορισμός του διαφορετικού. Φαινομενικά είμαστε πλέον πιο ανεκτικοί με τους άλλους, θα έλεγα όμως ότι είμαστε λιγότερο ανεκτικοί με τον εαυτό μας. Η Σεωρή θα μπορούσε να είμαστε εμείς οι ίδιοι, ο τόπος του εαυτού μας. Είμαστε περισσότερο αποξενωμένοι με τον εαυτό μας από άλλοτε ίσως.

*

Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να είναι ακόμη ένα κείμενο που στηλιτεύει τον μικρόκοσμο ενός "επηρμένου", "αρχετυπικού" χωριού  στα τέλη της δεκαετίας του '60. Δεν είναι όμως. Πάνε 6 μήνες που το διάβασα και θυμάμαι ακόμη την αύρα μιας  ιστορίας που παρόλη τη σκληρότητά της σε συγκινεί με έναν ιδιότυπα ζεστό, τρυφερό  τρόπο.



Σημείωση: Ο πίνακας είναι το γνωστό "soft melting pocket watch"  ή "η Επιμονή της μνήμης" του Σαλβαντόρ Νταλί. Το απόσπασμα είναι από συνέντευξη της συγγραφέως. Μπορείτε να την διαβάσετε ολόκληρη εδώ

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010





Οι λέξεις είναι πράξεις




"Νομίζω ότι σε χώρες όπου βασικά προβλήματα παραμένουν ανεπίλυτα, όπου η κοινωνία παραμένει τραυματισμένη από βαθύτατες συγκρούσεις - όπως στην Λατινική Αμερική ή γενικά στις χώρες του τρίτου κόσμου - το μυθιστόρημα δεν είναι μόνο μια μορφή διασκέδασης, αλλά υποκαθιστά εκείνο το οποίο οι χώρες αυτές δεν είναι συνηθισμένες να βλέπουν - την πληροφόρηση, για παράδειγμα. Εάν ζεις σε μια χώρα όπου δεν υπάρχει τίποτα παραπλήσιο της πληροφόρησης, συχνά η λογοτεχνία γίνεται το μόνο μέσο για να ενημερωθεί κανείς -λίγο πολύ- για το τι συμβαίνει. Η λογοτεχνία μπορει να είναι επίσης μία μορφή αντίστασης, ίσως ο μόνος τρόπος για να εκφράσει κάποιος την δυσαρέσκειά του ελλείψει πολιτικών κομμάτων. (...) Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει το σημαντικό επακόλουθο να δημιουργεί ελεύθερους, ανεξάρτητους, με κριτική διάθεση πολίτες οι οποίοι δεν μπορούν να χειραγωγηθούν."

Νόμπελ Λογοτεχνίας 2010

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010





Beauty lies
in the eyes of the beholder
2


Ακούγοντας για τις επικείμενες αλλαγές/μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, μια εικόνα από το παρελθόν σφηνώθηκε στο μυαλό μου. Πρέπει να είναι από το 2000 ή 2001 όταν δούλευα σε μια περιοχή αρκετά υποβαθμισμένη τότε. Θυμάμαι πως κάθε φορά που  έφευγα από το φροντιστήριο -έχοντας τελειώσει τις ώρες μου-  έβλεπα έναν μικρό  να κάθεται μακριά από όλα τα υπόλοιπα παιδιά και να περιμένει να τον φωνάξουν για να αρχίσει το μάθημα.  Το παιδί αυτό ήταν σε κακή κατάσταση. Ρούχα και χέρια βρόμικα, το πρόσωπό του δε, γεμάτο με κατακόκκινα σπυριά με κίτρινες  και μαύρες μυτούλες, ήταν μονίμως ερεθισμένο από την απλυσιά και την έλλειψη σωστής διατροφής.  Ή ίσως από μια βεβιασμένη ενηλικίωση στα εννιά του. Είχα ακούσει τα διάφορα σχόλια που κυκλοφορούσαν για την μητέρα του -είχε πάει σε δύο ριάλιτι της τηλεόρασης και έκανε εκτός οθόνης ότι κάνουν εκεί- αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Άλλωστε δεν μπορούσα να κάνω κάτι, δεν ήταν μαθητής μου.  Μου αρκούσε, λοιπόν, το ότι γνώριζα την  αιτία της κατάστασής του.  Όμως, είχα παρατηρήσει ότι παρ' όλη την παραμέληση δεν έλλειπε ποτέ από τα μαθήματα και είχε πάντα μαζί τα βιβλία του. Άγραφα ή μισογραμμένα  δεν θυμάμαι αλλά η σάκα στην οποία τα έβαζε ήταν σε καλύτερη κατάσταση από εκείνο.

Ένα απόγευμα θα αντικαθιστούσα μία συνάδελφο  στο τμήμα της οποίας  ανήκε και ο μικρός.  Φώναξα όλα τα παιδιά, μπήκαμε στην τάξη κι ετοιμάστηκα να ξεκινήσω το μάθημα. Εκείνα όμως δεν έλεγαν να σταματήσουν να κοροϊδεύουν τον μικρό - ξέρετε τώρα, αν θέλουν τα παιδιά να κάνουν πλάκα δεν τα σταματά τίποτα. Ούτε καν η περιέργεια για την καινούργια miss. Προφανώς θεώρησαν ότι θα τους μιλούσα για λίγο μαλακά και ήπια  και  μετά  θα  συνέχιζα με το μάθημα όπως  οι άλλες συνάδελφοι - δλδ δεν θα έκανα τίποτα. Πράγματι, στην αρχή δεν έκανα τίποτα. Καθόμουν απλώς και τα κοιτούσα. Τι στο καλό! Κάποια στιγμή θα σταματούσαν. Θα λειτουργούσε  η αυτορρύθμιση των συγγραμάτων.

Είχαν περάσει ήδη δέκα λεπτά κι εκείνα συνέχιζαν να με αγνοούν και να  πειράζουν ανελέητα τον μικρό. Τότε, με πολύ ψυχραιμία και σοβαρότητα, και κάτι παραπάνω θα έλεγα, τους είπα δυο  κουβέντες με έντονη, αυστηρή  φωνή.  Δεν θυμάμαι ακριβώς ποιές δύο, μπορεί να ήταν και τρεις, μα ό,τι και να τους είχα πει "έπιασε". Σώπασαν αμέσως και δεν έβγαλαν μιλιά για αρκετή ώρα. Εγώ, σαν να μην συνέβη τίποτα, πήγα και κάθησα δίπλα στο θρανίο του μικρού κι αρχίσαμε να διαβάζουμε -εκείνος διάβαζε εγώ διόρθωνα- τις ασκήσεις που είχανε για το σπίτι. Μετά από λίγο, ένας ένας οι υπόλοιποι άρχισαν να  συμμετέχουν  στη συζήτηση που είχα ανοίξει με τον μικρό  λες και ο μικρός ήταν ένας από αυτούς. Ο δε μικρός είχε  μια τόσο περίεργη έκφραση όλη την ώρα στο πρόσωπό του που ακόμη  δεν μπορώ  να προσδιορίσω: έκπληξη; απορία; τρυφερότητα; επιφύλαξη; αποπληξία; Δεν ξέρω. Πάντως, τα μάτια του ήταν ό,τι πιο στρογγυλό, πιο γαλάζιο, πιο αληθινό έχω δει ποτέ στη ζωή μου...



Σημείωση: Η φωτό είναι του Όννικ Κρικόριαν. Τίτλος της "Socially vulnerable child".

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010





Beauty lies 
in the eyes of the beholder


Το "El secreto de sus ojos" είναι ένα θρίλερ που όπως τα περισσότερα του είδους στηρίζεται σ' έναν φριχτό βιασμό και φόνο. Θύμα εδώ είναι μία 23χρονη γυναίκα στο Μπουένος Άιρες του 1974. 25 χρόνια μετά, ο Μπένχαμιν Εσποζίτο, δικαστικός επιθεωρητής, ξανανοίγει τον φάκελο τον οποίο είχε κλείσει τότε δίχως να εξιχνιάσει λόγω ανωτέρας -πολιτικής- βίας. Έχει μόλις συνταξιοδοτηθεί και σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τον άπλετο χρόνο που διαθέτει για να γράψει ένα βιβλίο με αυτό το υλικό.  Σ' αυτό το εγχείρημα θα τον βοηθήσει η εισαγγελέας και φίλη του Ιρένε Μενέντες Χέιστινγκς με την οποία είχαν χειριστεί την υπόθεση και με την οποία είναι από τότε -σαν από πάντα- κρυφά ερωτευμένος. Όπως φαίνεται όμως από τη ροή της ταινίας,  δεν πρόκειται απλώς για την συγγραφή ενός βιβλίου ή την εξιχνίαση ενός φόνου αλλά για κάτι βαθύτερο που έχει σημαδέψει τη ζωή του Μπενχαμιν  και συνεχίζει να τον στοιχειώνει μέχρι και σήμερα. Μέσα από το συνεχές travelling της μνήμης και τα flashback αναδύεται μια ιστορία αγάπης που επιμένει να υπάρχει ανομολόγητη και μετέωρη ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν.

Είναι φορές που αντί της ευθύτητας προτιμούμε έναν πλάγιο δρόμο για να πούμε κάτι σημαντικό είτε στην επαγγελματική είτε στην προσωπική μας ζωή και χρησιμοποιούμε  γι' αυτό μια πρόφαση, συνήθως ένα γεγονός ή μια κατάσταση με τον χειρισμό της οποίας είμαστε εξοικειωμένοι για να έχουμε την αίσθηση της ασφάλειας και την αυτοπεποίθηση ότι  εμείς ορίζουμε την εξέλιξη των πραγμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να μην πληγώσουμε τους άλλους, να αποτρέψουμε δυσάρεστες καταστάσεις ή, βεβαίως, να γλιτώσουμε από προσωπικά Βατερλώ. Κάποιες άλλες φορές, αντίθετα, μας απομακρύνει από τον σκοπό μας ενώ σε κάποιες άλλες πάλι μας συνδέει με το ανεκπλήρωτο. Ο σκηνοθέτης Χουάν Χοσέ Καμπανέλα κινηματογραφεί αυτό το -με την τελευταία έννοια- λοξοδρόμημα με τόσο δεινό τρόπο που απέσπασε το φετινό Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. 

Το όλο στήσιμο της ταινίας πράγματι διαθέτει ένα βαρύ, θα έλεγα, αρτιστίκ αποτύπωμα που αφήνουν τα ολιγόχρωμα πλάνα, οι εσωτερικοί χώροι με την μασίφ ξύλινη επίπλωση και τα κοστούμια της πρωταγωνίστριας με το πλούσιο κόκκινο χρώμα τους. Επιβλητικές είναι οι σεκάνς του δικαστικού μεγάρου του Μπουένος Άιρες, το ίδιο συναρπαστική και η σκηνή του γηπέδου όπου επικρατεί αναταραχή  και η οποία αποδόθηκε με κάμερα στο χέρι. 


Υπάρχουν, επίσης, δύο σεκάνς που  θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι  έργο της εννοιολογικής τέχνης όπως την ορίζει ο Μάικλ Κρεγκ-Μάρτιν: "τόσο απλές που το περιεχόμενό τους μοιάζει προφανές αλλά και τόσο σύνθετες ώστε να παρέχουν μεγάλη ποικιλία για (...) νοητικό παιχνίδι." Βέβαια, οι συγκεκριμένες σεκάνς δεν προσφέρονται για παραπάνω από μια-δυο ερμηνείες μα το μυστικό που περιέχουν παραπέμπει στην αρχή σε κάτι απλό, τετριμμένο. Κι όπως συμβαίνει  και στην πραγματικότητα αυτό που είναι μπροστά μας είναι και το πιο δύσκολο να δούμε. Έτσι,  η εμφάνιση ενός ασήμαντου φωνήεντος αλλάζει την κινησιολογία μιας λέξης και την ζωή του Μπενχαμιν Εσποζίτο. Ή μάλλον  τον υποχρεώνει να αντικρίσει κατάματα τον αληθινό λόγο που επιδιώκει την συνεχή παρουσία της Ιρένε στην ζωή του. 

Το δυνατότερο σημείο της ταινίας είναι η  αφοσίωση  και η εμπιστοσύνη  που δείχνουν ο ένας  στον άλλον  οποιαδήποτε κι αν είναι η σχέση τους - ερωτική ή φιλική, δεν έχει και τόση σημασία. Το  "El secreto de sus ojos"  δεν  φτάνει στο ύψος της "Οι Ζωές των άλλων" -που επίσης ήταν outsider στα Όσκαρ του 2007-   παραμένει ωστόσο μια ταινία που αξίζει πολλά. Διαθέτει μεστές ερμηνείες, κοινωνικό και πολιτικό προφίλ, μυστικά και αργόσυρτο σασπένς που εντείνουν την αδημονία για την εξέλιξη - η αίσθηση του ρυθμού του σκηνοθέτη είναι άριστη. Ούτε μία στιγμή δεν ένιωσα την ανάγκη να σηκωθώ από το κάθισμά μου για να ξεμουδιάσω, πράγμα ασυνήθιστο για μένα που συχνά το μόνο που με κρατά  σχεδόν ακίνητη στην θέση  μου είναι το ότι σε λίγα λεπτά είτε θα κάνει διάλειμμα ή η ταινία θα τελειώσει. 

Τελικά, το μυστικό της ταινίας δεν βρίσκεται μόνο στο βλέμμα της πρωταγωνίστριας ή σ' ένα από  εκείνα των υπόλοιπων κεντρικών ηθοποιών της ταινίας.* Βρίσκεται  λίγο πιο πίσω από τα μάτια,  στην διάθεσή τους -όπως και του καθενός από μας εντέλει-  να δουν κι όχι απλώς να κοιτούν. Κι αυτό είναι όλη η ομορφιά.





Σημειώσεις: * Στα ισπανικά, το κτητικό επίθετο "sus"  δεν έχει αριθμό κι έτσι ερμηνεύεται ανάλογα με τα συμφραζόμενα είτε ως "του/της" είτε ως "τους". 2) Η μεσαία εικόνα είναι μεταξωτυπία του Michael Craig-Martin από την πρόσφατη δουλειά του "Αλφάβητο". Έχει τίτλο "A is for Umbrella". Ο καλλιτέχνης εκθέτει την δουλειά του (24.09 - 17.12.2010)  στην γκαλερί gagosian της Αθήνας.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010


Διαβάζοντας την σύνοψη στο οπισθόφυλλο του "Κάτι θα γίνει, θα δεις" (Πόλις, 2010) αντιλαμβάνεσαι ότι δεν πρόκειται για ένα ευχάριστο βιβλίο. Το ακριβώς αντίθετο, μάλιστα.

Ένας πατέρας που δεν έχει χρήματα να αγοράσει ένα κομμάτι ψωμί για το παιδί του, η Έλλη, που τρώει το σιμιγδαλένιο ομοίωμα του πρώην της, ο Γιάννης με το αυτοσχέδιο πλακάτ που κατεβαίνει στην πιο αποτυχημένη  απεργία από καταβολής κόσμου για να τιμήσει τον φίλο του που σκοτώθηκε εν ώρα εργασίας,  ένας νεαρός  που έχει πρότυπό του τον  μολυβένιο στρατιώτη του παραμυθιού, ο Μιχάλης, που ονειρεύεται να ταξιδέψει μέχρι την Ισπανία και να ζήσει εκεί με τον δυνατό ήλιο και τους στίχους του αγαπημένου του Ερνάντεθ αλλά μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή δουλεύει φτιάχνοντας παγάκια, ο μετανάστης και η Ελληνίδα φίλη του που κολλούν τα χέρια τους με λόγκο για να αποτρέψουν την απέλαση του νεαρού κι έτσι να μείνουν μαζί... 

Δεκαέξι ιστορίες για τους ανθρώπους που κατοικούν στα Μανιάτικα, τη Δραπετσώνα, τη Νίκαια, τα Καμίνια - συνοικίες που δεν  τις ξέρω παρά μόνο μέσα από στίχους παλιών λαϊκών τραγουδιών του '70 και του '80. Τις περπάτησα  όμως μέσα στις σελίδες των διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου και πήρα μια δυνατή, πρώτη ιδέα. 

Αν και δημοσιογράφος στο επάγγελμα ο Χρήστος Οικονόμου καταφέρνει, κατά τη γνώμη μου, με ετούτο το δεύτερο βιβλίο του να αναδειχθεί σε συγγραφέα/λογοτέχνη ολκής για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η γλώσσα του που είναι ρεαλιστική και ρέουσα με μια υποδόρια συμπόνοια (όχι με την έννοια του οίκτου αλλά με εκείνη της βαθιάς συναισθηματικής κατανόησης και αποδοχής) για τους πρωταγωνιστές του που συγκινεί. Μου θύμισε τα γραπτά  της Λένας Κιτσοπούλου όπου κι εκείνη χρησιμοποιεί καθημερινές λέξεις, γυμνές από κάθε καλολογικό στοιχείο και δηθενιά.  Ο δεύτερος είναι το ότι επαναφέρει στη λογοτεχνία εκείνο με το οποίο θα έπρεπε να είναι ο βασικός κορμός της σχεδόν απαρέγκλητα - η υπεράσπιση του αδύναμου, του φτωχού, του περιθωριοποιημένου. Όπου περιθώριο  βλ. σήμερα όλους εκείνους που είναι αποκλεισμένοι από κάθε εκδοχή του σύγχρονου.  Οι σύγχρονοι Άθλιοι του Πειραιά, που υπάρχουν βέβαια και αλλού, μπορεί να έχουν αυτοκίνητα και κινητά έχουν όμως επίσης κι ένα αβέβαιο μέλλον που χρωματίζεται μελανά από την ανεργία, την αδικία, τα χρέη και τους νόμους που μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για να υπερασπιζονται μόνο τους λίγους - μ' αυτή την έννοια, το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και πολιτικό.

Σίγουρα τούτη η συλλογή διηγημάτων δεν διαβάζεται ελαφρά τη καρδία και σίγουρα όχι εν μέσω καύσωνα όπως συνέβη μ' εμένα μα το συγκεκριμένο είναι ένα βιβλίο που  μου δωρίστηκε.  Όχι μόνο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά. Ένας κύριος με τον οποίο ανταλλάξαμε δύο βιβλιοφιλικές κουβέντες μπροστά στις προθήκες, έκανε την κίνηση και μου το χάρισε! Έτσι, out of the blue.

Yπήρξαν στιγμές που ήθελα να το αφήσω αλλά δεν το έκανα γιατί οι ιστορίες του μπορεί να είναι πολύ στενόχωρες έως "μαύρες" ωστόσο, δεν  σε καταβαραθρώνουν. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούν μέσα στις σελίδες του βιβλίου αντέχουν μια πραγματικότητα που είναι το ίδιο απεχθής με την πιο νατουραλιστική απεικόνιση της τέχνης. Ωστόσο, κανείς τους  δεν διανοείται να μεταθέσει, να υποσκελίσει, να υπερπηδήσει  το όριο της αξιοπρέπειας. Όλοι τους συνεχίζουν να ζουν μέχρι εκεί που θα τους οδηγήσουν οι αντοχές τους έχοντας εμπιστοσύνη σε κάτι αδιευκρίνιστο που όμως φαίνεται τους συντηρεί. Προφανώς, "υπακούουν"  σ' αυτό που είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ: If you're going through hell, keep going. Αν μη τι άλλο, μόνο στο σκοτάδι μπορείς να δεις τα άστρα, σωστά;