Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα document. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα document. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

 




Τα παιδιά, η μουσική

κι ένα Όσκαρ




Το Λος Άντζελες είναι η δισκογραφική πρωτεύουσα του κόσμου. Η Διεύθυνση Παιδείας της συγκεκριμένης περιφέρειας (Los Angeles Unified School District) παρέχει δωρεάν επισκευασμένα μουσικά όργανα στους μαθητές της – μία από τις ελάχιστες Γενικές Διευθύνσεις Παιδείας στην Περιφέρεια που απομένουν κι επιμένουν να το κάνουν αυτό.  

Σε μία κοινή αποθήκη  στην καρδιά του L.A., μία φούχτα αφοσιωμένοι τεχνίτες επισκευάζουν πάνω από 80.000 μουσικά όργανα μαθητών – είναι το μεγαλύτερο εργαστήριο του είδους στην Αμερική που παρέχει αυτή την υπηρεσία, συνεχόμενα από το 1959. Για να έχετε ένα μέτρο για την σημαντικότητα αυτής της κίνησης σκεφτείτε την παιδική/νεανική ορχήστρα της Βενεζουέλας Simón Bolívar ή, όπως είναι πιο γνωστή, El Sistema και τον κοινωνικό αντίκτυπό της. 

Ο Chris Bower, ένας από τους δύο σκηνοθέτες του The Last Repair Shop, ντοκιμαντέρ μικρού μήκους υποψήφιο στην κατηγορία του για τα φετινά Βραβεία της Ακαδημίας, το οποίο γυρίστηκε στην συγκεκριμένη αποθήκη, λέει: "Ως ένα από τα εκατομμύρια παιδιά που αποφοίτησαν από την Unified School District του Los Angeles, περνούσα κάθε στιγμή που μπορούσα με το πιάνο του σχολείου. Εκεί βρήκα ένα ασφαλές μέρος, εκεί βρήκα την φωνή μου. Αυτές ήταν οι θεμελιώδεις στιγμές που με ώθησαν στην σχολική μπάντα. Στο Τζούλιαρντ. Στα Όσκαρ. Να εκπληρώσω τα πιο τρελά μου όνειρα και να γνωρίσω τους ήρωές μου ως μουσικός και συνθέτης μουσικής ταινιών."




Στο φιλμ μερικά από αυτά τα αμερικανάκια που χρησιμοποιούν τα μεταχειρισμένα κι επισκευασμένα  μουσικά  όργανα  στο σχολείο τους δίνουν –εμβόλιμα στην κεντρική αφήγηση– την δική τους, προσωπική, αντίληψη για την ενασχόλησής τους με την μουσική. Εμβόλιμα διότι τα σαράντα λεπτά της ταινίας είναι ουσιαστικά για τέσσερις χαρακτήρες που εργάζονται στο Τελευταίο Κατάστημα Επισκευών και τις ζωές τους, οι οποίες –χαλασμένες κι επισκευασμένες, όπως και των μουσικών οργάνων που περνούν από τα χέρια τους– είναι αφιερωμένες στο να προσφέρουν κάτι (πολύ) περισσότερο από τις επισκευές και την μουσική των οργάνων στα παιδιά των σχολείων του μεγαλύτερου δισκογραφικού κέντρου του κόσμου.




Δείτε το. 

Κέρδισε το φετινό Όσκαρ Ντοκιμαντέρ Μικρού Μήκους.







Σημειώσεις: Το εικαστικό είναι η "Παιδική Χορωδία" του Γεωργίου Ιακωβίδη. Οι δύο φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από την ταινία.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

 





Προς τις Παρισινές Κυρίες,

    






     Μία κόρη απλή, μεγαλωμένη σ' ένα βράχο, θρεμμένη μεσ΄ στη θλίψη μη αναπνέοντας παρά τον αέρα του πατριωτισμού, θα ακουσθεί άραγε από ένα πλήθος κυριών βυθισμένων στις απολαύσεις της ζωής, τριγυρισμένων, από τα παιδικά τους χρόνια, απ' όλα τα θαύματα του ανθρωπίνου πνεύματος, τις ωραίες τέχνες και τις πολυτέλειες, συνηθισμένων στην κομψότητα των τρόπων, στον αττικισμό του λόγου; Τόση αντίθεση στον τρόπο της ζωής μας μπορεί τάχα να βοηθήσει στην συνεννόησή μας, και δεν κινδυνεύω να γελοιοποιηθώ αν μιλήσω για την επαναστατημένη ηρωϊκή μου πατρίδα σε γυναίκες που δεν ξέρουν ν' ασχολούνται παρά μόνο με τις επαναστάσεις της μόδας;

     Μήπως, αγαπητές Παρισινές, με προδιέθεσαν κακά εναντίον σας;  (...)

    Οι Έλληνες γεννημένοι φιλελεύθεροι  μόνο στον εαυτό τους θα οφείλουν την ελευθερία τους. Ώστε δεν επικαλούμαι τη μεσολάβησή σας για να διαθέσετε τους συμπατριώτας σας στο να μας στείλουν βοηθήματα, αλλά μόνο στο να τους μετατρέψετε την ιδέα του να στείλουν βοηθήματα στους εχθρούς μας. (...)

    Ναι, το πιστεύω πως η Γαλλία δεν θα επέμβει στις διαμάχες μας με τους βαρβάρους, παρά για να δώσει τέλος σ' ένα πολύ αιματηρό αγώνα. Νέα Ρώμη, θα διακηρύξει τον ελευθερία της Ελλάδας, θα εξακολουθήσει τον αθάνατο ρόλο που έπαιξε τότε κατά την ανεξαρτησία της Αμερικής του Βορρά και θα σταθεί στην πρώτη γραμμή των Εθνών, σ΄ αυτή την υψηλή γραμμή που της αξίζει ένεκα των τόσων τίτλων της... Μ΄ αυτό τον τρόπο οι επευφημίες της αναγεννημένης Ελλάδας θα χαιρετήσουν τη Γαλλία, τη διαιτήτρια του κόσμου και την χορηγό της ειρηνικής ελευθερίας των λαών."








Σημείωση: Τα πιο πάνω αποσπάσματα είναι από την επιστολή της σπουδαίας Μαντώς Μαυρογένους και είναι αντλημένα από σχετικό άρθρο της Αθηνάς Ταρσούλη στη Νέα Εστία [τομ. 79, τ/χ.929, (1966), σελς 392-393]. Η κυρίως επιστολή είναι μακροσκελέστατη αλλά το άρθρο παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία. Αξίζει να το διαβάσετε γιατί δείχνει  την  κοινωνική κατάσταση της εποχής και το περιβάλλον όπου κινούταν η Μαυρογένους όσο ζούσε στην Γαλλία ενώ περιγράφει, σε πλήρη αντίστοιξη, τις συνθήκες που επικρατούν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Με τον διπλωματικό λόγο της, που σε σημεία γίνεται δεικτικός,  η ελληνίδα αγωνίστρια επικαλείται τόσο τα συναισθήματα όσο και την λογική των ακροατριών της  ώστε να βοηθήσουν τους Έλληνες. Την επιστολή αυτή η Μαντώ την εμπιστεύτηκε σε δύο γάλλους αξιωματικούς που την παρέδωσαν στον J. Ginouvier κι εκείνος το δημοσίευσε το 1825 στο βιβλίο του "Mavrogenie ou l' héroïne de la Grèce".

Η ηρωίδα του Εικοσιένα έστειλε και στις γυναίκες της Αγγλίας μία επίκληση για τον αγώνα της Ελλάδας, γραμμένη σε εντελώς διαφορετικό ύψος την οποία ωστόσο δεν μπόρεσα να εντοπίσω.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020











The Importance of Beauty






Μία από τις ηγετικές  φυσιογνωμίες του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, ο Wim Wenders εκτός από ταινίες σκηνοθετεί και ντοκιμαντέρ. Στο πιο πρόσφατο "Αλάτι της Γης" (2014) αφηγείται την ζωή και το έργο ενός εμβληματικού φωτογράφου, του βραζιλιάνου Sebastião Salgado – μία εκπληκτική και συναρπαστική ταινία υψηλής αισθητικής και ηθικής που ωστόσο θέτει κι ένα εξίσου υψηλό παράδοξο. 

Γεννημένος το 1944 στην Βραζιλία, σε μια σχετικά εύπορη αγροτική οικογένεια, ο Σεμπαστιάο Σαλγκάδο σπουδάζει οικονομικά στο πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο. Το 1969 γίνεται πραξικόπημα στη χώρα και ο Σεμπαστιάο –παντρεμένος ήδη με μια νεαρή μουσικό και δασκάλα, τη Λέλια–  αυτοεξορίζεται  στην Γαλλία μαζί με άλλους εκπατρισμένους από τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Εκεί, συνεχίζει τις σπουδές του. Το 1973 εγκαταλείπει την δουλειά του ως οικονομολόγος στον Παγκόσμιο Οργανισμό Καφέ για να αφοσιωθεί στο πάθος του – την φωτογραφία. Το 1979 εντάσσεται στο δυναμικό μεγάλων πρακτορείων ως φωτορεπόρτερ και κερδίζει μεγάλη αναγνωρισιμότητα όταν φωτογραφίζει την απόπειρα δολοφονίας του αμερικανού προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν. Πέντε χρόνια αργότερα δημιουργεί το δικό του πρακτορείο με βασικό συνεργάτη τη σύζυγό του Lélia Wanick Salgado με την οποία σχεδιάζουν και οργανώνουν την εκάστοτε, μακροχρόνια συνήθως, φωτογραφική  αποστολή του. Ωστόσο, αυτό που ξεκινά ως μία εξερεύνηση γνώριμων τόπων καταλήγει μια φωτογραφική μαρτυρία μερικών από τα πιο σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας: η εκμετάλλευση των εργατών στα χρυσορυχεία της Σέρρα Πελάδα και οι κοινωνικές αναταραχές στην Λατινική Αμερική· η πυρπόληση των πετρελαιοπηγών στo Κουβέιτ, ο χρόνιος λιμός στην Αιθιοπία, ο εκτοπισμός πληθυσμών στην Κροατία και την Ρουάντα στην οποία έζησε την γενοκτονία της φυλής Τούτσι.  



Κινηματογραφικός δημιουργός και δραστήριος φωτογράφος ο ίδιος, ο Βιμ Βέντερς χειρίζεται την οπτική αφήγηση με την ίδια προσοχή που το κάνει κι ο Σεμπαστιάο Σαλγάδο - οι σκηνές εναλλάσσονται μεταξύ του έντονου ασπρόμαυρου και των έγχρωμων καρέ τα οποία μεταδίδουν στον θεατή την αίσθηση του παρόντος και προσδίδουν μια σύγχρονη, αισιόδοξη ίσως χροιά στην κινηματογράφηση την οποία συνυπογράφει ο Juliano Ribeiro Salgado, γιος του Σεμπαστιάο και της Λέλια. Οι δύο σκηνοθέτες περιγράφουν τις προσωπικές τους εμπειρίες με τον σπουδαίο φωτογράφο χωρίς ωστόσο να υπερκαλύπτουν την προσωπικότητα ή το έργο του. "The Other Americas", "Sahel", "Workers", "Migrations" – τα πολυσέλιδα άλμπουμ που εμφανίζονται στην ταινία και όπου το έντονο, αισθητικά εξαίρετο, ασπρόμαυρο με το ανεπαίσθητο ντεγκρατάρισμα σε ασημί απεικονίζει τις συνθήκες εξαθλίωσης της ανθρώπινης φύσης, την φρίκη και την απόλυτη οδύνη των ανθρώπων.

Η ομορφιά στην υπηρεσία του Κακού. Αυτό το παράδοξο θύμωσε την Σούζαν Σόνταγκ  η οποία στο "Παρατηρώντας τον πόνο του άλλου" κατηγορεί τον Σ.Σ. για αισθητικοποίηση του Κακού, συνθήκη η οποία διαβάλλει την όποια πρόθεση της φωτογραφίας και το νόημά της υποβιβάζοντάς τη, από ντοκουμέντο, σε μία όμορφη εικόνα και μόνο, ενώ ταυτόχρονα καθιστά τους θεατές απλώς θαυμαστές του Ωραίου που, επιπλέον, ίσως νοιώσουν ντροπή κι ενοχή στην σκέψη  ότι βρίσκουν την φωτογραφία όμορφη. Ωστόσο, ο "φωτογράφος που ειδικεύεται στην παγκόσμια εξαθλίωση", όπως τον αποκάλεσε η Σόνταγκ  κατάφερε να τραβήξει την προσοχή της παγκόσμιας κοινότητας όχι μόνον με την αισθητική τελειότητα του έργου του αλλά κυρίως με την ικανότητά του να συλλαμβάνει την εσώτερη δύναμη και αξιοπρέπεια ακόμα και του πιο εξαθλιωμένου θέματός του δημιουργώντας έτσι ισχυρές νοηματικές αντιστοίξεις που παραπέμπουν ευθέως σε μια εις βάθος κατανόηση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και σε ένα σαφές κι εύστοχο μήνυμα. Όπως σ' αυτό το μισόγυμνο παιδί που ατενίζει  αγέρωχο την έρημο· ή, σ' ετούτη την αποστεωμένη μητέρα που κατευθύνεται με σεβάσμια στωικότητα σε στρατόπεδο επισιτισμού στην Αιθιοπία.  

"Δεν είναι εύκολο να αποφύγεις την παγίδα της οφθαλμοπορνείας," λέει ο Βιμ Βέντερς. "Επιτυγχάνεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα αναπτύξεις μία καλή επικοινωνία με τους ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά στον φακό, θα μπεις πραγματικά στην ζωή τους και στην κατάσταση που βιώνουν. Πολλοί λίγοι φωτογράφοι το πετυχαίνουν αυτό. Ο Σεμπαστιάο περνάει χρόνο με τους ανθρώπους που φωτογραφίζει, ζει μαζί τους, συναισθάνεται την κατάστασή τους και μοιράζεται τις ζωές αυτών των ανθρώπων όσο περισσότερο γίνεται. Κάνει αυτή την δουλειά για τους ανθρώπους, για να τους δώσει φωνή. Οι φωτογραφίες που παίρνονται στο πόδι, με "ντοκιμαντερίστικο" ύφος δεν μπορούν να μεταδώσουν αυτά τα πράγματα."



Το "Αλάτι της γης" είναι ένα δυναμικό παζλ από σκηνές φωτορεπορτάζ, παρασκήνια, συνεντεύξεις, εκπληκτικά στιγμιότυπα και οδυνηρές αναμνήσεις που αντλούνται από το πολύτιμο έργο του Σαλγάδο.  Είναι συγκολονιστικό να ακούς την χαμηλής έντασης φωνή του να αφηγείται με voice-over τις συνθήκες δημιουργίας που τελικά τον κατέβαλλαν – μετά τις αποστολές στην Αιθιοπία και την Ρουάντα περιήλθε σε μια κατάσταση βαθιάς απογοήτευσης, ματαιότητας και άρνησης της ζωής. "Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μία ιστορία τρέλας. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε άγρια (ferocious) ζώα, απαίσια" ομολογεί. Σε αυτό το σημείο γίνεται περισσότερο εμφανής η προσωπικότητα και η συμβολή της Λέλια Βάνις Σαλγάδο – ως αντίδοτο στην κατάθλιψη προτείνει την επιστροφή στην πατρική φάρμα του Σεμπαστιάο στην Βραζιλία. Στην ταινία, αφηγείται η ίδια το πως εργάστηκαν με επιμονή για την αποκατάσταση του εντελώς άγονου τόπου ο οποίος, από το 1998, έχει μετατραπεί σε έναν μοναδικό  για τα παγκόσμια χρονικά εθνικό δρυμό. Και πως, μέσω του Ινστιτούτου Τέρρα που ίδρυσαν, φροντίζουν για την διατήρησή του δάσους και προωθούν την περιβαλλοντική εκπαίδευση, την αναδάσωση και, γενικώς, την προστασία του περιβάλλοντος. Στο περιβάλλον θα επιστρέψει ο Σεμπαστιάο για μία ακόμη φωτογραφική αποστολή – το "Genesis", που παρουσιάζεται επίσης στην ταινία, είναι μία εξερεύνηση πρωτόγονων τοπίων, ζώων και φυλών που έχουν επιβιώσει αναλλοίωτα στον σύγχρονο πολιτισμό.  



Ξεκίνησα να γράφω γι' αυτήν την πανέμορφη ταινία που σε κατατρύχει, στο τέλος, ωστόσο, θα καταφύγω σε ένα βιβλίο. Ένα λεύκωμα με το οδοιπορικό του σπουδαίου φωτογράφου που προέκυψε από την συνεργασία του με την γαλλίδα δημοσιογράφο Ιζαμπέλ Φρανκ. Το "Από τη γη μου στη Γη" (μτφρ. Κατερίνας Σχινά – Στερέωμα, 2016θα μπορούσε να είναι η έντυπη εκδοχή της ταινίας αλλά είναι κάτι περισσότερο – περισσότερος λόγος  και περισσότερες λεπτομέρειες για την φωτογραφία και την πλούσια σε εμπειρίες ζωή του Σαλγάδο· την φιλοσοφία του για τους ανθρώπους και τον κόσμο· για το σήμερα. Σε κάποιο σημείο λέει: "Ανησυχώ παρατηρώντας ότι σχεδόν κάθε τεχνολογικό επίτευγμα, τελικά, μας απομονώνει. Καθώς συνεχίζεται η τεχνολογική εξέλιξη, ο καθένας μας καθίσταται ικανός να κάνει ολοένα και περισσότερα μόνος, στη γωνιά του. Ωστόσο, η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια ιστορία συλλογικότητας." Κι αυτός είναι ο λόγος που μόνη της η Ομορφιά δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο.

Τα έργα τέχνης που είναι βουτηγμένα στην αλήθεια, λέει ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, και μας παρουσιάζονται με τρόπο ζωντανό θα μας αρπάξουν την προσοχή, θα μας προσελκύσουν στον ίδιο χαρακτήρα τους με μεγάλη δύναμη και θα εντυπωθούν γερά στη μνήμη μας. Χρειάζεται όμως να συνδυαστούν με κείμενα, ταινίες και με την εστιασμένη δράση ανθρωπιστικών οργανώσεων ώστε να γίνουν μέρος ενός ευρύτερου κινήματος καταγγελίας της βίας, του αποκλεισμού, της περιβαλλοντικής καταστροφής – ώσμωση που δεν είναι ορατή με την πρώτη και παίρνει χρόνο και μόχθο, όπως αποδεικνύουν τα δύο πιο πάνω έργα. 

Ποιος είπε ότι η Ομορφιά, ή η επιδίωξή της, είναι κάτι απλό;
Είναι όμως αναγκαίο.






Πέμπτη 23 Απριλίου 2020










Παγκόσμια ημέρα βιβλίου

σήμερα 







"...και ξεφυλλίζοντας ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, το «Αδριανού Απομνημονεύματα» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, πέφτω πάνω στη φράση: «Αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία».

Μέσα σε λίγα λόγια, η συγγραφέας κατορθώνει να αποτυπώσει τον τρόπο με τον οποίο άσκησε την εξουσία ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας που δεν θέλησε να γίνει θεός γιατί εκτιμούσε απεριόριστα τον άνθρωπο μέσα του, ούτε και Καίσαρας, γιατί θεωρούσε, ως το τέλος, τον εαυτό του «υπάλληλο του Κράτους». Να συλλάβει, καθώς γράφει η ίδια η Γιουρσενάρ, «μια ζωή γνωστή, συμπληρωμένη, καθορισμένη από την Ιστορία» και να μας κάνει κι εμάς συμμετόχους της.

Αυτό δεν είναι η λογοτεχνία; Αυτό δεν είναι η ανάγνωση; Μια βαθιά σχέση με τον εαυτό μας και μια σύνδεση με τον εσωτερικό μας κόσμο. Γινόμαστε πολλοί όταν διαβάζουμε, μετέχουμε με χίλια πρόσωπα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Αρχίζουμε να συνομιλούμε με τον συγγραφέα και να κατανοούμε τι σημαίνει ο άλλος, ο διαφορετικός από μας. Και βέβαια συσχετίζουμε τα βιβλία που αγαπήσαμε με στιγμές από τη ζωή μας: ένα ταξίδι με πλοίο, μια πολύωρη αναμονή σ’ ένα σταθμό, μια μακρινή παραλία, μια μοναχική βραδιά, γόνιμες κουβέντες με φίλους."











Σημείωση: Το πιο πάνω απόσπασμα, όπως και η φωτογραφία της ανάρτησης, είναι από το σημερινό διάγγελμα της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου με αφορμή την σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το μήνυμα εδώ

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016











True Storyline





Μία παρεξήγηση ήταν αρκετή για να προκαλέσει χιονοστιβάδα εξελίξεων.  (...)

Βερολίνο, συνοριακό φυλάκιο Μπόρνχόλμερ Στράσσε. Ο κόσμος αρχίζει να καταφθάνει από την πλευρά του Ανατολικού Βερολίνου γύρω στις 8:30 το ίδιο βράδυ για να διαπιστώσουν το “νέο δικαίωμα  ελεύθερης μετακίνησης”. Κάποιοι απαιτούν από τους συνοριοφύλακες  να τους αφήσουν να περάσουν απέναντι, άλλοι έχουν μόλις καταφθάσει να δουν τι συμβαίνει. Οι συνοριοφύλακες είναι εντελώς στα χαμένα και δεν έχουν ιδέα τις τους επιφυλάσσει η συνέχεια. Δεν υπάρχουν διαταγές, καμία πληροφόρηση. Τα υπουργεία δεν είναι, επίσης, σε θέση να δώσουν την οποιαδήποτε πληροφορία. Το πλήθος μεγαλώνει λεπτό το λεπτό. Πιέζει την μπάρα, πιέζει για ελευθερία. Μπορούν ήδη να ακουστούν κραυγές που απαιτούν  το άνοιγμα των συνόρων. Τα αυτοκίνητα κάνουν ουρά στην Μπόρνχόλμερ Στράσσε. Τα σημεία ελέγχου στις Ινβάλιντστράσσε και Σόνενάλλε αναφέρουν  βίαιες επιθέσεις. Δεν υπάρχει πλέον λόγος να περιμένουν  και να προσπαθούν να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους. Καθώς εντείνεται η κατάσταση, ο υπολοχαγός Τζάγκερ, επικεφαλής επόπτης σε υπηρεσία στο σημείο ελέγχου στην Μπόρνχόλμερ Στράσσε, ζητά οδηγίες  από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας. Σε κάποιους, ελάχιστους, πολίτες δίνεται η άδεια να βγουν από την χώρα και εκπατρίζονται μυστικά. Φεύγοντας, τα χαρτιά τους σφραγίζονται  άκυρα.

Παρ’ όλα αυτά, η πίεση δεν σταματά.  Το αντίθετο. «Ανοίξτε την πύλη! Ανοίξτε την πύλη!» απαιτεί το πλήθος σθεναρά. Ο Τζάγκερ ανησυχεί ότι ο κόσμος θα επιτεθεί στους συνοριοφύλακες και αρχίζει να φοβάται για την ζωή των υφισταμένων του. Στις 10:30 το βράδυ, ανακαλεί το προσωπικό ασφαλείας. «Τώρα, θα πλημμυρίσουμε!» λέει στους επόπτες του και ενεργώντας με δική του εξουσιοδότηση, σηκώνει την μπάρα. 

Η στιγμή που όλοι ποθούσαν τόσον καιρό είχε επιτέλους φθάσει. Το Τείχος πέφτει. Χιλιάδες άνθρωποι ξεχύνονται  προς το Δυτικό Βερολίνο. Λίγο  αργότερα, οι μπάρες στις  συνοριακές πύλες  στη Σόννενάλλε και στην Ινβάλιντενστράσσε ανοίγουν επίσης, και μέχρι τα μεσάνυχτα ακόμα και το σημείο ελέγχου “Τσάρλι” (σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου, για κάποιους η μόνη δίοδος προς  την ελευθερία) είναι ανοιχτό. Ο κόσμος που διασχίζει την λευκή συνοριακή γραμμή είναι συγκλονισμένος. Φωνάζουν, ζητωκραυγάζουν, επαναλαμβάνουν με κραυγές δυσπιστίας: «Τρέλα!».  Στην άλλη πλευρά, τους υποδέχονται οι Δυτικογερμανοί. Ολόκληρη η νύχτα είναι μία απέραντη γιορτή με σαμπάνια κι εντελώς ξένους μεταξύ τους ανθρώπους να αγκαλιάζονται και να συμπαραστέκονται ο ένας στον άλλο. Μία αξέχαστη νύχτα. 

Κανείς δεν μένει στους κανόνες. Ακόμη και στην Πύλη του Βραδενβούργου μπορούσες να δεις αρκετούς ανθρώπους στις 11:30 τη νύχτα  να ξεφλουδίζουν το κάτω μέρος του Τείχους από την Δυτική πλευρά. Οι στρατιώτες που βρίσκονται στα σύνορα χρησιμοποιούν μάνικες για να τους σταματήσουν αλλά ακόμα κι αυτοί ενδίδουν στην δυνατή επιθυμία του λαού για ελευθερία. Τώρα, ακόμα και οι Δυτικογερμανοί περνούν την μπάρα και κατευθύνονται προς την Πύλη. 

Το επόμενο πρωί το Βερολίνο ξυπνά και ο ήλιος λάμπει ακόμα μία φορά αλλά τίποτα δεν είναι όπως ήταν. Πολλοί, ανυποψίαστοι για  το τι είχε συμβεί  την προηγούμενη νύχτα, ανοίγουν την τηλεόρασή τους κι αντικρίζουν χιλιάδες χαρούμενους ανθρώπους  πάνω στο Τείχος, στο σημείο που βρίσκεται στην Πύλη του Βραδενβούργου,  να γιορτάζουν την Πτώση του. Είκοσι οκτώ χρόνια μετά την ανέγερση του Τείχους, ο εφιάλτης έχει λήξει. Το όνειρο έγινε πραγματικότητα.  Το Βερολίνο βρίσκεται και πάλι σε ακραία κατάσταση. Ο ρυθμός με τον οποίο οι επισκέπτες από την Ανατολική Γερμανία καταφθάνουν δεν επιβραδύνεται καθόλου.  Η πόλη  βυθίζεται σε ένα χαρούμενο ζωντανό χάος,  και για εβδομάδες το Τείχος θα παραμείνει αποκλειστικά στα χέρια αυτού του πλήθους. Αν και έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους, η αστυνομία και των δύο πλευρών, δεν είναι εύκολο να αποτρέψουν τα πιο θορυβώδη άτομα από το να καταστρέψουν το τσιμεντένιο τείχος.  Δημιουργούνται σκηνές που πριν από λίγες ημέρες κανείς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί.  Στις 12 Νοεμβρίου 1989, όταν η πρώτη επίσημη νέα συνοριακή πύλη ανοίγει στο Πότσνταμερ Πλατς, ο συνοριοφύλακας της ΛΔΓ χαιρετά τον ομοσπονδιακό  πρόεδρο Ρίτσαρντ βον Βάιζσακερ με τα εξής λόγια: «Κύριε Πρόεδρε, κανένα επεισόδιο προς αναφορά!». 

Στις 22 Δεκεμβρίου, η Πύλη του Βραδενβούργου επιτέλους, ανοίγει.

Και το Τείχος;  Μετά τον θρίαμβο των “απελευθερωμένων”, στην κυριολεξία γίνεται σκόνη. Ο κόσμος αρχίζει να πελεκά το μπετόν και να αποσπά κομμάτια. Κι ενώ οι πολιτικοί και στα δύο γερμανικά κράτη προετοιμάζουν την επανένωση, το κατασκεύασμα παύει πια να προκαλεί φόβο. Τα κομμάτια του Τείχους γίνονται ανάρπαστα σουβενίρ.








Σημείωση: Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από δημοσιογραφικό άρθρο που βασίζεται σε μαρτυρίες. //  Τα κομμάτια του Τείχους του Βερολίνου φωτογραφήθηκαν από την βραβευμένη ανταποκρίτρια των The Sunday Times Christine Toomey. 

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016













Presiding Question




     "Είστε από εκείνους που ανησυχούν επειδή ο κόσμος δεν διαβάζει πια μυθιστορήματα; Θεωρείτε πως αυτό έχει αντίκτυπο στην κουλτούρα μας; Όταν σκέφτομαι με ποιόν τρόπο κατανοώ τον ρόλο μου ως πολίτη, αφήνοντας κατά μέρος το ότι είμαι πρόεδρος, και τις πιο σημαντικές αντιλήψεις που εισέφερα σ' αυτή τη θέση του πολίτη, πιστεύω πως τα πιο σημαντικά πράγματα που έμαθα τα έμαθα από τα μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημα έχει να κάνει με την ενσυναίσθηση. Έχει να κάνει με το να αισθάνεσαι άνετα με την ιδέα ότι ο κόσμος είναι πολύπλοκος, γεμάτος γκρίζες ζώνες, και παρ' όλα αυτά υπάρχει αλήθεια εντός του, υπάρχει αλήθεια που πρέπει να βρεθεί κι εσύ είσαι υποχρεωμένος να αγωνιστείς γι' αυτήν, να εργαστείς γι' αυτήν. Να αισθάνεσαι άνετα με την ιδέα ότι είναι πιθανό να συνδεθείς με κάποιον άλλον, όσο διαφορετικός κι αν είναι από σένα. 
          Κι έτσι αναρωτιέμαι, όταν κάθεστε εκεί, γράφοντας με το χέρι -με τον ακατάστατο, μερικές φορές, γραφικό σας χαρακτήρα-, αναρωτιέμαι αν αισθάνεστε ότι η κουλτούρα της ανάγνωσης είναι τόσο κυρίαρχη και σημαντική στη ζωή των ανθρώπων όσο ήταν, ας πούμε, όταν ήσασταν κοριτσάκι στο Αϊνταχο, ή νιώθετε ότι η φωνή των βιβλίων έχει κατατροπωθεί και σαρωθεί από πιο φανταχτερούς τρόπους να περνάει κανείς τον καιρό του."


  




Σημειώσεις: Το απόσπασμα είναι από την συζήτηση της Marilynne Robinson με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Barack Obama  η οποία βρίσκεται ως επίμετρο (το ένα από τα δύο που περιλαμβάνει η έκδοση) στο πρόσφατο μυθιστόρημα της αμερικανίδας συγγραφέως "Λάιλα" (μετάφραση Κατερίνας Σχινά - Μεταίχμιο, 2016). // Η φωτογραφία είναι το εισιτήριο του αμερικανού προέδρου στην βιβλιοθήκη της Αϊόβα όπου έλαβε χώρα η συζήτηση.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016







Ο εφιάλτης

στο όνειρο




Θα παραφράσω λίγο τον Francis Bacon - εκείνος μιλούσε για την ομορφιά όταν είπε ότι το καλύτερο μέρος της είναι εκείνο που καμμία εικόνα δεν μπορεί να εκφράσει. Το ίδιο ωστόσο ισχύει και για την φρίκη - το χειρότερο μέρος της φρίκης είναι εκείνο που καμμιά εικόνα δεν μπορεί να εκφράσει. Γι' αυτό, ενδεχομένως, ο Ισπανός Jorge Semprún, που επέζησε του Ολοκαυτώματος, πίστευε με πάθος ότι η αληθινή μνήμη, όχι η ιστορική ή η καταγεγραμμένη, θα διαιωνιστεί μόνο μέσω της λογοτεχνίας διότι μόνο αυτή δίνει μια πραγματική μορφή, ένα ανθρώπινο σχήμα σε όσα αδιανόητα συνέβησαν εκεί. 

Με τούτη την πίστη έγραψε το "Ασκήσεις επιβίωσης" (μτφρ. Έφης Κορομηλά - Πόλις, 2015) - το πρώτο μέρος από μια σειρά τόμων που ο συγγραφέας είχε πρόθεση να γράψει και όπου θα ξαναέπιανε τα αυτοβιογραφικά θέματα που είχε ήδη θίξει στα προηγούμενα βιβλία του, αλλά πιο "συστηματικά"  τώρα και σε συνάρτηση με ένα θέμα που θα το προσέγγιζε μέσω της βιωμένης εμπειρίας αλλά και του στοχασμού αυτή τη φορά. Όπως φανερώνει ο εκδότης της γαλλικής έκδοσης στο σημείωμά του, που βρίσκεται μεταφρασμένο στις πρώτες σελίδες της ελληνικής έκδοσης, στο πρώτο τόμο αυτό το θέμα είναι τα βασανιστήρια.

Η αφήγηση ξεκινά στις αρχές του 1943, χρονιά που ο συγγραφέας έκλεινε τα είκοσι και γυρνούσε σε συγκεκριμένες περιοχές του Παρισιού για να συναντήσει  τον "Πωλ", τον "Μπρυνό", τον "Κομπά", τη "Ζυλιά", τον "Ζωρζ Β.", τον "Μερσιέ", τον "Τανκρέδο" - τους
σύντροφους του στην Αντίσταση. Μία από αυτές τις συναντήσεις θα είναι στο σπίτι της Ιρέν Σιό όπου και θα τον συλλάβει η Γκεστάπο. Θα τον μεταφέρουν στο Οξέρ, σε μία βίλα της Γκεστάπο κι από εκεί θα τον εκτοπίσουν στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ. Η αναδρομή του συγγραφέα στο παρελθόν είναι τεθλασμένη και στην πορεία της ανασύρονται στιγμιότυπα από διάφορες χρονικές στιγμές - μία είναι από το κυριακάτικο γεύμα του Σεμπρούν, δεκαετίες αργότερα, στο σπίτι του Υβ Μοντάν και της Σιμόν Σινιορέ. Μετά, η μνήμη επιστρέφει στο Μπούχενβαλντ όπου ο Ζεράρ -το κωδικό όνομα του συγγραφέα στην αντίσταση- θα συναντηθεί με τον "Πωλ" στο παράπηγμα 42. Κατόπιν, στο μέλλον και στο μεταπολεμικό Παρίσι, στην προσωρινή έδρα της Ουνέσκο όπου ο συγγραφέας εργάζεται τώρα ως δημοσιογράφος και μεταφραστήςΈπειτα, πίσω πάλι στο Μπούχενβαλντ, κι από εκεί ξανά στο μέλλον, σ' ένα ψυχαναλυτικό συνέδριο με θέμα την μνήμη της εκτόπισης. Θα παρεμβληθούν, επίσης, αφηγήσεις για το παράνομο ταξίδι του Σεμπρούν στην Ισπανία ως μέλος του ΚΚΙ, η διαδικασία διαγραφής του από το κόμμα, όπως κι ένα περιστατικό 25 χρόνια μετά από αυτό στη Μαδρίτη, σε μια διπλωματική δεξίωση όπου ένας πρώην ασφαλίτης θα του δώσει την καλύτερη φιλοφρόνηση που θα μπορούσε να του απευθύνει κανείς.

Η κομψή, σπειροειδής ετούτη γραφή του  Χόρχε Σεμπρούν δεν περιέχει κανένα ίχνος μελοδραματισμού, αν και κάτι τέτοιο θα ήταν απόλυτα αιτιολογημένο κι αναμενόμενο. Δεν δίνει λεπτομερείς περιγραφές των βασανιστηρίων, παρά αφήνει να εννοηθούν οι συνθήκες τους μέσα από στοχασμούς και εγκυκλοπαιδικούς προσδιορισμούς. "Διότι υπήρχαν τα απλά αστυνομικά κλομπ από λείο ξύλο· οι βούρδουλες·  τα κλομπ από καουτσούκ, παραγεμισμένα μερικές φορές  με μολύβι: αργότερα θα μάθω ότι αυτά τα τελευταία, τα περιβόητα Gummi, τα προτιμούσαν οι κατώτεροι αξιωματικοί των Ες Ες στο Μπούχενβαλντ· αλλά και τα βρετανικά κλομπ, τα οποία υπήρχαν μέσα στα κιβώτια με τα όπλα που έπεφταν με τα αλεξίπτωτα... (...) Ο πόνος που προκαλούσε το καθένα ήταν πολύ διαφορετικός, ιδιαίτερος. Με μέτρο την ένταση του κάθε πόνου, μπορούσα να πω, με απόλυτη βεβαιότητα, με τι είδου κλομπ είχα να κάνω."

Ο Σεμπρούν αναστοχάζεται και καταγράφει την πλούσια εμπειρία της ζωής του δείχνοντας έτσι τον τρόπο με τον οποίο μετέτρεψε τον σωματικό πόνο και την αβάστακτη μοναξιά τού πρώην εκτοπισμένου σε απόδειξη ζωής και εμπειρία αλληλεγγύης κι αδελφοσύνης - όχι από τα εύκολα κι ευνόητα πράγματα που θα περίμενε κανείς. Ο Σεμπρούν χρειάστηκε δεκαπέντε χρόνια μέχρι να βρει τη δύναμη να γράψει για πρώτη φορά για τον εφιάλτη που έζησε. Και είναι τόσο έντονος ο εφιάλτης αυτός -πως θα μπορούσε να μην είναι;- που η ζωή και η γραφή του, δεν έχουν ευδιάκριτα όρια.



Διαβάζοντας το βιβλίο σκεφτόμουν ότι δεν έχουν απομείνει πια παρά ελάχιστοι επιζήσαντες για να διηγηθούν ή να γράψουν τις εμπειρίες τους και σε ελάχιστα χρόνια θα εκλείψουν κι αυτοί. Και όσο θα εκλείπει η  προσωπική μαρτυρία και η απτή παρουσία ενός ανθρώπου που επέζησε για να μας μεταδώσει βιωματικά την εμπειρία του, τόσο θα εξασθενεί η συναισθηματική εμπλοκή μας στην γνώση των γεγονότων και η ατομική εμπειρία θα αποσυνδέεται σιγά σιγά από κάθε κοινωνική συνέπεια και μεταβολή. Και όσο θα λείπουν οι αποδείξεις ζωής τόσο η συλλογική μνήμη θα ατονεί και τα επίσημα αρχεία, οι γραπτές μαρτυρίες και η Τέχνη θα είναι τα μόνα καταφύγια όπου θα προστρέχουμε για να προστατεύσουμε την μνήμη μας, με το βάσιμο ενδεχόμενο κάποια στιγμή να το αντιλαμβανόμαστε απλώς ως ένα γεγονός, απεχθές μεν αλλά γραφικό.

Όχι με το "Night Will Fall" - ένα σοκαριστικό ντοκιμαντέρ που ενσωματώνει σπάνιο αρχειακό υλικό. Κατόπιν εντολής της Βρετανικής Κυβέρνησης το 1945 ο Sidney Bernstein, στέλεχος τότε του Υπουργείου Πληροφοριών, έπρεπε να δημιουργήσει μία ταινία η οποία θα τους παρείχε αδιάσειστες αποδείξεις των εγκλημάτων των Ναζί. Έτσι, σαν σήμερα, στις 11 Απριλίου 1945 μαζί με την πρώτη αμερικανική στρατιωτική μονάδα απελεθεύρωσης έφτασε στο στρατόπεδο εξοντώσεως -όπως τα αποκαλούσε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, κι όχι συγκεντρώσεως- του Μπούχενβαλντ και η βρετανική μονάδα κινηματογράφησης. Πολλά χιλιόμετρα φιλμ χρησιμοποιήθηκαν, πάμπολες λεπτομέρειες καταγράφησαν ενώ πίσω στην Βρετανία, το υπουργείο είχε ήδη προσλάβει τους πιο εξαιρετικούς επαγγελματίες κάθε είδους για την παραγωγή της ταινίας - σεναριογράφους, μοντέρ, σκηνοθέτες (βλ. Άλφρεντ Χίτσκοκ). Τα φιλμ αυτά, ωστόσο κρίθηκαν, για πολιτικούς λόγους, υπερ-ευαίσθητο υλικό και γι' αυτό αρχειοθετήθηκε και εγκαταλείφθηκε επ' άπειρον. Μόλις το 2008, το Imperial War Museum και ο σκηνοθέτης-ανθρωπολόγος André Singer χρησιμοποιούν ένα μέρος από αυτό το αυθεντικό υλικό και δημιουργούν το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε για πρώτη φορά από το Κανάλι 4 του BΒC πέρυσι, εβδομήντα χρόνια από την απελευθέρωση του Άουσβιτς

Tο ντοκιμαντέρ εξιστορεί  την ιστορία κινηματογράφησης των στρατοπέδων συγκέντρωσης και την τύχη της αρχικής ταινίας. Συνδυάζει την κινηματογραφία με την ιστορική αλήθεια, την μυθοπλασία και τη βιογραφία με τρόπο απρόσμενο και, κατά ένα περίεργο παιχνίδισμα της τύχης, μοιάζει να επαληθεύει την επιθυμία του Ισπανού συγγραφέα για μια φιλμική μεταφορά της πεζογραφικής καταγραφής της ιστορίας του - πολλές σεκάνς είναι σαν να αναπαριστούν την αφήγηση του Σεμπρούν από το δεύτερο μέρος του βιβλίου όπου ο συγγραφέας με αφορμή ένα μουσικό σύνολο τζαζ που υπήρχε στο Μπούχενβαλντ, περιγράφει γλαφυρά τις πρώτες ημέρες της απελευθέρωσης του στρατοπέδου από την 3η Αμερικανική Στρατιά του Πάτον. Από αυτό το σημείο και μετά, η αφήγηση του Σεμπρούν στο βιβλίο θα επιστρέψει στο σήμερα και στο ξενοδοχείο "Λυτεσιά" όπου κάθεται ο συγγραφέας 


O Χόρχε Σεμπρούν δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις "Ασκήσεις επιβίωσης" όπως σχεδίαζε - τον πρόλαβε η αρρώστεια το 2011. Ωστόσο, με βάση ετούτο το βιβλίο μπορώ κάλλιστα να υποθέσω ότι στο σύνολό του θα ήταν ένα έργο ιδιαίτερα αξιόλογο γιατί, εκτός των αρχειοθετημένων ντοκουμέντων που χρησιμοποιεί για να στοιχειοθετήσει τις μνήμες του, ο συγγραφέας καταθέτει έναν πρώτο απολογισμό όχι μόνο για την εμπειρία των βασανιστηρίων αλλά και για το ηθικό κριτήριο, τις καθαρά ανθρώπινες αξίες και αρετές, τους λόγους να ζει κανείς, τις επίγειες μάχες και το όφελος της ήττας, αν όντως υπάρχει κάτι τέτοιο στην περίπτωσή του. "Είναι δυνατός ένας απολογισμός;" αναρωτιέται κάποια στιγμή. Αναμφισβήτητα. Ο Ρεζίς Ντεμπραί στον  πρόλογο του βιβλίου υπερθεματίζει.

Συγγραφέας αλλά και πολιτικός, ο Σεμπρούν ήταν αμφίθυμος ως προς τον ρόλο που παίζει η συλλογική μνήμη στην ιστορία της Ευρώπης. Ως συγγραφέας, επέστρεφε στο παρελθόν, στις ασύλληπτες στιγμές της Ευρωπαϊκής ιστορίας και αντλούσε υλικό για το σημαντικότατο έργο του. Ως πολιτικός, ωστόσο, που υπηρέτησε για τρία χρόνια (1988-1991) στην σοσιαλιστική Κυβέρνηση του Φελίπε Γκονζάλες από τη θέση του υπουργού Πολιτισμού, προέτασσε το μέλλον για τις νέες γενιές των Ευρωπαίων. Κι ακριβώς ετούτες οι νέες γενιές πιστεύω πως έχουν ανάγκη από τέτοιες εικόνες και τέτοιες γραπτές μαρτυρίες για να κατανοήσουν το μέγεθος, τις αιτίες, το βάθος της θηριωδίας. Να μπορέσουν να διακρίνουν τις μορφές τις οποίες ενδύεται ο φασισμός και να εξουδετερώσουν, στην συνέχεια, τις έκκεντρες, παράλληλες ή και εφαπτόμενες εκδοχές του στο παρόν· στο σήμερα, εδώ και τώρα.

 


Ο ισπανός συγγραφέας αναμετρήθηκε με το παρελθόν του και με την υπέρβαση εαυτού μάς έδωσε την ευκαιρία να οικειοποιηθούμε ψυχικές εμπειρίες που δεν θα μπορούσαμε με κανέναν άλλο τρόπο να μάθουμε. Κι ετούτη η ενσυναίσθηση είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους ύπαρξης της λογοτεχνίας, ιδίως της στρατοπεδικής - πως αλλιώς μπορούμε να προχωρήσουμε σε ένα μέλλον πολύ καλύτερο, δίχως κανενός είδους ασκήσεις επιβίωσης;  









Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία αντλήθηκε από την El Pais. Η σύνθεση της δεύτερης φωτογραφίας ανήκει στον Anselm Kiefer κι έχει τίτλο μία φράση του Corneille από το θεατρικό του Ελ Σιντ - Cette obscure clarté qui tombe des étoiles / Αυτή η λάμψη που πέφτει απ' τα άστρα. "Το Πέρασμα της Στυγός ανήκει στον Φλαμανδό Joachim Patinir. Η εγκατάσταση στην τρίτη φωτογραφία ανήκει στη νέα εικαστικό Ειρήνη Βλαβιανού κι έχει τίτλο "Tension Project".