Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011





Άτιτλο

Αγαπώ την δουλειά μου. Πριν ξεκινήσω το κάθε μάθημα νιώθω την ίδια ένταση και τον ίδιο ενθουσιασμό  όπως στην αρχή της επαγγελματικής μου πορείας με μόνη διαφορά το ότι τώρα πια έχω μάθει  να με συγκρατώ για ευνόητους λόγους. Έτσι φέτος αποφάσισα να εμπλουτίσω τις γνώσεις μου με μία σειρά επιμορφωτικών μαθημάτων - οι εμπειρίες αρκετές μα όσα και να ξέρεις, είναι  τόσα πολλά αυτά που συμβαίνουν που πάντα υπάρχει κάτι καινούργιο να μάθεις.

Μέσα σε δυό μήνες έχω φρεσκάρει τις παλιές μου γνώσεις, έχω εξοικειωθεί με την εφαρμογή πρακτικών που δεν είχα την ευκαιρία να το κάνω κατ' ιδίαν κι έχω γνωρίσει καινούργια δεδομένα, θεωρίες και συναδέλφους. Έμαθα, όμως, και ορισμένα πράγματα για τον εαυτό μου που αγνοούσα και με άφησαν άφωνη - στην κυριολεξία στεγνή απο λόγια και μουδιασμένη. Ένα από αυτά είναι το ότι θεωρούμαι πολύ συντηρητική (βλ. απαρχαιωμένη) επειδή δεν χρησιμοποιώ κατά κόρον τις νέες τεχνολογίες στις παραδόσεις μου. Επίσης, το ότι είμαι Ελληνάρας (sic) διότι κάποια στιγμή ψέλλισα ένα μαζεμένο "Τί;"  όταν έκανα μια ερώτηση και δεν άκουσα την απάντηση.   

Κάπου εδώ ο ενθουσιασμός μου εξατμίστηκε κι άρχισα ν' αναρωτιέμαι...


Είχα διαβάσει για το course τα καλύτερα σχόλια κι έτσι ξεκίνησα με όρεξη και με (σχεδόν) δεδομένη την προοπτική της αυτο-βελτίωσης όμως, βρέθηκα ανάμεσα σε ανθρώπους που επαφίονται στις δημόσιες σχέσεις για να διατηρήσουν την φήμη τους,  υιοθετούν χιπστερικές συμπεριφορές και ασκούν αδικαιολόγητη πίεση για να επιβληθούν και δημιουργούν συνθήκες ανταγωνισμού μόνο και μόνο για να καλύψουν τα κενά τους.  Σ' αυτούς τους δύο μήνες που πέρασαν, το double bind που βίωσα ήταν φοβερό - μαθημένη όπως είμαι να εργάζομαι σε περιβάλλον σφιχτού προγραμματισμού, συνέπειας και συνεργασίας, δυσκολεύομαι πολύ να συμβαδίσω με αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές και παρ' όλη την καλή προαίρεση και την υπομονή που (χαίρομαι που) δεν με έχουν εγκαταλείψει, όλη αυτή η χαοτική κατάσταση που αντιμετώπισα είχε "παρενέργειες" - η ψυχραιμία μου εναλλάσσεται με  υπερβολικές (σε σημείο παρεξήγησης) δόσεις φιλικότητας και σιωπής.  Αν δεν ήταν η Σούζαν να μου υπενθυμίζει τα απτά αποτελέσματα της δουλειάς μου και να με κάνει να γελώ θα ήμουν χειρότερα.

Έχω ήδη αρχίσει να να ξαναβρίσκω την ισορροπία μου γιατί μου φαίνεται αδιανόητο να αποχωριστώ κάτι από τα παραπάνω: τον ενθουσιασμό μου, την ψυχραιμία, την φιλικότητα και την σιωπή μου στις σωστές  αναλογίες τους. Δεν σκοπεύω, επίσης, να αποχωριστώ ούτε εκείνους που είναι δίπλα και γύρω μου. Ούτε και την λογοτεχνία, βεβαίως - τόσο καιρό δεν έχω κατορθώσει να διαβάσω παρά μόνο δυο-τρεις σελίδες (για να γράψω μια ανάρτηση, ούτε λόγος). Ωστόσο, παρ' όλο τον φόρτο των μαθημάτων (και των τσαντών που κουβαλώ),  έχω πάντα ένα βιβλίο μαζί μου έστω κι αν δεν μπορώ να το ανοίξω. Μου αρκεί, προς το παρόν, που το  αγγίζω στην χάρτινη ράχη του και σκέφτομαι πως η ώρα που θα το ανοίξω πλησιάζει. Μου αρκεί που ακουμπώ τα μήλα των δακτύλων μου στην εσοχή που σχηματίζουν οι άκρες των εξωφύλλων που εξέχουν ελαφρώς και οι σελίδες γιατί αυτό  μου υπενθυμίζει  πως το λούκι που ζω όπου νά 'ναι τελειώνει.  Και μετά....  






Σημείωση: Στις φωτογραφίες εικονίζεται ο Πάμπλο Πικάσσο να σκιτσάρει με φως. Μπορείτε να δείτε κι άλλα φωτεινά σκίτσα του εδώ.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011









is Vanity the Limit ?


Διαβάζοντας το “Οι δύο αδελφές από την Πράγα” του Ζερόμ Γκαρσέν (Πόλις, 2011) δεν περίμενα ότι τόσος ρεαλισμός και ματαιοδοξία θα συνυπήρχαν σε μόλις 170  σελίδες. 
 
Η Κλάρα Γκότβαλντ, η μεγαλύτερη από τις δύο αδελφές του τίτλου, είναι μια γυναίκα όμορφη, δυναμική κι επιτυχημένη  - μέσα σε τριάντα χρόνια έχει καταφέρει να στήσει από το μηδέν  ένα κράτος εν κράτει: το καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό πρακτορείο της είναι τόσο ισχυρό που έχει επιβάλλει τους δικούς του όρους στο παιχνίδι και παρ' όλες τις φήμες και τις δολοπλοκίες που καταλογίζουν στην ιδιοκτήτριά του για τους τρόπους που λειτουργεί, όλοι του ειναι αφοσιωμένοι ασχέτως αν
εχθρεύονται και κουτσομπολεύουν την Κλάρα πίσω από την πλάτη της. Την ίδια την περιβάλλει ένα πέπλο μυστηρίου και είναι τόσο σαγηνευτική κι επίμονη που λίγοι είναι εκείνοι που αντιστέκονται στις πλουσιοπάροχες υποσχέσεις και παροχές της. Ο αφηγητής είναι ένας από αυτούς. Φέρελπις Γάλλος συγγραφέας που μετά την σχετική επιτυχία του πρώτου του βιβλίου προσπαθεί να γράψει μια διασκευή της "Αρμάνς" του Σταντάλ. Χωρίς ιδιαίτερο ταλέντο αλλά με μεγάλη δόση φιλοδοξίας, ο αφηγητής εγκαταλείπει την σύντροφό του και τον επί χρόνια έμπιστο και φίλο εκδότη του και  αφήνεται να παρασυρθεί από τις υποσχέσεις της Κλάρα για εύκολη και λαμπερή (και επικερδής, εννοείται) επιτυχία. 

Από την μια μέρα στην άλλη, ο αφηγητής βρίσκεται να συμμετέχει σ' ένα ατελείωτο πάρτυ ματαιοδοξίας όπου συναναστρέφεται τους αστέρες του κινηματογράφου και της συγγραφής. Όλα είναι αστραφερά και εμφανίζονται κερδοφόρα κι αιώνια, η σαμπάνια ρέει άφθονη το ίδιο και τα κούφια λόγια των σελέμπριτιζ. Κάπου σ' αυτό το σημείο φθάνει από την Πράγα η μικρότερη αδελφή της Κλάρα, η Χίλντα, που μεταφέρει μαζί της τον συντηρητικό αλλά αριστοκρατικό αέρα της Πράγας και το μυστικό παρελθόν της αδελφής της.  Αν και οι δύο αδελφές είναι εντελώς αντίθετες μεταξύ τους, πολύ σύντομα αρχίζουν να "συγκλίνουν" ώσπου ο αφηγητής γίνεται μάρτυρας της ολικής  μεταμόρφωσης της Χίλντα σε femme fatale και της ανάδειξής της σε δεξί χέρι και συν-ηγεμόνισσα της αυτοκρατορίας Γκότβαλντ. Η παράσταση συνεχίζεται κανονικά, βεβαίως, και κατά τα φαινόμενα, τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην άμετρη φιλοδοξία και αριβισμό των δύο αδελφών.

Ωστόσο, όπως λέει και ο Ρόμπερτ Μπερνς, "the best laid plans (...) often go awry". Το δύσοσμο παρελθόν της Κλάρα αναδύεται ενώ ο αφηγητής συνεχίζει να παρατηρεί, με κυνικότητα αυτή τη φορά, εκείνο που η Κλάρα ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει. Μαζί με τη Χίλντα παρακολουθούν την  τωρινή ζωή της Κλάρα να καταρρέει σαν πύργος στην άμμο όταν αποκαλύπτεται το Ξέφωτο - η ιδιωτική  έπαυλη που διατηρεί  ως έναν  σύχρονο Κήπο των επίγειων απολαύσεων προκειμένου να ικανοποιεί τους ανασφαλείς και "ξωφλημένους" πελάτες της κι έτσι να ενισχύει την θέση του πρακτορείου της.  Οι  δημοσιεύσεις που ακολουθούν στον Τύπο θα συνθλύψουν και την αυτοκρατορία και την ηγεμονική μορφή της.

Ο αφηγητής δεν θα μείνει αλώβητος και για να επανέλθει στην προηγούμενη, ανθρώπινη κατάστασή του, θα καταφύγει μακριά από τα φώτα της μεγαλούπολης, σε ένα ήσυχο νησί να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην τοπική εφημερίδα. Παράλληλα, όμως, θα προσπαθήσει να μην ξεχάσει τίποτα. "....Κρατώ ένα είδος αναδρομικού ημερολογίου....Με βόλευε να πιστεύω ότι το αυτοκίνητο της Κλάρα είχε ανατιναχθεί μόνο του. Ότι η μεγαλόψυχη Χίλντα είχε εγκαταλείψει την Πράγα για να ξανασμίξει με την αδελφή της και να της προσφέρει την βοήθειά της. Ότι  το πρακτορείο Γκότβαλντ ήταν μια υγιής επιχείρηση, μια δεμένη οικογένεια. ότι η συγγραφή βιβλίων θα μου επέτρεπε να δραπετεύσω από την πραγματικότητα και τις υποχρεώσεις μου. 
   Προς υπεράσπισή μου, θα έλεγα πως όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Μέσα σε δέκα, δώδεκα μήνες, όχι περισσότερο. Ήταν λες και η ζωή μου  έπεσε σε δίνη. Δεν είχα το χρόνο να γνωρίσω την Κλάρα και τη Χίλντα, πέρασαν σαν οπτασίες. Αν σήμερα αποτυπώνω τα πρόσωπά τους στο χαρτί, το κάνω αναμφίβολα για να δώσω στον εαυτό μου την ψευδαίσθηση πως υπήρξα φίλος τους. Στην πραγματικότητα, ήμουν απλώς ένα όργανό τους. Το βιβλίο αυτό είναι μια όψιμη και ανώφελη  αντίδραση στην παράσταση που ανέβασαν και στην οποία  θριάμβευσαν, για να εξαφανισθούν ευθύς αμέσως." 

Ο Ζερόμ Γκαρσέν  είναι από τους πιο σημαντικούς κριτικούς λογοτεχνίας στην Γαλλία και τούτο γίνεται αντιληπτό στο μυθιστόρημα: η κομψή γραφή του είναι εξαιρετικά πυκνή και ο ήρεμος τρόπος που επιλέγει για να καταγράψει την πλοκή δεν αφήνει κενά ή ερωτηματικά, δεν εγείρει την περιέργεια του αναγνώστη. Δυστυχώς όμως, δεν αφήνει και το οποιαδήποτε  ίχνος ζεστού συναισθήματος ή υγρασίας από εκείνη που μας έχουν συνηθίσει τα μυθιστορήματα της γαλλικής λογοτεχνίας.




Σημείωση: Η εικόνα της ανάρτησης έχει τίτλο "The Peacock Skirt" (1892), ανήκει στον  Aubrey Beardsley και είναι από την εικονογράφηση της πρώτης έκδοσης της "Σαλώμης", θεατρικού έργου του Όσκαρ Ουάιλντ.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011








À Paris




Μια βόλτα στο πολύβουο και γοητευτικό Παρίσι είναι ότι πρέπει για να  θυμηθείς την πολυτέλεια των απλών πραγμάτων - μια μπαγκέτα ψωμιού, μια βόλτα με το μετρό, μία επίσκεψη στο Λούβρο, τη Μονμάρτη, το Σηκουάνα, μια γουλιά ζεστού καφέ κάπου εκεί δίπλα, είναι αρκετά για να σου δώσουν ευχαρίστηση κι έμπνευση. Το άγαλμα του λιονταριού στην πλατεία Ντανφέρ-Ροσερό στάθηκε η έμπνευση της Beatrice Allemagna για να γράψει και να εικονογραφήσει το "Ένα λιοντάρι στο Παρίσι" (Κόκκινο, 2010).  


"Πάντα αναρωτιόμουν γιατί οι Παριζιάνοι αγαπούν τόσο αυτό το λιοντάρι" γράφει η συγγραφέας και εικονογράφος του αποκαλύπτοντας την πολύ ιδιαίτερη ματιά ενός ανθρώπου που εμπνέεται από το τίποτα και τα πάντα. Το βιβλίο είναι γεμάτο ζωγραφιές, κολάζ και λόγια που σε παρασύρουν με την ποιητικότητά τους και μία λεπτή μελαγχολία που διαπερνούν τις σελίδες του. Έχει μεγάλο, πολύ μεγάλο, σχήμα και αυτό ευθύνεται για το ότι ξεχνιέσαι μέσα στις σελίδες του καθώς παρακολουθείς ένα τεράστιο λιοντάρι να αφήνει την σαβάνα του και να πηγαίνει στο Παρίσι  για να βρει κάτι καινούργιο: μια δουλειά, μια αγάπη, ένα μέλλον.

Το βιβλίο είναι πρωτίστως για παιδιά αλλά ουσιαστικά είναι για όλους εμάς που εξακολουθούμε να θέλουμε εικόνες, ιστορίες και την διάθεση για όνειρο χωρίς, όμως, να απομακρυνόμαστε από την πραγματικότητα - μόνο δυό τρεις σελίδες παραπέρα.




Σημείωση: Οι εικόνες είναι από την υπέροχη εικονογράφιση  του βιβλίου.