Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019








Then again, 

the pen would rather





Υπάρχει κάτι συναρπαστικό όταν ανακαλύπτεις τις πολλές όψεις της έκφρασης ενός λογοτέχνη, πολύ περισσότερο εάν είναι κλασικός που παρέμενε, μέχρι χθες, άγνωστος. Όπως ο Wilhelm Busch. Ποιητής, ζωγράφος κι ευθυμογράφος στην Γερμανία του 19ου αι. θεωρείται πρωτοπόρος των κόμικς με την σύγχρονη μορφή τους. Ωστόσο, θέλοντας να εμφανιστεί με πιο σοβαρά θέματα στους αναγνώστες του, ασχολήθηκε και με τον πεζό λόγο. "Το όνειρο του Εδουάρδου" (μτφρ. Γιάννη Κοιλή – Γαβριηλίδης, 2019είναι ένα από τα ελάχιστα πεζογράφηματά του και το πρώτο βιβλίο από το έργο του που εκδίδεται στα ελληνικά. 

Ο Εδουάρδος είναι ένας ήσυχος οικογενειάρχης. Ένα βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, προσπαθεί να κοιμηθεί αλλά δεν είναι εύκολο. Όταν το καταφέρνει, βρίσκει τον εαυτό του να μεταμορφώνεται σε ένα σημείο, μία κουκίδα αν θέλετε, χωρίς διαστάσεις αλλά με ανθρώπινα χαρακτηριστικά και "δίχως να λογαριάσω γυναίκα και παιδί, αποφάσισα να αρχίσω τα ταξίδια." Και  "...βρέθηκα ευθύς σε μέρος φιλικό, στην επικράτεια των αριθμών, όπου συνάντησα μιαν όμορφη αριθμητική κωμόπολη."   Αυτό δεν το περίμενα και με πτόησε – οι αριθμοί δεν είναι καθόλου στις προτιμήσεις μου, περισσότερο δε στις αναγνωστικές. Συνέχισα, ωστόσο, λίγο να διαβάζω από κεκτημένη συνήθεια και για καλή μου τύχη το κείμενο πήρε μια απροσδόκητη τροπή: "Υπήρχαν όμορφοι κήποι αναψυχής σε αυτήν την πόλη και οπωροφόρα γεμάτα μικρά χρυσά τοις εκατό. Σε σκάλες χάρτινες ανεβοκατέβαιναν οι διαιρετέοι· ορισμένοι έπεφταν χάμω, έτριβαν τα πλευρά των απωλειών και κούτσα κούτσα γύριζαν λυπημένοι σπίτι. 
   Πίκρα και δυστυχία υπήρχε και αλλού στην πόλη. Σε όλες τις γωνίες των δρόμων στρογγυλοκάθονταν οι κλασματικοί αριθμοί· φτωχοί, πρησμένοι παρονομαστές που, κοιτώντας με γεμάτοι παράπονο, κουβαλούσαν στην καμπούρα τους μικρούς ξερακιανούς, αριθμητούληδες. Παρέμεινα ψυχρός."  

Με την ίδια ψυχραιμία, και ερευνητική διάθεση, ο Εδουάρδος συνεχίζει να πετά από το ένα μέρος στο άλλο, από την γη στο διάστημα και μετά στο κενό και πάλι πίσω με την ευκολία της  Αλίκης. Από την αριθμητική πόλη, θα βρεθεί σε ένα μαθηματικό πεδίο, από εκεί σε μια πολιτεία γεμάτη ανθρώπινα άκρα, και μετά σε ένα φιλικό χωριουδάκι που δέσποζε στη μέση πολλών αγρών χωρισμένων σε ομοιόμορφα τετραγωνάκια. Τέλος, σε ένα όμορφο αγρόκτημα και στα τριγύρω σπίτια. Σε όλα αυτά τα μέρη, ο Εδουάρδος θα συναντήσει πολλές περίεργες καταστάσεις, πολλών τύπων ανθρώπους και θα μπει σε διάφορες περιπέτειες από τις οποίες φεύγει αμέσως, πετώντας. 



Ο Βίλχελμ  Μπους εγκατέλειψε τις σπουδές μηχανολογίας το 1851, λίγο πριν το πτυχίο, και ακολούθησε την κλίση του με σπουδές στην Ακαδημία Τέχνης  του  Ντύσσελντορφ, κατόπιν στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Antwerp και πολύ αργότερα στο Μόναχο. Όταν, μία δεκαετία αργότερα, θα ασχοληθεί εντατικά με την ζωγραφική, ήταν ήδη δημοφιλής από τα κόμικς που δημιούργησε το 1865 για βιοπορισμό – το Max und Moritz, με μόνο επτά επεισόδια, έγινε αμέσως επιτυχία και αποτελεί μέχρι και σήμερα κλασικό παιδικό ανάγνωσμα στην Γερμανία αλλά και διεθνώς. Εκτός από τους ανατρεπτικούς στίχους, που έγραψε ο ίδιος, και την βίαιη παιδικότητα που απεικονίζει, το κόμικ αυτό θεωρείται πρωτοπόρο και για έναν άλλο λόγο: σε αντίθεση με  τα εξαιρετικά απλά σχέδιά του και την τάση που επικρατούσε εκείνη την εποχή ("παγωμένοι" χαρακτήρες σε μία κίνηση), ο B. Μπους μπορούσε να μεταδώσει τις πιο περίπλοκες εκφράσεις και τις πιο εφήμερες κινήσεις με ελάχιστες διάσπαρτες γραμμές.

Την ίδια κίνηση και ζωντάνια έχει και "Το Όνειρο του Εδουάρδου". Μετά την σύντομη ψυχρολουσία της αριθμητικής και των μαθηματικών, όσο περισσότερο διάβαζα τη νουβέλα, τόσο περισσότερο διαπίστωνα το πόσο ασυνήθιστα πρωτότυπο και εμπνευσμένο είναι –  ο γερμανός συγγραφέας παίζει ανελέητα με τις παραδοσιακές φόρμες, δομές, εικόνες, μυθοπλαστικά θέματα και αφηγηματικό ύφος. Χρησιμοποιεί καρικατούρες ανθρώπων και ρυθμό σλάπστικ για να σχολιάσει το παράλογο και την αγριότητα της ανθρώπινης επιβίωσης. Και στον μικρό χώρο ελευθερίας που δημιουργεί το όνειρο εκφράζει όλα εκείνα που τον ενοχλούν ή τον προσβάλουν - οι χωρικοί που απεικονίζει με τις λέξεις του δεν έχουν καμία ευαισθησία και η ζωή στην ύπαιθρο χαρακτηρίζεται από την έλλειψη κάθε συναισθήματος. Η δημιουργική γραφή στο απώγειό της. 



Χωρίς αμφιβολία, ο χρόνος είναι ο καλύτερος κριτής ενός έργου. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην σκεφτώ πως δεν είναι και τόσο εύκολο, εντέλει, να διακρίνει κανείς την πηγαία, αυθεντική δημιουργικότητα στον καιρό της – όταν πρωτοδημοσιεύτηκε η νουβέλα, το 1891, οι κριτικοί την επέκριναν για το συγκεκριμένο ύφος. 

Υπήρξαν όμως κι εκείνοι που την θεώρησαν  το αποκορύφωμα της καριέρας του Β. Μπους – ένας εκδότης της εποχής, για παράδειγμα, σχολίασε πως το αφηγηματικό ύφος του Β. Μπους δεν έχει όμοιό του στην (μέχρι τότε) σύγχρονη λογοτεχνία. Πράγματι. Αντί για γραμμική αφήγηση, η νουβέλα αποτελείται από μικρά επεισόδια που συνθέτουν ένα μεγαλύτερο το οποίο συνδέεται με το επόμενο καi ούτω καθ' εξής – η διαδοχική τέχνη στην πεζογραφία. Υπάρχουν, επίσης, δύο αφηγητές και  ο Β. Μπους εναλλάσσει σβέλτα τις φωνές τους ενώ συνδέει τον ενύπνιο χρόνο του Εδουάρδου με την πραγματικότητά του με ένα απλό ροχαλητό!  Κι επιπλέον, ενσωματώνει το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου και συνομιλεί με τον αναγνώστη  – μεταμυθοπλασία πριν την Βιρτζίνια Γούλφ και τον Κερτ Βόννεγκατ. 

O Β. Μπους γράφει λιτά αν και η γλώσσα του είναι πλούσια και σφιχτά αρμολογημένη – κάτι που η μετάφραση αφήνει να αναδυθεί με μεστό κι αβίαστο τρόπο. Δίνει έτσι μια λεπτομερή και σαφή εικόνα της πόλης, του χωριού και των ανθρώπων τους: ποικιλόμορφοι τύποι οικείων ή εξωτικών ανθρώπων κι εννοιών, φιλόσοφοι και πολιτικοί, καλλιτέχνες και κριτικοί, διάβολοι και άγγελοι, λυτρωτές και τιμωροί. Και φυσικά, με τις αντίστοιχες συμπεριφορές τους. "Ένας κόσμος που μοιάζει χυλός" και ο οποίος μου έδωσε την εντύπωση μιας πιο ρεαλιστικής κι εξανθρωπισμένης, καθημερινής εκδοχής του "Κήπου των Επίγειων Απολαύσεων" του Ιερώνυμου Μπος



Το βιβλίο είναι μία εξαιρετικά φροντισμένη έκδοση  που χωρίζεται σε τέσσερα μέρη τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται. Εκτός από την ομότιτλη νουβέλα, υπάρχει και το "Όσο για μένα", ένα δεύτερο πεζό του γερμανού συγγραφέα όπου αυτοβιογραφείται με μία απολαυστική διήγηση. Ακολουθεί η ενότητα με τα Σχόλια του μεταφραστή και της Μαρίας Τσατήρα – ονομάζονται Άτακτα και είναι ακριβώς αυτό: διάφορα σχόλια, χωρίς άμεση παραπομπή, που διαφωτίζουν το βασικό αφήγημα του βιβλίου και τη ζωή του συγγραφέα. Τέλος, το επίμετρο του Νικήτα Σινιόσογλου εμβαθύνει στην λεγόμενη μοχθηρία του Μπους και προσδίδει επιπλέον ρεαλιστικές διαστάσεις στη νουβέλα και την ζωή του συγγραφέα που εκτείνονται μέχρι το δικό μας σήμερα. 

"Το Όνειρο του Εδουάρδου" είναι ένα πεζογράφημα αστείο και ακίνδυνο μόνο επιφανειακά. Δηκτικό κι επώδυνο στην πραγματικότητα, όπως πρέπει σε μία μελέτη του ανθρώπου, ιδίως εκείνης της εποχής. Και στις δύο περιπτώσεις, παραμένει ένα παιγνιώδες κι οξυδερκές κείμενο με συναισθηματικό βάθος που απηχεί και τις δύο όψεις μας – την ενήλικη και την παιδική με εξίσου ίδια ωριμότητα. 









Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος από το "Helen Who Couldn't Help It", ένα σατιρικό ποίημα του Β. Μπους, πολλές λεπτομέρειες του οποίου επικρίνουν κομψά τον τρόπο ζωής της Johanna Kessler - προσωπικότητα της καλλιτεχνικής ζωής της Φρανκφούρτης και πάτρονας του Β. Μπους στα χρόνια που εκείνος ασχολήθηκε εντατικά με την ζωγραφική. // Το πρώτο εικαστικό είναι το δεύτερο μέρος της Τριλογίας Μπλε (1938) του Paul Klee και το δεύτερο, λεπτομέρεια του Pierrot Lunaire (1924) του ίδιου. Ακολουθεί μία σπουδή του συγγραφέα και στο τέλος, μία φωτογραφία του.  

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019









Το κόστος των λέξεων





Αν και προσπάθησα να το βρω, δεν βρίσκεται στις διάφορες λίστες με τα βιβλία που πρέπει "οπωσδήποτε" να διαβάσει κανείς. Θα έπρεπε όμως γιατί το "Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ" (μτφρ. Δημήτρη Δημοκίδη – Μεταίχμιο, 2019είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, έχει ιδαίτερο λογοτεχνικό ύφος και, μονολονότι γράφτηκε πριν από 45 χρόνια, ένα εξαιρετικά επίκαιρο θέμα – κιτρινισμός του Τύπου, παραβίαση ιδιωτικότητας, παραποίηση λόγου, διαστρέβλωση γεγονότων, συκοφαντία, το ανελέητο κυνηγητό για την είδηση. Δεν ξέρω γιατί δεν το είχα διαβάσει νωρίτερα. Διαβάζοντάς το όμως τώρα, πιο προσεκτικά απ' ότι θα το έκανα σε μικρότερη ηλικία, βρίσκω την δυναμική του, τη συνάφεια με το παρόν και τον μοντέρνο, πρωτοποριακό για την εποχή του, τρόπο γραφής του Heinrich Theodor Böll  εντυπωσιακά. 

Κολωνία, Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 1974 - παραμονή του καρναβαλιού της Ρηνανίας και η Καταρίνα Μπλουμ βγαίνει από το διαμέρισμά της για να πάει στο πάρτυ της φίλης της Έλζε Βόλτερσχάιμ, στο οποίο είναι καλεσμένη. Εκεί θα γνωρίσει έναν άγνωστο καλεσμένο  που θα την γοητεύσει και μαζί του θα περάσει τη νύχτα. Το επόμενο πρωί, η αστυνομία θα εισβάλλει στο σπίτι της ψάχνοντας για τον Λούντβιχ  Γκέτεν – ύποπτο για τρομοκρατική δράση και υπό παρακολούθηση. Μην μπορώντας να τον βρουν, συλλαμβάνουν την Καταρίνα και την οδηγούν στην αστυνομικη διεύθυνση για κατάθεση και ενδεχόμενη κράτηση. H Καταρίνα κρατείται στο τμήμα, δίνει κατάθεση που ουσιαστικά είναι ανάκριση και διαρκεί πολλές ώρες, και κατόπιν επιστρέφει σπίτι της με την συνοδεία του επιθεωρητή Βάλτερ Μέτινγκ ο οποίος της δίνει δύο φιλικές συμβουλές: να μην χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο γιατί, προφανώς, είναι παγιδευμένο· και να μην ανοίξει καμμία εφημερίδα. 

Ωστόσο, δεν είναι μόνο το τηλέφωνο παγιδευμένo. Η ίδια η Καταρίνα και ο περίγυρός της έχουν μπει στο στόχαστρο των πάντων –  όταν η Καταρίνα με την συνοδεία των αστυνομικών έφευγε από την πολυκατοικία της, ο Τύπος είχε ήδη ειδοποιηθεί. Ο Σένερ, φωτογράφος της σκανδαλοθηρικής ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ, την είχε φωτογραφήσει αρκετές φορές και κατόπιν δημοσίευσε μία από αυτές τις λήψεις στο φύλλο της επόμενης μέρας. Φυσικά είχε επιλέξει την πιο "ενοχοποιητική" και ο δημοσιογράφος Τέτγκες την σχολίαζε καταλλήλως – με απίστευτης αυθαιρεσίας συλλογισμούς και αληθοφανή "αποδεικτικά" στοιχεία.  

Στις τρεις ημέρες που θα ακολουθήσουν τα πράγματα θα πάρουν εφιαλτική τροπή. Αν και συνεχίζει να εργάζεται με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό και επαγγελματισμό, η Καταρίνα θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σπίτι της – τα σχόλια οργιάζουν, τα ανώνυμα αισχρά τηλεφωνήματα που λαμβάνει τη νύχτα την φοβίζουν ενώ  ο Τέτγκες δεν σταματά με τίποτα και πουθενά προκειμένου να βρει αυτό που νομίζει. Έχει ήδη ακολουθήσει τα ίχνη της μητέρα της στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται και της αποσπά τα τελευταία της λόγια – μια μαρτυρία που κατόπιν διασκευάζει εναντίον της Καταρίνα. Το ίδιο θα κάνει και με την μαρτυρία του πρώην συζύγου της, Βίλχελμ Μπρέτλοχ, ο οποίος κατηγορεί την Καταρίνα για το διαζύγιο. Ο σκανδαλοθηρικός τυφώνας θα σαρώσει και την ζωή του ζεύγους Μπλόρνα που εκτιμούν την Καταρίνα τόσο για τον χαρακτήρα όσο και για την εργασία της, την θεωρούν ήδη φίλη τους και την βοήθησαν την αγορά του διαμερίσματός της - η Τρούντε ως αρχιτέκτονας και διακοσμήτρια και ο Χούμπερ ως νομικός της σύμβουλος. 

Τα γεγονότα, καταιγιστικά, είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν – η αξιοπρέπεια της Καταρίνα και του ζεύγους Μπλόρνα που της συμπαραστέκεται καταβαραθρώνονται. Την τέταρτη ημέρα, αργά το απόγευμα, η Καταρίνα παρουσιάζεται στο σπίτι του επιθεωρητή Μέτινγκ και, με την συνηθισμένη νηφαλιότητά της, ομολογεί ότι σκότωσε τον δημοσιογράφο Βέρνερ Τέτγκες.




Ένας από τους τρεις συγγραφείς που χαρακτηρίστηκαν ως η συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας, ο Χάινριχ Μπελ έγραψε το 1971 ένα άρθρο στην Der Spiegel με το οποίο κατηγορούσε την tabloid εφημερίδα Bild για παραποίηση στοιχείων και ψευδή δημοσιογραφία. Είναι η εποχή που στην Δυτική Γερμανία επικρατεί πολιτικός αναβρασμός και η δράση της οργάνωσης Μπαάντερ-Μάινχοφ εξαπλώνεται επικίνδυνα. Τότε γίνεται μία ληστεία τραπέζης όπου σκοτώνεται ένας φρουρός. Την επομένη, η Bild –εφημερίδα με την μεγαλύτερη κυκλοφορία στην χώρα– κατηγορεί την τρομοκρατική οργάνωση για το έγκλημα. Σε αυτήν την χωρίς αποδείξεις κατηγορία αντέδρασε ο Μπελ με την επιστολή του στην οποία οι συντάκτες της Der Spiegel αλλάζουν, ερήμην του, τον τίτλο και ανταπαντούν κατηγορώντας τον για υποστήριξη της τρομοκρατίας. Το αποτέλεσμα ήταν ο Μπελ να γίνει στόχος μηνυμάτων μίσους, ανώνυμων τηλεφωνημάτων και αγανακτησμένων άρθρων που τον παρομοιάζουν ακόμη και με τον υπουργό προπαγάνδας του Χίτλερ, Τζόζεφ Γκέμπελς. 

Αυτό το γεγονός, μαζί με την ξαφνική δημοσιότητα και τα αντίστοιχα εμπαθή σχόλια που τον ακολούθησαν μετά την απονομή του Νόμπελ, το 1972, στάθηκε η αφορμή να γράψει αν όχι το πιο σημαντικό, σίγουρα το πιο δημοφιλές από τα έργα του – "Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ" εκδόθηκε το 1974 κι έγινε αμέσως μπεστ-σέλερ διαρκείας. Γνώρισε, επιπλέον, διάφορες διασκευές με πιο γνωστή την ομότιτλη ταινία που προβλήθηκε το 1975, κάτι που πιθανότατα συνέβαλε στην περαιτέρω διάδοσή του – 
μέχρι σήμερα έχουν πωληθεί περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια αντίτυπα, μόνο στην Γερμανία.





Η Καταρίνα Μπλουμ, όπως και η Λένι Γκρούιτεν, είναι ένα εύθραυστο μείγμα σύνεσης και δυναμικότητας. Σε αντίθεση με την ονειροπόλα διάθεση της δεύτερης, η Καταρίνα είναι μία ανεξάρτητη, ψύχραιμη, λογική κι ευγενής γυναίκα, της οποίας ο αψεγάδιαστος επαγγελματισμός και το υψηλό ήθος  προσελκύουν την προσοχή πιθανών εργοδοτών κι επίδοξων εραστών, αλλά και την μοχθηρία αρκετών. Κι αυτό είναι που περιγράφει αριστοτεχνικά ο Μπελ: το πώς μία φαινομενικά απόμακρη και ψυχρή γυναίκα γίνεται θύμα δημόσιας συκοφαντίας και πώς τα κίνητρα ενός ακέραιου χαρακτήρα  μετατρέπουν έναν φόνο σε πράξη εντιμότητας. 

Ο Μπελ δείχνει με ιδιαίτερη ακρίβεια τον τρόπο που οι  δημοσιογράφοι και οι Αρχές χρησιμοποιούν την γλώσσα για να χειραγωγήσουν το κοινό οι πρώτοι και την Καταρίνα οι δεύτερες – ένα σημείο που ο Μπελ αναπτύσσει ιδιαίτερα καλά είναι οι συγκοινωνούντες σχέσεις των Πέτερ Χαχ (εισαγγελέας, συμμαθητής και συμφοιτητής του Χούμπερτ Μπλόρνα)Αλόις Στροϊμπλέντερ (συντηρητικός πολιτικός, δημοφιλής στους οικονομικούς, πολιτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους, ο οποίος, αν και έχει οικογένεια, επιδιώκει με επιμονή σχέση με την Καταρίνα), Έρβιν Μπάιτσμενε (επιθεωρητής Εγκληματολογικού) και Μέντινγκ (επιθεωρητής, υφιστάμενος του Μπάιτσμενε).

Η Καταρίνα, αντιθέτως, λεπτολογεί κι επιμένει στην ακρίβεια των λέξεών της: "Ακολούθησαν πραγματικοί  διαξιφισμοί με αντικείμενο την έννοια συγκεκριμένων λέξεων, ανάμεσα στην Καταρίνα και τους εισαγγελείς, ανάμεσα στην Καταρίνα και τον Μπάιτσμενε, καθώς αυτή υποστήριζε ότι η τρυφερότητα αποτελεί αμφίδρομη ενέργεια, ενώ η φορτικότητα είναι μονόπλευρη, και ακριβώς περί της τελευταίας αυτής επρόκειτο πάντα τις βραδιές εκείνες. Όταν οι κύριοι εξέφρασαν την άποψη ότι όλα αυτά δεν είναι δα και τόσο σημαντικά και ότι αυτή, η Καταρίνα,  είναι υπαίτια για την μεγαλύτερη από το συνηθισμένο διάρκεια της προανάκρισης, η Καταρίνα δήλωσε ότι δεν πρόκειται να υπογράψει κανένα πρωτόκολλο στο οποίο θα γίνεται λόγος για τρυφερότητα αντί για φορτικές προσεγγίσεις. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι για την ίδια πολύ σημαντική, και ένας από τους λόγους για τους οποίους χώρισε τον άντρα της σχετίζεται με αυτό ακριβώς: ποτέ δεν γινόταν μαζί της τρυφερός, παρά μόνο φορτικός."

Ανάλογες διενέξεις υπήρξαν και σχετικά με άλλες λέξεις που προσδιόριζαν με ακρίβεια τις σχέσεις της Καταρίνα με τους γνωστούς και φίλους της, μεταξύ των οποίων ήταν η Έλζε Βόλτερχάιμ, νονά, φίλη κι έμπιστη της Καταρίνα που την βοήθησε να πάρει το δίπλωμά της· και το ζεύγος Χίπετρτς στους οποίους η Καταρίνα εργαζόταν περιστασιακά. 






Ωστόσο, δεν είναι ο χειρισμός της γλώσσας το μόνο ζήτημα που απασχολεί τον συγγραφέα. Ο Χένριχ Μπελ, όπως συνηθίζουν οι συγγραφείς, προκαλεί τα πολιτιστικά όρια και, σε απάντηση, προβάλλει στους πρωταγωνιστές του τις δικές του προσωπικές ανησυχίες – έγραψε ενάντια στην σιωπή που τύλιγε τον Β'ΠΠ, κατά της αβάσιμης καταδίκης της τρομοκρατίας κι εδώ, γράφει  για την βία. Για το πώς  μπορεί να γεννηθεί και πού μπορεί να οδηγήσει η βία – η  βασική παράμετρος του μυθιστορήματος που υποβόσκει αν και δίνεται  φανερά ως υπότιτλος του βιβλίου. 


Με μία προσεκτικότερη ανάγνωση, ωστόσο, βλέπουμε πως ο Μπελ, στο πρόσωπο της Καταρίνα, εκφράζει την συμπάθεια  και τον θαυμασμό του  για τις οικονομικά χαμηλώτερες κοινωνικές τάξεις. Και σχολιάζει δεικτικά το πως η κοινωνική άνοδος δεν γίνεται αποδεκτή χωρίς να προϋπάρχει κάποιου είδους παρανομία ή ανηθικότητα – η εργατικότητα και η κοινωνική ανέλιξη της Καταρίνα θεωρούνται αμέσως, απ' όλους, το αποδεικτικό της ενοχής της καθώς είναι το πρώτο πράγμα που ο Τέτγκες στιγματίζει: πώς μία απλή υπηρέτρια σαν την Καταρίνα μπόρεσε να αγοράσει διαμέρισμα σε ένα τόσο ακριβό συγκρότημα κατοικιών; Κατά πάσα πιθανότητα το αγόρασε με δόλια μέσα, άρα γνώριζε για την δράση του Γκέτεν, και συνεπώς γι' αυτό τον βοήθησε να ξεφύγει με έναν τρόπο που κανείς δεν μπορεί να ανακαλύψει.  

Έχοντας απομακρυνθεί από την μεταπολεμική θεματική της T
rümmerliteratur, ο Χάινριχ Μπελ δεν εγκαταλείπει παρ'όλα αυτά την ρεαλιστική, κρυστάλλινης σαφήνειας, προσέγγιση της γερμανικής κοινωνίας. Η ιστορία της Καταρίνα Μπλουμ είναι μία σύνθεση από την αντικειμενική παράθεση των γεγονότων σε χρονολογική σειρά, αποστασιοποιημένες περιγραφές, επιμονή στην καταγραφή της λεπτομέρειας – σαν πρακτικά δίκης ή επίσημες αστυνομικές αναφορές, κάτι που υπερβαίνει ελαφρώς τον κλασικό τρόπο γραφής ενός μυθιστορήματος και τη δομή του - το βιβλίο διαρθώνεται από 58 μικρά κεφάλαια με την αφήγηση να μοιάζει με την ανάγνωση ενός ντοκιμαντέρ όπου ο αφηγητής, σε πρώτο πληθυντικό, παρουσιάζει στον αναγνώστη εμπιστευτικές αναφορές που έχει στην κατοχή του. Το χαρακτηριστικό αυτό ύφος του Μπελ, δίνει την εντύπωση ενός ψυχρού, ανιαρού κειμένου. Κάθε άλλο. Ο γερμανός συγγραφέας έχει συνδέσει τα στοιχεία του με τρόπο που εκλύει συναίσθημα ενώ παράλληλα εγείρει με οξυδέρκεια αρκετούς "θανατηφόρους" υπαινιγμούς για την δημοκρατία, την δικαιοσύνη, την συνοχή του κοινωνικού ιστού και την θέση της γυναίκας σ' αυτόν – σε όλο το μυθιστόρημα υπονοείται συνεχώς πως οι γυναίκες υπάρχουν για να ικανοποιούν τις σεξουαλικές ορέξεις των ανδρών και τίποτα άλλο. Ένα παράδειγμα: στην διάρκεια της ανάκρισης της Καταρίνα στο τμήμα, ο Μπάιτσμενε γίνεται  ιδιαίτερα προσβλητικός όταν την ρωτά για το είδος της σχέση της με το Γκέτεν. 

Η παρούσα έκδοση συνοδεύεται από πρόλογο της Σώτης Τριανταφύλλου που  το τοποθετεί στον χωροχρόνο με ενδιαφέρουσες πληροφορίες ενώ η κρουστή μετάφραση του Δημήτρη Δημοκίδη και τα επεξηγηματικά σχόλιά του μεταφέρουν στον αναγνώστη την συμπύκνωση του λόγου του Μπελ και τα ψείγματα ειρωνίας του. "Η ιδιόμορφη όσο και αξιομνημόνευτη αυτή περίσταση (σημ.: ο συγγραφέας αναφέρεται στην παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων της Καταρίνα) καλό θα ήταν να αποτελέσει προτροπή για τον καθένα μας να μιλάει πιο συχνά στο τηλέφωνο, στην ανάγκη και χωρίς τρυφερούς ψιθύρους, καθώς ποτέ δεν ξέρεις ποιόν ακριβώς κάνεις χαρούμενο με μια τηλεφωνική συνομιλία."





Σε ετούτη, λοιπόν, την ιστορία διασυρμού, ασυδοσίας του τύπου και κατάχρηση της εξουσίας προσθέστε την τάχιστη αμεσότητα κι εμβέλεια του twitter, τον αλγόριθμο του facebook και τα fake-news στην post-truth εποχή μας όπου έχει επικρατήσει η tabloid αισθητική, κι έχετε τον λόγο που ετούτο το μυθιστόρημα είναι σύγχρονο κλασικό και μάς αφορά, ακόμη περισσότερο σήμερα.  















Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι ένα κολάζ που δημιουργήθηκε με ειδικά κωδικοποιημένο αλγόριθμο σε υπολογιστή από τον ισπανό Sergio Albiac  ενώ το δεύτερο, λεπτομέρεια από το ζωγραφικό τρίπτυχο "Replacing Adrianna in Three Parts" του Oliver Jeffers. Ακολουθεί στιγμιότυπο της Angela Winkler που ενσάρκωσε την Καταρίνα Μπλουμ στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου από τους Volker Schlöndorff και Margarethe von Trotta. H Cathy (2001), στη συνέχεια, είναι της σύγχρονης αμερικανίδας ζωγράφου Catherine Murphy