Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013











Χαμένος στη ζωή 



Αυτό συμβαίνει όταν κάνεις διαδικτυακές αγορές βιβλίων - τα δάχτυλα παρασύρονται. Ο τόμος με τις δύο νουβέλες "Η μοναδική" / "Άδραξε τη μέρα" (Καστανιώτης, 2010)   δεν ήταν μια επιλογή σύμφωνα με την φανερή ή πολλές φορές ενδόμυχη διάθεση που αγαπώ να εμπιστεύομαι. Ήταν μια επιλογή "συλλογής", που ωστόσο δεν με απογοήτευσε.

Άρχισα να διαβάζω, ανόρεχτα σχεδόν, το "Άδραξε τη μέρα" που είναι η τέταρτη νουβέλα που έγραψε ο Αμερικανός Saul Bellow  και η οποία θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά έργα του 20ου αι. Σ' αυτό παρακολουθούμε μία μέρα από τη ζωή του Ουίλχελμ Άντλερ, ή Τόμυ Ουίλχελμ όπως το άλλαξε ο ίδιος όταν επιχείρησε να γίνει ηθοποιός, - ενός σαραντάρη που αρνείται να ενηλικιωθεί. Ο Ουίλκι, όπως τον αποκαλεί ο πατέρας του, είναι  άνεργος και προσπαθεί με άτσαλο τρόπο να ισορροπήσει την άδεια πλέον καθημερινότητά του χωρίς να τα καταφέρνει. Με ατιμέλητη εμφάνιση και στοιχειώδεις τρόπους αφήνεται να  παρασυρθεί από το συναίσθημα και αναμασά συνεχώς τα γεγονότα - απολύθηκε εξαιτίας του γαμπρού του επιχειρηματία που πήρε τη θέση του, η σύζυγός του τον κρατά σε διάσταση κι αρνείται να του δώσει διαζύγιο εξαιτίας της εξωσυζυγικής του σχέσης. Κι επιπλέον τον κρατά μακριά από τα παιδιά του που υπεραγαπά. Ο ιδεαλιστής Ουίλκι δεν τολμά να αγγίξει, πόσω μάλλον δε να συνειδητοποιήσει, την πραγματική αιτία των προβλημάτων του. Του αρκεί να αποζητά, να ζητιανεύει, την προσοχή και την εμπιστοσύνη του πατέρα του. Ο ακμαιότατος οδγονταετής δόκτορ Άντλερ θα μπορούσε να είναι το αρσενικό αντίστοιχο της Κορνήλιας Κένερες αλλά δεν είναι - κυρίως διότι  είναι τελείως απογοητευμένος από την πορεία του γιου του και δεν το κρύβει. Δεν υποκύπτει στην παιδαριώδη συμπεριφορά του Ουίλκι και του φέρεται σαν έναν από τους ασθενείς του με μια απλή ίωση. Η ψυχρή λογική και η ευθύτητα, ωστόσο, που χρησιμοποιεί για να τον απωθήσει δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα - ούτε τον απομακρύνουν ούτε τον παρακινούν να αντιδράσει και να αναλάβει τις ευθύνες του.

Την αντίθετη μέθοδο χρησιμοποιεί ο  δόκτορ Τάμκιν - ένας ύποπτος γιατρός απροσδιόριστης ειδικότητας στον οποίο ο εντελώς απένταρος Ούλκι έχει εμπιστευθεί τα τελευταία επτακόσια δολλάριά του με την προοπτική  να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο και με τα (σίγουρα) κέρδη να ρεφάρει την κακοτυχία και τις οικονομικές υποχρεώσεις του. Ανάμεσα στις διάφορες επιστημονολογίες και χειριστικές νουθεσίες που λέει ο δόκτορας Τάμκιν είναι και ο τίτλος της νουβέλας που έχει γίνει ένας από τους πιο διάσημους αφορισμούς της λογοτεχνίας.  Ο Ούλκι όμως δεν ακούει κανέναν, ούτε καν το ένστικτό του που τον προειδοποιεί για τον δόκτορα Τάμκιν ο οποίος αγοράζει και διακινεί μετοχές λαρδιού και σίκαλης με επιπόλαιο τρόπο. Και ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς, και ο Ουίλκι επίσης, πέφτει έξω. Η χρεοκωπία είναι πλέον γεγονός.



Διαβάζοντας ανοίγει η όρεξη κι  έτσι συνέχισα με την πρώτη νουβέλα του τόμου, το "Η μοναδική". Κύριος ιστός της αφήγησης εδώ είναι μια αγάπη  που διυλίζεται στον χρόνο, στον εσωτερικό μονόλογο και την δύσκολη, ειλικρινή και αμοιβαία συζήτηση του αφηγητή με την Έιμυ Γούστριν - τον ανεκπλήρωτο παιδικό έρωτά του. Ο Χάρρυ Τρέλμαν παρακολουθεί την Έιμυ να κάνει σχέση με τον κολλητό του Τζέυ Γούστριν, να τον παντρεύεται κι αργότερα να τον χωρίζει με επεισοδιακό τρόπο δίχως ποτέ να πάρει την πρωτοβουλία να της μιλήσει. Μεσήλικας πια, έχοντας κάνει περιουσία στην  Άπω Ανατολή, ο Χάρρυ επιστρέφει  στο Σικάγο με την θλίψη του ακόμη ζωντανή.  Η ιστορία ξεκινά όταν ο Χάρρυ βρίσκεται σε ένα πάρτυ και τραβά την προσοχή του πολυεκατομμυριούχου Ζίγκμουντ Αντλέτσκι που τον καλεί να γίνει μέλος της παρέας του - κάτι σαν ένα think tank ψυχαγωγίας. Ο Χάρρυ δέχεται και μεταξύ τους θα δημιουργηθεί μια σταθερή σχέση εμπιστοσύνης. Την ίδια περίοδο το ζεύγος των Αντλέτσκι έχει προσλάβει την Έιμυ για να εκτιμήσει την επίπλωση ενός διαμερίσματος που θέλει να αγοράσει - ο Τζέυ έχει πεθάνει και η Έιμυ εργάζεται ως διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων. Και κατά έναν περίεργο τρόπο -αυτόν που πολλοί ονομάζουν τύχη, άλλοι μοίρα ή σύμπαν, κι άλλοι απλώς διορατικότητα- ο Αντλέτσκι θα είναι αυτός που θα τους φέρει κοντά - την ημέρα που η Έιμυ θα κάνει την εκταφή του πρώην συζύγου της από τον οικογενειακό τάφο της οικογένειάς της ώστε να χρησιμοποιήσει το μέρος για τον πατέρα της, ο προνοητικός Αντλέτσκι θα της στείλει τον Χάρρυ με την λιμουζίνα του για να την βοηθήσει σε κάτι που, όπως λέει, δεν είναι γυναικεία δουλειά. Αυτή θα είναι και η ευκαιρία του Χάρρυ να της μιλήσει.


Και οι δύο νουβέλες δίνουν το στίγμα μιας γραφής που εκτιμήθηκε πέρα από μοντερνισμούς και της larger-than-life προσωπικότητας του Σωλ Μπέλοου που διατήρησε την ενάργεια του νου και την προκλητικότητα του λόγου του παρ'όλους τους τραμπαλισμούς του συναισθήματος και των καταστάσεων -πραγματικών και λογοτεχνικών- ακόμη και σε μεγάλη ηλικία.  Η κάθε νουβέλα, ωστόσο, έχει διαφορετική χροιά κι αυτό οφείλεται στην χρονική απόσταση που χωρίζει τα δύο έργα. Γραμμένο στην δεκαετία του '50, το "Άδραξε τη μέρα" εμφανίζει την Αμερική σε μια μεταβατική περίοδο όπου δημιουργείται η μεσαία τάξη - το ίδιο πρωτοποριακό και συντηρητικό μαζί  είναι και το ύφος του Μπέλοου. Το 1997, χρονιά που ο αμερικανός νομπελίστας έγραψε το "Η μονάκριβη", οι κοινωνικές τάξεις έχουν σχεδόν "σταθεροποιηθεί" όπως και η γραφή του συγγραφέα που εμφανίζεται πιο συμπαγής, πιο μεστή και εσωτερική, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στην μετάφραση - πιο "γειωμένη" του Βασίλη Καλλιπολίτη στο "Η μοναδική", με ψήγματα ποίησης εκείνη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στο "Άδραξε τη μέρα". 

Εκεί που ο αστικός ρεαλισμός και η ψυχολογία συναντούν την απροκάλυπτη  έκφραση των συναισθημάτων και τους πνευματώδεις λεκτικούς συνδυασμούς, η γραφή του Σωλ Μπέλοου αιχμαλωτίζει λεπτές αποχρώσεις κοινωνικής συμπεριφοράς και μύχιας σκέψης. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη σαφήνεια και μια αίσθηση ζωντάνιας και οξύτητας, που λειτουργούν αντιστικτικά με την μη-δράση των ηρώων - απροσάρμοστοι στο εξωτερικό περιβάλλον και βυθισμένοι στον δικό τους πόνο και μόνο, φαντάζουν κάπως ψυχωτικοί. Ο συντηρητικός ακτιβισμός και η σταθερή πεποίθηση του Μπέλοου ότι η ενδοσκόπηση και η αγάπη θα επιφέρουν την τελική εσώτερη ισορροπία, δίνουν στους δύο πρωταγωνιστές την κατά Μπόρχες μοναδική στιγμή  - βυθισμένος σε ήχους εκκλησιαστικής μουσικής, ο Τόμυ αναγκάζεται να δεχτεί την ευθύνη του εαυτού του. Και  ο Χάρρυ κάνει πρόταση γάμου στην Έιμυ μπροστά από τον τάφο του πρώην συζύγου της. "Μπορεί να σε θύμιζαν και άλλες γυναίκες, αλλά υπήρχε μονάχα μία πραγματική Έιμυ" της ομολογεί. 

Είναι περίπλοκο να αδράξεις κάτι τόσο άυλο όσο μια μέρα αλλά και τόσο απλό συνάμα - υπάρχουν απτά πράγματα που την αναπληρώνουν. Το επόμενο βιβλίο για παράδειγμα. 




Σημείωση: Η μεσαία γκραβούρα είναι του Edward Hopper κι έχει τίτλο Night Shadows (1921). Η πρώτη φωτογραφία και η τρίτη καρικατούρα που εμφανίζει τον συγγραφέα αντλήθηκαν τυχαία από το διαδίκτυο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: