Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013









Victims of Duty  



Πιθανότατα να οφείλεται στο ότι έχω πολύ καιρό να διαβάσω κάτι με λογοτεχνικά παράλογο ύφος, μπορεί όμως και να είναι και η αποστροφή μου σε οτιδήποτε ολοκληρωτικό κι απόλυτο. Γεγονός  όμως είναι πως για να μπορέσω να αντιληφθώ το ύφος του Norman Manea -που περιγράφει άριστα την ατμόσφαιρα της δικτατορίας του Τσαουσέσκου- χρειάστηκαν πολλές σελίδες. Σφιχτοδεμένη γραφή με σταθερό ρυθμό και το ίδιο σταθερή ψυχρότητα και καχυποψία να υπονομεύουν κάθε γραμμή του, η πρόζα του Μάνεα δεν είναι εύκολη ανάγνωση. Τουλάχιστον στην αρχή.

Η πρώτη από τις τέσσερις νουβέλες της συλλογής "Υποχρεωτική Ευδαιμονία" (μετάφραση από τα γαλλικά Αλόης Σιδέρη - Άγρα, 2003) έχει τίτλο "Η Ανάκριση" και εκτυλίσσεται στις φυλακές του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Μία γυναίκα βρίσκεται έγκλειστη στην απομόνωση για ασαφείς πολιτικούς λόγους. Μία μέρα της αναγγέλλουν πως θα την ανακρίνει ένας πολύ σημαντικός πράκτορας της ασφάλειας και οι υπάλληλοι της φυλακής την προετοιμάζουν με εντατικούς ρυθμούς γιατί, όπως λένε, θα είναι σημαντικό για εκείνη. Αυτή η προετοιμασία θα αποδειχθεί το μεγαλύτερο βασανιστήριο για την γυναίκα. Μην περιμένετε, ωστόσο, να διαβάσετε για αποτρόπαιες δοκιμασίες και εξάντληση των ανθρώπινων αντοχών - αυτά υπονοούνται αμυδρά πίσω από τις περιποιήσεις που της παρέχουν: "Βρήκε το κελί της αερισμένο και σκουπισμένο. Στο τσιμέντο, μια στοίβα με εφημερίδες και περιοδικά.
      Γύρω στις τρεις, αποσπάστηκε από την ανάγνωσή της. Δύο πρόσωπα είχαν έλθει για να τη συνοδεύχουν. Κατέβηκε σκάλες, έστριψε δεξιά, αριστερά, διέσχισε ατέλειωτους διαδρόμους. Αυτή τη φορά προορισμός ήταν ένα λουτρό. Όχι για τα ντους που ήξερε ως τότε.  Μια άσπρη, αστραφτερή μπανιέρα. Μεγάλες, χνουδωτές πετσέτες διαφόρων χρωμάτων. Ένα σαπούνι, κάθε λογής μπουκαλάκια. Παντούφλες, βερνίκι για τα νύχια. Στην επιστροφή της στο κελί, την περίμενε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι.
        Και τώρα η τέταρτη μέρα: 'Στις πέντε το απόγευμα, σας βολεύει;' είχε ρωτήσει την προηγούμενη μέρα η παράξενη επιστράτρια σαν να απήγγειλε ένα στίχο από κάποιο λιμπρέτο όπερας, με ύφος ενοχλημένο από τον παραλογισμό αυτού που την έβαζαν να κάνει και να λέει."

 
Θα υπάρξει και πέμπτη και έκτη μέρα, θα ακολουθήσουν κι άλλες μέχρις ότου να αποκατασταθεί η σωματική υγεία και εμφάνιση της κρατούμενης. Όταν θα φτάσει η μέρα της ανάκρισης θα αποδειχθεί κι αυτή με την σειρά της το ίδιο παράλογη και βασανιστική- ένας λεπτεπίλεπτος, ασθενικός ανθρωπάκος με την όψη αχθοφόρου, ο Μεγάλος Αρχηγός θα περάσει τη νύχτα μαζί της στο ανακριτικό γραφείο μονολογώντας συνεχώς ενώ συμπεριφέρεται από γελοία έως απειλητικά και πάντα με άψογους  τρόπους και προσποιητή ευγένεια. Ανάμεσα στις μακρές σιωπές του και τα ξεσπάσματα θυμού, θα προτείνει στην κρατούμενη να καταδώσει τον σύντροφό της ζωγραφίζοντας μια σειρά πινάκων με θέμα τους το εσωτερικό του σπιτιού του.


Στο "Ένα παράθυρο στην εργατική τάξη", ένα ζευγάρι μορφωμένων αστών αναθέτει σε έναν τεχνίτη, που τους χτύπησε ξαφνικά την πόρτα, να κάνει διάφορες μικροεπισκευές στο σπίτι τους - το χαλασμένο ρολό του παραθύρου, την ηλεκτρική κουζίνα, κ.ά. Κάποια στιγμή, ο Νάνου Βαλεντίν, ο τεχνίτης, θα τους επισκεφθεί ζητώντας τους να τον βοηθήσουν καθώς τους εκτιμά και μπορεί να τους εμπιστευτεί αυτό που τον βασανίζει - μετά από 25 χρόνια δουλειάς σε μια λεβητοποιία, τον απολύουν με αφορμή τη μόνη μέρα που αργοπόρησε όταν η κυκλοφορία ήταν μπλοκαρισμένη σε όλη την πόλη. Πριν από αυτό όμως είχαν προηγηθεί κι άλλα επεισόδια, τα οποία ο τεχνίτης έχει γράψει στα χαρτιά που αφήνει στον κύριο του ζευγαριού. "Γιατί τον μετέφεραν από το εργοστάσιο λεβητοποιίας στην υπηρεσία καθαρισμού, πράγμα που τον έκανε να χάσει το ένα τέταρτο του μισθού του; Για ποιό λόγο αυτό ο 'σύντροφος' αρχιεργάτης τον είχε μεταθέσει στην νυχτερινή υπηρεσία, μολονότι είχε αποφασίσει να εξαιρούνται από αυτήν οι πολύτεκνοι οικογενειάρχες που είχαν πολυετή υπηρεσία στο εργοστάσιο; Γιατί τον έβαλε να κάνει την πιο σκληρή δουλειά χωρίς να τον πληρώσει ανάλογα; Για ποιό λόγο μετατέθηκε από την λεβητοποιία Γιατί όταν αρρώστησε του είπαν ότι οι άνθρωποι δεν είχαν  θέση στο εργοστάσιο;... Γιατί του κράτησαν ένα μεροκάματο για καθυστέρηση μισής ώρας;... Γιατί όταν ζήτησε να γίνει δεκτός από τον διευθυντή ή από το συνδικάτο ή από τον υπουργό, τον προειδοποίησαν ότι, αν δεν καθόταν ήσυχος, κινδύνευε να πάθει πολύ χειρότερα;" Ο έντιμος και συνεπής τεχνίτης θα τα βάλει με το διεφθαρμένο σύστημα για να πάρει τις απαντήσεις που του πρέπουν. 

 "Στην κατάφωτη αίθουσα συνεδριάσεων της οδού Ορλάντο, βρίσκονται, ως προσκεκλημένοι, μια δακτυλογράφος, ένας οδηγός ταξί, ο διαχειριστής ενός  εστιατορίου, μια νταντά, ένας μυθιστοριογράφος, μια διευθύντρια προσωπικού, ένας καθηγητής γυμναστικής, ένας τελωνειακός και ένας υπάλληλος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου."   Ο καθένας τους θα περιγράψει την καριέρα του και όλες μαζί οι αφηγήσεις δημιουργούν μια "Σύνθετη βιογραφία", όπως είναι ο τίτλος της τρίτης νουβέλας, δλδ το πορτραίτο του ιδανικού συντρόφου του Κόμματος που ενάντια στις συνθήκες και τις διαψεύσεις, παραμένει αμετανόητος ιδεαλιστής.

Η όλη παράνοια του καθεστώτος Τσαουσέσκου κορυφώνεται στην τελευταία νουβέλα, το "Αδιάβροχο" όπου δύο φιλικά ζευγάρια επισκέπτονται ένα τρίτο - τους νεόπλουτους φίλους του, Βασίλε Μπελντεάνου, ή Μπαζίλ στο πιο εξευγενισμένο, και Ντίνα, ή αλλιώς Λαίδη Ντι, την μεγαλοδικηγόρο σύζυγό του με την ταπεινή καταγωγή που προσπαθεί φιλότιμα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ανώτερης τάξης.   "...και να η Ντίνα που έχει βγει από το υπνοδωμάτιο και τώρα κατεβαίνει τη σκάλα, ντυμένη με βραδυνό φόρεμα σε κίτρινο βελούδο και ασορτί τουρμπάνι στο κεφάλι. Αγκαλιάσματα, που να σας τα λέω, αγαπητή μου... μόνο το Μωρό πασχίζει μάταια να σκιάσει τη χαρά γι' αυτό το ξανασμίξιμο. Η Ντίνα πηγαίνει προς το μέρος του χαμογελαστή, με την αγκαλιά ανοιχτή, αλλά ο καλεσμένος αρκείται στο να της τείνει το χέρι. Ποτέ δεν κατέφερε να την αντέξει, έτσι δεν είναι, αυτή η σταφιδιασμένη, μπογιατισμένη κυρία που ακόμα και η πιο ανώδυνη χειρονομία της έχει ένα ύφος συμβατικό, σαν σκηνοθετημένο, όχι, δεν μπορούσε να την υποφέρει. Αλλά η Λαίδη Ντι δεν τα χάνει καθόλου  και του τείνει το χέρι  με μια αργή, τελετουργική κίνηση. Το Χαμίνι κάνει μια βαθιά υπόκλιση, φιλάει το χέρι της κι ύστερα κρατάει για αρκετή ώρα τα λεπτά δάχτυλα της παλιάς του συμμαρθήτριας μέσα στη φούχτα του, σαν για να μελετήσει τα μανικιουρισμένα νύχια της, προτού συγκατατεθεί τελικά σε μια σύντομη και τυπική περίπτυξη."   Το δείπνο που θα ακολουθήσει είναι η επιτομή της επιδειξιομανίας - πλουσιοπάροχο, με χονδροειδή αστεία και με παράπονα για την ακρίβεια, την έλλειψη αγαθών, την λογοκρισία, την Σεκιουριτάτε. Λίγες μέρες αργότερα, η Ντίνα θα αρχίσει να τηλεφωνεί τακτικά στην Φελίτσια και την Ιωάννα και θα μιλήσει ακόμη και με τους συζύγους τους, ρωτώντας τους για ένα αδιάβροχο που βρήκε κρεμασμένο στην γκαρνταρόμπα της εισόδου - μακρύ, φαρδύ, από τα φθηνά εκείνα που φορούν οι πράκτορες της Σεκιουριτάτε. Κανείς τους δεν ξέρει τίποτα για το αδιάβροχο, ούτε καν ο Βασίλε που είναι ένας από τους σημαίνοντες απαράτσικ (ενεργά μέλη του Κόμματος) της χώρας. Τούτη η εμμονή του αδιάβροχου δεν επηρρεάζει την συμπεριφορά μόνο της Ντίνας αλλά και των υπολοίπων - τα δύο ζευγάρια αρχίζουν να υποπτεύονται τους οικοδεσπότες του δείπνου για πράκτορες της Σεκιουριτάτε, οι σύζυγοι υποπτεύονται ο ένας τον άλλο κι ο καθένας τους τον ίδιο τον εαυτό του. Η Ιωάννα θα ξεσπάσει σε μια υστερία άνευ προηγουμένου κι ελέγχου,  ο Άλι θα σιωπήσει αμήχανος και η Ντίνα, στο τέλος, θα καταρρεύσει με νευρικό κλονισμό - παντού όπου πηγαίνει φορά το αδιάβροχο πάνω από τα πολυτελή ρούχα της. Την συνοδεύει ο Πολύξερος, ο άντρας της Φελίτσια που φορά κι εκείνος ένα ίδιο. Πράξη ηθικής συμπαράστασης προς την παλιά του συμμαθήτρια ή κάτι άλλο; Ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει όπως θέλει κι αυτό είναι το πρόσφορο έδαφος για κάθε παραλογισμό.


Ο Νόρμαν Μάνεα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στα μέρη μας - η φωνή του δεν είναι αρκετά καταγγελτική και οι συγγραφικές εμμονές του καθόλου ευχάριστες. Ωστόσο, πρόκειται για τον πιο πολυμεταφρασμένο Ρουμάνο συγγραφέα - υποθέτω, πριν την βράβευση της συμπατριώτισσάς του Χέρτα Μύλερ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2009. Η φήμη για το έργο του εξαιρετική, η ζωή του εξαιρετικά ανθρώπινη. Τα πρώτα χρόνια του στη Ρουμανία ήταν "χωρίς εξάρσεις, χωρίς κάποια ξεχωριστή ανάμνηση. Ίσως επειδή ήταν μια ευτυχισμένη περίοδος, και όπως ξέρετε η ευτυχία ξεχνιέται γρήγορα. Οι πρώτες μνήμες μου έχουν σχεση με τον εκτοπισμό μου". Στην ηλικία των πέντε, τo 1941, συλλαμβάνεται μαζί με τους δικούς του και στέλνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ουκρανία. Το 1944 θα τους απελευθερώσει ο Κόκκινος Στρατός και θα επιστρέψουν στην πόλη τους, την Μπουκοβίνα. Με την άνοδο του Νικoλάι Τσαουσέσκου, το 1965, στην Γραμματεία του Κ.Κ. και ταυτόχρονα στην Προεδρία του Συμβουλίου του Κράτους, ο Νόρμαν Μάνεα είναι ήδη τριάντα χρονών, εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός και προσδοκά ένα καλύτερο μέλλον. Το 1986 απογοητευμένος από τον υπαρκτό σοσιαλισμό του δικτάτορα, ο Μάνεα μαζί με την σύζυγό του, Τσέλα, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν, αρχικά στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Καταλήγουν όμως στις ΗΠΑ αν και δεν γνωρίζουν λέξη αγγλικά - μετά από την διαμεσολάβηση του Φίλιπ Ροθ, το διάσημο κολλέγιο Μπαρτ θα δεχθεί τον Ρουμάνο συγγραφέα να διδάξει στις τάξεις του.
  
Οξυδέρκεια και λεπτότατη ανάλυση της υποκριτικής καθημερινότητας και του ασφυκτικού πολιτικού κλοιού που  περιβάλλει κάθε όψη της ζωής  των πρωταγωνιστών του. ευθύβολη ειρωνία και καφκική ατμόσφαιρα.  ιμπρεσιονιστική αποτύπωση του δικτατορικού καθεστώτος και εικόνες που ζωντανεύουν την συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων, είναι μερικά από τα στοιχεία που κάνουν το βιβλίο τούτο ιδιαίτερο. Η φαντασία και ο μαγικός παραλόγισμός του βοηθούν, επίσης, στην ροή των ιστοριών - με έναν "μαγικό" τρόπο ο Μεγάλος Αρχηγός της Ανάκρισης θα εξαφανιστεί αφήνοντας την κρατούμενη γυναίκα να αναρωτιέται για τις συνέπειες της απόφασής της. Όπως "μαγικά" εμφανίστηκε ο Βαλεντίν να διορθώσει το χαλασμένο στόρι του παραθύρου, έτσι  "μαγικά" θα χαθεί από την ζωή του ζευγαριού και το ίδιο "μαγικά" θα εμφανιστεί λίγο αργότερα να εργάζεται σε ένα νεκροταφείο και να κάνει αυτό που πραγματικά επιθυμεί: να διευθύνει έναν κόσμο όπου όλοι είναι ίσοι απέναντι στους νόμους και στους ανθρώπους.

Η
(μεταφρασμένη όμορφα) γλώσσα του Μάνεα  είναι πολύ προσεγμένη, σοφιστικέ. Σου αφήνει ωστόσο μια αίσθηση έντονα πνιγηρή - ο απόλυτος έλεγχος των λογοτεχνικών εργαλείων του και η πλήρη επίγνωση του εαυτού κάνουν το κείμενο να κλείνεται στον εαυτό του. Και να σε παίρνει μαζί του.  Οι  ιδέες και οι φιλοσοφικές ανησυχίες του συγγραφέα δίνουν έναν βαρύ, αποστεγνωμένο τόνο στους χαρακτήρες, οι οποίοι σε αρκετά σημεία τείνουν να μακρυγορούν, σαν να κάνουν διάλεξη, σε σημείο μάλιστα να ξεφεύγουν από την πλοκή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τρίτη νουβέλα που με έκανε να γυρίζω συνεχώς τις σελίδες μπρος-πίσω και να διαβάζω τις ίδιες παραγράφους ξανά και ξανά προσπαθώντας να βρω κάποια, παράδοξη έστω, συνοχή... 


Η ιστορία  δεν είναι παραμύθι κι αυτό είναι κάτι που ο Νόρμαν Μάνεα το γνωρίζει πλέον καλά - τα βιώματα του εγκλεισμού,  και της εξορίας έχουν βαθιές ρίζες μέσα του, και η πραγματικότητα μιας terra incognita, confusa, είναι σκληρή. Η ονειρώδης αφηγηματική αποσύνθεση αποδεικνύεται στην περίπτωσή του ο πιο κατάλληλος τρόπος να ανταπεξέλθει στις λογοτεχνικές απαιτήσεις. Και οι διαλεκτικοί τόνοι τον βοηθούν  να αναλύσει και να κατανοήσει  τον ανθρώπινο μηχανισμό της υποταγής - ο δικός του τρόπος υπεράσπισης της δημοκρατίας.

Με δυο λόγια, το παράλογο ως τρόπος αντίστασης. Χμμμ... quite an adventure of the mind, που θα έλεγε κι ο Ιονέσκο.




Σημείωσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι το "Νέοι" του Ηλία Δεκουλάκου κι ακολουθεί το σχέδιο του Patrick Caulfield από το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου. Μετά το φωτογραφικό πορτραίτο του Ρουμάνου συγγραφέα ακολουθεί πίνακας του Γιώργου Χατζημιχάλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: