Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009




- Εσωτερικός διάλογος -

(το πρωί - λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι)

- Θα σηκωθείς; Μόνο με όνειρα, τα όνειρα δεν γίνονται πράξη,
το λέει και ο Picasso!

- Καλά. Κι ο Καζαντζάκης λέει ότι η δουλειά σε κάνει λεύτερο μα...
πρώτη μέρα των διακοπών είναι, λίγο ακόμη και μετά...



Δεν τα κατάφερα τελικά να χουζουρέψω λίγο παραπάνω. Η συνήθεια υπερίσχυσε. Σηκώθηκα στις επτά αλλά ήταν ωραία - η μέρα είχε γίνει αρκετά πιο δροσερή από χθες που στην κυριολεξία έβραζε ο τόπος. Είχε σηκωθεί ένα μικρό αεράκι (που διαρκεί μέχρι τώρα το βράδυ) και η συννεφιά που επικρατούσε μού έδινε μια αίσθηση γαλήνης παράξενη. Μου αρέσει αυτό το ξεκούραστο μουντό του ουρανού μετά από την εκτυφλωτική κάψα του Σαββατοκύριακου. Βγήκα στο μπαλκόνι. Ησυχία. Οι περισσότεροι γείτονες έχουν ήδη φύγει για τις δικές τους διακοπές ή έχουν γίνει κι αυτοί ράθυμοι σύμφωνα με το "ωράριο" των διακοπών. Μέχρι και τα τζιτζίκια που χθες οργίασαν στο τζι τζι τζι όλη μέρα κι όλη νύχτα έχουν τώρα σιγήσει. Η γειτονιά ήρεμη. Πολύ ήρεμη. Ξαναμπήκα μεσα. Η ιδανική στιγμή, σκέφτηκα, για να ξεκινήσω τη μέρα μου διαβάζοντας απερίσπαστη μια ερωτική ιστορία που γεννιέται στη μέση ενός καυτού καλοκαιριού στη Νίκαια της Γαλλίας. Δυστυχώς όμως έμεινα με την σκέψη διότι αν και έχω παραγγείλει το "ο μικρούλης Έρως" του Πασκάλ Κινίαρ (Μελάνι, 2008) πριν από δυόμισι περίπου βδομάδες, ακόμη να με ειδοποιήσουν.... Η συνέπεια των υπαλλήλων του πολυκαταστήματος περιορίζεται μόνο στην καταγραφή του τίτλου και των προσωπικών μου στοιχείων με ακρίβεια. Ας είναι. Μέχρι να έρθει θα διαβάσω κάτι άλλο. Και θα προσπαθήσω να οργανώσω λίγο τις "άδειες" μέρες μου.

Φέτος δεν θα πάω διακοπές. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε και στ' αλήθεια, δεν με πειράζει το γεγονός ότι δεν θα ταξιδέψω. Ίσως έχω την ανάγκη να μείνω. Ίσως είναι και η στιγμή. Ούτως ή άλλως, όμως, ποτέ δεν πάω διακοπές τον Αύγουστο. Προτιμώ να φεύγω τέλη Μαΐου - αρχές Ιουνίου, περίοδος που δεν έχω επαγγελματικές υποχρεώσεις και που, επιπλέον, οπουδήποτε κι αν πηγαίνω είναι όλα σε ανεκτούς αριθμούς: οι τιμές στα ξενοδοχεία, ο κόσμος στα πλοία και στα αεροπλάνα, οι άνθρωποι στα εστιατόρια, στα μουσεία, στους δρόμους, στις παραλίες, στα πρωινά. Έτσι, αν και ήδη "έχασα" τις διακοπές του Ιουνίου λόγω δουλειάς, δεν θα φύγω. Θα παραμείνω στην πόλη. Η πόλη το καλοκαίρι, λοιπόν. Ή, το καλοκαίρι και η πόλη. Και τα βιβλία μου.



Κυριακή 19 Ιουλίου 2009



Στον έρωτα δίνουμε και παίρνουμε
αυτό που δεν έχουμε.

"Le don de ce qu'on n'a pas"

Lacan

Είναι κάποια βιβλία που σου τραβούν το χέρι μόλις περάσεις από μπροστά τους. Τα βιβλία της Μαρίας Μήτσορα ανήκουν σ' αυτήν την κατηγορία και είναι αναπόφευκτο, σχεδόν ανεξήγητο, να διαβάζω τα βιβλία της με μια εσωτερική δίψα.

Γνώρισα την συγγραφέα από το "καλός καιρός / μετακίνηση" (Πατάκης, 2005) που το διάλεξα με μια υφέρπουσα περιέργεια και τον "φόβο" ότι θα διαβάσω κάτι εντελώς ασυνήθιστο. Δεν διαψεύσθηκα. Ήταν ένα αισιόδοξο βιβλίο παρόλο το μεταφυσικό ύφος της αφήγησης, ένα βιβλίο που τελείωνε με μια συγγνώμη - λέξη που σήμερα, για να παραφράσω λίγο τον Αλκίνοο Ιωαννίδη "με τόσα ψέματα που ντύθηκαν οι λέξεις, πως να τις πεις, να τις πιστέψεις"; Στο βιβλίο της Μήτσορα όμως δεν αμφιβάλλεις για την σκληρή ειλικρίνεια των λέξεών της. Έτσι, αμέσως μετά δανείστηκα τα προηγούμενά της βιβλία, το "ο ήλιος δύω" (Οδυσσέας, 1996) και το "Η περίληψη του κόσμου" (Κέδρος, 1985), όπου με αμηχανία διαπίστωσα την καταβύθιση της συγγραφέως στην μελαγχολία και την απαισιοδοξία σε σημείο μηδενισμού. Άγρια γραφή, σκοτεινές εικόνες, ανελέητη σύγκρουση με τον Εαυτό και παραίτηση. Παραδόξως όμως, ήταν κάτι που με κράτησε και μου θύμησε αποχρώσεις του δικού μου ψυχισμού της εφηβείας.



Με αυτές τις σκέψεις πήρα το "Με λένε Λέξη" (Πατάκης, 2008). Το πιο πρόσφατο βιβλίο της συγγραφέως ανήκει στην σειρά "Η κουζίνα του Συγγραφέα" όπου άνθρωποι του πνεύματος -όχι απαραίτητα μόνο λογοτέχνες- αυτοβιογραφούνται: ένας ακόμη λόγος για να διαβάσω την ανήσυχη, αντισυμβατική γραφή της.

Η Μαρία Μήτσορα έχει ταξιδέψει πολύ - από τον Πολικό Κύκλο έως την Αιτή, από το Πεκίνο μέχρι την Νικαράγουα των Σαντινίστας, τον Ορινόκο και τη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά. Ωστόσο, "τα όρια του κόσμου είναι τα όρια της γλώσσας μου" όπως γράφει η ίδια και εδώ, "αυτοπεριορίζεται" στο "στενό" πλαίσιο Καλλιθέα - Ινδία. Μέσα από τα αντικείμενα, τους άλλους ανθρώπους και τους άλλους τόπους -και είναι πολλοί αυτοί οι άλλοι άνθρωποι και οι άλλοι τόποι σ'αυτή την διαδρομή- περιγράφει και ψυχογραφεί ευαίσθητες καταστάσεις όπως είναι ο έρωτας και η απώλεια, ο φόβος, το ψέμα, το τυχαίο δίχως επιείκεια.


Λέξη θα μπορούσε όντως να είναι το δεύτερο όνομα της συγγραφέως μιας και ξέρει να χειρίζεται τις λέξεις και να παίζει μαζί τους χωρίς όμως να τις χαρίζεται. Τις γδύνει από τις "δήθεν" έννοιές τους και τις αφήνει να σε παρασύρουν σε μια περιπλάνηση στα τοπία της ψυχής της με μόνο σαφές όριο εκείνο της ηλικίας. Το αποτέλεσμα αναδίδει μια γλυκόπικρη μα αισθαντική αύρα που σε τραβά μέχρι την τελευταία σελίδα. Αναπάντεχα νοσταλγικό το κείμενο, χαρίζει στον αναγνώστη μικρές, κρυφές τρυφερότητες όπως στο σημείο όπου η συγγραφέας περιγράφει τον Δημητρό, τον "διανοητικά κίτρινο" ετεροθαλή αδερφό της. ΄Οπως επίσης και στην ευχή που καταλήγει στις τελευταίες σελίδες:


"Να είναι καλό το ταξίδι μας μέχρι την Αρχή μετά το Τέλος".



ΥΓ: Αυτά έγραφα στο ημερολόγιο των αναγνώσεων που κρατούσα, πριν ανοίξω το blog, πέρυσι τέτοιον καιρό περίπου όταν διάβασα τη "...Λέξη". Το ανεβάζω σήμερα γιατί θυμήθηκα την συγγραφέα από ένα άρθρο της Ελευθεροτυπίας. Και επίσης, γιατί σήμερα με αυτή τη ζέστη είναι λίγο κοπιαστικό να γράψω σχεδόν οτιδήποτε. Είναι και οι δεσποινίδες που παίζουν μπάσκετ στον ακάλυπτο της διπλανής πολυκατοικίας και δεν αποφασίζουν επιτέλους να βάλουν ένα καλάθι...


Σημείωση: Οι εικόνες είναι τα δύο μέρη της ίδιας φωτογραφίας της Μαρίας Μήτσορα και βρίσκεται μαζί με άλλες στο βιβλίο. Είναι τραβηγμένη από τον Αλέξη Μπίστικα.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2009





Διαβάζοντας στ' αστέρια

Τα μικρά κεράκια του ουρανού πρέπει να ήταν ευτυχισμένα έτσι όπως έλαμπαν τη χθεσινή βραδυά - το ίδιο ευχαριστημένος πρέπει να ήταν και ο "πατέρας" της πρωτότυπης αυτής διοργάνωσης. Ο γνωστός λογοτέχνης, και συντοπίτης, Κώστας Ακρίβος είχε την ιδέα για μια λογοτεχνική εκδήλωση όχι όμως με τη μορφή ενός κλειστού κύκλου ομοτέχνων του αλλά ως μια ανοιχτή συγκέντρωση φίλων της λογοτεχνίας όπου ο κάθε αναγνώστης θα μπορούσε, εάν ήθελε, να διαβάσει λίγες γραμμές από το έργο που τον συγκίνησε ή τον συγκινεί ακόμη. Όπερ και εγένετο.

Στο κτήμα του, επίσης λογοτέχνη, Θωμά Κοροβίνη, που βρίσκεται στο Πήλιο, στα παραθαλάσσια Πλατανίδια, συγκεντρώθηκε ένα μικρό πλήθος με κοινό ενδιαφέρον (αγάπη θα το έλεγα βλέποντας με πόση προσοχή ο κόσμος άκουγε τις αναγνώσεις) την λογοτεχνία. Κάτω από το φως ενός μισόγιομου φεγγαριού οι αναγνώστες -σαράντα τον αριθμό, συμπεριλαμβανομένων και των συγγραφέων- διάβασαν τις λέξεις του Παπαδιαμάντη, τη ιδιαίτερη γραφή του Καζαντζάκη και του Τσίρκα, το ύφος του Καραγάτση καθώς και αποσπάσματα από πιο σύγχρονους συγγραφείς όπως τον Γιάννη Καλπούζο, τον Θανάση Τριαρίδη και άλλους που δυστυχώς δεν συγκράτησα - ξέρετε είμαι επιρρεπής στον βραδυνό ουρανό κι οφείλω να ομολογήσω ότι χθες, δεν ήμουν ιδιαίτερα συνεπής ακροάτρια. Παράλληλα με την ακρόαση των κειμένων, "περιφερόμουν" ανάμεσα στο έναστρο παρόν και στο παράλληλο σύμπαν ενός ρομαντισμού που μπερδεύονταν με τις λέξεις και τις ζεστές φωνές των αναγνωστών. Η φίλη μου, αν και δεν είναι της ανάγνωσης και της λογοτεχνίας, παρακολούθησε με περισσότερη προσήλωση την όλη εκδήλωση. Το πρόσωπό της έλαμπε! Χάρηκε πραγματικά που άκουσε αυτές τις σύντομες διηγήσεις, με ρώτησε για πολλά βιβλία και γνώρισε από κοντά κάποιους συγγραφείς. Με την ευκαιρία, συνειδητοποίησα με μεγάλη μου ευχαρίστηση ότι η περιοχή συγκεντρώνει αρκετούς και πολύ καλούς τεχνίτες του λόγου: ο Μιχάλης Μοδινός, η Μαρλένα Πολιτοπούλου, ο Μάνος Κοντολέων, ο Πέτρος Τατσόπουλος, η Κώστια Κοντολέων είναι μερικοί από αυτούς που έδωσαν το αναγνωστικό παρόν. Η φίλη μου, αν και ήθελε να μείνει περισσότερο για να ακούσει και την Λένα Διβάνη, τον Γιάννη Ατζακά, τον Κώστα Ακρίβο και τους υπόλοιπους που θα διάβαζαν στη συνέχεια, της ήταν αδύνατο να καθίσει πιο αργά - ήδη την είχα "υποχρεώσει" να παραμείνει αρκετά περισσότερο από ότι συνηθίζει. Έτσι, για μας η βραδυά έληξε λίγο πριν το μεσονύχτι. Τ' αστέρια όμως, ήταν πιο τυχερά: συνέχισαν να καίνε και ν' ακούν τις ιστορίες για πολύ μετά - μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες.


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009





Στην βροχή...





Στην αρχή άρχισε να ρίχνει χοντρές στάλες. Απείχα μόλις τρία τετράγωνα από το φροντιστήριο και λογικά, θα προλάβαινα να φτάσω στεγνή στο επαγγελματικό ραντεβού που μόλις είχε προκύψει. Δεν πρόλαβα όμως. Ο αέρας δυνάμωσε, ακούστηκαν κεραυνοί να σκίζουν τον αέρα κι έπιασε ξαφνική μπόρα, σαν μια βαριά κουρτίνα που δεν σ' άφηνε να δεις πέρα από τη μύτη σου. Δευτέρα σήμερα, τα μαγαζιά κλειστά το απόγευμα και οι ελάχιστοι άνθρωποι που κυκλοφορούσαν στο δρόμο βιάζονταν να γυρίσουν σπίτι τους. Αν και είχα ομπρέλα μαζί μου δεν την άνοιξα και συνέχισα να περπατώ κανονικά. Δεν ξέρω γιατί, είχα όρεξη να βραχώ. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό και στάθηκα στη μέση του πεζοδρομίου για να απαντήσω. Στο ένα λεπτό που μίλησα, οι δρόμοι έγιναν ποτάμια. Τα αυτοκίνητα με προσπερνούσαν με ταχύτητα εκτινάσσοντας οριζόντια συντριβάνια στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Κάποιοι οδηγοί με στραβοκοίταξαν. Γιατί; τι το παράξενο έβλεπαν; Απλώς στεκόμουν κάτω από τη βροχή κι άφηνα το νερό ανενόχλητο να γλιστρά πάνω μου. Λίγο μόνο τέντωσα το χέρι προς τον ουρανό. Ν' αγγίξω τις φωτεινές πληγές του...



Κυριακή 28 Ιουνίου 2009




Αν υπακούς σε όλους τους κανόνες,
χάνεις όλη την ομορφιά.
Katharine Hepburn


Ο Κωνσταντίνος Τζούμας δεν είναι καθόλου ο άνθρωπος των τύπων και των κανόνων. Ωστόσο, υπάρχει ένας κανόνας που τηρεί με αξιοθαύμαστη συνέπεια, ένας εσωτερικός νόμος, που, υποθέτω, προέκυψε από τον τρόπο ζωής του και τον εκφράζει απόλυτα. Στο Complete Unknown (Καστανιώτης, 2009), το δεύτερο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του, αναφέρει ότι "πρέπει να ζούμε έντονα το κάθε λεπτό, την κάθε στιγμή, αλλά με μια αισθητική που εντέλει είναι η ηθική μας, πρέπει να ρουφάμε το ποτήρι της ζωής μέχρι τον πάτο".

Ακολουθώντας το "πιστεύω" του αυτό, ο Κωνσταντίνος Τζούμας βρίσκεται στις αρχές της δεκαετίας του '70 στον "ομφαλό" της Αμερικής, τη Νέα Υόρκη. Η περιοδεία με το σχήμα μοντέρνου χορού της Ζουζούς Νικολούδη έχει φτάσει στο τέλος της κι ενώ οι υπόλοιποι συνεχίζουν το δρόμο της επιστροφής, ο Κων/νος Τζούμας αποφασίζει να μείνει.

"Το πούλμαν σταμάτησε. Σηκώθηκα και για να αποφύγω τους υγρούς αποχαιρετισμούς, φώναξα ένα γεια και κατέβηκα κρατώντας τη βαλίτσα μου σαν να μην έτρεχε τίποτα. Παρ' όλα αυτά τα αυτιά μου έπιασαν κάτι φορτισμένα "Καλή τύχη", "Καλή επιτυχία", το στομάχι μου σφίχτηκε και καθώς αποχαιρετούσα το πούλμαν της Ζουζούς, νετάρισα το θολό βλέμμα μου απέναντι, πάνω στη γέφυρα που ξανοιγόταν μπροστά μου ατέλειωτη, με τις αντανακλάσεις της τσουχτερής λιακάδας και το Μανχάταν να διαγράφεται γυαλιστερό και ατσάλινο μέσα από υπόλευκη αχλύ, όπως στις ταινίες, και ίσως γι' αυτό οικείο".


A Greekman in New York, λοιπόν! Για τρία χρόνια ('71 - '73) ο νεαρός καλλιτέχνης γεύεται στην κυριολεξία όλες τις εντάσεις των γεύσεων της ζωής ως κανονικός "παίκτης" - συλλέκτης εμπειριών αυτοπροσδιορίζεται. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, a complete unknown, ο Κων/νος Τζούμας αφομοιώνεται άνετα από το περιβάλλον, γνωρίζει την "καλογυαλισμένη" ζωή στην Αμερική, ελίσσεται ανάμεσα στις πολλές όψεις της και παραμένει στον αφρό των ημερών με απαράμιλλο στυλ και μ' αυτό το μπλαζέ ύφος που τον διακρίνει - ύφος που στην κυριολεξία τον σώζει από παράδοξες κι επικίνδυνες καταστάσεις μερικές φορές, αλλά και που πληγώνει επίσης κάποιες σημαντικές άλλες.

Sex, rock and let it roll! θα μπορούσε να είναι με τρεις λέξεις η σύνοψη του βιβλίου γιατί αυτό συμβαίνει στην Νέα Υόρκη το '70: μια παρέλαση της τόσο κραυγαλέας ματαιοδοξίας των πλούσιων αμερικανών, ένα ατελείωτο vanity fair, ένας παρεξηγημένος κοσμοπολιτισμός που "... ίσως έχει να κάνει, μεταξύ άλλων, και με το σνομπάρισμα των αισθημάτων...". Αυτή η έλλειψη κάποιου νοήματος ή, κυρίως, σκοπού, η επανάληψη μιας διαρκούς ευδαιμονίας που περιορίζεται σε υλικά αγαθά και απολαύσεις είναι κάτι που με κούρασε στην ανάγνωση και μ' έβαλε στον πειρασμό να αφήσω το βιβλίο μισοτελειωμένο. Ευτυχώς, ο εικοσιεπτάχρονος -τότε- Τζούμας το αντιλαμβάνεται εγκαίρως και μολονότι το βιώνει "χωρίς να το κάνει θέμα", συλλογίζεται ότι "το κενό που παρ' όλα αυτά νιώθω, έχει να κάνει μάλλον με τη διαπίστωση ότι η φιέστα της αφθονίας σε αδειάζει". Έτσι, η περιπλάνησή του παίρνει μιαν άλλη τροπή, εγώ συνεχίζω την ανάγνωση και ο συγγραφέας, πλήρης από εμπειρίες που όμως δεν γεμίζουν το κενό του, επιστρέφει στην Ελλάδα - σ' αυτό το σημείο σταματά και η αφήγηση.

Στο Complete Unknown, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο, ο Κωνσταντίνος Τζούμας από την θέση του παρατηρητή αυτή τη φορά, αναθυμάται και αναπαριστά ζωντανά την ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης - "βλέπεις" διασημότητες (στο εξώφυλλο υπάρχουν μόνο μερικές), γνωρίζεις ενδιαφέροντα "άσημα" πρόσωπα, ανοίκειες καταστάσεις, μοιράζεσαι σκέψεις για την καθημερινότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις, την τέχνη, το θέατρο, τον χορό. Ο τρόπος που γράφει είναι ευθύς, στακάτος, ασταμάτητος. Απλώς καταιγιστικός. Το ιδιότυπο χιούμορ του και οι σουρρεαλιστικοί συνδυασμοί επιθέτων κι εννοιών είναι απολαυστικά. Ίσως κάποιοι το θεωρήσουν γκροτέσκο ή υπερβολικό αλλά δεν μπορείς να αμφισβητήσεις την παντελή έλλειψη προσποίησης και την αυθεντικότητα του λόγου του. Διαβάζοντάς τον, θυμήθηκα τον Αντώνη Σουρούνη που είχε πει ότι πρέπει πρώτα να ζήσεις και μετά να πιάσεις το μολύβι. Πόσο δίκαιο είχε...

Ήμουν στην παρουσίαση του βιβλίου του Κωνσταντίνου Τζούμα στη πόλη μου και καθώς παρατηρούσα τον συγγραφέα, σκεφτόμουν ότι πράγματι διαθέτει "...απ' αυτήν την ευγενική ωριμότητα των ανθρώπων όταν ξεχειλίζουν από τέχνη, χωρίς να χάνουν το χιούμορ τους, την ειρωνία τους, τη φωτεινότητά τους. Γιατί είναι φωτεινοί, φωτίζονται από μέσα τους από κάτι άσβηστο." όπως λέει και ο ίδιος περιγράφοντας τις καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες της εποχής. Την λίγη ώρα που τον άκουσα να μιλά (πήγα με αρκετή καθυστέρηση στην παρουσίαση) ανακάλυψα ότι αυτός ο "αέρας" που διεπνέει τόσο το βιβλίο όσο και τον ίδιο, οφείλεται στο ότι ο Κωνσταντίνος Τζούμας έχει κι έναν δεύτερο κανόνα που ακολουθεί, έστω και δίχως να το αναφέρει. Είναι η ευχή που του έδωσε η Ζουζού Νικολούδη λίγο πριν κατέβει από το πούλμαν:


"Μη χάσεις το χιούμορ σου κι αυτή την περιέργεια, αυτή την όρεξη που έχεις".



Σημείωση: Ο πίνακας είναι ο "Καθιστός άνδρας (ο Ντιέγκο)" του Αλμπέρτο Τζιακομέτι.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009




Με συγχωρείτε κύριε 'Αινσταιν
...





Τα παιδικά βιβλία με ξεκουράζουν. Με βοηθούν να "καθαρίσω" το βλέμμα μου και το μυαλό μου από την καθημερινότητα. Ωστόσο, ο λόγος που διάβασα Το Ταξίδι των τρολ της Ιωάννας Μπουραζοπούλου (Καστανιώτης, 2009) έχει να κάνει αρχικά με την εικονογράφηση της Σοφίας Τουλιάτου στο εξώφυλλο: τα πολύχρωμα και αχτένιστα μαλλιά των μικρών παιδιών που μοιάζουν με στρόβιλο με πήγαν πολύ πίσω - τότε που ήμουν, θυμάμαι, στο νηπιαγωγείο και ξεκινούσα κάθε πρωί από το σπίτι πάντοτε καλοχτενισμένη, με ίσια χωρίστρα και μοντέρνο, κοκκάλινο σαντικλέρι στα πλάγια. Δεν ξέρω όμως γιατί, κάθε μεσημέρι επέστρεφα με διαφορετικό "χτένισμα"! Παρόμοιο με εκείνα των μικρών τρολ...

Αχτένιστα, τσαπατσούλικα και ζαβολιάρικα είναι και τα επτά μικρά τρολ που πρωταγωνιστούν: ο Ντο που φορά μια ζακέτα χωρίς το ένα της μανίκι, ο Ρε που δεν αποχωρίζεται την αγαπημένη του οδοντόβουρτσα, η Μι με τις κόκκινες κάλτσες και ο Φα με το ψηλό καπέλο, ο Σολ που κουβαλάει ένα τεράστιο κλειδί, η Λα με το ειδικό λεξικό της και ο Σι που μονίμως ανησυχεί μήπως το κίτρινο μπάλωμα που έχει στο παντελόνι φύγει από τη θέση του.

"Το Ταξίδι των τρολ" σε κερδίζει από την πρώτη κιόλας σελίδα διότι σου εξάπτει την περιέργεια για την συνέχεια. Θα περίμενε κανείς ότι τα τρολ, που είναι αξιολάτρευτα, θα έκαναν συνεχώς σκανταλιές, θα τα μάλωναν ή θα τα έβαζαν τιμωρία και ίσως στο τέλος συνετίζονταν, χτενίζονταν δηλαδή, φορούσαν ατσαλάκωτα ρούχα και ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ευτυχώς όμως, και για κείνα και για τους αναγνωστες, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά - τα μικρά τρολ πλήττουν στην καλύβα τους. Ώσπου ανακαλύπτουν ότι η καλύβα τους είναι στην πραγματικότητα μία βάρκα και ότι μπορούν μ΄αυτήν να ταξιδέψουν! Ο άνεμος τους αποκαλύπτει ότι μέσα στα αχτένιστα μαλλιά τους είναι κρυμμένο το μυστικό της μελωδίας. Έτσι, με τη βοήθειά του, με τα μπουγαδόσκοινα και το τεράστιο κλειδί του Σολ, που επιτέλους μαθαίνουν σε τι χρησιμεύει, ανοίγουν πανιά και πετούν σε περίεργους, πολύχρωμους και μελωδικούς κόσμους του ουρανού.

Όπως είναι φυσικό, οι κακοί της ιστορίας εμφανίζονται όταν οι πτήσεις των μικρών τρολ γίνονται όλο και πιο ενδιαφέρουσες, πιο μελωδικές. Σαν πειρατές ο ναύαρχος Βησσαρίωνας, η καθηγήτρια Βεατρίκη, ο δήμαρχος Φρειδερίκος και ο βιβλιοπώλης Οράτιος επιτίθενται στη βάρκα των τρολ με πολύ επιμονή για να την καταστρέψουν και να σταματήσουν τις παράνομες πτήσεις τους στα σύννεφα. Μα αποτυγχάνουν γιατί δεν γνωρίζουν ότι η δύναμη της μελωδίας είναι γοητευτική και η μουσική ακατανίκητη!

Απόλαυσα
πραγματικά αυτό "Το ταξίδι.... " όχι μόνο για την ιδιαίτερη ματιά που τα μικρά τρολ βλέπουν τον κόσμο, για την άρνησή τους να αλλάξουν, για την αλληλοβοήθεια που προσφέρουν και για τις συμβατικότητες που τελικά ανατρέπουν, αλλά και για το τέλος της ιστορίας που θυμίζει μαγικό ρεαλισμό του Φελίνι.

Παρεμπιπτόντως, ο Άλμπερτ Άινσταιν δεν ήταν που είπε: "δύο πράγματα είναι άπειρα: το σύμπαν και η ανθρώπινη ανοησία - και δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το πρώτο"; Με συγχωρείτε κύριε Άινσταιν μα κάνετε λάθος! Το σύμπαν με τη μουσική γίνεται όντως άπειρο. Όσο για την ανοησία, αυτή έχει μετρήσιμα όρια κι ως εκ τούτου δεν είναι άπειρη. Το λεξικό της Λα το αναφέρει ρητά:


"Μετριέται η ανοησία;"
Ναι, αλλά όχι με ίσιο χάρακα.




ΥΓ: Αυτό το παραμύθι μου άρεσε λίγο παραπάνω και για έναν ακόμη λόγο: από τις πρώτες συλλαβές και λέξεις που είπε η ανηψιά μου μόλις άρχισε να μιλάει ήταν "Λα" - προσπαθούσε να με φωνάξει με το (πραγματικό) όνομά μου!. Και τώρα, στην εφηβεία της, γκρινιάζει για το λεξικό μου που της λέω να χρησιμοποιεί στα μαθήματά της.


Κυριακή 21 Ιουνίου 2009







Πατέρα είσαι...





Η παγκόσμια ημέρα του Πατέρα ήταν μια ιδέα της Sonora Smart Dodd από την Ουάσινγκτον η οποία το 1910 θέλησε μια γιορτή αντίστοιχη με εκείνη της Μητέρας για να τιμήσει τον πατέρα της, βετεράνο του Αμερικανικού Εμφυλίου που μεγάλωσε μόνος του τα έξι παιδιά της οικογένειας. Έκτοτε καθιερώθηκε να γιορτάζεται την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου. Παρόλο που οι επέτειοι αυτού του είδους δεν μου αρέσουν διότι περιορίζουν την σημασία της κάθε έννοιας σε είκοσι τέσσερις ώρες, επέλεξα την σημερινή μέρα για να αναρτήσω τις σκέψεις των παιδιών γιατί -θα παραφράσω λίγο τον Όσκαρ Ουάιλντ- οι πατέρες έχουν τόσα να μάθουν από τα παιδιά τους. Και οι μητέρες επίσης. Ας τα ακούσουμε...


Ο μπαμπάς μου είναι ο καλύτερός μου φίλος. Κάνουμε αστεία και γελάμε μαζί. Μαριάννα, 8

Ο πατέρας μου είναι ο φύλακας του σπιτιού. Μαργαρίτα, 11


Ο πατέρας μου είναι το Α και το Ω της οικογένειας. Ιωάννα, 13


Δεν θα ήθελα να είχα άλλον πατέρα. Αυτός μου φτάνει. Είναι ο καλύτερος. Δημήτρης, 10


Ο χρόνος που περνάει μαζί μου είναι λίγος. Θα ήθελα να του λέω καθημερινά πως περνάω την ημέρα μου. Να συζητάμε περισσότερο. Χριστίνα, 9


Ο πατέρας μου είναι ένα όνειρο γαλάζιο γεμάτο αγάπη. Θα ήθελα να πετάω μαζί του κάθε μέρα και να βλέπω τον κόσμο από ψηλά. Βάσια, 8
Ο μπαμπάς τώρα έχει φτερά γιατί έγινε αγγελάκι. Φοίβος, 6

Δεν πηγαίνω πουθενά μαζί του. Έχει πάντα πολύ δουλειά. Μυρτώ, 5
Πολλοί μπαμπάδες όλο διαβάζουν την εφημερίδα τους αντί να ασχολούνται με τα παιδιά τους. Μισούμε τις εφημερίδες, Μαρία και Μελίνα, 11

Θέλω ο μπαμπάς μου να μου διαβάζει ένα βιβλιαράκι πριν κοιμηθώ.
Αλέξανδρος, 4


Κανείς δεν μπορεί να ζήσει όμορφα με έναν από τους δύο γονείς του. Αθανάσιος, 13

Ο πατέρας είναι ο άνθρωπος που με υπερασπίζεται. Γιάννης, 13

Ο μπαμπάς μου με μαλώνει λίγο αλλά με αγαπάει πολύ. Μαρία, 7

Καμιά φορά νευριάζει και φωνάζει, αλλά εγώ κλείνω τα αυτιά μου να μην ακούω. Νεφέλη, 5

Το μόνο που θέλω από αυτόν είναι να με αγαπάει όπως τον αγαπάω εγώ. Αναστασία, 8

Θαυμάζω τον πατέρα μου γιατί έχει πολλές γνώσεις που μου μεταδίδει. Ευανθία, 12


Ήθελα να είναι σπίτι, όχι να χωρίσει. Τον αγαπάω. Αχιλλέας, 5

Εγώ αγαπάω τον μπαμπά μου επειδή βοηθάει τη μαμά μου στο σπίτι όταν έχει πολλές δουλειές. Λία, 7

Ο μπαμπάς είναι το μισό της μαμάς μου. Χαρίλαος, 12

Ο πατέρας μου είναι για μένα ένα κομμάτι από τη ζωή μου. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχα τώρα. Εγώ θέλω λίγα πράγματα από τον μπαμπά. Αλλά αυτό που θέλω πιο πολύ είναι να είμαστε μια αγαπημένη οικογένεια. Κώστας, 9


*







Σημείωση 1: Τα πιο πάνω λόγια είναι οι αυθόρμητες απαντήσεις παιδιών ηλικίας 4 έως 13 ετών που συνόδευαν τα έργα ζωγραφικής που πήραν μέρος τον 11ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Παιδικής Ζωγραφικής με θέμα «Πατέρας και Παιδί» που οργάνωσε το Μουσείο Ελληνικής Παιδικής Τέχνης το 1997. Οι σκέψεις αυτές βρίσκονται συγκεντρωμένες στο κομψό βιβλιαράκι του ΜΕΠΤ με τίτλο «Πατέρα είσαι…» απ΄ όπου και ο τίτλος της σημερινής ανάρτησης. Η αρχική σκέψη μου ήταν να επιλέξω δυό-τρία λόγια, αλλά...
Σημείωση 2: Οι ζωγραφιές είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου κι ανήκουν στους:1) Μαρία Λιαλούτη, 6 ετών, 2) Φωτεινή Παπαδημητρίου, 11 ετών, 3) Ηλία Πρεβεζά, 10 ετών, 4)Άγγελο Κουλόν, 7,5 ετών και 5) Χριστίνα Σαντζαρίδου, 9 ετών.