Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009





Η επανάσταση


πρέπει να είναι η ανατροπή του παρελθόντος κι όχι
η επανάληψή του με άλλη μορφή.



Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009





Το άψυχο παίρνει ζωή όταν το νοιαστείς...



Έχω πολύ καιρό να δω κάποιο παιδί να διαβάζει βιβλίο γενικώς, και λογοτεχνίας ειδικώς, πόσο μάλλον να το αποκτά μόνο του. Περνώντας κάποιον χρόνο σε βιβλιοπωλεία, σπάνια συναντώ κάποιο παιδί να περιδιαβάζει στα ράφια, να ξεφυλλίζει, να επιλέγει μόνο του κι απορώ γιατί η σοδειά της βιβλιοπαραγωγής για ετούτη την συγκεκριμένη κατηγορία αναγνωστών έχει να παρουσιάσει πολλά και αξιόλογα δείγματα βιβλίων, ικανά να εγείρουν την περιέργεια και την προσοχή των παιδιών (και των μεγάλων, εδώ που τα λέμε) με πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες και χωρίς να είναι εξώφθαλμα έντονα ή κραυγαλέα. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και "το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας" του Βασίλη Παπαθεοδώρου (Καστανιώτης, 2008).

Τα περισσότερα σχόλια που διάβασα για ετούτο το βιβλίο τονίζουν την περιέργεια, το μυστήριο, την αγωνία και κυρίως τις οικολογικές ανησυχίες που κεντρίζονται από την πένα του συγγραφέα. Και δεν έχουν άδικο. Ο Β.Παπαθεοδώρου θίγει με χιούμορ αλλά και σοβαρότητα απολύτως σύγχρονα θέματα και ο γρήγορος ρυθμός της γραφής σε συνδυασμό με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις κάνουν το βιβλίο ένα κανονικό μίνι αστυνομικό μυθιστόρημα. Η όμορφη γλώσσα του κειμένου προσθέτει στο ενδιαφέρον της ανάγνωσης αν και μια-δυο λέξεις, φαντάζομαι, θα δυσκολέψουν τους μικρούς αναγνώστες. Ωστόσο, εγώ θα σταθώ σε δύο σημεία που με εντυπωσίασαν και δεν έχουν να κάνουν με κάτι από τα πιο πάνω.

Το πρώτο, που ήταν και η αφορμή για να αγοράσω το βιβλίο μιας και δεν γνώριζα τον συγγραφέα από προηγούμενες δουλειές του, είναι η εικονογράφηση. Πρωτότυπη, εικαστική, αφαιρετική, η ζωγραφική άποψη του Πέτρου Μπουλούμπαση μακράν απέχει από τους καθιερωμένους παιδικούς χρωματισμούς και τις πολύχρωμες περικοκλάδες που συναντάμε σε αρκετές εκδόσεις.

Η αυτοθυσία ως ζεστό συναίσθημα και ως πράξη είναι το δεύτερο στοιχείο που ξεχώρισα και αυτό γιατί -διορθώστε με αν κάνω λάθος- είναι έννοια ξεπερασμένη στις μέρες μας. Στο βιβλίο όμως είναι σε πρώτο πλάνο. Μερικά παραδείγματα:
η πραγματική πάπια ταξιδεύει στην απέραντη θάλασσα ελπίζοντας να βρει κάποια ξηρά για να βγεί ενώ την ίδια στιγμή, αφήνει ευκαιρίες για να σωθεί η ίδια πότε για να σώσει μια πληγωμένη φάλαινα και πότε έναν τραυματισμένο ψαρά που κινδυνεύει να του επιτεθεί καρχαρίας. Έχει ήδη χάσει στην θύελλα τα παπάκια της καθυστερώντας για να σώσει το νεαρό Γιαν, τον άνθρωπο-φίλο της, ο οποίος προηγουμένως είχε διακινδυνεύσει κι εκείνος για να την σώσει από πνιγμό. Υιοθέτησε όμως, τα πλαστικά παπάκια ως δικά της "παιδιά" κι εκείνα με την σειρά τους την προστατεύουν σαν αληθινά γιατί "το άψυχο παίρνει ζωή όταν το νοιαστείς".


Συμφωνώ με την στροφή που έχει πάρει η θεματολογία της σύγχρονης ελληνικής παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας:
σήμερα είναι απολύτως αναγκαία η ενημέρωση, η ευαισθητοποίηση και η άμεση δραστηριοποίηση του καθενός μας για όλα τα θέματα που αφορούν στο περιβάλλον και την προστασία του αλλά αναρωτιέμαι - πως να πείσεις κάποιον που δεν έχει μάθει να προσφέρει την έγνοια του και την προσοχή του στον συνάνθρωπο του, να το κάνει για τα ζώα και πολύ περισσότερο για την φύση; Πως να τον πείσεις, όταν δεν ξέρει να θυσιάζει το προσωπικό του συμφέρον και τη βολή του για έναν συλλογικό σκοπό, για ένα παγκόσμιο καλό;



Σημείωση: Ο πρώτος πίνακας είναι της σύγχρονης Αμερικανίδας ζωγράφου Ελίζαμπεθ Πέυτον από την ενότητα "Live Forever". Η δεύτερη εικόνα είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου.
Update: Σε δημοσίευμα εφημερίδας αναφέρεται ότι από το συγκεκριμένο περιστατικό της "απελευθέρωσης" των πλαστικών παιχνιδιών στον Ειρηνικό, κάποια από αυτά ξεβράστηκαν στις ακτές της Αλάσκας
τον Ιούλιο του 2004. Αρκετά όμως συνεχίζουν να περιπλανούνται στις θάλασσες.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009





Άτιτλο



"Ένα μυθιστόρημα είναι η ισορροπία ανάμεσα σε
μερικές αληθινές εντυπώσεις και στο πλήθος των ψεύτικων που
συγκροτούν αυτό που αποκαλούμε ζωή."



Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009





Αδύναμη...



Την Τρίτη το πρωί, πέρασα από την Ερμού. Μπροστά σ' ένα στενό καθόταν ένας μελαμψός άντρας με τον γιο του. Ζητιάνοι. Δεν έδωσα σημασία και προσπέρασα γρήγορα. Είχα αργήσει στο ραντεβού με τον οδοντίατρο. Ξεμακραίνοντας όμως, συνέχιζα να "βλέπω" την εικόνα αυτού του ανθρώπου που είχε "παγώσει" στο νου μου. Είχε μαλακή όψη στο πρόσωπο και τα κατάμαυρα μάτια του δεν ζητιάνευαν. Απλώς υπέμεναν. Και δεν είχε απλώς απλωμένο ένα άδειο χέρι. Πουλούσε χαρτομάντηλα. Γύρισα πίσω και καθώς τον πλησίαζα, είχα τον χρόνο να παρατηρήσω καλύτερα τον μικρό δίπλα του. Ήταν γύρω στα 6 με 7 και καθόταν μέσα σ' ένα καρότσι για μωρά. Σκυφτός και με προσήλωση ζωγράφιζε με δύναμη στο μπλοκ που είχε στα γόνατά του. Κάτι λέγανε μεταξύ τους - ο μικρός ήταν λιγόλογος και συνέχιζε να ζωγραφίζει χωρίς να σηκώνει κεφάλι. Η χροιά της φωνής του - καθαρή, ζεστή, σταθερή, άφοβη, αυθόρμητη, όχι σαν τα γνωστά ζητιανάκια που ξέρουν "τα κατατόπια της δουλειάς". Ρώτησα τον πατέρα πόσο πουλάει το πακετάκι με τα χαρτομάντηλα. "Δέκα λεπτά" μου απάντησε. Πήρα και τα δύο πακετάκια που κρατούσε στο χέρι και του έδωσα όσο πληρώνω στο σούπερ μάρκετ για την οικονομική συσκευασία. Ο μικρός είχε ήδη σταματήσει την ζωγραφιά του -μάλλον τη στιγμή που με άκουσε να μιλώ- και με κοιτούσε με το ένα του μάτι γεμάτο έκπληξη. Το άλλο, ήταν καλυμμένο με αυτό που χαϊδευτικά αποκαλώ pirate's badge - το ειδικό αυτοκόλλητο που χρησιμοποιούν οι οφθαλμίατροι για να διορθώσουν την όραση των παιδιών. Είμαι σίγουρη ότι από κάτω, με κοιτούσε κι αυτό το ίδιο διαπεραστικά. Έφυγα γρήγορα. Είχα αργήσει.

Χθες το μεσημεράκι, γυρνώντας σπίτι, τους ξαναείδα. Ο πατέρας, που προφανώς ήταν και ρακοσυλλέκτης, έσπρωχνε το καροτσάκι που ήταν κατάφορτο με διάφορα πράγματα. Μόλις με αναγνώρισε χαμογέλασε και τα μάτια του γέμισαν επιφύλαξη. Μου φάνηκε πως μαζεύτηκε κάπως. Ο δε μικρός, που καθόταν μέσα στο καρότσι, μόλις με αναγνώρισε κι εκείνος, σταμάτησε το καρότσι με τα πόδια του, κατέβηκε και αφού με κοίταξε συνέχισε το δρόμο του περπατώντας. Χωρίς να σταθώ, συνέχισα κι εγώ τον δικό μου δρόμο.

Σήμερα, προσπαθώ ακόμη να καταλάβω την κίνηση αυτή του μικρού. Όπως επίσης και το γιατί νοιώθω τόσο αδύναμη...




Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009









the love that dare not speak its name*

 
but do write its dare...



"Πρέπει να ήταν κατά τη δεύτερη ή τρίτη μου επίσκεψη στο τέμενος όταν προκλήθηκε ο σπινθήρας και, τόσο εκείνος όσο και ο σύντροφός του, ο Τζωρτζ Μέριλ, είχαν συμμαχήσει στο να μου προξενήσουν βαθιά εντύπωση και να μου αγγίξουν κάποια δημιουργική φλέβα. Ο Τζωρτζ Μέριλ μου άγγιξε επίσης την πλάτη - απαλά και ακριβώς πάνω από τους γλουτούς. Πιστεύω ότι άγγιζε των περισσότερων ανθρώπων. Η αίσθηση ήταν ασυνήθιστη και τη θυμάμαι ακόμα (...) Επέστρεψα κατόπιν στο Χάρογκέιτ (...) και αμέσως άρχισα να γράφω τον Μώρις" εξομολογείται ο Ε.Μ.Φόρστερ για το πως δημιούργησε το "Μώρις" (Καστανιώτης, 1988).

Ο συγγραφέας παρακολουθεί τον ήρωά του από την εφηβεία έως και τα τριάντα+ χρόνια του. Το μυθιστόρημα ξεκινά με τον Μώρις (κι όχι Μωρίς όπως λανθασμένα αποδίδεται στο κείμενο) 13χρονο μαθητή - μία μετριότητα όπως περιγράφεται που προκειμένου να γίνει δεκτός από τους υπόλοιπους συμμαθητές του υιοθετεί την συμπεριφορά τους ενώ την απεχθάνεται. Στην πραγματικότητα, αδιαφορεί και πιέζεται τόσο στο σχολείο όσο και στο σπίτι διότι τα ενδιαφέροντα κι όλες οι συζητήσεις των οικείων του περιστρέφονται γύρω από τους καθωσπρεπισμούς της εποχής και την κοινωνική αποκατάσταση.

Ο Μώρις συνεχίζει τις σπουδές του στο Κέιμπριτζ όπου δεν σταματά να νιώθει διαφορετικός από τους υπόλοιπους κι αποξενωμένος. Μέχρι που γνωρίζει τον Κλάιβ Ντάραμ, έναν τριτοετή συμφοιτητή του που στην πορεία γίνεται μέντοράς του. Ο Κλάιβ τον μυεί στην αρχαία ελληνική γραμματεία και στα κείμενα περί ομοφυλοφιλίας. Γίνεται η αφορμή για να "ανοίξει" το μυαλό του Μώρις και να απαλλαγεί από τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του για την θρησκεία και τις κοινωνικές συμβατικότητες. Να βρει, να κατανοήσει και να αποδεχθεί την σεξουαλική του ταυτότητα. Ουσιαστικά, ο Κλάιβ απελευθερώνει τον Μώρις και για όσο διαρκεί η σχολή, οι δυο τους έχουν μια υπέροχη -πλατωνική όμως- σχέση παρόλο που ο Μώρις προσδοκά κάτι περισσότερο.

Εξαιτίας ενός εγωϊσμού, ο Μώρις εγκαταλείπει τις σπουδές του και εργάζεται ως χρηματιστής ενώ αντίθετα, ο Κλάιβ τις ολοκληρώνει. Μετά το τέλος των σπουδών του κι ενώ βρίσκεται σε ταξίδι στην Ελλάδα με άλλη παρέα, ο Κλάιβ βιώνει μία εσωτερική μεταστροφή σχετικά με τις σεξουαλικές προτιμήσεις του και η ιδιαίτερη, τρυφερή, φιλία που ένιωθε για τον Μώρις δίνει την θέση της στην έλξη για το γυναικείο φύλο που είναι τόσο ένθερμη ώστε αποφασίζει να παντρευτεί. Από το κείμενο γίνεται φανερό ότι ο Κλάιβ ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για την κοινή γνώμη και την κοινωνική του θέση απ' ότι διατεινόταν ως φοιτητής. Φυσικό επακόλουθο λοιπόν να επιλέξει έναν συμβατικό, "στεγνό", γάμο και να αποκηρύξει την ομοφυλοφιλία του θεωρώντας την μία εμμονή, ένα καπρίτσιο της ηλικίας. Η συμπεριφορά του προς τον Μώρις γίνεται συγκαταβατική, τυπική. Καθαρά βρετανική. Ο Μώρις, ωστόσο, αντιμετωπίζει το απροσδόκητο αυτό τέλος όσο καλύτερα μπορεί δίχως να απαρνηθεί λεπτό την πραγματική του ταυτότητα. Καθώς διάβαζα τον "Μώρις" σκεφτόμουν ότι αν στη θέση των δύο αντρών έβαζα τα ονόματα ενός ετερόφυλου ζευγαριού, δεν θα υπήρχε καμμία διαφορά στις αντιδράσεις των ηρώων. Έτσι, μπόρεσα να προβλέψω τη συνέχεια - όπως γίνεται συνήθως σε όλες τις σχέσεις αγάπης κι έρωτα που τελειώνουν άδοξα, τον πόνο της απόρριψης και της ήττας, το βάσανο της απώλειας τα γιατρεύει ο χρόνος κι ένας καινούργιος έρωτας.



 Ο Μώρις ερωτεύεται τον Άλεκ Σκάντερ, τον θυροφύλακα του Κλάιβ. Βρίσκει, επιτέλους, την ανταπόκριση και την αμοιβαιότητα που ποθούσε και παρόλες τις διαφορές -κοινωνικές και πνευματικές- που υπάρχουν, οι δυο εραστές μένουν μαζί ως το βάθος της ηλικίας τους. Μάλιστα, ο Ε.Μ.Φόρστερ, στο αρχικό χειρόγραφό του είχε γράψει έναν διαφορετικό επίλογο που ναι μεν δημοσιεύτηκε αλλά κατόπιν τον απέσυρε γιατί θεώρησε ότι δεν θα ήταν δημοφιλής. Σ' εκείνον τον επίλογο, λίγα χρόνια μετά το τέλος της νουβέλας -νουβέλα ονομάζει ο ίδιος ο Ε.Μ.Φ. το "Μώρις"- γίνεται μια συνάντηση του Μώρις με την μικρότερη αδελφή του, Κίττυ, η οποία τελικά υποψιάζεται τον πραγματικό λόγο που ο αδελφός της είχε εγκαταλείψει το πατρικό τους και του δείχνει πόσο πολύ τον απεχθάνεται γι' αυτό. Η τελευταία σκηνή περιέγραφε τον Μώρις και τον Άλεκ να συζητούν,
ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, και να αποφασίζουν να μετακομίσουν για να αποφύγουν μία τυχόν μελλοντική συνάντηση μαζί της.

 
Ο Ε.Μ.Φόρστερ δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να ολοκληρώσει την συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος αλλά δεν θα επιτρέψει να δημοσιευθεί παρά μόνον μετά θάνατον. Ομοφυλόφιλος ο ίδιος, γνωρίζει από πρώτο χέρι τους κομφορμισμούς της εποχής και τις ποινικές διώξεις και κυρώσεις που επιφέρει η ομοφυλοφιλία στην εποχή του κι αυτό τον κάνει αρκετά αρνητικό για την έκδοση του "προκλητικού" Μώρις. Άλλωστε, η απήχηση και η "μεθεόρτια" εντύπωση της δίκης του Όσκαρ Ουάιλντ που σκανδάλισε τα τότε χρηστά ήθη της Μεγάλης Βρετανίας, διαρκούσαν ακόμη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το 1913, όταν ο Ε.Μ. Φόρστερ έγραφε τον "Μώρις" (υπάρχει σχετική αναφορά και στην πλοκή του βιβλίου). Είναι επίσης επιφυλακτικός κι αβέβαιος για την λογοτεχνική αξία του βιβλίου μολονότι το έργο του μέχρι εκείνη τη στιγμή (πέντε μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων) είναι ήδη αναγνωρισμένο. Ο ίδιος σημειώνει: "Δημοσιεύσιμο - αλλά το αξίζει;" Ο "Μώρις" θα χρειαστεί να περιμένει πενήντα οκτώ χρόνια πριν βρεθεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Το 1971, ο Ε.Μ.Φόρστερ έχει πεθάνει και τόσο οι αντιλήψεις όσο και η αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας έχουν αλλάξει κατά πολύ.

Ξεκίνησα να διαβάζω τον "Μώρις" επηρρεασμένη από την πολύ καλή κινηματογραφική μεταφορά του από τον Τζέιμς Άιβορυ που φαίνεται ότι είναι ο αποκλειστικός σκηνοθέτης των βιβλίων του Ε.Μ.Φόρστερ. Μιλώντας για την ταινία, δεν θυμάμαι τι στ' αλήθεια ήταν αυτό που μου είχε κάνει περισσότερο εντύπωση: η σχέση δύο ανθρώπων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις ή ο άγνωστος και γοητευτικός νεαρός -τότε- ηθοποιός Ρούπερτ Γκρέιβς που υποδυόταν τον Άλεκ Σκάντερ. Η ομοφυλοφιλία, πάντως, δεν ήταν. Ανέκαθεν, δεν με προκαλούσαν οι όποιες ιδιαιτερότητες του σώματος. Μάλλον με θυμώνουν όταν τους δίνεται περισσότερη προσοχή απ' ότι είναι απαραίτητο και κυρίως όταν χρησιμοποιούνται για να βάλλουν κάποιον. Πιο πολύ με έλκυουν οι αδυναμίες της ψυχής και η δύναμη της θέλησης - "You can do anything. Once you know what it is", λέει ο Μώρις. Ο Φόρστερ χειρίζεται πολύ καλά την περίπτωση του - ο Μώρις καλύπτει όλη την παλέτα των συναισθημάτων ενός αληθινά ερωτευμένου ανθρώπου. Ωστόσο, το βιβλίο δεν διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες, ιδίως τη στιγμή που η ελληνική μετάφρασή του το αδικεί σε αρκετά σημεία. Δίνει όμως με απλό τρόπο, χωρίς στόμφο και δραματικές υπερβολές, την αυθεντικότητα των συναισθημάτων ενός άντρα που έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Στο τέλος δε, ο Μώρις εμφανίζεται τόσο ολοκληρωμένος, και γι' αυτό ισχυρός, που φέρνει σε τραγική αμηχανία τον πάντα ετοιμόλογο Κλάιβ.

Γυρνώντας την τελευταία του σελίδα ένιωσα ότι διάβαζα όχι απλώς μία περιγραφή γεγονότων αλλά κάτι βαθύτερο - τα πράγματα στην σωστή τους βάση. Κι αυτό έκανε τη μέρα μου καλύτερη.





__
* Πρόκειται για φράση από το ποίημα "Δύο Αγάπες" του λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας, εραστή του Όσκαρ Ουάιλντ. Χρησιμοποιήθηκε από τον δημόσιο κατήγορο για να φέρει σε δύσκολη θέση τον Όσκαρ Ουάιλντ αλλά και από τον ίδιο τον συγγραφέα για την υπεράσπισή του στην πολύκροτη δίκη του που έγινε τον Απρίλιο του1895.



Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου ενώ η δεύτερη από την κινηματογραφική μεταφορά του "Μώρις" - ο (ξανθός) Τζειμς Γουΐλμπυ ήταν ο Μώρις και ο Ρούπερτ Γκρέιβς ο Άλεκ. Η τρίτη φωτογραφία είναι από χειρόγραφο του Ε.Μ.Φόρστερ για το "Πέρασμα στην Ινδία"

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009



"... Η μεγάλη μου επιθυμία να γίνω δημιουργός ταινιών πηγάζει από το ενδιαφέρον μου για την μεταχείριση των εικόνων και την μεταχείριση των κειμένων. (...) πάντα με ενθουσιάζουν αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στη ζωγραφική και στο σχέδιο -και τη λογοτεχνία- που δείχνουν αποφασισμένα να μην υποστούν καμμία αλλαγή, που σθεναρά αρνούνται να μετατρέψουν τη μορφή τους, το περιεχόμενο και τις μεταφορικές τους έννοιες σε κινηματογραφική ταινία. ..."


(Από παλαιότερη εικαστική έκθεσή του στην Αθήνα).

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009





Όσο να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι...



Εδώ και μέρες προσπαθώ να γράψω κάτι για τον "μικρούλη έρω" (sic) του Πασκάλ Κινίαρ (Μελάνι, 2008) αλλά μου είναι δύσκολο. Πως περιγράφουν τον καύσωνα του πόθου, το σκοτάδι της απόγνωσης, τον δραματικό ήχο του βιολοντσέλου που ξεπηδά ανάμεσα απ' τις λέξεις;

Ας το πάρω από την αρχή. Ο Πασκάλ Κινίαρ είναι ένας συγγραφέας όχι ιδιαίτερα γνωστός σε μας. Γεννήθηκε το 1948, στη Γαλλία, σε οικογένεια εκπαιδευτικών - γονείς καθηγητές κλασικών σπουδών, ο ένας παππούς, από την μεριά της μητέρας, συγγραφέας, ο άλλος, από την μεριά του πατέρα, μουσικός. Αναπόφευκτο, σχεδόν, να ασχοληθεί με τις Τέχνες και τα Γράμματα. Σπουδάζει Φιλοσοφία, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο και για σειρά ετών συνεργάζεται με τον Gallimard. Tο 1994 εγκαταλείπει όλες τις θέσεις του και αφιερώνεται στο γράψιμο. Μεταφράζει, γράφει αρκετά δοκίμια αλλά και μυθιστορήματα με πιο γνωστό το "Όλα τα πρωινά του κόσμου" που μεταφέρθηκε στον κιν/φο με μεγάλη επιτυχία. Σ' αυτήν την πολύ ατμοσφαιρική -σχεδόν εικαστική- ταινία πρωταγωνιστεί ένας μουσικός της βιόλα ντα γκάμπα και η οικογένειά του. Στον "μικρούλη έρω" πρωταγωνίστρια είναι μία δεξιοτέχνης του βιολοντσέλου και η αδυσώπητη μοναξιά της.


Τότε, ήταν μια ασχημούλα δεκαεννιάχρονη σπουδάστρια βιολοντσέλου κι εκείνος, ένας τριανταπεντάρης γόης. Στη Νίκαια της Γαλλίας. Καλοκαίρι. Καύσωνας. Ένα απόγευμα.


Μεταξύ των δυο τους δεν έχει προηγηθεί κάποια έλξη, ή έστω κάποια φιλία. Δεν υπάρχει κάτι που να τους συνδέει. Για τον Γκέρχαρντ Μπιελέ, η νεαρή βιολοντσελίστρια είναι απλώς η εκτόνωση μιας "... βασανιστικής, επιτακτικής φαντασίωσης, μιας αγωνίας που άγγιζε τα όρια της αγωνίας."


Για την Πωλίν Αρλέ όμως είναι αλλιώς. Βασανίζεται να καταλάβει τι ήταν αυτό που έζησε, κι αν ήταν έρωτας, πέφτει σε κατάθλιψη, προσπαθεί να επαναλάβει εκείνο το απόγευμα μα ο Γκέρχαρντ "... είπε σε τόνο απαγγελίας, σιγοτραγουδώντας σαν τα μικρά παιδιά του δημοτικού: "Δεν σου δίνω άλλη ελπίδα, δεν με είδες, δεν σε είδα...'"


Πολλές φορές σε στιγμές αμηχανίας -κυρίως στον έρωτα- λέμε ή και κάνουμε ανόητα, αψυχολόγητα πράγματα. Είμαι σίγουρη ότι όλοι μας έχουμε κάτι ασυνάρτητο, "τρελό" ή "ευφυέστατο" να θυμηθούμε που μας έχει φέρει σε δύσκολη θέση. Κατόπιν εορτής βέβαια, το απωσιοπούμε, ναι, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το αρνούμαστε ή ότι δεν έγινε. Έγινε και υπήρξε και οι πιο "γενναίοι" από εμάς που το διακωμωδούν, γνωρίζουν κάτι περισσότερο για την απόλαυση ενός τέτοιου λάθους - με ή χωρίς εισαγωγικά. Στο κάτω κάτω, για να "παίξω" με μια αγγλική παροιμία,"love isn't love without a cello-playing goat".* Και αν η αντίδραση της Πωλίν να δεχθεί τον βιαστή της εξηγείται από τον Ρόμπερτ Φρόστ που είπε ότι "Αγάπη είναι η ακαταμάχητη επιθυμία να είσαι ακαταμάχητα επιθυμητός/η", πως μπορεί να ερμηνεύσει κανείς τον Γκέρχαρντ ο οποίος υπακούει στο "θύμα" του και κατόπιν επιστρέφει στην κενότατη ζωή του σαν να μην συνέβη τίποτα;


Η Πωλίν δεν ξεχνά τι συνέβει εκείνο το απόγευμα - εκείνον τον βουβό κι αδιέξοδο έρωτα που στην πραγματικότητα ήταν "... ένα μικρούλι ραγισμένο άγαλμα του θεού Έρωτα, με υπερβολικά φουσκωτά μάγουλα, με πολύ μεγάλο πισινό, άγαλμα φτιαγμένο από γύψο και ξύλο, τελείως σκασμένο, φαγωμένο από την υγρασία..." Εξήντα τρία χρόνια μετά, η γερασμένη πια μουσικός, με φανερές τις φθορές του χρόνου πάνω της και το κορμί της να έχει πάρει τη στροφή του θανάτου, διηγείται αυτήν την ερωτική ιστορία σε έναν θαυμαστή της, ο οποίος και την καταγράφει με αρκετά στυλιζαρισμένο ύφος και λέξεις σωστά αρμολογημένες, σε μόλις 45 μικρές σελίδες.



* play the giddy goat: κάνω τρέλες.


 
Σημειώσεις: Η πρώτη εικόνα είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου - το "Γυναίκα που παίζει Τσέλο" του Ούγγρου Róbert Berény Ο δεύτερος πίνακας είναι λεπτομέρεια από τoν "la mariee" του Μαρκ Σαγκάλ. Μπορείτε να ακούσετε τον παραπλήσιο με βιολοντσέλο ήχο της βιόλα ντα γκάμπα - έχει την γοητεία και την μελαγχολία της νουβέλας. Και τα δύο είναι το ίδιο έντονα και διαρκούν λίγο. Όσο να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι...