Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010


Διαβάζοντας την σύνοψη στο οπισθόφυλλο του "Κάτι θα γίνει, θα δεις" (Πόλις, 2010) αντιλαμβάνεσαι ότι δεν πρόκειται για ένα ευχάριστο βιβλίο. Το ακριβώς αντίθετο, μάλιστα.

Ένας πατέρας που δεν έχει χρήματα να αγοράσει ένα κομμάτι ψωμί για το παιδί του, η Έλλη, που τρώει το σιμιγδαλένιο ομοίωμα του πρώην της, ο Γιάννης με το αυτοσχέδιο πλακάτ που κατεβαίνει στην πιο αποτυχημένη  απεργία από καταβολής κόσμου για να τιμήσει τον φίλο του που σκοτώθηκε εν ώρα εργασίας,  ένας νεαρός  που έχει πρότυπό του τον  μολυβένιο στρατιώτη του παραμυθιού, ο Μιχάλης, που ονειρεύεται να ταξιδέψει μέχρι την Ισπανία και να ζήσει εκεί με τον δυνατό ήλιο και τους στίχους του αγαπημένου του Ερνάντεθ αλλά μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή δουλεύει φτιάχνοντας παγάκια, ο μετανάστης και η Ελληνίδα φίλη του που κολλούν τα χέρια τους με λόγκο για να αποτρέψουν την απέλαση του νεαρού κι έτσι να μείνουν μαζί... 

Δεκαέξι ιστορίες για τους ανθρώπους που κατοικούν στα Μανιάτικα, τη Δραπετσώνα, τη Νίκαια, τα Καμίνια - συνοικίες που δεν  τις ξέρω παρά μόνο μέσα από στίχους παλιών λαϊκών τραγουδιών του '70 και του '80. Τις περπάτησα  όμως μέσα στις σελίδες των διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου και πήρα μια δυνατή, πρώτη ιδέα. 

Αν και δημοσιογράφος στο επάγγελμα ο Χρήστος Οικονόμου καταφέρνει, κατά τη γνώμη μου, με ετούτο το δεύτερο βιβλίο του να αναδειχθεί σε συγγραφέα/λογοτέχνη ολκής για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η γλώσσα του που είναι ρεαλιστική και ρέουσα με μια υποδόρια συμπόνοια (όχι με την έννοια του οίκτου αλλά με εκείνη της βαθιάς συναισθηματικής κατανόησης και αποδοχής) για τους πρωταγωνιστές του που συγκινεί. Μου θύμισε τα γραπτά  της Λένας Κιτσοπούλου όπου κι εκείνη χρησιμοποιεί καθημερινές λέξεις, γυμνές από κάθε καλολογικό στοιχείο και δηθενιά.  Ο δεύτερος είναι το ότι επαναφέρει στη λογοτεχνία εκείνο με το οποίο θα έπρεπε να είναι ο βασικός κορμός της σχεδόν απαρέγκλητα - η υπεράσπιση του αδύναμου, του φτωχού, του περιθωριοποιημένου. Όπου περιθώριο  βλ. σήμερα όλους εκείνους που είναι αποκλεισμένοι από κάθε εκδοχή του σύγχρονου.  Οι σύγχρονοι Άθλιοι του Πειραιά, που υπάρχουν βέβαια και αλλού, μπορεί να έχουν αυτοκίνητα και κινητά έχουν όμως επίσης κι ένα αβέβαιο μέλλον που χρωματίζεται μελανά από την ανεργία, την αδικία, τα χρέη και τους νόμους που μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για να υπερασπιζονται μόνο τους λίγους - μ' αυτή την έννοια, το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και πολιτικό.

Σίγουρα τούτη η συλλογή διηγημάτων δεν διαβάζεται ελαφρά τη καρδία και σίγουρα όχι εν μέσω καύσωνα όπως συνέβη μ' εμένα μα το συγκεκριμένο είναι ένα βιβλίο που  μου δωρίστηκε.  Όχι μόνο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά. Ένας κύριος με τον οποίο ανταλλάξαμε δύο βιβλιοφιλικές κουβέντες μπροστά στις προθήκες, έκανε την κίνηση και μου το χάρισε! Έτσι, out of the blue.

Yπήρξαν στιγμές που ήθελα να το αφήσω αλλά δεν το έκανα γιατί οι ιστορίες του μπορεί να είναι πολύ στενόχωρες έως "μαύρες" ωστόσο, δεν  σε καταβαραθρώνουν. Οι άνθρωποι που κυκλοφορούν μέσα στις σελίδες του βιβλίου αντέχουν μια πραγματικότητα που είναι το ίδιο απεχθής με την πιο νατουραλιστική απεικόνιση της τέχνης. Ωστόσο, κανείς τους  δεν διανοείται να μεταθέσει, να υποσκελίσει, να υπερπηδήσει  το όριο της αξιοπρέπειας. Όλοι τους συνεχίζουν να ζουν μέχρι εκεί που θα τους οδηγήσουν οι αντοχές τους έχοντας εμπιστοσύνη σε κάτι αδιευκρίνιστο που όμως φαίνεται τους συντηρεί. Προφανώς, "υπακούουν"  σ' αυτό που είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ: If you're going through hell, keep going. Αν μη τι άλλο, μόνο στο σκοτάδι μπορείς να δεις τα άστρα, σωστά;

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010







Breaking and entering





Η υπόθεση της "Διάρρειξης", όπως είναι η ελληνική απόδοση του τίτλου είναι η εξής: ο Ουίλ, ένας δραστήριος, δημιουργικός και καταξιωμένος αρχιτέκτονας συζεί με τη Λιβ, την σουηδέζα σύντροφό του στο Λονδίνο του σήμερα. Η Λιβ έχει εγκαταλείψει την καριέρα της (είναι κάποιου είδους εικαστικός, δεν συγκράτησα κάτι συγκεκριμένο) κι έχει δοθεί αποκλειστικά στην ανατροφή της 13χρονης κόρης της, Μπι, που έχει διαγνωστεί με αυτισμό. Ο Ουίλ ομολογεί ότι νιώθει πως δεν υπάρχει χώρος για εκείνον στη ζωή της Λιβ αν παρ' όλα αυτά διεκδικεί όσο μπορεί τον ρόλο του και την θέση του πατέρα της μικρής. Νιώθοντας στην ουσία "εκτός" βρίσκει καταφύγιο στην Αμίρα, μια Γιουγκοσλάβα μετανάστρια που επιδιορθώνει ρούχα για  να ζήσει και  να μεγαλώσει τον γιο της Μίρο. Ο νεαρός  έφηβος, παλιός "γνώριμος" της αστυνομίας είναι  μέλος μιας "παρέας" (που συμπεριλαμβάνει και συγγενείς του) η οποία κάνει διαρρήξεις κυρίως σε γραφεία και κλέβει ακριβό τεχνικό εξοπλισμό. Ένα από τα γραφεία που ανοίγει ο Μίρο, και μάλιστα επανειλημμένως,  είναι κι εκείνο του Ουίλ. Ένα βράδυ, ο Ουίλ παρακολουθεί  τον Μίρο επί τω έργω και τον καταδιώκει χωρίς αποτέλεσμα. Ωστόσο, δεν λέει τίποτα στην Αμίρα για να διατηρήσει τη σχέση τους. Όταν η Αμίρα ανακαλύπτει ότι ο Ουίλ γνωρίζει και δεν κάνει κάποια κίνηση για να καταγγείλει τον κλέφτη στην αστυνομία γεμίζει άγχος και αμφιβολία για τα πραγματικά συναισθήματα του Ουίλ  και γίνεται καχύπτοτη έως εκδικητική. Ο δε Μίρο απελπίζεται όταν σκέφτεται  τις  ενδεχόμενες συνέπεις των πράξεών του. Από αυτή τη συναισθηματική σύγχυση τούς βγάζει η αστυνομία  όταν συλλαμβάνει τον Μίρο και την "παρέα" του.  Ο Μίρο βρίσκεται ένα βήμα μακριά απο τη φυλακή, η Αμίρα από την κατάρρευση και ο Ουίλ από την αποσύνθεση της ζωής του. 

Ο οσκαρικός Άντονι Μιγκέλα (ο οποίος παρεμπιπτόντως έχει συνυπογράψει και το σενάριο του Nine)  σκηνοθετεί εδώ μια πολυεπίπεδη ιστορία, ένα δράμα με κυρίως ερωτικές και ψυχολογικές προεκτάσεις - οι σχέσεις  μεταξύ μητέρας και παιδιού που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής κι αγάπης, οι σχέσεις μεταξύ  συντρόφων, μεταξύ συναδέλφων, μεταξύ συνανθρώπων. Ήπιας έντασης μα ωστόσο αιχμηρό είναι και το κοινωνικό σχόλιο του  σκηνοθέτη για τους  μετανάστες  και την διαφορά των τάξεων στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Υπογραμμίζω τη σκηνή όπου ο Ουίλ εμφανίζεται ενώπιον της Δικαστού μαζί με τη Λιβ η οποία και υποστηρίζει τη θέση του προς όφελος του νεαρού Μίρο - σκηνή που με έκανε να σκεφτώ διπλά για την φιλαλληλία στην εποχή μας  - σήμερα, η κάθε πράξη οφείλει να έχει το αντίστοιχο αντίτιμό της ή άμεση και ηχηρή ανταπόδοση, μια φιλαλληλία βλοσυρή, όπως θα έλεγε και η Αθηνά Κακούρη.

Ελαφρώς άχρωμος κι επίπεδος ο Τζουντ Λο όμως η  ωρίμανση της Ρόμπιν Ράιτ  είναι εντυπωσιακή.  Για την Ζυλιέτ Μπινός  δεν γίνεται λόγος  - είναι  αποδεδειγμένο πια ότι οι ρόλοι περιθωριακών γυναικών που εκπέμπουν σθένος κι έντονη fragility της εφαρμόζουν και  την αναδεικνύουν. H μουσική του επίσης οσκαρικού Γκάμπριελ Γιάρεντ  είναι ένας επίλογος που διαθέτει υπνωτιστική χροιά και  κάτι από την διαβρωτική ένταση του Λονδίνου.

Είχα πρόθεση  να γράψω σε τούτη η ανάρτηση  για μια συλλογή διηγημάτων  όμως  κατέληξα να γράφω για μια ταινία που είδα μόλις χθες βράδυ στη ΝΕΤ. Οι εξαιρετικοί συντελεστές του "Breaking and entering"  ήταν τόσο ισχυρός "μαγνήτης" που δεν ένιωσα καθόλου άσχημα που παρεξέκκλινα από την αρχική μου σκέψη. Ελπίζω  μόνο αυτό να μην σημαίνει κάτι δυσοίωνο για την συνέπεια και την προσήλωση στους σκοπούς και τους στόχους μου στην καινούργια περίοδο που ξεκίνησε.   

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010





I've got that feeling...



 

"This is the kind of autumn weather (...) I have always liked. 
I find the autumn stimulating, as spring is 
supposed to be for others. 
Autumn is the time..."

John Banville,

The Sea

 

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010





Μπορείς...

...μ΄ένα ή και περισσότερα καλά βιβλία, την κατάλληλη μουσική και την ανάλογη παρέα...

Καλό καλοκαίρι!


Κυριακή 25 Ιουλίου 2010





Απ' όλα τα τετράποδα...



                              το πλέον προσφιλές
                              η καρέκλα του παππού Δημητράκη
                              βιεννέζικη
                              ελευθέρας βοσκής
                              σε μια μυθιστορία ατελή
                              αγνοείται η τύχη της.





Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου "Δείπνο με μύδια"  της Μπριγκίτε Βάντερμπέργκεν που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι. Το ποίημα του -και ποιητή- Χ.Μπ. ανήκει στην συλλογή "Φυσική ιστορία του θανάτου" (Γαβριηλίδης, 2005).

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010





 Η πόλη τη νύχτα


 

Σημείωση: Εμπνεύστηκα την ανάρτηση -κι όχι μόνο τον τίτλο- από το πολύ ατμοσφαιρικό,  κλασικό πλέον φιλμ νουάρ "The night and the city" που σκηνοθέτησε ο Ζυλ Ντασέν πίσω στο 1949 (ή 1950). Στη φωτό είναι η πόλη μου - από το www.panoramio.com

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010





It's well after midnight...


και μόνο το φως πάνω από τον νεροχύτη είναι ανοικτό. Η λάμψη του  διασχίζει το σπίτι και φτάνει αχνά μέχρι έξω στο μπαλκόνι όπου κάθομαι. 

Το καλοκαίρι δεν είναι η εποχή μου.  Ποτέ, άλλωστε, δεν το θεωρούσα ξεχωριστό διότι, βλέπετε, εδώ και χρόνια  δουλεύω συνεχώς  κι έχω ξεσυνηθίσει να οργανώνω διακοπές και αναμνήσεις στους μήνες που επικρατούν οι μεγάλοι αριθμοί και οι μικρές θερμοκρασίες. Κρατούσα πάντα τις καλύτερες ευκαιρίες για ξεκούραση και ανανέωση στους  λιγότερο  δημοφιλείς μήνες όπως τον  σχεδόν ώριμο Μάιο, τον  ήπιο Ιούνιο ή τον  γλυκά γκριζωπό και δροσερό Σεπτέμβρη. Οι δεδομένες ημερομηνίες έναρξης και λήξης του κάθε σχολικού έτους ευνοούν τέτοιου είδους σχέδια. 

Το φετινό καλοκαίρι, όμως, είναι μια περίεργη εποχή. Μολονότι οι θερμοκρασίες είναι ήδη υψηλές από την αρχή του, τα πρόσωπα από την άλλη είναι ψυχρά, άκαμπτα με μια  επίφαση χαμόγελου, όχι απλώς δειλού ή επιφυλακτικού αλλά ολοφάνερα τυπικού. Η γενική κοινωνικο-οικονομική κατάσταση έχει  αναστατώσει τις σχέσεις, έχει ανατρέψει δεδομένα αλλά -χωρίς να θέλω να πολιτικολογήσω- δεν είναι η συντέλεια του κόσμου. "Όλα τα στάδια,  μια αρχή είναι" όπως είναι λέει η Κική Δημουλά.

Το φετινό καλοκαίρι, λοιπόν, είμαι πιο άνετη από άλλες χρονιές στο θέμα των ωραρίων.  Eτούτη η  έλλειψη φόρτου εργασίας, όμως, έχει αρχίσει να μου δημιουργεί μια μεγάλη δόση αβεβαιότητας για την επόμενη χρονιά -σχολική και μη- και η ζέστη του καλοκαιριού  εντείνει την αίσθηση αυτή. Η ζέστη εδώ, ξέρετε,  είναι ιδιόρρυθυμη - τις περισσότερες φορές "εμπλουτισμένη" με την απαραίτητη υγρασία σε κάνει να νιώθεις  τόσο βαρύς που η κάθε σου κίνηση να γίνεται με κόπο.

Μέρες τώρα προσπαθώ  να βρω λέξεις να γράψω - είναι όλες τους μαζεμένες εκεί, στοιβαγμένες στο μυαλό μου αλλά όσο επιμένω να τις βγάλω στην οθόνη ή στο χαρτί τόσο εκείνες αντιστέκονται. Θα ήταν εύκολο να πω πως θα υποκύψω σ' ετούτη την αδυναμία που καθώς φαίνεται όλο και δυναμώνει μέσα μου μα δεν μου αρέσουν τα εύκολα. Γι' αυτό, δίχως να σταματήσω, βεβαίως, τις αναγνώσεις  θα συνεχίσω τις απόπειρες να  συντάξω μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση και θα δω τι θα προκύψει. Ίσως, τελικά, οι λέξεις με εμπιστευθούν ξανά και με ακολουθήσουν.  

Στο μεταξύ, η μουσική στο πολύ χαμηλό με συντροφεύει και η νύχτα έχει πάρει να δροσίζει...