Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011







Η ζωή είναι κλειστή σαν στρείδι



Ή, σαν μαύρο κουτί - τον υψηλών προδιαγραφών  κατασκευής και ασφάλειας μηχανισμό των αεροπλάνων ο οποίος καταγράφει την πορεία του αεροσκάφους καθώς και όλα όσα συμβαίνουν στην καμπίνα των πιλότων. Το "Μαύρο Κουτί" του Άμος Οζ (σε μετάφραση από τα εβραϊκά του Ιωσήφ Σιμπή - Καστανιώτης, 2010) λειτουργεί ακριβώς έτσι: καταγράφει την πορεία μιας οικογένειας από την δημιουργία της, στην διάλυσή της και μέχρι την ιδιάζουσα επανένωσή της.

Η ιστορία έχει ως εξής: Η δυναμική  Πολωνοεβραία Ιλάνα παντρεύεται τον Άλεξ Γκίντιον, έναν κυνικό κι αυταρχικό στρατιωτικό, γόνο πλούσιου Ρώσου γαιοκτήμονα. Το πάθος τους φαίνεται να ολοκληρώνεται με την γέννηση του Μπόαζ. Στην πραγματικότητα όμως ο ερχομός του παιδιού τούς αποξενώνει -  ο Άλεξ αφοσιώνεται με ζήλο στις πολεμικές επιχειρήσεις του Ισραήλ (συμμετέχει ως αξιωματικός στον Πόλεμο των Έξι Ημερών και στο Γιομ Κιπούρ) ενώ η Ιλάνα αναπληρώνει την απουσία του πλαγιάζοντας με απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό ανδρών.  Ο χωρισμός δεν θα αργήσει και θα είναι οδυνηρός - ο Μπόαζ βιώνει την αμήχανη έως αδιάφορη πατρότητα του Άλεξ και γίνεται μάρτυρας του άγριου  ξυλοδαρμού της μητέρας του. Εκείνη τη βραδιά, ο  Άλεξ, εκτός ελέγχου, θα ξεσπάσει (και) πάνω του.

Το διαζύγιο θα αφήσει την Ιλάνα και τον μικρό Μπόαζ απολύτως άπορους και απροστάτευτους. Για επτά χρόνια δεν θα υπάρξει καμμία μεταξύ τους επικοινωνία. Στο μεταξύ, η Ιλάνα παντρεύεται τον άτολμο αλλά φανατικά θρησκευόμενο Μισέλ-Ανρί κι αποκτούν μία κόρη, την Γιφάτ.  Ζουν μια γραφική, μικροαστική ζωή στην Ιερουσαλήμ και είναι ευτυχισμένοι. Μόνη "παραφωνία"  ο Μπόαζ ο οποίος μεγαλώνοντας μετατρέπεται σε έναν δυνατό, πανέμορφο αλλά με παραβατική συμπεριφορά έφηβο - απομονώνεται, αντιδρά με βία στο παραμικρό κι εγκαταλείπει το σχολείο για να κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού αναζητώντας  να καταλάβει τον κόσμο. Ο Μισέλ-Ανρί είναι ψύχραιμος, σταθερός κι άμεσος στην αντιμετώπιση του εφήβου -οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του, άλλωστε, δεν του επιτρέπουν να παρεκκλίνει των διδαχών της Τορά- ενώ η Ιλάνα απελπίζεται καθώς ο Μπόαζ την έχει απορρίψει εντελώς. 

Σε μια τελευταία απόπειρα να βοηθήσει τον γιο της, η Ιλάνα γράφει στον Άλεξ και ζητά την βοήθειά του - εκείνος  μπορεί να επηρεάσει το παιδί σαν πατέρας  του και ως κάποιος που έχει μεγάλη οικονομική βάση και μπορεί να τροφοδοτήσει τις φιλοδοξίες του  κατευθύνοντας μ' αυτόν τον τρόπο τον γιο τους μακριά από ακρότητες. Το βιβλίο ξεκινά με τούτη την πρώτη επιστολή της Ιλάνα προς τον Άλεξ ο οποίος, αποκομμένος από το παρελθόν του, έχει μετοικήσει στην Αμερική και βρίσκεται σ΄ένα μεταίχμιο - ως πανεπιστημιακός και συγγραφέας είναι στο peak του ενώ η προσωπική του  ζωή στη δύση της.  Βρισκόμαστε στην αρχή του 1976 και μέχρι το τέλος  του ίδιου χρόνου οι δύο πρώην σύζυγοι θα ανταλλάξουν μια σειρά επιστολών που σαν μαγνητική ταινία κασέτας αναπαράγουν τον ήχο του παρελθόντος κι εγγράφουν πάνω τους  το παρόν όχι μόνο των πρωταγωνιστών αλλά κι ενός κράτους, μιας εποχής. 

Σ' αυτήν την προσωπική αλληλογραφία παρεμβάλλονται  και οι επιστολές του Μισέλ-Ανρί από τις οποίες μαθαίνουμε τον προσωπικό αγώνα του για επιβίωση. Ο Μισέλ-Ανρί, με το πρόσχημα της φροντίδας του Μπόαζ και αργότερα την θρησκευτική οργάνωση στην οποία είναι βασικό μέλος  αποσπά σημαντικότατα χρηματικά ποσά από τον Άλεξ. Με γράμματα επικοινωνεί  μαζί τους  (όχι όμως και με την μητέρα του) και ο Μπόαζ - ανορθόγραφα βέβαια αλλά με την ευαισθησία, το πείσμα και την ευθύτητα της ανήσυχης εφηβείας του. Τα τηλεγραφήματα που ανταλλάσσουν ο Άλεξ με τον δικηγόρο και επιστήθιο φίλο του Μάνφρεντ Ζακχάιμ είναι τα SMS της εποχής - σύντομα, αυθόρμητα κι αστεία. Το χιούμορ του συγγραφέα, ιδιαίτερα λεπτό, περιφραστικό και οξύ, διαποτίζει όλο το μυθιστόρημα. Ευτυχώς που ήμουν σπίτι όταν το διάβαζα...

Ο Άμος Οζ έχει πει πως η επιστολική μορφή του μυθιστορήματος του "επιβλήθηκε"- η απόσταση  επιτρέπει την ελευθερία και την ανυποκρισία με την  οποία εκφράζονται και οι δύο στα γράμματά τους - συνθήκες απαραίτητες για την επιβίωση μιας σχέσης τις οποίες τόσο η Ιλάνα όσο και ο Άλεξ δεν διέθεταν όσο ήταν παντρεμένοι (κι απ' ότι προκύπτει από την ιστορία δεν ήταν διατεθειμένοι να "καλλιεργήσουν"). "Υπάρχει στον κόσμο ευτυχία, Άλεξ, έστω και σαν όνειρο ιπτάμενο. Όμως εσένα σου ξέφυγε. Μακρινό όσο το αστέρι για τον αρουραίο. Όχι η "ικανοποίηση που προσφέρει η αποδοχή", όχι η δόξα και προαγωγή και κατακτήσεις και κυριαρχία, όχι παραίτηση και υποταγή, αλλά η χαρά της συνύπαρξης. Η συνένωση του "εγώ" με τον "άλλο". Σαν στρείδι που αγκαλιάζει ένα ξένο σώμα και τραυματίζεται και το μετατρέπει σε μαργαριτάρι ενώ τα ζεστά νερά περιβάλλουν και τυλίγουν τα πάντα. Εσύ στη ζωή σου δεν γεύτηκες την συνένωση."

Ο Άλεξ στην αρχή αντιμετωπίζει την κατάσταση με  αγγλοσαξονική τυπικότητα  αλλά στην συνέχεια θα ενδώσει στα γεμάτα αγωνία, απολογίες κι έρωτα γράμματα της Ιλάνα. Τα προσωπικά τείχη θα καταρρεύσουν αργά -μιας και κάποιες φορές τα γράμματα παραδίδονται χέρι με χέρι- αλλά σταθερά. Πίσω από τον απροσπέλαστο Άλεξ εμφανίζεται η τραυματισμένη συναισθηματική παιδική ηλικία του - πράγμα που εν αγνοία του πέρασε και στον γιο του. Όταν το συνειδητοποιεί φροντίζει να επανορθώσει με ιδιαίτερα γαλαντόμο τρόπο προς όλους. Στον Μπόαζ παραχωρεί  την πατρική έπαυλη με το αγρόκτημα που την περιβάλλει και ο νεαρός βρίσκει  τον εαυτό του κι ένα νόημα στην ζωή δημιουργώντας εκεί ένα ιδιότυπο κοινόβιο - χίππικο κιμπούτζ θα το έλεγα. Λίγο πριν το φυσικό τέλος  του, ο  Άλεξ θα αφεθεί ολοκληρωτικά στην  Ιλάνα η οποία τον φροντίζει και τον προστατεύει όπως αποδεικνύεται με ιδιαίτερη αυταπάρνηση - έχουν προηγηθεί, βέβαια, και οι δικές του διευκρινήσεις, εξηγήσεις και παραδοχές.

Με γοήτευσε η ιδέα δυο ανθρώπων που αλληλογραφούν με μολύβι και χαρτί - τρόπος που σου επιτρέπει να παρακολουθείς με φυσιολογικούς ρυθμούς τις σκέψεις σου και να διοχετεύσεις σε οργανική πρώτη ύλη τα συναισθήματά σου. Ο προσεκτικός παραλήπτης μπορεί να διαβάσει πολύ περισσότερα  πάνω του απ' ότι ενδεχομένως έχει γράψει ο αποστολέας. Ωστόσο, δεν το βρήκα  τόσο συναρπαστικό όσο νόμιζα ότι θα ήταν.  Το ύφος του  Οζ μου έδωσε την εντύπωση ενός σφιχτοδεμένου λυρισμού, ενός "στεγνού" τρόπου γραφής, σαν κι αυτόν του Τζόναθαν Κόου, που ωστόσο,  προκαλεί το συναίσθημα. Στα μεγάλα συν του βιβλίου  είναι το γεγονός πως  ο συγγραφέας δεν αναλύεται σε πολυσέλιδες περιγραφές των τελετουργιών του ιουδαϊσμού όπως κάνει ο ομόθρησκός του Ι.Μ.Σίνγκερ ή της τεταμένης πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στην περιοχή αν και κάλλιστα θα μπορούσε - ο  Άμος Οζ είναι  ένας ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος συγγραφέας και είναι γνωστή η συμβιβαστική/ενωτική στάση του για το γόρδιο ζήτημα Ισραήλ/Παλαιστίνης. Στο "Μαύρο Κουτί", πάντως, όταν δίνει τις σχετικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εξέλιξη της ιστορίας και την ψυχογράφιση του Άλεξ, το κάνει μέσω ελάχιστων προσωπικών εμπειριών - κάτι ανάλογο με εκείνο που κάνει  με τον απλούστερο δυνατό, ουσιαστικό και ανθρωποκεντρικό τρόπο ο Εράν Ρικλίς στην "Λεμονιά" του.

Εξαιρετικά δουλεμένα  και μονταρισμένα τα μικρο-κείμενα (οι επιστολές)  δίνουν ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει την σκληρότητα με την ευαισθησία σε όλες τις  μύχιες αποχρώσεις τους. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, που γνώρισε την επιτυχία από τις πρώτες μέρες της έκδοσής του -το1987-  και  το 1988 απέσπασε το γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Prix Femina Etranger για το καλύτερο ξένο μυθιστόρημα εκείνης της χρονιάς. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω πως  οι μικρές προτάσεις που είναι συχνές στην αφήγηση μού  έδωσαν την αίσθηση μιας διακεκομμένης ανάγνωσης. Σαν να οδηγούσα με το πόδι μια στο φρένο μια στο γκάζι. Σε κάποιο σημείο, μάλιστα, ένιωσα σαν να διαβάζω με τραβηγμένο χειρόφρενο!  Μάλλον,  η διάθεσή μου δεν ήταν η κατάλληλη...


Update: Σ' αυτή την συνέντευξη, μεταξύ άλλων, ο Άμος Όζ αναφέρεται και στην συγγραφή του "Μαύρου Κουτιού"


Σημείωση: Η εγκατάσταση είναι του σύγχρονου Αμερικανού καλλιτέχνη Λάρρυ Μπελλ και λέγεται "ο κύβος του παγόβουνου ΙΙ" (1975).

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010





No wishing!


Για την χρονιά που σε λίγο ξεκινά δεν θα ήθελα απλώς να εκφράσω την ελπίδα να βρείτε τη δύναμη να ανυψώσετε την ψυχή σας πάνω από μικροπρέπειες και πεζότητες, όπως είπε ο Τζον Μπάρουζ. Και παρ' όλο που πιστεύω πως ο Τόμας Μαν είχε δίκιο όταν  είπε πως ο χρόνος δεν έχει από μόνος του διαχωρισμούς για να σημαίνει την έλευση ή την πάροδό του και πως δεν υπάρχουν επουράνιες τρομπέτες ή θύελλες που να αναγγέλουν την πρώτη του κάθε νέου μήνα ή του κάθε νέου χρόνου, δεν θα ήθελα απλώς να σας προτρέψω να σκεφτείτε την Πρωτοχρονιά  σαν κάτι καθαρά αντικειμενικό και να δείτε μακριά και πέρα από τραγουδάκια, καμπάνες και μπαλωθιές που θα σημάνουν την επίσημη αρχή του νέου χρόνου.  Δεν θα ήθελα, επίσης, απλώς να  σας παροτρύνω να διασκεδάσετε. Ούτε να υποθέσω πως θα νιώσετε αυτοπεποίθηση και θα συνεχίσετε τη ζωή σας υποδεχόμενοι τον καινούργιο αυτόν χρόνο  απαλλαγμένοι από τους περιορισμούς του κάθε εθυμοτυπικού, των συνηθειών των άλλων ή ακόμη κι αυτού του απλού ημερολογίου. Ούτε, βέβαια, θα ήθελα να σας υποδείξω να κάνετε τον δικό σας διαχωρισμό μεταξύ ημερολογιακού και προσωπικού χρόνου πόσω μάλλον να ορίσετε το πότε ξεκινά ένα νέο κομμάτι της ζωής σας και πως θα το ζήσετε.  Κάτι άλλο θέλω...

Υπάρχει μια σαφής διαφορά ανάμεσα στο ρήμα εύχομαι και στο ρήμα ελπίζω. Το πρώτο σημαίνει ότι εκφράζω την ελπίδα για επιτυχία, ευτυχία και πρόοδο στη ζωή κάποιου και συνήθως χρησιμοποιείται σε υποθετικές καταστάσεις ενώ το δεύτερο ορίζει εκείνο που θα ήθελε κάποιος  να συμβεί και το οποίο υπάρχει λόγος να  πιστεύει πως θα επαληθευτεί αυτό που επιθυμεί. Ή όπως λέω  στους μικρότερους μαθητές μου για να το καταλάβουν καλύτερα, το "ελπίζω" είναι πιο δυνατό από το "εύχομαι".

No wishing, λοιπόν για τις πιο πάνω σκέψεις.  Just Hoping So!







Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από παλαιότερη εγκατάσταση της Νίκης Καναγκίνη κι έχει τίτλο "Γράψτε το δικό σας σύνθημα". Αυτή τη στιγμή και μέχρι στις 20 Ιανουαρίου 2011 λειτουργεί αναδρομική  έκθεση με έργα της στο  Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης στην Θεσσαλονίκη.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010





Ευτυχισμένα





Χριστούγεννα  σημαίνει αγάπη με πράξεις.
Κάθε φορά που  αγαπάμε, κάθε φορά που δίνουμε, είναι

Χριστούγεννα.


Dale Evans Rogers 




Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010










The Present




Δεν θυμάμαι τι περίμενα να διαβάσω από έναν συγγραφέα που φωτογραφίζεται για το εξώφυλλο του βιβλίου του μ' ένα ολόκληρο λεμόνι στο στόμα και δίνει σε μια συλλογή διηγημάτων τον μακρόσυρτο τίτλο "Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου;" (μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Ευρυβιάδης Σοφός – Πάπυρος, 2009). Σίγουρα δεν θα ήταν  κάτι κοινότυπο. Σε καμμιά περίπτωση όμως, δεν περίμενα τα θέματά του να είναι τόσο καθημερινά, τόσο οικεία για τον καθένα μας. 

Κι όμως. Το βιβλίο περιέχει είκοσι διηγήματα γεμάτα συνηθισμένους ανθρώπους σε συνηθισμένες καταστάσεις. Ξέρετε, ανθρώπους με αδυναμίες, με άσχημες διαθέσεις, με εξαρτήσεις, με συνήθειες που επαναλαμβάνονται με ακρίβεια  ελβετικού ρολογιού, με μύχια συναισθήματα που όταν αποκαλύπτονται αφήνουν  έκπληκτο τον ήρωα του διηγήματος που στην συνέχεια τα απολαμβάνει. Ανεκπλήρωτοι έρωτες, ταξίδια που δεν έγιναν, όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν. Μαλώματα, παρεξηγήσεις, παραλείψεις και προκαταλήψεις. Και φοβίες.

Θα περίμενε κανείς από την μικρή έκταση των κειμένων τούτων πως η σκιαγράφιση των χαρακτήρων είναι με κάποιο τρόπο ατελής ή επιφανειακή - η μικρή φόρμα, άλλωστε, ευννοεί  αυτού του είδους τις παρεκκλίσεις των συγγραφέων. Το ατού του Σέρζι Πάμιες, όμως,  είναι ακριβώς το αντίθετο:  η καταγραφή των ανθρώπινων σκέψεων κι αντιδράσεων με λακωνικότητα και αποστασιοποίηση είναι τόσο καίρια που  αποδίδει συμπυκνωμένα κείμενα  τα οποία διαθέτουν την εμβάθυνση που χρειάζονται για να σε εκπλήσουν  με το ανατρεπτικό, στα όρια της παρωδίας, περιεχόμενό τους διαρκώς - ακόμη και μετά το βόλεμα του βιβλίου στο ράφι. Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας γράφει: "Μερικές μέρες όμως αργότερα (...) αναρωτιέσαι μήπως ο Πάμιες σού την έφερε και μήπως το βιβλίο (...) κρύβει στην πραγματικότητα τρεις χιλιάδες σελίδες επιπλέον. Στο τέλος συνειδητοποιείς ότι ο Πάμιες σου πούλησε ως μικρό ένα βιβλίο που στην πραγματικότητα είναι ατέλειωτο, απειρομέγεθες, που θα μπορούσε να ονομάζεται "Μπορείς να φας το άπειρο χωρίς αστέρια..."  

Πράγματι. Το βιβλιαράκι τούτο είναι ένας μικρόκοσμος όπου το λογικό, το καθημερινό, το ρουτινιάρικο εμπεριέχεται κι αναμειγνύεται ισόποσα με το παράλογο, το ανορθόδοξο, το αντιδραστικό, το αναπάντεχο. Ο συγγραφέας χειρίζεται με σοβαρότητα  και επιδεξιότητα το χιούμορ το οποίο ρέει υποδόρια και προσθέτει πολύ στα κείμενα γλυκαίνοντας την όποια ξινή αίσθηση προκαλεί  η ανάγνωσή του, αίσθηση που απορρέει βασικά από το γεγονός πως  ο Πάμιες μας φέρνει αντιμέτωπους με την ωμή, την πραγματική -ξέρετε, εκείνη την ανομολόγητη και καθόλου ωραιοποιημένη- όψη της ζωής. 


Ωστόσο, η επίγευση των συγκεκριμένων διηγημάτων είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες. Προκλητική, δροσιστική. Και απενοχοποιημένη. Όπως στο τελευταίο διήγημα, το "Τι σύμπτωση, τώρα μιλούσαμε για σένα"  όπου ο αφηγητής μας εκμυστηρεύεται μία εμμονή του: "Άκουσα στο ραδιόφωνο ότι, αν φας ένα λεμόνι και δεν ξινίσεις τα μούτρα σου, θα γίνουν πραγματικότητα όλες οι επιθυμίες σου, αλλά φοβάμαι να το δοκιμάσω, μην τυχόν και ξινίσω τα μούτρα μου και δεν γίνει πραγματικότητα καμμία επιθυμία μου". 

Μου αρέσουν οι γκριμάτσες. Δεν φοβάμαι, όπως ο ήρωας του Πάμιες, μήπως δεν πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες μου. Πολύ περισσότερο δε, μήπως κάνω ρυτίδες, όπως συνεχώς με προειδοποιούν οι γύρω μου. Πιο πολύ με ανησυχεί η σκέψη ενός άλλου ήρωα του  συγγραφέα που διαπιστώνει πως "Χρειάστηκε να πεθάνω για να μάθω αν μ' αγαπούσαν".  Ή, ακόμη χειρότερα, να γίνει κάτι και να μην προλάβω εγώ να τους το δείξω. Γι' αυτό, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, ιδίως σε περιόδους γιορτών όπως αυτήν που διανύουμε, ξορκίζω τις ανησυχίες μου κάνοντας δώρα - ένας πολύ καλός τρόπος για να ομολογήσεις τα συναισθήματά σου και να προκαλέσεις άφθονες γκριμάτσες.  Δεν χρειάζεται να είναι κάτι εκθαμβωτικό ή  υπερβολικό - συχνά ένα "άχρηστο" δώρο ή μια νέα γεύση της  καθημερινότητας αρκούν για να εκφράσει κάποιος πηγαία κι αυθόρμητα τα όσα νιώθει στο παρόν,

not the past! 






Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010





Σταδιακή εισαγωγή 
στο πνεύμα των Χριστουγέννων


από το σάιτ της Γκάρντιαν. Σύγχρονοι διακεκριμένοι συγγραφείς, όπως ο Τζόναθαν Φρέιζεν, η Μάργκαρετ Ντραμπλ, ο Τζούλιαν Μπαρνς και η Έλεν Σίμπσον, διαβάζουν ένα αγαπημένο τους  διήγημα από άλλον διάσημο συγγραφέα και στη μικρή συνέντευξη που ακολουθεί εξηγούν στην συντάκτρια της στήλης τον λόγο που  το επέλεξαν ο οποίος, απ' ότι καταλαβαίνετε, δεν έχει να κάνει με χριστουγεννιάτικα αντικείμενα και στολισμούς. 

Μέχρι τώρα έχουν ήδη ανέβει σε ποντ-καστ: 
11/12 - ο Μπιλ Πούλμαν να διαβάζει το "The Beauties"  του Αντόν Τσέχωφ (εδώ), 
12/12 - ο Ουίλλιαμ Μπόιντ  να διαβάζει το "My Dream to Fly to Wake Island" του Τζ. Ντ. Μπάλλαρντ (εδώ), 
13/12 - η Άνν Ένράιτ να διαβάζει το "Fat"  του Ρέημοντ Κάρβερ (εδώ), 
14/12 - ο Κολμ Τόιμπιν να διαβάζει το "Music at Annahuliοn" του  Γιουτζίν ΜακΆμπι (εδώ),  και σήμερα 15/12 η Μάργκαρετ Ντραμπλ διάβασε το "The Doll's House" της Κάθριν Μάνσφιλντ (εδώ).

Πιθανόν να σκεφτείτε πως δεν είναι εύκολο για όλους να παρακολουθήσουν την ακρόαση μιας ιστορίας μιας και είναι στα αγγλικά - μπορείτε, λοιπόν, παράλληλα να τη διαβάζετε από όσα λινκ μπόρεσα να βρω και παραθέτω πιο πάνω. Ακόμη, όμως, κι αν έχετε δυσκολίες, μην πτοηθείτε. Ακούστε την διακύμανση της έντασης, του ρυθμού, του χρώματος της φωνής του αναγνώστη. Ή, στην περίπτωση που δεν ξέρετε την γλώσσα, μπορείτε να αναζητήσετε πληροφορίες για τους συγγραφείς (και αυτούς που διαβάζουν κι εκείνους στους οποίους ανήκουν τα διηγήματα) και το έργο τους. Εκείνοι δε, που διαθέτουν περισσότερη όρεξη και χρόνο μπορούν να κάνουν και τα δύο. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι ένα διαφορετικό διάλειμμα, μια ξεχωριστή παρένθεση μισής ώρας (τόσο περίπου διαρκεί το κάθε ποντ-καστ) στην πεζή καθημερινότητα.

Το ανέβασμα των ποντ-καστς είναι καθημερινό, ξεκίνησε στις 11 Δεκέμβρη και θα διαρκέσει για 12 ημέρες συνεπώς υπάρχει αρκετή τροφή για γνώση και σκέψη. Και αρκετές παρενθέσεις για να ανοίξετε. 



Σημείωση: Διαβάστε όλο το πρόγραμμα των αναγνώσεων εδώ

Update:  Δεν μπόρεσα να βρω παρά μόνο μερικά από τα διηγήματα των ποντ-καστς  κι  αυτά είναι τα εξής: 
18/12 - ο Τζούλιαν Μπάρνς διαβάζει το "Ηomage to Switzerland" του Έρνεστ Χέμινγκγουέι  (σελ.292) (και το ακούτε εδώ), 
20/12 - η Έλεν Ντάνμορ διαβάζει το "My Oedipus Complex" του Φράνκ Ο΄Κόννορ (εδώ), 
21/12 - η Άλι Σμιθ διαβάζει το "Conversation With My Father" της Γκρέις Πέιλι (εδώ).