Δευτέρα 30 Μαΐου 2011







by

                                 Dali + Disney
 




Σημείωση: Αυτή η μκρού μήκους -μόλις 7 λεπτών- μαγεία προέκυψε το 2003 από μία ομάδα περίπου 25 animateurs οι οποίοι ξέθαψαν το αρχικό πρότζεκτ και στη συνέχεια αποκρυπτογράφησαν αρχειακό υλικό και σημειώσεις για να ολοκληρώσουν την ιστορία του Χρόνου που ερωτεύεται με πάθος μια κοινή θνητή. Η  αρχική  συνεργασία των δύο μεγάλων ανατρεπτικών δημιουργών της εικόνας ξεκίνησε το 1945 και συνεχίστηκε για οκτώ μήνες αλλά λόγω των πολλών οικονομικών προβλημάτων που δημιούργησε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος στα στούντιο του Ντίσνεϋ η ταινία δεν προχώρησε πέρα από τα πιλοτικά 17''. Πείτε με υπερβολική αλλά, δεν χορταίνω να βλέπω τούτο το φιλμάκι...

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011





Απόσπασμα


"...κι εκείνη πιάνει τη ρίζα της παλάμης του και του λέει κατάμουτρα, είσαι μαθημένος σ'αυτό, σωστά;
      Σε ποιο; τραυλίζει εκείνος και εξετάζει καχύποπτα το πρόσωπό της. Να το σκας από τα κακά μαντάτα, λέει εκείνη, έχεις μάθει να το κάνεις αυτό χίλιες φορές περισσότερο από μένα, έτσι δεν είναι; Όλη σου τη ζωή το μόνο που κάνεις είναι να το σκας από τα άσχημα νέα. Τον κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια και ξέρει χωρίς καμία αμφιβολία πως έχει δίκιο, και τον πιάνει απ' τον ώμο, και διπλώνοντας με ρυθμό το ένα του δάχτυλο μετά το άλλο τού λέει: δραπετεύεις απ' το κακό νέο που είναι η ίδια η ζωή, πρώτον. Και το σκας από το άσχημο νέο που είναι ο Όφερ, δεύτερον. Και φεύγεις μακριά απ' το κακό μαντάτο που είμαι εγώ, τρίτον. Κι αυτός, πιπιλώντας σαστισμένος τα χείλη του, ανοησίες, Όρα, τι μου κάνεις, ψυχανάλυση στη μέση του δρόμου; Εκείνη όμως ξαφνικά είναι γεμάτη δύναμη: θυμήσου μόνο πως ένα άσχημο νέο μερικές φορές είναι ένα πολύ καλό νέο που δεν κατάλαβες, και να ξέρεις πως αυτό που ίσως κάποτε ήταν ένα κακό μαντάτο μπορεί να μετατραπεί με το χρόνο σε καλό, στο καλύτερο που μπορούσες να φανταστείς. Του επιστρέφει το χέρι του και κλείνει μέσα του ένα κλάδί με μπουμπούκια κίτρινα, σαν τον ήλιο. Έλα, Άβραμ, πάμε."





Σημειώσεις: Το απόσπασμα είναι από το "Στο τέλος της γης" (σελ.385) που διαβάζω -επίτηδες- ακόμη. Το χαρακτικό είναι μία από τις εικονογραφήσεις του Ντέιβιντ Χόκνυ για το παραμύθι Fundevogel των αδερφών  Γκριμμ και βρίσκεται στην συλλογή του Βρετανικού Συμβουλίου.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011





Ελπίδα


Δεν ξέρω τι θα "βρω"  "Στο τέλος της γης" του Νταβίντ Γκρόσμαν (Καστανιώτης, 2011). Ξέρω όμως πως αυτό το μακρύ ταξίδι -που άρχισε από μια επίμονη παρόρμηση- μού κρατά το ενδιαφέρον από τις πρώτες κιόλας σελίδες του. Είναι δύο μέρες τώρα που το διαβάζω και μ' έχει απορροφήσει. 


Παρασκευή 13 Μαΐου 2011








Σονάτα





Στην αρχή, το "Νυχτερινά"  του Καζούο Ισιγκούρο (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, Καστανιώτης, 2010) δίνει την εντύπωση ενός αργού, πνιγηρού βιβλίου το οποίο σε αφήνει μ' ένα αίσθημα παραίτησης, πικρίας και απογοήτευσης - οι ήρωες και των πέντε διηγημάτων διαπιστώνουν πως άλλα σου υπόσχεται η μουσική (και κατ' επέκταση η τέχνη) κι άλλα εντέλει σου δίνει η ζωή.

Στο πρώτο διήγημα,
"Ο τροβαδούρος της αγάπης"ο συγγραφέας διηγείται την ιστορία του Τόνυ και της Λίντι Γκάρντνερ - ενός διάσημου κρούνερ της εποχής του '30 και της αριβίστριας συζύγου του.  Ενώ η κοινή ζωή τους ξεκίνησε ως αμοιβαία ανάγκη για εξασφάλιση -δημοσιότητας και συναισθηματικής σταθερότητας για τον τότε μεσήλικα Τόνυ και οικονομικής επιφάνειας από την πλευρά της Λίντι- κατέληξαν να αγαπήσουν ο ένας τον άλλον ουσιαστικά. Ο αφηγητής, Γιάνεκ (ή Γιαν), κιθαρίστας σ'ένα από τα πολλά υπαίθρια καφέ της πλατείας του Αγίου Μάρκου στην Βενετία, δέχεται να τον συνοδεύσει σε μια καντάδα προς την σύζυγό του που τελικά αποδεικνύεται πως είναι ο μουσικός επίλογος της σχέσης τους η οποία δεν μπόρεσε να εναντιωθεί στις απαιτήσεις της δημοσιότητας.

Στο δεύτερο διήγημα της συλλογής
, "Με ήλιο ή με βροχή", ένα ζευγάρι, ο Τσάρλυ και η Έμιλυ βρίσκονται στα πρόθυρα χωρισμού. Γι' αυτό επιστρατεύεται ένας κοινός τους φίλος, ο Ρέιμοντ, καθηγητής αγγλικών που στα σαράντατόσα χρόνια του ζει ακόμη μεροδούλι-μεροφάι. Ο Τσάρλυ ελπίζει πως ο Ρέι θα λειτουργήσει ως κυματοθραύστης για την σχέση του και πως η Έμιλυ, βλέποντας την αξιοθρήνητη κατάσταση του Ρέι, με τον οποίο μοιράζονταν παλιά την αγάπη τους για τα μιούζικαλς, θα εκτιμήσει τον Τσάρλυ κι έτσι θα αναθεωρήσει για το διαζύγιο.

Ο ήρωας της τρίτης ιστορίας,
"Μάλβερν Χιλς", είναι ένας κιθαρίστας της τζαζ ο οποίος, έχοντας επισκεφθεί τους φίλους του από το πανεπιστήμιο (αφήνεται να εννοηθεί πως είναι το ζευγάρι της προηγούμενης ιστορίας), φεύγει από το Λονδίνο κι επιστρέφει στον τόπο όπου γεννήθηκε με σκοπό να κυνηγήσει το όνειρό του. Το πρωί ανταποδίδει την φιλοξενία της αδερφής του βοηθώντας την στο καφέ-εστιατόριο που εκείνη διατηρεί με τον άντρα της σε μια υπέροχη περιοχή της αγγλικής υπαίθρου ενώ τα απογεύματα αφιερώνεται με επιμονή στην σύνθεση ενός "μεγάλου" κομματιού που θα του αποφέρει την αναγνώριση.

Στο τέταρτο διήγημα,
"Νυχτερινό", ξαναβρίσκουμε την Λίντι του πρώτου διηγήματος. Μετά τον χωρισμό της από τον Τόνυ Γκάρντνερ έχει καταφύγει στις υπηρεσίες της πλαστικής χειρουργικής. Στο ξενοδοχείο όπου μένει, το οποίο λειτουργεί και ως χώρος ανάρρωσης, γνωρίζει τον Στιβ, επίδοξο σαξοφωνίστα, ο οποίος έχει κι αυτός καταφύγει στην πλαστική χειρουργική - ο ατζέντης του επέμενε για χρόνια πως η εικόνα του ευθύνεται για το ότι δεν είναι διάσημος και πως βελτιώνοντάς την, η κατάσταση θα ανατρέπονταν σε ελάχιστο χρόνο. Οι δύο "ασθενείς", με μπανταρισμένα πρόσωπα λόγω της επέμβασης, αναπτύσσουν μια φιλική σχέση όπου ο καθένας τους μιλά για τον έρωτα, την  μοναξιά και τα σχέδιά του δίχως κάποιου είδους επιφύλαξη. Κλεισμένοι όμως στα δωμάτιά τους όλη την ημέρα, νιώθουν φοβερή ανία και γι' αυτό κάνουν νυχτερινούς "περιπάτους"  στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου αναστατώνοντας τους αστυνομικούς της ασφάλειας και προσφέροντας στον αναγνώστη τις πιο "περιπετειώδεις" σκηνές του βιβλίου που θα μπορούσαν να είναι και οι πιο αστείες αν το χιούμορ τους δεν ήταν κάπως στεγνό.

Το πέμπτο διήγημα, "Βιολοντσελίστες" είναι και το πιο παράδοξο: μία γυναίκα μουσικός, η Ελοΐζ, παραδίδει μαθήματα βιολοντσέλου σ' έναν νεαρό Ουγγαρέζο βιολοντσελίστα με άριστες σπουδές και μελλοντικές προοπτικές.  Αυτό, θα μου πείτε τώρα, δεν είναι παράδοξο. Συμφωνώ. Το παράδοξο βρίσκεται στο ότι η Ελοΐζ υποστηρίζει με πάθος πως είναι βιρτουόζος βιολοντσελίστα τη στιγμή που έχει να πιάσει στα χέρια της βιολοντσέλο από τότε που ήταν 11 χρονών. Ο λόγος που επικαλείται γι' αυτό είναι πως κανένας δάσκαλος δεν ανταποκρινόταν στην ιδιοφυία της κι έτσι, προκειμένου να χαλάσει το ταλέντο της με κάποιον ακατάλληλο, επέλεξε να μην το πραγματοποιήσει καθόλου. Η φιλική σχέση που παρ' όλα αυτά αναπτύσσεται μεταξύ  τους θα λήξει άδοξα με την Ελοΐζ να επιλέγει να επιστρέψει στην επαρχιακή πόλη όπου ζει μόνιμα για να παντρευτεί και τον Τίμπορ να δέχεται ανόρεχτα την θέση μουσικού σ' ένα ξενοδοχείο στο Άμστερνταμ.

Ξεκίνησα με την πρόθεση να γράψω πως αυτή η συλλογή είναι κάτι σαν ένα διάλειμμα μικρής έκτασης  μετά από έξι πολυσέλιδα μυθιστορήματα που έχει γράψει μέχρι σήμερα ο Ισιγκούρο - με ό,τι αυτό συνεπάγεται στο αποτέλεσμα. Γράφοντας όμως, άλλαξα γνώμη.


Ο Ισιγκούρο περνά από τα συνηθισμένα ανθρώπινα κίνητρα στην παθολογία τους και στο κωμικό έως παράδοξο των καταστάσεων τόσο απαλά που μου προκάλεσε έκπληξη. Χρειάστηκε να επιστρέψω στο κείμενο και να διαβάσω για δεύτερη φορά τον αυτοσαρκασμό και τα υπονοούμενα που υποφόσκουν κάτω από τους ατάραχους ήρωες και την καθημερινή γλώσσα που ηχεί μονότονα, άκαμπτα και comme il faux ενώ δεν είναι παρά μόνο η επιφάνεια. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, που ο Ισιγκούρο θεωρείται άριστος χρήστης του βρετανικού understatement - τόσο under που τα περάσματα αυτά είναι πράγματι ανεπαίσθητα.

Το "Νυχτερινά" δεν φτάνει στο ύψος του "Απομεινάρια μιας μέρας" ή (απ' ότι αντιλαμβάνομαι διαβάζοντας κριτικές γιατί δεν το έχω διαβάσει) του "Μην μ' αφήσεις ποτέ". Αυτό το πλέξιμο των ιστοριών, όμως, ο τρόπος που η μια ιστορία διευσδύει μέσα στην άλλη και τελικά δεν μπορείς να διαβάσεις καμμία από αυτές μόνη της, ούτε και σε διαφορετική σειρά από αυτή που υποδεικνύεται -όπως ακριβώς και σε μία σονάτα-  κάνει το βιβλίο να τραβά την προσοχή σου σ' αυτό το “παιχνίδι” κι έτσι σε αποσπά εν μέρει από την γενικώς μελαγχολική διάθεση των ηρώων. Εκτός αυτού, όμως,  τα διηγήματα "ακούνε" τζαζ και κλασική μουσική, "ντύνονται" με λιτή γλώσσα και "περιδιαβαίνουν" την αγγλική εξοχή και τη Βενετία  κι όλο τούτο τους δίνει μια ξεχωριστή χροιά. Είναι σαν να διαβάζεις μια μικρή νυχτερινή μουσική.

 


 



Σημειώσεις: Ο πρώτος πίνακας είναι ο “Moonlight over the sea” του J.M.W. Turner  ενώ ο δεύτερος είναι η εικαστική απεικόνιση ενός καναλιού της Βενετίας από τον σύγχρονo Βρετανό καλλιτέχνη Colin Turner.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011





Κατόπιν εορτής


Μετά τον Πινόκιο, ο Συρανό ντε Μπερζεράκ είναι η πιο διάσημη μύτη στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η ιστορία του γνωστή: ο Συρανό είναι ανίατα ερωτευμένος με την Ρωξάνη, την επιπόλαιη ξαδέρφη του η οποία δεν τον βλέπει παρά μόνο σαν τον πάντοτε πιστό φίλο που ικανοποιεί τις απαιτήσεις της. Ο Συρανό νιώθει ανυπέρβλητο το ελάττωμα της μεγάλης μύτης και παραιτείται  από κάθε διεκδίκηση της Ρωξάνης και ελπίδα  ότι θα τον ερωτευθεί. Δέχεται να βοηθήσει τον όμορφο μα εντελώς πεζό κι άχαρο Κριστιάν να την κατακτήσει γράφοντας στίχους και επιστολές που θα απευθύνονται σ΄αυτήν.

Εκείνο όμως που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως ο Εντμόν Ροστάν, ο συγγραφέας του πιο πάνω θεατρικού, έγραψε το έργο το 1897 κατά παραγγελία του Κοκλέν, ενός ηθοποιού που επρόκειτο να παίξει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ήρωας του έργου θα ήταν ένας μάλλον άγνωστος ποιητής στην Γαλλία του 17ου αιώνα, ο Συρανό ντε Μπερζεράκ.  Κάτι ο ενθουσιασμός μου για την παράσταση που θα προλάβαινα τελικά  να δω, κάτι μια ηθελημένη διάθεση να αφεθώ σ' ένα κλασικό κείμενο και "όπου με βγάλει", πήγα στο Εθνικό αγνοώντας αυτές τις βασικές πραγματολογικές πληροφορίες. Όπως και κάθε άλλη γνώμη και εντύπωση για το έργο. Ήμουν δηλαδή εντελώς απροετοίμαστη.

Γιός αστού δικηγόρου, ο Σαβινιάν ντε Συρανό, όπως ήταν το αληθινό του όνομα, γεννήθηκε το 1619 στο Παρίσι και σπούδασε στο Κολέγιο του Μπωβαί όπου είχε καθηγητή τον γνωστό παιδαγωγό της εποχής Ζαν Γκρανζέ. Τελειώνοντας τις σπουδές του το 1638, περνά το χρόνο του στα καμπαρέ και τα καπηλειά του Παρισιού, παίζοντας τζόγο και πίνοντας. Μαζί με άλλους ποιητές και λιμπερτίνους συγγραφείς της εποχής, γνωρίζει από κοντά το πιο κακόφημο κομμάτι της πόλης ενώ αργότερα, μαζί με τον φίλο του Λε Μπρε, κατατάσσεται στη φρουρά, πολεμά στη μάχη της Μπουζόν και του Αρράς, και αποκτά τη φήμη δεινού ξιφομάχου. Τα τραύματα που  απέκτησε στις μάχες τον έκαναν να τερματίσει τη σταδιοδρομία του στο στρατό και να ασχοληθεί με τη συγγραφή δίχως ποτέ του, όμως, να γίνει διάσημος γι' αυτή. Ωστόσο, οι τολμηρές, “αιρετικές” για την εποχή ιδέες που περιγράφει στο έργο του, γίνονται βάσεις για πολλούς συγγραφείς, σύγχρονους και επερχόμενους: ο Μολιέρος, στις "Κατεργαριές του Σκαπίνου", σχεδόν αντιγράφει μία ολόκληρη σκηνή από τον "Εξαπατημένο σχολαστικό" του και ο Φοντενέλ θα βρει στέρεο έδαφος για να βασίσει το μετέπειτα διάσημο έργο του. Δάνεια θα εντοπιστούν και στα έργα  του Βολταίρου, του Τζόναθαν Σουίφτ, του Κορνέιγ και του Πό(ε). Ο Θεόφιλος Γκωτιέ, που αποκαθιστά την λογοτεχνική φήμη του Συρανό, υποστηρίζει πως ο Γάλλος συγγραφέας είχε πρώτος επινοήσει το αερόστατο στο βιβλίο του "Ταξίδι στη Σελήνη" και είχε μάλιστα περιγράψει την παράξενη αίσθηση της έλλειψης της βαρύτητας. Ο Συρανό πέθανε το 1655 χτυπημένος από ένα δοκάρι που έπεσε στο κεφάλι του. Ήταν τριάντα πέντε.

Εκ των υστέρων, λοιπόν, διαπίστωσα πως μικρά κομματάκια από τον άγνωστο  βίο του Συρανό είχαν ενσωματωθεί στην παράσταση κάνοντάς την πολύ ενδιαφέρουσα. Όπως για παράδειγμα η παρουσία του Μονφλερύ, ηθοποιού και συγγραφέα, ανταγωνιστή του Συρανό.  Στην έναρξη της παράστασης, ο Μονφλερύ -τον υποδύεται ο χαρισματικός Άγγελος Παπαδημητρίου- εμφανίζεται να παίζει κάποια σκηνή από ένα θεατρικό και ο Συρανό, που τον θεωρούσε κάκκιστο τόσο ως ηθοποιό όσο  και ως συγγραφέα, τον κατεβάζει από τη σκηνή με το ζόρι.
 
Μου έκανε, επίσης, εντύπωση η συνεχής αναφορά σε λουκούλεια γεύματα και την γαλλική γαστριμαργία τη στιγμή που οι Γασκώνοι στρατιώτες λιμοκτονούσαν επί σκηνής - ανεκπλήρωτη γαστριμαργία κι ανεκπλήρωτος έρωτας...  Ειδικά στη δεύτερη και την τέταρτη πράξη όπου τα πάντα μεταφράζονται με όρους τροφής, βρέθηκα να παρακολουθώ γοητευμένη ένα είδος γαστρονομικού παραμυθιού αν και ομολογώ ότι προς στιγμήν με "κατέβαλε" η προσπάθεια να καταλάβω το λόγο που ο Γάλλος ζαχαροπλάστης Ραγκενό (υπέροχος ο Κοσμάς Φουντούκης) φορούσε ένα πολύ κομψό γιαπωνέζικης επιρροής  κοστούμι. 

Παρ' όλο που το όλο στήσιμο της παράστασης ήταν αντισυμβατικό, νεωτερικό κατά άλλους, ένοιωσα πως δεν ήταν ξένο προς το πνεύμα του κειμένου. Τίποτα απολύτως δεν ενοχλούσε το συναίσθημα, τίποτα δεν "σκάλωνε" στο μάτι. Όταν, μετά από λίγο, έπαψα να προσέχω το σχεδόν άδειο σκηνικό με τα στρώματα στην θέση πλοίων  και τις ακρυλικές φλοράλ κουβέρτες που έγιναν  κοστούμια αριστοκρατών και τα οποία σου τραβούσαν εγωιστικά την προσοχή από το πρώτο λεπτό, επικεντρώθηκα στο σανίδι όπου εκτυλίσσονταν μια πραγματική γιορτή εικόνων και διαθέσεων.

Οι δέκα Γασκώνοι στρατιώτες, ένας ιδιότυπος αρχαίος χορός, όργωναν τη σκηνή - πότε χόρευαν και τραγουδούσαν, πότε έπαιζαν τους ρόλους τους και πότε τα μουσικά όργανα της ορχήστρας που συνόδευε την πλοκή. (Διαβάζω πως όλοι τους, καθώς και οι δύο άλλοι γυναικείοι χαρακτήρες του έργου έμαθαν  όχι μόνο την μουσική αλλά κι από ένα μουσικό όργανο ειδικά για την παράσταση!) Η έντονη, αλέγκρα, θεατρικότητα του Άγγελου Παπαδημητρίου είχε ισχύ και στον δεύτερο ρόλο που κρατούσε στο έργο, εκείνον του κακού Ντε Γκις - που  μόνο κακό δεν τον εμφάνισε. Ο Χρήστος Λούλης απέδωσε σωματικά τον αδέξιο κι άγαρμπο Κριστιάν ενώ η Ρωξάνη της Λένας Κιτσοπούλου, μακριά από την αιθέρια ύπαρξη του κειμένου, θα ήταν, νομίζω, πιο ταιριαστή με λιγότερους ακκισμούς.

Ο Νίκος Καραθάνος, ως σκηνοθέτης ανέδειξε τον ρομαντισμό, την θλίψη, την μοναξιά,  την απόγνωση και το μέγεθος ενός άντρα "διαφορετικού". Ενός εκκεντρικού που τολμά να ζήσει κόντρα στην κατάπτωση της κοινωνίας της εποχής του υπερασπίζοντας τις παλιές ανθρώπινες αξίες της φιλίας, του έρωτα, της αυταπάρνησης, της ψυχικής ομορφιάς, της ρώμης, του αλτρουισμού μέχρι το τέλος του. Και αυτό το έκανε με έναν θαυμάσιο τρόπο - σε όλη την διάρκεια του έργου τονίζει τον στρατιωτικό χαρακτήρα του Γάλλου λιμπερτίνου ενώ αφήνει τον ερωτευμένο ψυχισμό του ποιητή να αναδυθεί κατά στάγδην και με αυξανόμενη ροή για να κορυφωθεί στα τελευταία πέντε λεπτά της παράστασης. Εκεί, ο Συρανό του λάμπει μέσα από τον απλό κι έμμετρο λόγο της (εξαιρετικής) μετάφρασης της Λουίζας Μητσάκου σε έναν μονόλογο που δύσκολα σε αφήνει ασυγκίνητο. Στην πραγματικότητα, δεν μπορείς να πάψεις να έχεις μέσα σου αυτό το τίποτα που, τελικά, είναι το παν...








Σημείωση: Δείτε εδώ μία επτάλεπτη βερσιόν του έργου.

Κυριακή 24 Απριλίου 2011





Ευχές για 


Καλό Πάσχα!




Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι δημιουργία παιδιού (το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται) που συμμετείχε στα πασχαλινά εργαστήρια του Μουσείου Ελληνικής Παιδικής Τέχνης.  

Διόρθωση: Το έργο ανήκει στην 10χρονη Νικόλ Λυμαδοπούλου κι από ελεύθερο συνειρμό συμπέρανα πως συμμετείχε στα εργαστήρια. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποθέτω, πως βρίσκεται στα αρχεία του ΜΕΠΤ.