Δευτέρα 28 Μαΐου 2012






Το δέντρο μεγαλώνει 
από τα κλαδιά του αλλά και 
από τις ρίζες του




Κι έρχεται μια στιγμή που θέλεις ένα διάλειμμα από την λογοτεχνία, έχεις  ανάγκη για κάτι πιο θεωρητικό, πιο "του επαγγέλματος" και δεν μπορείς παρά να ενδώσεις στην διάθεσή σου.

Η αρχή έγινε με το "Ο μύθος της γενιά του '30" (Πόλις, 2011). Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το ότι ο καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο του Birmigham Δημήτρης Τζιόβας επιχειρεί/τολμά μια ανάλυση κι αναθεώρηση της γενιάς-μύθου που αποτελεί σημείο αναφοράς των πολιτισμικών και ιδεολογικών εξελίξεων στην Ελλάδα μέχρι σήμερα παρ' όλη την αμφισβήτιση και τις επιθέσεις που δέχθηκε. Ακόμη δεν το έχω τελειώσει γιατί μου αρέσει να το διαβάζω με "στάσεις" και να επιστρέφω.

Μου πήρε μια-δυο μέρες να διαβάσω το "Τhe Element"  (Penguin, 2009) και ομολογώ ότι ευχαριστήθηκα πολύ την ανάγνωσή του.
Ο  Ken Robinson, θεωρητικός της εκπαίδευσης και Σύμβουλος για θέματα (και δημόσιας) εκπαίδευσης, ξέρει να αφηγείται  τα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα της δημιουργικότητας και με απτά παραδείγματα να αποδεικνύει πως η αποδοχή και η ενθάρρυνση είναι ιδιαίτερα κρίσιμες σε εκείνα τα παιδιά που κάποια στιγμή διαπιστώνουν πως δεν εντάσσονται στο σύνηθες σχήμα της κοινής, δημόσιας εκπαίδευσης. 

Kατέληξα στο "Τα χαμένα παιδιά μας" (Πόλις, 2006 - μτφρ.Ξένια Σκούρα, πρόλογος του εκπαιδευτικού Σταύρου Ζουμπουλάκη) της Γαλλίδας εκπαιδευτικού και δημοσιογράφου Νατάσα Πολονύ μετά από μια παλιά πρόταση του navarino-s.  Πρόκειται για ένα βιβλίο με τολμηρό κι εμπεριστατωμένο λόγο, ένα βιβλίο "θυμωμένο" που θίγει το πολύ σύγχρονο θέμα της δημόσιας εκπαίδευσης. Θα ήταν πραγματικά άδικο να εκληφθεί ως οπισθοδρομικό ή συντηρητικό επειδή η συγγραφέας του υπερασπίζεται την εκπαίδευση των μαθητών των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων θεωρώντας απολύτως απαραίτητη την μετάδοση της ιστορικής μνήμης, της παράδοσης και της κάθε μορφής πολιτισμού μέσω της  διδασκαλίας της Ιστορίας. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως μνεία υπέρ των Ανθρωπιστικών Σπουδών που θεωρούνται πια σχεδόν περιττές στην εκπαίδευση. Ας ληφθεί υπ' όψιν πως η συγγραφέας αναλύει και βάλλει κατά του περιεχομένου του εκπαιδευτικού  προγράμματος κι όχι με τον τρόπο που αυτό θα διδαχθεί.

Προφανώς  το πρώτο βιβλίο το διάβασα -και το διαβάζω ακόμη- από δική μου, αναγνωστική περιέργεια ενώ τα δύο επόμενα για λόγους καθαρά επαγγελματικούς. Και τα τρία όμως, εκτός του ότι αξίζουν τον χρόνο και το ενδιαφέρον σας, μπορούν να λειτουργήσουν και ως ένας ενιαίος οδηγός για την εκπαίδευση: η δημιουργικότητα -που αναδεικνύουν τα δύο πρώτα βιβλία- σε συνδυασμό με την γνώση του παρελθόντος που προασπίζεται το τρίτο παρέχουν το τόσο  αναγκαίο "λίπασμα" που χρειάζονται τα "δεντράκια" μας για να μεγαλώσουν και να καρποφορήσουν. 

Σάββατο 19 Μαΐου 2012







Γηράσκω αεί 
διδασκόμενη...






Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις


"Μαθαίνεις"





Τρίτη 15 Μαΐου 2012







The contract between 


 the author and the reader is a game. And the game . . . is one 
of the greatest invetions of Western civilization: the game of telling stories, 
inventing characters, and creating the imaginary paradise of the individual, 
from whence no one can be expelled because, in a novel, 
no one owns the truth and everyone has 
the right to be heard and understood.”


Myself with Others: Selected Essays




Παρασκευή 4 Μαΐου 2012










Μάσκες



                             

                             Τις μάσκες σου, που τις φοράς σα βγαίνεις
                             περατζάδα στις πλατείες της ημέρας,
                             μην τις μπερδέψεις, θα μπλεχτείς, να ξέρεις,
                             κι άντε να βρεις μετά του κουβαριού την άκρη.

                            Ποιος ξέρει τι. και ποιος πάλι δεν ξέρει.
                            ποιες αμαρτίες κρύβει τούτη 'δω η μάσκα,
                            ποιες η άλλη. σε ποια πλατεία άπλωσες μπουγάδα.

                            Κι αν ξέβαψαν τα χρώματα και γίναν όλα μπλε
                            και τα λευκά γίναν μαβί και τα μαβί καφέ,
                            'συ έβαλες μαζί τα χρώματα για πλύση.
                            εσύ ήσουν που τα άπλωσες εν δημοσία θέα.

                            εσύ φοράς και ξεφοράς τις μάσκες που γυαλίζουν.
                            Ποια ιστορία διάλεξες πίσω απ' την κάθε μάσκα;
                            Ποιος ξέρει τι. και ποιος πάλι δεν ξέρει.

                            Κι εν τέλει, ο λογαριασμός εσένα θα βαρύνει
                            τόσες και τόσες σούμες πια, προσθέσεις κι αφαιρέσεις.
                            Κοίταξε μόνο τη σωστή τη μάσκα να φορέσεις
                            όταν πληρώνεις. γιατί αλλιώς,
                            τ' αργύρια αντίκρισμα δε θα 'χουν.




                                                                                      Κρυστάλλη 
                                                                 Γλυνιαδάκη







 Σημειώσεις: Από το βιβλίο της (και) ποιήτριας "Λονδίνο-Ιστανμπούλ"  (Πόλις, 2009). Το γλυπτό είναι της Αννίτας Ξάνθου.

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012








Συνθέτοντας 
τα κομμάτια της ζωής τους


Ένα  μυθιστόρημα που δεν σου δίνεται  έτσι απλά με μια ανάγνωση είναι το "Όταν όλα καταρρέουν"  (Μεταίχμιο, 2012 - μτφρ Ιωάννα Ηλιάδη). Με το τρίτο αυτό βιβλίο της,  η Nicole Krauss αποδεικνύει πως διανύει τα ώριμα -συγγραφικώς- χρόνια της: γράφει ένα παζλ μονολόγων που εκτός από την λογοτεχνική τους ποιότητα ζητούν -και αποσπούν- την υπομονή και τη συμμετοχή του αναγνώστη για να ολοκληρωθεί η πλοκή.

Το επίκεντρο του μυθιστορήματος είναι ένα έπιπλο, ένα γραφείο "...εντελώς διαφορετικό. Επισκίαζε οτιδήποτε άλλο υπήρχε στο λιτό, μικρό εκείνο δωμάτιο σαν αλλόκοτο, απειλητικό τέρας, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο τμήμα ενός τοίχου και εκτοπίζοντας τα υπόλοιπα αξιολύπητα έπιπλα στην άλλη άκρη, όπου έμοιαζαν να κολλούν το ένα πάνω στο άλλο, θαρρείς από την έλξη κάποιας μοχθηρής μαγνητικής δύναμης. Ήταν φτιαγμένο από σκούρο ξύλο, και πάνω από την επιφάνεια εργασίας είχε έναν τοίχο με συρτάρια, συρτάρια σε μεγέθη διόλου πρακτικά, που θα μπορούσαν να ανήκουν σε κάποιο μάγο του Μεσαίωνα. Μόνο που το τελευταίο συρτάρι ήταν αδειανό... (...) στην πραγματικότητα θύμιζε μάλλον καράβι παρά γραφείο, καράβι στα κύματα μιας κατάμαυρης θάλασσας κάποια άγρια, αφέγγαρη νύχτα χωρίς ελπίδα στεριάς από πουθενά - να δείχνει ακόμα πιο τρομακτικό."

Το γραφείο αυτό αλλάζει χέρια και σε κάθε χώρο που βρίσκεται, παίρνει και τις αντίστοιχες με τον χώρο μορφές, το ίδιο όμως σκοτεινές και εκφοβιστικές κάθε φορά, καθώς ενσωματώνεται όχι μόνο στον χώρο αλλά και στις ζωές των ανθρώπων που το κατέχουν. Και φαίνεται σχεδόν φυσικό επακόλουθο όταν με κάποιο τρόπο οι άνθρωποι αυτοί το αποχωρίζονται, να κλονίζονται οι ζωές τους.


Η Νάντια, μια όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη συγγραφέας, απέκτησε το γραφείο από τον Ντάνιελ Βάρσκι, έναν Χιλιανό ποιητή που αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα του. Πριν φύγει ο Ντάνιελ, της δωρίζει όλη την επίπλωση του σπιτιού του η οποία γεμίζει στην κυριολεξία το σπίτι της Νάντια που μετά τον χωρισμό της με τον Ρ. είναι άδειο. Το μεγάλο μέγεθος του γραφείου, αν και αρχικά την τρόμαξε, στην συνέχεια την "απορρόφησε" δίνοντάς της την ίδια στιγμή, με έναν περίεργο τρόπο,  την ενέργεια να γράψει τα επτά μυθιστορήματά της. Αν και το γραφείο, χρόνια μετά, έχει γίνει πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς και της ζωής της, όταν η Νάντια δέχεται ένα τηλεφώνημα απο την Λία Βάιζ, την κόρη όπως διατείνεται του Ντάνιελ Βάρσκι, της το επιστρέφει χωρίς δεύτερη σκέψη. Η έλλειψή του όμως θα την στοιχειώσει  σε τέτοιο  βαθμό που θα την οδηγήσει στην Ιερουσαλήμ όπου ζει η Λία για να της το ζητήσει πίσω.

Στην Ιερουσαλήμ, ο Άβρααμ, ένας Εβραίος μεγαλοδικηγόρος χάνει την γυναίκα του από καρκίνο. Νιώθοντας τον χρόνο και τις δυνάμεις του να λιγοστεύουν αναλύεται σε έναν εσωτερικό μονόλογο προς τον πρωτότοκό του, Ντόβικ, ο οποίος έχει έρθει από την Αγγλία ειδικά για την κηδεία - μια εξομολόγηση τόσο έντονη που, αν είχε ελάχιστα μεγαλύτερη έκταση, θα μπορούσε να υπερκαλύψει τα υπόλοιπα πρόσωπα του μυθιστορήματος με τον πόνο και το παράπονο ενός πατέρα που παραδέχεται την προκλητική και γεμάτη αντιφάσεις συμπεριφορά του προς τον γιο του.

Πίσω στην Αγγλία, ο Άρθρουρ, ένας ακαδημαϊκός, μετά τον θάνατο της γυναίκας του ανακαλύπτει το μυστικό της.  Για την ακρίβεια, ανακαλύπτει μία μωρουδίστικη μπούκλα μαλλιών η οποία θα γίνει η αφορμή για να μάθει τη σύζυγό του,  Λότε, καλύτερα από ποτέ και ταυτόχρονα να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της πληγής που έκρυβε η σιωπή της αλλά και την ψυχρότητα με την οποία πήρε δύσκολες αποφάσεις στο παρελθόν. Εκείνο όμως που δεν θα μπορέσει να ξεκαθαρίσει είναι το ποιός και γιατί της είχε δωρίσει το γραφείο το οποίο εκείνη με την σειρά της έδωσε, για αδιευκρίνιστους επίσης λόγους, στον Ντάνιελ Βάρσκι.

Η Ίζαμπελ, μια φοιτήτρια φιλολογίας στην Οξφόρδη, ερωτεύεται τον Γιόαβ Βάιζ. Καθώς περνά πολλές ώρες μαζί του στο σπίτι του, γίνεται μάρτυρας της πολύ δεμένης σχέσης του Γιόαβ με την αδερφή του Λία - σχέση που έχει τα χαρακτηριστικά της απόκλισης και της παραίτησης από την καθημερινότητα με μια "δόση" μαγείας και μυστικισμού. Τούτη η Πόε-τική έως υποτακτική συμπεριφορά των δυο αδερφών αναδύεται σε όλη την έκτασή της όταν τους επισκέπτεται ο πατέρας τους, Τζορτζ Βάιζ - ένας ιδιόρρυθμος και επιβλητικός αντικέρ που γυρίζει τον κόσμο για να εντοπίσει και να ανασύρει αντικείμενα που κλάπηκαν από τους Ναζί την διάρκεια του πολέμου και να τα επιστρέψει στους πελάτες του. Το γραφείο είναι ένα από αυτά τα αντικείμενα με μία όμως διαφορά - είναι το δικό του άγιο δισκοπότηρο.


Οι τέσσερις αυτές αφηγήσεις θα μπορούσαν να αποτελούν αυτοτελή διηγήματα. Η Νικόλ Κράους όμως τα συνδέει μεταξύ τους σε τούτο το σπονδυλωτό μυθιστόρημα που σε απορροφά αβίαστα - το γράψιμο της είναι πολύ προσεγμένο και η πυκνότητα του λόγου της  σε υπνωτίζει. Δεν υπερβάλλω - δεν μπορούσα να σταματήσω την ανάγνωση καθώς η μία πρόταση νιώθεις να σε "τραβά" στην επόμενη χωρίς να καταλαβαίνεις πως περνούν οι σελίδες. Ωστόσο, διαβάζοντας, δεν μπόρεσα να αποφύγω μία αυθόρμητη σύγκριση που μου τριβέλιζε το  μυαλό: στο "η ιστορία του έρωτα", το δεύτερο βιβλίο της Κράους, η χαρά και η λύπη, η μελαγχολία και η φαιδρότητα, η συγκίνηση και το χαμόγελο συνυπάρχουν και συναλλάσσονται όμορφα, ενώ τώρα, στο "Όταν όλα καταρρέουν" δεν υπάρχει ίχνος χιούμορ και ανθρωπιάς για τους ανθρώπους του. Όλοι τους βρίσκονται σε ένα στάδιο της ζωής τους που δεν επιδέχεται -κατά την συγγραφέα- καμμία βελτίωση. ούτε καν μία νότα αισιοδοξίας: η Νάντια, στα 40+ θα συνειδητοποιήσει το πόσο μόνη είναι και πόσο λάθος έκανε που έβαλε την συγγραφή πάνω από την προσωπική της ζωή. Ο Άβρααμ ξέρει πως μάταια προσπαθεί να αποκαταστήσει την θρυμματισμένη σχέση με το γιο του. Ο Άρθρουρ βρίσκεται συντετριμμένος μπροστά στο γεγονός ότι δεν σήμαινε κάτι ιδιαίτερο για την Λότε. Η Ίζαμπελ παραμένει αμήχανη μπροστά στην ψυχική αδυναμία του Γιόαβ και ο Τζορτζ Βάιζ θα φτάσει στο τέλος της αναζήτησής του βιώνοντας  την ματαιότητα - θα κατορθώσει να ανασυστήσει το γραφείο (δλδ το δωμάτιο) του πατέρα του με την παραμικρή λεπτομέρεια τοποθετώντας και το τελευταίο κομμάτι στην θέση του. Όμως το μικρότερο συρτάρι του γραφείου (του επίπλου), εκείνο που ήταν για πάντα κλειδωμένο,  όταν θα ανοίξει, θα  σημάνει το τέλος του λόγου ύπαρξής του.


Οι εμμονές και οι φόβοι. Η απώλεια, η έλλειψη και η αποτυχία έχουν διαποτίσει το βιβλίο από την πρώτη κιόλας σελίδα του. Αυτό όμως, προσωπικά, δεν με πτόησε. Η Κράους έχει την ικανότητα να λέει τα πιο δυστοπικά πράγματα με ένα κομψό κι έξυπνο τρόπο που δεν σε αφήνει καθόλου αδιάφορο. Είναι άλλωστε και ο "βαθμός δυσκολίας" του μυθιστορήματος που σε κρατά, αυτό που αναφέρω στην αρχή για το κείμενο που δεν σου δίνεται εύκολα - η συγγραφέας αποκαλύπτει τους λεπτούς ιστούς που συνδέουν τις ιστορίες της μόνο προς το τέλος του βιβλίου κι αυτό το κάνει σταδιακά και περιφραστικά. Πρέπει εσύ να γυρίσεις πίσω, να σκεφτείς και να συνδέσεις ανθρώπους και γεγονότα - μια διεργασία που σου αποκαλύπτει την μαγεία και την επιδεξιότητα της γραφής της. Το "Όταν όλα καταρρέουν" είναι, τελικά, ένα ασυνήθιστα λεπταίσθητο και στοχαστικό κείμενο που άξιζε τον χρόνο του. 

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012







"Εξακολουθώ 
ν' αγαπώ τα βιβλία.



Τίποτα απ' όσα μπορεί να κάνει ένας υπολογιστής δεν μπορεί να συγκριθεί με το βιβλίο. Δεν μπορείς, στ' αλήθεια, να βάλεις ένα βιβλίο στο ίντερνετ. Τρεις εταιρείες έχουν προσφερθεί να ανεβάσουν βιβλία μου στο Δίκτυο και τους είπα: ' Εάν μπορείτε να φτιάξετε κάτι που να έχει όμορφο κάλυμμα, ωραίο χαρτί με εκείνη την υπέροχη μυρωδιά, τότε το συζητάμε.' Όλο κι όλο αυτό που μπορεί να σου δώσει ένας υπολογιστής είναι το χειρόγραφο. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να διαβάζουν χειρόγραφα. Θέλουν να διαβάζουν βιβλία. Τα βιβλία μυρίζουν ωραία. Έχουν ωραία εμφάνιση. Μπορείς να τα σφίξεις στο στήθος σου. Μπορείς να τα βάλεις στην τσέπη σου." 

  






Σημειώσεις: Απ' όσο μπορώ να πω από τις συζητήσεις μου με άλλους βιβλιόφιλους, το χάρτινο βιβλίο θα αργήσει να γίνει μία δονκιχωτική επιθυμία κι αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια της εικονογράφισης μίας από τις παλαιότρες εκδόσεις του "Δον Κιχώτη" από τον Salvador Dali. Δείτε εδώ ένα σχετικό βιντεάκι.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012







Motion



    If you are the amber mare
        I am the road of blood

    If you are the first snow
        I am he who lights the hearth of dawn

    If you are the tower of night
       I am the spike burning in your mind

    If you are the morning tide
        I am the first bird's cry

  
 If you are the basket of oranges
        I am the knife of the sun

    If you are the stone altar
        I am the sacrilegious hand

    If you are the sleeping land
        I am the green cane

    If you are the wind's leap
        I am the buried fire

    If you are the water's mouth
        I am the mouth of moss

  If you are the forest of the clouds
        I am the axe that parts it

    If you are the profaned city
        I am the rain of consecration

    If you are the yellow mountain
        I am the red arms of lichen

    If you are the rising sun
        I am the road of blood


       
Σημείωση: Το ποίημα είναι μεταφρασμένο από τον Eliot Weinberger και βρίσκεται στον τόμο COLLECTED POEMS 1957-1987. Η φωτογραφία είναι η "Γυναίκα Ζέβρα" της Emese Benko.