Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012








Modus Vivendi






Το φετινό καλοκαίρι ήταν εν μέρει το καλοκαίρι "των ανασκαφών" - άνοιξα μετά από καιρό τις κούτες όπου έχω βάλει, ελλείψει χώρου, τα παλιά βιβλία μου κι άρχισα να τις σκαλίζω ψάχνοντας τίτλους που μου έρχονταν στο νου κι "επέμεναν" να τους διαβάσω ξανά. Το έκανα, όχι από κάποια ανάγκη να καλύψω το όποιο αναγνωστικό κενό που πολύ ενδεχομένως έχω, ούτε για να μου υπενθυμίσω εκείνη την ευχαρίστηση που μου είχαν προσφέρει όταν τους διάβαζα στο παρελθόν. Πιο πολύ το έκανα  για 'κείνο  το  "Κάπου-κάπου -όχι πολύ συχνά- αιφνιδιάζεσαι από κάτι  που διαβάζεις, και πυροδοτείται μια αντήχηση μέσα στο κεφάλι σου."  που είπε ο Gore Vidal.

Ο Antoine de Saint-Exupéry συνδυάζει την αναγνωστική ευχαρίστηση με τον αιφνιδιασμό. Αν και έγινε παγκοσμίως γνωστός με τον "Μικρό πρίγκηπα"  έχει δώσει, ωστόσο, κι έργα-μικρά διαμάντια που ξεχωρίζουν για την αυθεντικότητα της γραφής τους, την ευγένεια και ποιητική ένταση της γλώσσας τους. Η "Νυχτερινή πτήση" του (Ψυχογιός, 1996 σε μτφρ. Δημήτρη Ζορμπαλά) αποτελεί, επίσης, ένα εξαιρετικό δείγμα ημι-αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας - τού πώς, με άλλα λόγια, η ζωή ενός συγγραφέα και του ήρωά του συνυφαίνονται αμετάκλητα σ' ένα πεζογράφημα.  

Ο Φαμπιέν είναι πιλότος στην μοναδική αεροπορική ταχυδρομική εταιρία στο Μπουένος Άιρες. Οι αντικειμενικές συνθήκες πτήσης εκείνη την εποχή -δεκαετία του 1920- είναι ανυπέρβλητες και καθόλου αμελητέες καθώς  θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές των πιλότων - τα αεροπλάνα δεν διαθέτουν τον κατάλληλο εξοπλισμό για την ασφαλή πλοήγηση τους με αποτέλεσμα να πετούν στην κυριολεξία στα τυφλά. Παρ' όλα αυτά, ο Φαμπιέν εκτελεί τις εντολές και τα δρομολόγια που έχει σχεδιάσει ο εργοδότης του, Ριβιέρ, με αξιοσημείωτη ευσυνειδησία και κόντρα στις αντιξοότητες. Ένα βράδυ, καλείται να εκτελέσει το συνηθισμένο (νυχτερινό) δρομολόγιο αν και από  τα μετεορολογικά δελτία αναφέρουν την εκδήλωση κυκλώνα.  Οι συνάδελφοι του Φαμπιέν προτείνουν στον Ριβιέρ την μετάθεση του δρομολογίου αν όχι μέχρι να απομακρυνθεί  ο κυκλώνας, τουλάχιστον μέχρι το πρώτο φως της ημέρας για να μειώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τον κίνδυνο και να εξασφαλίσουν την παράδοση της αλληλογραφίας. Ο Ριβιέρ όμως είναι ανένδοτος. 
       " - Αυτός είναι ο κανονισμός.
       Ο κανονισμός, σκεφτόταν ο Ριβιέρ, μοιάζει με το τυπικό μιας θρησκείας που διαμορφώνει τους ανθρώπους. Αδιαφορύσε ο Ριβιέρ, αν φαινόταν δίκαιος ή άδικος. Ίσως μάλιστα αυτές οι λέξεις να μην είχαν και κανένα νόημα γι' αυτόν. Οι μικροαστοί, στις μικρές πόλεις, στριφογυρίζουν τα βράδια γύρω απ' το κιόσκι της μουσικής κι ο Ριβιέρ σκεφτόταν: "Δίκαιος ή άδικος γι' αυτούς, δεν έχει σημασία: δεν υπάρχουν". Ο άνθρωπος ήταν γι' αυτόν παρθένο κερί που ήθελε πλάσιμο. Έπρεπε να δώσει μια ψυχή σ' αυτή την ύλη, να της δημιουργήσει μια θέληση. δε σκεφτόταν να τους υποτάξει μ' αυτή τη σκληρότητα, μα να τους κάνει να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Αν τιμωρούσε έτσι κάθε καθυστέρηση, φερόταν άδικα, μα κατεύθυνε προς την αναχώρηση, παρά προς την στάθμευση, τη θέλησή τους. δημιουργούσε αυτή τη θέληση. Με το να μην επιτρέπει στους ανθρώπους να χαίρονται για μια κακοκαιρία, σαν πρόσκληση για ανάπαυση, τους κρατούσε σε αβεβαιότητα κι η αναμονή ταπείνωνε κρυφά και τον τελευταίο εργάτη. (...) Χάρη στον Ριβιέρ, σε δεκαπέντε χιλιάδες χιλιόμετρα, ο σεβασμός του ταχυδρομείου ξεπερνούσε όλα τ' άλλα." 


Η "Νυχτερινή πτήση" θα μπορούσε να ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων περιπέτειας ή σ' εκείνα των ντοκουμέντων, σύμφωνα με τον Αντρέ Ζιντ που γράφει τον πρόλογο της νουβέλας. Ωστόσο, είναι κάτι περισσότερο απ' αυτό. Σε λιγότερες από 100 σελίδες, ο Σαιντ-Εξυπερί πραγματεύεται την αίσθηση του καθήκοντος και την υπέρβασή του. Την επιτυχία ή αποτυχία μιας αποστολής, την πραγματοποίηση ή όχι του σκοπού και τις επιπτώσεις τους. Την αυστηρότητα και την -όχι αβασάνιστη- αδιαλλαξία του διοικητή του, και τα όρια της υπευθυνότητας και του επαγγελματισμού. Μας μεταφέρει στην καμπίνα του πιλότου και μεταγράφει τις σκέψεις του, στα γραφεία της εταιρίας όπου αμφισβητούνται η ακεραιότητα των εργαζομένων και η ορθότητα των καθορισμένων δρομολογίων, στο σπίτι του πιλότου όπου η σύζυγος του Φαμπιέν σκέφτεται το αναπόφευκτο. Μέσα από τον λιτό λυρισμό της γραφής του Σαιντ-Εξυπερί αναδύονται, επίσης, η εσωτερική σύγκρουση και το αδιέξοδο του Φαμπιέν: πως χειρίζεσαι την ψυχική ευαισθησία σου όταν οι πραγματολογικές -κι εντελώς λογικές- συνθήκες σε ξεπερνούν; Τι κάνεις; υπακούς ή υπερβαίνεις εαυτόν και φόβους; Between the devil and the deep blue sea, ο Φαμπιέν  επιλέγει να εκτελέσει το δρομολόγιο κρατώντας τις βασανιστικές αντιρρήσεις για τον εαυτό του. 


Ο Σαιντ-Εξυπερί υπήρξε πρωτοτοπόρος του αεροπορικού ταχυδρομείου εργαζόμενος ως πιλότος από τις πρώτες κιόλας μέρες της Aéropostale που ιδρύθηκε στη Γαλλία το 1918. Το 1929 θα μετατεθεί στην Αργεντινή όπου θα του ανατεθεί η διεύθυνση της Aeroposta Argentina. Από τούτη την δεκαετή περίοδο θα αντλήσει σχεδόν όλο το υλικό του και την έμπνευση τόσο για την "Νυχτερινή πτήση" όσο και για τα υπόλοιπα έργα του - ολοφάνερο στο  "Wind, Sand and Stars" που είναι αυτοβιογραφικό και μοιραίο γενικώς, μιας και το αεροπλάνο ήταν τρόπος ζωής για τον Σαιντ-Εξ., μιας ζωής που, απ' όσα διαβάζω, φαίνεται να "ζωντανεύει" από την στιγμή που ο συγγραφέας μαθαίνει να πιλοτάρει. "Ζω στο βασίλειο της πτήσης" έγραψε κάποτε. 

Το βιβλίο ξαφνιάζει με την σφιχτοδεμένη κι όμορφη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Σαιντ-Εξυπερί και την διεισδυτικότητά του. Το πόσο καλά, δηλαδή, γνώριζε και περιέγραψε την εσώτερη καρδιά του ανθρώπου, είτε πρόκειτο για άνδρα είτε για γυναίκα. Εκείνο, ωστόσο, που με αιφνιδίασε τώρα, στην δεύτερη ανάγνωσή του, είναι πως το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως το χρονικό του  θανάτου του - περίπου έτσι θα πρέπει να σκεφτόταν ο Σαιντ-Εξ όταν στις 31 Ιουλίου 1944  πραγματοποιούσε μια αναγνωριστική πτήση προς την κοιλάδα του Ρήνου που έμελλε να είναι η τελευταία του. Δεν ξέρω αν οι καιρικές συνθήκες τότε ήταν το ίδιο ταραχώδεις με εκείνες που περιγράφονται στην "Νυχτερινή πτήση", ο ψυχισμός του όμως πολύ πιθανόν να ήταν. Στα σοβαρά προσωπικά προβλήματα που έχει εκείνη την εποχή ο συγγραφέας, έρχονται να προστεθούν και τα αντίποινα του ντε Γκωλ -  ο Σαιντ-Εξυπερί είχε κατακρίνει ανοιχτά την κυβέρνηση του Βισύ αλλά και τον Γάλλο στρατηγό ντε Γκωλ, κι εκείνος (ο ντε Γκωλ) πέρασε στην αντεπίθεση αφήνοντας, καταρχάς, να εννοηθεί πως ο  συγγραφέας υποστηρίζει τους Γερμανούς. Στην συνέχεια, τον θέτει υπό παρακολούθηση, υποκλέπτει την αλληλογραφία του και απαγορεύει την κυκλοφορία των βιβλίων του στην ελεύθερη Γαλλία.

Μόλις το 1998, κάπου στα ανοιχτά της Μασσαλίας θα ανασυρθούν από τον βυθό της θάλασσας συντρίμμια ενός αεροπλάνου. Η ακριβής πιστοποίησή τους  θα διαλύσει τις όποιες εικασίες υπήρχαν μέχρι εκείνη την στιγμή για τον χαμό του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερί. His sea of problems was deeper blue, after all. Τα βιβλία του ωστόσο, και η "Νυχτερινή πτήση" βέβαια, διατηρούν  την δύναμή τους και ανυψώνουν τον αναγνώστη παρ'όλους τους στενόχωρους συλλογισμούς τους.







Σημείωση: Το πρώτο εικαστικό θέμα είναι του Robert Delaunay κι έχει τίτλο "Homage to Blériot" - όπου Blériot, ο διάσημος πιλότος που πρώτος διέσχισε την Μάγχη με ένα μονοπλάνο της εποχής. Το εξώφυλλο που εικονίζεται στην δεύτερη φωτό είναι από την πρώτη έκδοση της "Νυχτερινής Πτήσης" το 1931, χρονιά που το βιβλίο βραβεύτηκε με το prix Femina.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012







Κυριακές του Αυγούστου




    "Έκανε πολύ ζέστη εκείνο το καλοκαίρι, κι είχαμε τη βεβαιότητα ότι δε θα μας ξανάβρισκαν εδώ. Το απόγευμα, ξεχωρίζαμε το σημείο της πλαζ όπου μαζευόταν ο περισσότερος κόσμος. Τότε, κατεβαίναμε σ' αυτή την πλαζ, γυρεύοντας ένα μικρό ελεύθερο μέρος για ν' απλώσουμε τις πετσέτες του μπάνιου. Ποτέ δεν ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι όσο εκείνες τις στιγμές, χαμένοι στο πλήθος που μύριζε αντηλιακές κρέμες. Τα παιδιά, γύρω μας, έχτιζαν πύργους στην άμμο, κι οι πλανόδιοι πωλητές διασκέλιζαν τα σώματα και πρόσφεραν τα παγωτά τους. Ήμασταν σαν όλο τον κόσμο, τίποτα δε μας ξεχώριζε απ' τους άλλους, εκείνες τις Κυριακές του Αυγούστου."


Patrick Modiano







Σημείωση: Ο πίνακας είναι του Ανδρέα Κοντέλλη  από την έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής "Αναμνήσεις"   που διοργανώθηκε από το Φεστιβάλ Μεγάρου Γκύζη στη Σαντορίνη τον φετινό Αύγουστο.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012







The water is your friend.






You don't have to fight with water, 
just share the same spirit as the water, 
and it will help you move.  









Με τα λόγια όχι ενός λογοτέχνη αλλά ενός πρωταθλητή της κολύμβησης σκέφτηκα να σας ευχηθώ για τις διακοπές μια κι ελπίζω να κολυμπήσετε πολύ στην θάλασσα - ό,τι ισχύει άλλωστε γι' αυτήν, ισχύει και για την ανάγνωση επίσης. Καλές, δροσερές και αναζωογωνητικές μέρες να έχετε και, βεβαίως έως απαραιτήτως, διαβαστερές, όπως είπε και ο Ά.  Καλόν Αύγουστο!  
Σημείωση:  Η φωτογραφία είναι της Elena Kalis

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012







It is by acts 
and not by ideas that people live.



Ψάχνοντας στις κούτες με τα βιβλία μου, πριν από λίγες μέρες, για το "Το έγκλημα του Συλβέστρoυ Μποννάρ" (Ψυχογιός, 1984, μετάφραση Δημήτρης Ζορμπαλάς) είχα κατά νου ότι θα διάβαζα ένα μυθιστόρημα τύπου "Το έγκλημα της Μητρός μου" του Γεωργίου Βιζυηνού ή στην καλύτερη περίπτωση μία γαλλική εκδοχή της Άγκαθα Κρίστυ. Πλάνην οικτράν! Παρά τον ευκρινέστατο τίτλο του, ο Ανατόλ Φρανς, γιος βιβλιοπώλη και μεγαλωμένος ανάμεσα σε βιβλία και σε διακεκριμένους συγγραφείς και μελετητές που επισκέπτονταν το βιβλιοπωλείο του πατέρα του, γράφει  ένα βιβλίο για τα βιβλία, την βιβλιοφιλία και τους βιβλιόφιλους. Όχι τόσο οικτράν η πλάνη, τελικά. Και ο ήρωάς του δεν θα μπορούσε παρά να έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία.



Ο Συλβέστρος Μποννάρ είναι ένας γηραιός βιβλιοδίφης, φιλόλογος ειδικευμένος στην Παλαιογραφία, διάσημος και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Έχει αφιερώσει όλη την ζωή του στην έρευνα, ανακάλυψη κι επεξεργασία αρχαίων συγγραμμάτων - τίποτα δεν τον ευχαριστεί περισσότερο από αυτό. Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε την συγκίνηση και την ταραχή του  όταν ανακαλύπτει ένα δυσεύρετο χειρόγραφο "την χρυσή παράδοση του Ιακώβου της Γένουας, γαλλική μετάφρασις, σχήμα 4ον, μικρόν. (...) Η μετάφρασις αύτη, οι παραδόσεις και το ποίημα, οφείλονται εις τον κληρικόν Ιωάννη Τουμουιγιέ. Το χειρόγραφον είναι επί περγαμηνής. Περιέχει μέγαν αριθμόν διακοσμημένων γραμμάτων, και δύο μικρογραφίας, λεπτοτάτης εκτελέσεως, αλλά κακώς διατηρημένας."  Παρ' όλη την φυσική του ροπή προς την ακινησία, ο Συλβέστρος Μποννάρ αποφασίζει να ταξιδέψει μέχρι την Σικελία για να το αποκτήσει. Θα  επιστρέψει όμως άκαρπος και στη συνέχεια, ακολουθώντας τα ίχνη του χειρογράφου, θα επισκεφθεί ένα παλαιοπωλείο ενώ θα πάρει μέρος και σ' ένα δημόσιο πλειστηριασμό όπου εκτείθεται το συγκεκριμένο χειρόγραφο χωρίς όμως να μπορέσει να διαθέσει το ποσό πώλησής του. Το χειρόγραφο τελικά θα φτάσει στα χέρια του μέσα σ' ένα κούφιο κούτσουρο γεμάτο με βιολέτες της Πάρμας - η  σύζυγος του πρίγκηπα Τρεπώφ (με την οποία ο κύριος Μποννάρ είχε γνωριστεί στο ταξίδι του) θα του ανταποδώσει την καλοσύνη και  την φροντίδα που της έδειξε όταν κάποια Χριστούγεννα, ως κακόφημη  κυρία Κοκόζ γεννούσε το μωρό της στην παγωμένη σοφίτα του κτηρίου όπου ζούσαν. Τούτο είναι το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος που έχει τον τίτλο "το Κούτσουρο".

Μετά απ' αυτό, η ζωή του Συλβέστρου Μποννάρ συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό και τρόπο που κινούνταν και πριν δλδ μέσα στην βιβλιοθήκη του καθώς και σε άλλα μέρη όπου βρίσκεται πάντοτε περιστοιχισμένος από βιβλία (υπάρχει μια θαυμάσια περιγραφή υπαίθριου πάγκου με βιβλία κάπου κοντά στον Σηκουάνα). Μέχρι που μια μέρα, κατά τύχη, εμφανίζεται μπροστά του η εγγονή της Κλημεντίνης, της πρώτης του αγάπης. Η Ιωάννα Αλεξάνδρου, που έχει δώσει τον τίτλο στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, θα  δώσει νόημα στην ύπαρξή του. Ο κύριος Μποννάρ θα αρχίσει να ζει και να δρα - μετά από προσεκτικές (κι απρόσεχτες) κινήσεις  θα αναλάβει την κηδεμονία της νεαρής από τον μαιτρ Μους τη στιγμή που μαθαίνει πως είναι ορφανή κι άπορη.

Το "Έγκλημα του Συλβέστρου Μποννάρ" είναι το δεύτερο βιβλίο του Ανατόλ Φρανς κι εκείνο που του άνοιξε τον δρόμο προς το πάνθεον της Γαλλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας - το 1921, θα του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ για το  όλο έργο του που αποτελείται από άρθρα, κριτικές, ποίηση, πεζογραφία, θεατρικά έργα και κριτικά δοκίμια.  Η αρχή, ωστόσο, έγινε με το "Το έγκλημα..." που κέρδισε το βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας.  Γραμμένο με την μορφή ημερολογίου, το μυθιστόρημα τούτο δεν προέταξε στην εποχή του, ούτε σήμερα προτάσσει κάτι ξεχωριστό στο ύφος ή στην μορφή της πεζογραφίας.  Μάλλον αρκετά συμβατικό θα το έλεγα. Τα δύο κεφάλαιά του θα μπορούσαν κάλλιστα να δημοσιευτούν ως ξεχωριστά διηγήματα μιας και το μόνο κοινό στοιχείο που έχουν, εκτός από τον Συλβέστερ Μποννάρ είναι η γερασμένη υπηρέτριά του, η Τερέζα και οι παραξενιές του γήρατός της.  Εκείνο, ωστόσο, που χαρακτηρίζει έντονα το μυθιστόρημα είναι η ανεπιτήδευτη απλότητα της γραφής του Φρανς μα κυρίως η κομψή ειρωνεία με αρκετές δόσεις λεπτού αυτοσαρκασμού - ακριβώς αυτά τα σχεδόν φλεγματικά σχόλια του κυρίου Μποννάρ "πιάνουν" την αύρα της Γαλλίας και δίνουν ενδιαφέρον σε μια κατά τα άλλα άτονη αφήγηση. 

Ποιό, όμως, είναι το έγκλημα του  αξιαγάπητου Συλβέστρου Μποννάρ που αναφέρεται στον τίτλο; Τι εγκληματικό θα μπορούσε να έχει διαπράξει ένα γεροντοπαλίκαρο με συμπεριφορά λεπτεπίλεπτου μπουφόνου που ζει κι αναπνέει για τα βιβλία του; Η απαγωγή της Ιωάννας μέσα από τα χέρια της δεσποινίδος Πρεφέρ, της ιδιοκτήτριας του οικοτροφείου όπου φιλοξενείται η κοπέλα, για να την απαλλάξει από την συμπεριφορά της στεγνής κι άτεγκτης γεροντοκόρης δεν γίνεται καν αντιληπτό από τις Αρχές χάρη σ' ένα νεύμα της τύχης και στην δολιότητα  του μαιτρ Μους  - ο συμβολαιογράφος εξαφανίζεται παίρνοντας μαζί του όχι μόνο τα χρήματα των πελατών του αλλά και την κόρη ενός περουκιέρη. Συνεπώς, αυτό το με αντικειμενικά κριτήρια έγκλημα ούτε καν του καταλογίζεται. 

Το "κακό" ξεκινά όταν ο Συλβέστερ Μποννάρ αποφασίζει να πουλήσει το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης του για να προικίσει την Ιωάννα που θα παντρευτεί τον μαθητή του, Ζελίς. Στην πράξη, όμως, δεν μπορεί να αποχωριστεί κάποια βιβλία που του χάρισαν για ενθύμια. "Και τότε, ενώ όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι, σηκωνόμουν κι έβγαινα στα κλεφτά από το δωμάτιό μου" λέει, και τρύπωνε στις μύτες των ποδιών του στη βιβλιοθήκη όπου "αρπούσα έναν τόμο απ' το τραπεζάκι που αναφερόταν σε κάποιον σεβαστό γοτθικό ναό ή σε κανέναν ευγενικό ποιητή της αναγέννησης, το κόσμημα, το θησαυρό που ονειρευόμουν όλη νύχτα, τον έπαιρνα λοιπόν και τον καταχώνιαζα στο βάθος του ντουλαπιού που έβαζα τους τόμους που θα κρατούσα, και που ήταν φίσκα. Είναι φριχτό που το λέω: έκλεβα την προίκα της Ιωάννας." Να λοιπόν το έγκλημά του!

Η έκδοση που έχω είναι μια παλιά λευκή δερματόδετη, με χρυσά στοιχεία και βινιέτες στο εξώφυλλο, δίχως όμως τις ξυλογραφίες που κοσμούσαν την πρώτη έκδοσή του (1921). Έχοντάς τη στα χέρια, ήταν εύκολο να με μεταφέρει χρόνια, δεκαετίες, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 1980 όταν απέκτησα το συγκεκριμένο βιβλίο. Το ίδιο καταφέρνει να κάνει και το κείμενο μόνο που σε πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, στο Παρίσι του τέλους του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Η μετάφρασή του είναι σύγχρονη και διαβάζεται χωρίς δυσκολία, είναι φανερό ωστόσο πως χρειάζεται ένα γερό, επιμελές "ξεσκόνισμα". 

"Το έγκλημα..." μου άφησε καλή εντύπωση, ωστόσο, δεν νομίζω ότι θα το πρότεινα παρά μόνο σε όσους έχουν υπομονή και θέλουν να πάρουν μια γεύση από το Παρίσι του παρελθόντος και την λογοτεχνική γραφή της εποχής - ευκαιρία να "ανακαλύψουν" τον άνθρωπο που όπως λέγεται ενέπνευσε τον Bergotte, έναν από τους πρωταγωνιστές του "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" του Proust. Θα το πρότεινα επίσης, σε περίπτωση ανάγκης - οι  μικρές αβλεψίες,οι αφηρημάδες και οι παρατηρήσεις του κυρίου Μποννάρ προκαλούν γέλιο και λειτουργούν αγχολυτικά.



Σημείωση: Το σκίτσο απεικονίζει τον συγγραφέα και είναι αγνώστου -σε μένα- καλλιτέχνη. 

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012








"Πιότερο από χθες, λιγότερο από αύριο"





Τα βιβλία της Ιρέν Νεμιρόβσκυ είναι για μένα κάτι σαν λυσάρι της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης:  τσεχωφική  απλότητα και ανηλεής παρατηρητικότητα προσφέρουν κάθε φορά ένα είδος γνώσης και συνάμα πραγματική απόλαυση. Όταν έχω κάποιο από αυτά στα χέρια μου δεν θέλω να τελειώσει, όσο παιδιάστικο κι αν ακούγεται αυτό. To "Έξαψη" (Πατάκης, 2009, σε μτφρ. Γεωργίας Ζακοπούλου)  δεν αποτελεί εξαίρεση.

Η συγγραφέας μας μεταφέρει στον γνώριμό της χώρο – τον μικρόκοσμο ενός χωριού της κεντρικής Γαλλίας. Δεν αναφέρει κάποιο όνομα αλλά πρόκειται για το Issy-l'Évêque στην Βουργουνδία όπου η ίδια κατέφυγε για προστασία μαζί με την οικογένειά της μετά την κατάληψη του Παρισιού από τους Ναζί. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος, Σίλβιο, υπερήλικας πλέον και γεροντοπαλίκαρο, έχοντας περιπλανηθεί σε όλη την υφήλιο κάνοντας διάφορες δουλειές, έχει επιστρέψει τώρα στην πατρική γη απολαμβάνοντας μια ήσυχη ζωή με την συντροφιά του σκύλου του, μια υπηρέτριας, ενός μπουκαλιού κόκκινου κρασιού μπροστά στο αναμμένο τζάκι το χειμώνα και περιστασιακές επισκέψεις στην οικογένεια της εξαδέλφης Ελέν. Η ρουτίνα τούτη θα διαταραχθεί βίαια με τον πνιγμό του Ζαν Ντορέν, του γαμπρού της  Ελέν, που σύμφωνα με την μαρτυρία ενός μικρού θα θεωρηθεί φόνος. Οι φήμες μιλούν για αντίζηλους εραστές.

Παρελθόν και παρόν πλέκονται γύρω από τον φόνο και την αναζήτηση του υπαίτιου φανερώνοντας την ίδια στιγμή  την υποκρισία των συγχωριανών, τα οικογενειακά μυστικά και τις μικρές κρυφές τραγωδίες όλων ανεξαιρέτως των αγαπημένων προσώπων του Σίλβιο. Ακόμη κι αυτή, η άμεπτη Ελέν θα ομολογήσει ότι είχε εραστή και μία εξώγαμη κόρη. Η αγνότητα, η συζυγική πίστη και η απιστία περνούν σε πρώτο επίπεδο αφήνοντας για λίγο πίσω τον έρωτα και την απώλειά του. Όσο για την απώλεια της νιότης και τα γηρατειά  αναδύονται ως ισοδύναμα της αγάπης, μιας αγάπης στωικής και καθησυχαστικής, σύμφωνης με την αυστηρή, comme il faux ζωή στην επαρχία. Και σίγουρα, ο γάμος αναδεικνύεται στέρεο έδαφος για να αναπτυχθεί η οικειότητα  και η ευτυχία δύο ατόμων. Ακούγεται σχεδόν υπερβολικό μέσα σε μόλις 200 αραιογραμμένες σελίδες να θίγονται τόσα θέματα ωστόσο η Νεμιρόβσκυ το κάνει με έναν τρόπο πραγματικά αριστοτεχνικό – όμορφες περιγραφές κοινών, τετριμμένων συναισθημάτων χωρίς ένταση παρά μόνο μέσα από υποδόρια ένταση.

Το μυθιστόρημα τούτο θα μπορούσε να είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα εάν η ευαίσθητη Νεμιρόβσκυ δεν "χρησιμοποιούσε" τον φόνο για να θέσει ζητήματα, πολλά ζητήματα. Η απώλεια –της αγάπης, του χρόνου και της διάθεσης για ζωή– είναι ένα από αυτά. Το χάσμα των γενεών, που δεν είναι τόσο μεγάλο όπως θα αποδειχθεί, είναι ένα δεύτερο και θα αποτελέσει γι' αυτήν έναν γερό καμβά για να εκθέσει  τις  σχέσεις των ζευγαριών και την αντίθεση μεταξύ γάμου κι έρωτα. Η αγαπημένη εξαδέλφη Ελέν και ο σύζυγός της Φρανσουά Εράρ αποτελούν το ιδανικό κι αξιοζήλευτο αντρόγυνο – η αφοσίωση και η εμπιστοσύνη του ενός συζύγου προς τον άλλο,  η ζεστασιά και η ανοιχτοσύνη του σπιτιού τους είναι ανυπέρβλητο μέτρο σύγκρισης για την νεότερη γενιά: η κόρη της Ελέν, Κολέτ, θα παντρευτεί τον αξιαγάπητο μυλωνά Ζαν Ντορέν μα θα αποτύχει ν' ανταποκριθεί στο πρότυπο της μητέρας της καθώς θα αποκτήσει εραστή. Το ίδιο θα συμβεί και με την συνομήλικη της Κολέτ, την παραγκωνισμένη κοινωνικά Μπριζίτ, η οποία περιμένει να πεθάνει ο υπέργηρος και δύστροπος σύζυγός της, ο μπαρμπα-Ντεκλός, για να παντρευτεί τον εραστή της Μαρκ Ονέτ. 


Η ανάδειξη της πολυπλοκότητας των σχέσεων μέσα από μια απίστευτη απλότητα είναι ένα, αν όχι το κυριότερο, χαρακτηριστικό της γραφής της Ιρέν Νεμιρόβσκυ. Αξιοθαύμαστο, αν αναλογιστεί κανείς την ταραχώδη και μεγαλοαστική ζωή αυτής της γυναίκας που έζησε ως Ρωσίδα μετανάστρια στην Γαλλία θεωρώντας τον εαυτό της ανεπιθύμητο και κουβαλώντας με κόπο την ταυτότητα της Εβραίας, όπως και κάποιοι από τους ήρωες του Φίλιπ Ροθ. Αυτό της έδωσε τον τίτλο της αντισημίτισσας. Θα έλεγα όπως και ο Λουί Φερντινάρντ Σελίν, που ήταν συγγραφικά δραστήριος την ίδια περίοδο με την Νεμιρόσβσκυ, μα υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: ο Σελίν  δικαίως χρεώθηκε  τον αντισημιτισμό του καθώς άφηνε διάχυτα τα εχθρικά προς τους Εβραίους συναισθήματά του να διαπερνούν τα γραπτά και την ίδια την κοινωνική ζωή του ενώ αντίθετα, η Νεμιρόβσκυ περιόρισε αυτήν την έννοια στον εαυτό της. Υποθέτω πως η σκέψη των ναζιστικών στρατοπέδων και του θανάτου είναι ικανή να αιτιολογήσει τούτη την συμπεριφορά της, αυτό όμως είναι κάτι που το αναλύουν καλύτερα οι επιμελητές και συγγραφείς της βιογραφίας της, Ολιβιέ Φιλιππονά και Πατρίκ Λινάρντ, οι οποίοι έγραψαν και τον πρόλογο του βιβλίου. Προσωπικά, δεν βρίσκω κάποιο είδος εχθρότητας προς τους ομόθρησκούς της στα βιβλία της – θεωρώ πως οι δυστροπίες και τα "ηθικά παραπτώματα" (με ή χωρίς εισαγωγικά) των ηρώων της θα μπορούσαν να ανήκουν στον οποιοδήποτε ανθρώπο, ανεξαρτήτως θρησκεύματος.

Παρ΄όλες τις προσπάθειές της να "ξεγίνει" από Εβραία (μεταξύ άλλων, ασπάστηκε τον καθολικισμό), η Ιρέν Νεμιρόβσκυ συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς όπου τελικά θανατώθηκε. Ήταν 39 χρονών μα είχε προλάβει να αφήσει ένα σημαντικό έργο πίσω της. Αρκετά βιβλία της, όπως  "Ο κύριος των ψυχών",  είχαν ήδη εκδοθεί πριν τον θάνατό της ενώ άλλα θα εκδοθούν μετά – η "Γαλλική Σουίτα" της  θα αναδυθεί, σχεδόν 70 χρόνια μετά, μέσα από την βαλίτσα με τα χειρόγραφα που είχε εμπιστευθεί στην κόρη της Ντενίζ και θα την καθιερώσει ως μία από τις σημαντικές λογοτεχνικές μορφές του 20ου αιώνα. Τα χειρόγραφα της "'Εξαψης" –που αρχικά προορίζονταν για το τρίτο μέρος της "Γαλλικής Σουίτας"– είχαν δωθεί στον σύζυγο της για δακτυλογράφιση. Με την σύλληψή του, όμως, από τους Ναζί το κείμενο έμεινε ανολοκλήρωτο. Όταν πολύ αργότερα, ανάμεσα στο πλήθος των χειρογράφων της βαλίτσας, βρεθεί το ημερολόγιο εργασίας της Ιρέν θα μπορέσει τελικά να συμπληρωθεί τούτη η αγροτική τραγωδία  με τριάντα γραμμένες μονοκοντυλιά, μισοσβημένες, πυκνογραμμένες σελίδες.

Η έξαψη, ως συναισθηματική κατάσταση με την ελεγχόμενη ένταση που της δίνει η Νεμιρόβσκυ, φτάνει μέχρι το τέλος του βιβλίου όπου, προς έκπληξη του Σίλβιο που εξακολουθεί να την νιώθει ακόμη, τούτη η θέρμη του αίματος θα αποκαλύψη την αιτία της μοναξιάς του. Κι όσο κοινή κι αν είναι η αυτή, η τελευταία του σκέψη την κάνει ξεχωριστή: "Όταν την άφησα να φύγει, την αγαπούσα ήδη λιγότερο."








Σημείωση: Το πρώτο πορτραίτο είναι ενός "Γηραιού κυρίου στην εκκλησία" και ο δεύτερος πίνακας είναι λεπτομέρεια του "The Couple". Και τα δύο ανήκουν στον λεπταίσθητο Ιταλό ζωγράφο Giovanni Boldini. Το καφέ δερμάτινο βαλιτσάκι της φωτογραφίας είναι εκείνο που φύλαξε για 60 χρόνια τα ανέκδοτα χειρόγραφα της Ιρέν Νεμιρόβσκυ.

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012






Ce qui embellit le désert,




dit le petit prince, c'est qu'il cache un puits quelque part...
                                    
               
Antoine de Saint-Exupery
Le petit prince (1946)





  
Σημείωση: Ο πίνακας είναι ο "Μαγικός Κήπος" (1926) του Πάουλ Κλέε

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012







"Η σοφία...



δεν σου δίνεται, πρέπει να την ανακαλύψεις μόνος ύστερ' από μια διαδρομή στην οποία κανένας δεν μπορεί να πάρει τη θέση σου κι απ' την οποία κανείς δεν μπορεί να σε απαλλάξει, γιατί είναι ένα προσωπικό κοίταγμα πάνω στα πράγματα. Οι ζωές που θαυμάζετε, οι στάσεις που θεωρείτε ανώτερες, δεν οργανώθηκαν από τον πατέρα της οικογενείας ή από τον παιδαγωγό, για να υπάρξουν χρειάστηκε να πρoηγηθούν πολύ διαφορετικά ξεκινήματα, επηρεασμένα απ' όση κακία κι απ' όση κοινοτοπία βασίλευε γύρω τους. Αντιπροσωπεύουν έναν αγώνα και μία νίκη."


Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, 
ΙΙ Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσiών,
μτφρ. Παύλος Α. Ζάννας