Τρίτη 16 Ιουλίου 2013








Enjoy



  
summer's heat!







Λίγο νωρίτερα απ' ότι συνήθως, το μπλογκ πάει διακοπές.  Οι αναγνώσεις όμως δεν σταματούν - πως θα μπορούσαν άλλωστε; Μέχρι την επόμενη ανάρτηση, καλό καλοκαίρι -όπως δείχνει και το πιο πάνω εικαστικό του Pablo Picasso με τίτλο "Sur la plage" (1961)- και καλές αναγνώσεις!

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013









Ντικενσοποίησις




Η πρώτη επαφή μου με το έργο του Κάρολου Ντίκενς έγινε με ο Παλαιοπωλείο" του - ήταν, θυμάμαι, μια πολυσέλιδη διασκευή για παιδιά με την στεγνή και κάπως αδέξια γλώσσα των μεταφράσεων εκείνης της εποχής  που με κούραζε και μ' έκανε να νιώθω ανόητη που δεν μου άρεσε. Η αίσθηση εκείνης της γλώσσας με ακολουθούσε για πολλά χρόνια μετά, κάθε φορά που συναντούσα εκδόσεις της κλασικής λογοτεχνίας, μέχρι τη στιγμή που διάβασα μία σύγχρονη έκδοση του  "Μεγάλες Προσδοκίες" η οποία αποκατέστησε τη σχέση μου με τον Ντίκενς. Γράφοντας, ωστόσο, τούτη την ανάρτηση συνειδητοποίησα πως η παλιά εκείνη αίσθηση καλά κρατούσε μέσα μου και ουσιαστικά, ήταν ο μόνος λόγος που όλο και ανέβαλα να ξεκινήσω το "Ο Ζοφερός Οίκος" (σε εξαιρετική μτφρ της Κλαίρης Παπαμιχαήλ, Gutenberg, 2009).  Σκεφτόμουν βέβαια και τον όγκο των δύο τόμων του (1405 πυκνογραμμένες σελίδες) και το γεγονός πως δεν ήθελα να διαβάσω κάτι τόσο ζοφερό όσο ο τίτλος του μυθιστορήματος σε προϊδεάζει αλλά αυτά ήταν απλώς δικαιολογίες. 



 
Βασικός άξονας του μυθιστορήματος είναι η εκδίκαση της υπόθεσης "Τζάρννταϊς και Τζάρννταϊς"  στο Τσάνσερι του Λονδίνου (το τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας, το οποίο εκδίκαζε υποθέσεις διαθηκών και ιδιοκτησιών κι όπου η έκδοση αποφάσεων βασίζονταν όχι στο Γραπτό Δίκαιο αλλά στο Άγραφο και στο Δεδικασμένο προηγούμενων υποθέσεων). Ο Τζον Τζάρννταϊς, "από τους καλύτερους κι ευγενέστερους ανθρώπους που έχει ποτέ περιγραφεί στην λογοτεχνία"  σύμφωνα με τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, είναι ένας από τους διαδίκους και από τους βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου. Πλούσιος, ευαίσθητος και φιλάνθρωπος -με την κυριολεκτική έννοια της λέξης- εργένης της ανώτερης τάξης, προστρέχει στις ανάγκες γνωστών και συγγενών προσπαθώντας να άρει τις αδικίες που έχει προκαλέσει στις ζωές τους η υπόθεση. Αρκεί βέβαια να μην γίνεται θόρυβος γύρω απ' το όνομά του γιατί τότε εξαφανίζεται σχεδόν τρέχοντας από την ομήγυρη. Ή, όταν βρίσκεται στο σπίτι/πύργο του -στον Ζοφερό Οίκο-, κλείνεται στο "Γκρινιαρείο" - το ειδικό δωμάτιο που έχει για να αποτραβιέται όταν η διάθεσή του δεν είναι η καλύτερη. Ο Τζον Τζάρνταϊς, λοιπόν, είναι κηδεμόνας της γλυκύτατης Έιντας Κλαιρ και του επιπόλαιου Ρίτσαρντ Κάρστοουν που επίσης εμπλέκονται στην δικαστική υπόθεση και τους οποίους θα φιλοξενήσει στον Ζοφερό Οίκο μέχρι να λήξει η εκδίκαση. Στον πύργο κατά καιρούς φιλοξενείται και ο Χάρι Σκίμπολ, ένας ποιητικίζων εστέτ που καμώνεται πως δεν καταλαβαίνει την πολυπλοκότητα των διαπροσωπικών και οικονομικών σχέσεων που αναπτύσσονται σε μια κοινωνία ενώ, κατά βάθος, κατανοεί πολύ καλά "τον κόσμο" και φροντίζει με χαριτωμένο αλλά δόλιο τρόπο να καρπώνεται τις ευγενικές προθέσεις του Τζον Τζάρνταϊς κι όχι μόνον αυτού. Ο πιο πιστός φίλος που διαθέτει ο Τζ.Τζάρννταϊς είναι ο Λώρενς Μπόυθορν με τον οποίο γνωρίζονται από τα χρόνια της σχολής. Ο Μπόυθορν είναι ένας εξτρίμ τύπος για τα δεδομένα της εποχής - βροντόφωνος, εριστικός κι ελαφρώς άξεστος, είναι επίσης καλοπροαίρετος και φροντίζει με τον δικό του τρόπο, να στηρίζει τον Τζον. 

Η Έσθερ Σάμερσον είναι η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, ο ένας από τους δύο κεντρικούς αφηγητές του και η μοναδική γυναίκα-αφηγήτρια σε όλα τα μυθιστορήματα του Ντίκενς. Η Έσθερ είναι αγνώστων γονέων και μεγαλώνει στο σπίτι της νονάς της, της αυταρχικής και πουριτανής δεσποινίδος Μπάρμπαρι η οποία φροντίζει να την απομονώσει από τους συνομηλίκους της στο σχολείο και της εμφυσεί την αίσθηση ότι είναι ένα ανάξιο και περιττό πλάσμα. Μετά τον θάνατο της δεσποινίδος Μπάρμπαρι, η οποία στην πραγματικότητα είναι θεία της Έσθερ και αδερφή της λαίδης Ντέντλοκ, η κηδεμονία της νεαρής κοπέλας θα ανατεθεί στον Τζον Τζάρνταϊς ο οποίος θα χρηματοδοτήσει τις σπουδές της και μόλις τελειώσει θα την καλέσει να αναλάβει την επιστασία του Ζοφερού Οίκου και να γίνει συνοδός της ανηψιάς του Έιντας. Η Έσθερ θα δεχθεί ενθουσιασμένη με την καλή της τύχη και έχοντας αυξημένη αίσθηση του καθήκοντος θα κάνει πάντα το καλύτερο για να ευχαριστεί τον κηδεμόνα της. Η τόσο καλόγνωμη και πάντα πρόθυμη  Έσθερ θα γοητεύσει, ερήμην της, τον Τζον Τζάρνταϊς ο οποίος θα της κάνει πρόταση γάμου κάπου προς το μέσον του δεύτερου τόμου. Μέχρι τότε η Έσθερ με την αφήγησή της θα μας έχει γνωρίσει όλους τους χαρακτήρες που σχετίζονται με τον Ζοφερό Οίκο και τον μέλλοντα σύζυγό της και θα μας έχει αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο τις ιστορίες τους.


Ο δεύτερος αφηγητής μάς συστήνει σταδιακά στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του Τζον Τζάρννταϊς κεντρική φιγούρα του οποίου είναι η λαίδη Ντέντλοκ για την οποία το μόνο που γνωρίζουμε στην αρχή είναι κάποιες δυσειδαιμονίες για την έπαυλη όπου μένει με τον υπέργηρο σύζυγό της, σερ Λέστερ Ντέντλοκ. Παγερή κι απόμακρη, βιώνει την απόλυτη ανία και αλλάζει τόπους διαμονής αρκετά συχνά ώστε να αποφεύγει την μονοτονία και την βλακεία της αριστοκρατίας. Ωστόσο, κάτω από τούτη την αινιγματική φυσιογνωμία κρύβεται ένα τραγικό μυστικό που την κατατρώει και επισκιάζει την υπόθεση "Τζάρννταϊς και Τζάρννταϊς" στην οποία εμπλέκεται κι αυτή. Όταν κάποια στιγμή -περίπου στο μέσον του δεύτερου τόμου- θα αποκαλυφθεί, θα επηρεάσει τους πάντες. Με αφορμή τούτο το μυστικό, φαντάζομαι πως, ο Ντίκενς δημιούργησε τον Επιθεωρητή Μπάκετ -  έναν επίμονο και ευέλικτο αστυνομικό που, χωρίς να απολέσει τους τρόπους και την ψυχραιμία του, καταφέρνει να βρει τον δολοφόνο του κ.Τάλκινγκχορν, μεγαλοδικηγόρου της εποχής που διαχειρίζεται τις περιουσίες και τα μυστικά των αριστοκρατών μεταξύ των οποίων κι αυτό της λαίδης Ντέντλοκ. Αυτή η εγκιβωτισμένη ιστορία μυστηρίου είναι η πρώτη-πρώτη του είδους και δεν θα μου έκανε καθόλου εντύπωση εάν κάποτε αποδειχθεί πως από τον Επιθεωρητή Μπάκετ άντλησε στοιχεία ο Άρθρουρ Κόνναν Ντόυλ για να συνθέσει τον θαυμάσιο και οξυδερκή Σέρλοκ Χολμς του.
 



"Ο Ζοφερός Οίκος" είναι το ένατο μυθιστόρημα του Βρετανού κλασικού το οποίο προκάλεσε αντικρουόμενες αντιδράσεις - οι αναγνώστες το λάτρεψαν αυξάνοντας τις πωλήσεις του κατά 6.000 περισσότερες από το προηγούμενο έργο του Ντίκενς, τον Ντέιβιντ Κόππερφιλντ που είχε πουλήσει 26.000. Στην βιβλιοδετημένη έκδοση του μυθιστορήματος -το βιβλίο είχε αρχικά εκδοθεί σε είκοσι μηνιαίες συνέχειες, όσα και τα κεφάλαια της παρούσας ελληνικής έκδοσης- αναγκάζοντας τον συγγραφέα να γράψει στον πρόλογό της "Πιστεύω πως δεν είχα ποτέ τόσους πολλούς αναγνώστες όσους  με αυτό το βιβλίο"Ωστόσο, οι κριτικοί της εποχής, ακόμη και οι πιο έγκριτες επιθεωρήσεις βιβλίου, το αγνόησαν αποφαινόμενοι πως ήταν "κακοδομημένο", "βεβιασμένο κι αφύσικο", "πολύ ρεαλιστικό για να αρέσει".

"Δεν θα εγκαταλείψω τα γεγονότα" έγραψε ο Ντίκενς στον ίδιο πρόλογο κάτι που εφάρμοσε σε όλο το έργο του και πιθανότατα σε αυτό οφείλεται και η μεγάλη απήχηση των γραπτών του - ακόμη και οι φτωχοί και οι αναλφάβητοι έβαζαν ρεφενέ για να αγοράσουν το μηνιαίο τεύχος και να πληρώσουν κάποιον να τους το διαβάσει, κάτι που δημιούργησε, υποθέτω, μεγάλο φυτώριο νέων αναγνωστών. Οι δηκτικές περιγραφές ενός Τσάνσερι συνώνυμου της αναποτελεσματικότητας και της κωλυσιεργίας ενέτεινε την δυσαρέσκεια του πλήθους για το σύστημα και το μυθιστόρημα "υποδαύλισε" έτσι το συνεχιζόμενο κίνημα εναντίον του, κάτι που οδήγησε  στην θέσπιση της νομικής μεταρρύθμισης των αρχών της δεκαετίας του 1870.  Οι χαρακτήρες του βιβλίου έχουν, επίσης, βασιστεί σε πραγματικούς ανθρώπους  -  η Ορτάνς (η πρώτη υπηρέτρια της λαίδης Ντέντλοκ) βασίστηκε σε γνωστή γυναίκα-δολοφόνο της εποχής, ο Λώρενς Μπόυθορν, έχει στοιχεία του συγγραφέα Walter Savage Landor, και ο Χάρολντ Σκίμπολ δανείζεται πολλά από τον
Leigh Hunt.  Η μοναδική φιγούρα  για την οποία δύσκολα μπορείς να πεις ότι βασίζεται σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο ειναι η Έσθερ η οποία συγκεντρώνει όλες τις θετικές και επιθυμητές ιδιότητες ενός ανθρώπου - μετριόφρων, υπεύθυνη, ταπεινή, δοτική. Προφανώς, για να εξισορροπήσει τις πολύ δυσάρεστες κοινωνικές  αλήθειες που αποκαλύπτει στον "Ζοφερό Οίκο" του, ο Ντίκενς δημιούργησε τόσο εξιδανικευμένους χαρακτήρες και καρικατούρες πραγματικών ανθρώπων  που γνώριζε -ακόμη και του ίδιου του εαυτού του και των συνηθειών του- και που έφταναν το όριο της παρωδίας.  


Η δύναμη του μυθιστορήματος έγκειται στον ρεαλισμό του - ο Ντίκενς ενσωμάτωσε στον "Ζοφερό Οίκο" την άλλη πλευρά της βικτωριανής εποχής, μιας περιόδου καταγεγραμμένης στην Ιστορία για την ισχυρή βιομηχανική ανάπτυξη, την ταχεία εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, την ευμάρεια και την αβροφροσύνη της. Στο αντίποδα του αγγλικού ρομαντισμού, που αναπτύχθηκε παράλληλα με τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και τις τέχνες την ίδια περίοδο, ο Ντίκενς  παρουσιάζει την  δραματική αύξηση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα, ιδίως στο Λονδίνο, που επέβαλε άθλιες συνθήκες διαβίωσης και κατά συνέπεια εξίσου άθλιες συνθήκες εργασίας για τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις. Τραγικά παραδείγματα η Τζένη και η Λίζυ, δύο γειτόνισσες σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά του Λονδίνου, οι οποίες στηρίζουν η μία στην άλλη για να αντέξουν τον αλκοολισμό των συζύγων τους, και το πένθος του νεκρού μωρού της η μία, τον ξυλοδαρμό από τον άντρα της η άλλη. Σπαρακτική φιγούρα ο Τζο - ένας άστεγος οδοκαθαριστής που μεγαλώνει με τις ελεημοσύνες των περαστικών, της λαίδης Ντέντλοκ και του Επιθεωρητή Μπάκετ καθώς, στους δύο τελευταίους δίνει πληροφορίες για το νεκρό Νίμο, πατέρα της Έσθερ. Ο νεαρός Τζο αφού θα περιπλανηθεί στους δρόμους του Λονδίνου θα πεθάνει από πνευμονία - μια επιπλοκή της ευλογιάς που πέρασε λίγο πριν και την οποία μετέδωσε στην μικρή υπηρέτρια της Έσθερ, την Τσάρλυ και στην ίδια την Έσθερ η οποία παραλίγο να πεθάνει από αυτό.


Κοινωνικό έπος και σάτιρα του δικαστικού συστήματος της εποχής, μία ιστορία αγάπης, μελόδραμα και ιστορία μυστηρίου. Οικογενειακό χρονικό και το βιβλίο του Λονδίνου - ένα τόσο πολυδιάστατο και πολυδαίδαλο βιβλίο που πραγματικά με εξέπληξε με τον επιδέξιο τρόπο που τα πρόσωπα και οι καταστάσεις του μυθιστορήματος συνδέονται μεταξύ τους, και δεν αναφέρομαι μόνο στους βασικούς πρωταγωνιστές που αναφέρω πιο πάνω οι οποίοι τελικά αριθμούν ένα σύνολο είκοσι ατόμων. Υπάρχει, επίσης, ένα πλήθος δευτερευόντων χαρακτήρων με ελάχιστη παρουσία στο κείμενο αλλά νομίζεις ότι ποτέ δεν φεύγουν από το προσκήνιο της αφήγησης. Απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να εμπλακούν στην υπόθεση. Η αρχιτεκτονική του κειμένου και η σύνθεση των στοιχείων της πλοκής είναι τόσο γερά αρμολογημένα που ακόμη και μετά το τέλος της ανάγνωσης θυμάσαι με σαφήνεια το κάθε ένα πρόσωπο και την κάθε μία λεπτομέρεια -  η ζωντάνια των περιγραφών και η εξαιρετική γλώσσα του Ντίκενς, είναι, λες, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας επέλεξε να αναιρέσει τις κατηγορίες που δέχθηκε για έλλειψη ψυχολογικού βάθους των ηρώων του, χαλαρό γράψιμο και μια έντονη ροπή προς τον ζαχαρώδη συναισθηματισμό. 

Θα μπορούσα να γράφω όλη μέρα για το βιβλίο και τους μυθιστορηματικούς ήρωές του - για τον τρόπο που η Έσθερ υιοθετεί ώστε να αντιπαρέλθει την μοναξιά και την ορφάνια της και να προστατευτεί σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, για την οδύνη  και την καταπίεση που υφίσταται η λαίδη Ντέντλοκ από την υποκρισία της βικτωριανής εποχής, για τα μυστικά που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά, την ανισότητα, την φτώχεια, την εξαθλίωση και την εκμετάλλευση των παιδιών (βλ. Τζο) και των αδύναμων (βλ. Τζένυ και Λίζυ), για την άνοδο της μεσαίας τάξης (βλ. Ρόμπερτ Ράουνσγουελ) και τον γενικότερο συντηρητισμό εκείνου του νέου κόσμου που ξημέρωνε. Μέχρι και για την βρόμικη ομίχλη του Λονδίνου που επίσης πρωταγωνιστεί επί ίσοις όροις με τους χάρτινους ανθρώπους θα μπορούσα να μιλήσω εκτενώς - τα μυθιστορήματα του Ντίκενς προσφέρονται για πολλών ειδών αναλύσεις κι ερμηνείες καθώς αναπαριστούν χωρίς ωραιοποιήσεις, τις περισσότερες φορές, την εποχή τους. Έχω όμως ήδη γράψει αρκετά και πιθανότατα θα διαβάζετε την ανάρτηση με γρήγορες κινήσεις του δακτύλου πάνω στο πλήκτο του page down.

Ωστόσο, δύο λόγια ακόμη για την πολύ προσεγμένη μικρή σειρά «Orbis Literae» των εκδόσεων Gutenberg απ' όπου εκδόθηκε ο "Ζοφερός Οίκος" (για πρώτη φορά στα ελληνικά) και η οποία είναι από μόνη της ικανή αφορμή για την ανάγνωση του βιβλίου. Πολύ έξυπνη και ιδιαιτέρως βολική η απόφαση του εκδοτικού να χωρίσει το μυθιστόρημα σε δύο μικρών διαστάσεων καλαίσθητους τόμους και ομολογώ πως αν υπήρχε κι ένας τρίτος επιπλέον δεν θα με πείραζε καθόλου κι αυτό διότι αν και πυκνογραμμένο, το μυθιστόρημα δεν κούρασε ούτε τα χέρια ούτε το μυαλό μου - έφευγε νεράκι. Εδώ βέβαια βοήθησε κυρίως η μεταγραφή του αγγλικού κειμένου σε μια πλούσια, σύγχρονη, ελληνική γλώσσα που μετέφερε σχεδόν αυτούσιο το βικτωριανό ύφος του Άγγλου κλασικού - τον λεπτό τρόπο που χειρίζεται τους ήρωές του, και την ειρωνεία, την απίστευτα κομψή  ειρωνεία του. Τούτο μπορώ να το πω από πρώτο χέρι διότι έκανα το "ατόπημα" να διαβάσω το βιβλίο (δλδ μόνο τα δύο πρώτα μόνο κεφάλαια και κατόπιν επιλεκτικά) σε αντιπαραβολή με το πρωτότυπο.



Συνηθίζουμε να αποκαλούμε "κλασικό" εκείνο το δημιούργημα που υπερβαίνει τα σύνορα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού χώρου και με κάποιο τρόπο βρίσκει έδαφος στο σήμερα.  Κοιτώντας λοιπόν πίσω, και με την απόσταση των 160 χρόνων που σου επιτρέπει την σχετική ψυχραιμία και περισυλλογή, αναρωτιέμαι αν πράγματι βαδίζουμε στον 21ο αιώνα ή αντ' αυτού εισερχόμαστε σε μία νεο-ντικενσιανή εποχή. Μην βιαστείτε να με πείτε παράλογη - μια ματιά γύρω μας, αν μη τι άλλο, μάς εξηγεί το γιατί τα κλασικά έργα μας αφορούν ακόμη.





Σημειώσεις: 1) Με λίγα λόγια, ο Ζοφερός Οίκος είναι απολαυστικός και σίγουρα θα διαβάσω και το επόμενο Ντικενσιανό έργο που ελπίζω να ετοιμάζεται. Δεν νομίζω όμως ότι θα γράψω αντίστοιχη ανάρτηση για ευνόητους λόγους.  2) Στην πρώτη φωτογραφία είναι ο Ralph Fiennes ως Ντίκενς στην ταινία "The Invisible Woman" που σκηνοθέτησε ο ίδιος και που θέμα της έχει την επί χρόνια κρυφή ερωμένη του συγγραφέα, Nelly Ternan. Το δεύτερο χαρακτικό του J.C.Stadler απεικονίζει το Τσάνσερι στις αρχές του 19ου αι. Στην τρίτη φωτογραφία θα ήταν η Anna Maxwell Martin ως Έσθερ στην βραβευμένη σειρά του BBC Bleak House (πρώτο μέρος, δεύτερο μέρος, τρίτο μέρος) αλλά δεν μπόρεσα να εντοπίσω την φωτογραφία στο αρχείο μου. Στην συγκεκριμένη σειρά  η μεγάλη έκπληξη ήταν η παρουσία της Gillian Anderson (των X-Files για όσους θυμούνται την σειρά) ως λαίδη Ντέντλοκ, ρόλο που ενσάρκωσε πολύ θαυμάσια (sic). Το σκίτσο είναι από την αυθεντική εικονογράφιση της πρώτης έκδοσης του "Ζοφερού Οίκου" σε βιβλίο από τον Phiz και εικονίζει τον σερ Λέστερ Ντέντλοκ και τη λαίδη Ντέντλοκ με τον κύριο που αποκαλείται Γκάπυ. Η επόμενη φωτογραφία που δείχνει το αποκατεστημένο αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του "Ζοφερού Οίκου" είναι από το Μουσείο Ντίκενς στο Λονδίνο.  Ο  πρώτος πίνακας είναι του Sir Samuel Luke Fildes με τίτλο "Applicants for Admission to a Casual Ward"   και ο επόμενος, ο "The Crossing Sweeper" ανήκει στον William Powell Frith. Η τελευταία φωτογραφία είναι από την έκθεση "Το Λονδίνο του Ντίκενς" που διοργανώθηκε πέρυσι στην βρετανική πρωτεύουσα για τον εορτασμό των 200 χρόνων από την γέννηση του συγγραφέα κι αυτό είναι το μόνο σχετικό στοιχείο που έχω συγκρατήσει... 

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013







Contemporary
Point of View




“To understand what I am saying, you have to believe that dance is something other than technique. We forget where the movements come from. They are born from life. When you create a new work, the point of departure must be contemporary life -- not existing forms of dance.” 
 






Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013










Η μεταγραφή της 
πραγματικότητας

 


Το "Οι άρχοντες των σκουπιδιών" (Καστανιώτης, 2012)  είναι είναι μια δυστοπία του Βασίλη   Παπαθεοδώρου, με κινηματογραφική ένταση και, κοινωνικές και ιστορικές αναφορές που απευθύνεται σε εφήβους και νέους ενήλικες αλλά και σε ενήλικες που έχουν διάθεση να συναντήσουν τα αναγνώσματα της νεότερης γενιάς. Με μία λέξη, θα το χαρακτήριζα page-turner ή λογοτεχνικό blockbuster αν εξαιρέσουμε, όμως, από τον όρο την ελαφράδα και την ρηχότητα που αυτός υπονοεί.

Ο μεγαλύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος και το φόντο όπου θα εκτυλιχθεί η ιστορία  είναι τα σκουπίδια - αντικείμενα και  άνθρωποι. Στην κοινωνία που περιγράφεται στο βιβλίο τα ανθρώπινα ράκη αυξάνονται συνεχώς και κάνουν τα πάντα για ένα κομμάτι σκουπιδιού, ό,τι και νά 'ναι αυτό, καθώς τα σκουπίδια έχουν γίνει πλέον η μόνη πηγή πλούτου και δύναμης στη χώρα και στα περισσότερα μέρη του πλανήτη. Μέσα σ' αυτό το βρομερό κι απάνθρωπο σκηνικό θα συναντηθούν ο καθηγητής Πελεγκρίτι και ο Ρίτσαρντ - κάποτε οι δυο τους είχαν συνεργαστεί για να παρουσιάσουν στο Πανεπιστήμιο μία μελέτη η οποία προέβλεπε, ανάλογα με τα δεδομένα και τις μεταβλητές διαφόρων οικονομικών δείκτων, την Ώρα Μηδέν - το χρονικό σημείο δλδ όπου η χώρα θα περιέλθει στο χάος. Η μελέτη χαρακτηρίστηκε "σκουπίδι" και ο καθηγητής εκδιώχθηκε από την έδρα του κι από τότε είναι εξαφανισμένος από κάθε προσκήνιο. Tο ίδιο αν θυμάμαι καλά συνέβη και στον Ρίτσαρντ. Ο Γιόνας, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο που ζει μεταξύ twitter και facebook, θα τους βοηθήσει να σώσουν κάποια στοιχεία της μελέτης λίγο πριν ξεσπάσει η Ώρα Μηδέν κι έτσι θα αναγκαστεί να βγει στον έξω κόσμο.
 
Ο υπουργός και κατόπιν Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Χάρυ Τζέφερσον πρωταγωνιστεί κι αυτός στο μυθιστόρημα. Η Σουζάνα, η γυναίκα του, και η Νίκη, η κόρη τους, ζουν μέσα στην πολυτέλεια μέχρι τη στιγμή που η κυβέρνηση θα ανατραπεί, λίγο πριν την Ώρα Μηδέν. Μαζί με την κυβέρνηση, θα ανατραπεί όπως είναι φυσικό και η τόσο απαθής και σπάταλη ρουτίνα της οικογένειας και θα αναγκαστούν να δραπευτεύσουν από το ίδιο το σπίτι τους για να γλυτώσουν από τους σκουπιδανθρώπους που λεηλατούν τα πάντα.

Παράλληλα, σε μιαν άλλη ήπειρο που μοιάζει με την Αφρική, οι μισθοφόροι Μαξ, Πολ και Ντιέγκο είναι υπεύθυνοι ενός απέραντου σκουπιδοχώρου όπου εργάζονται οι ντόπιοι για ένα κομμάτι ψωμί ξεδιαλέγοντας τα σκουπίδια, τα οποία κατόπιν εμπορεύεται η  μαφία πουλώντας τα στις τοπικές κυβερνήσεις. Σε μία από αυτές τις "επιθεωρήσεις" ο Πολ θα σώσει από τις κάννες των όπλων των άλλων δύο ένα μωρό. Η μικρούλα Τζίμπα που θα μεγαλώσει δίχως να μιλήσει ποτέ και σε κανέναν, ακολουθεί πιστά τον Πολ και μεταξύ τους δημιουργείται μια σιωπηλή, ανθρώπινη σχέση από εκείνες που ένας μισθοφόρος απαγορεύεται να ζήσει. Έτσι, όταν ο Μαξ αποφασίζει να δραπετεύσει από το μέρος κλέβοντας ένα μεταγωγικό αεροπλάνο που θα τους πάει όλους πίσω στον πολιτισμό, ο Πολ παρακούει τις εντολές του και την παίρνει μαζί του. 

 

Οι ιστορίες του καθενός από τους πιο πάνω ήρωες θα διασταυρωθούν στην μυθιστορηματική ευρωπαϊκή χώρα η οποία αν και δεν κατονομάζεται με σαφήνεια είναι πλήρως αναγνωρίσιμη. Εδώ, η μελέτη του καθηγητή Πελεγκρίτι έχει επαληθευτεί και η Ώρα Μηδέν έχει χτυπήσει - παντού επικρατεί μία απίστευτα βίαιη αναρχία κι ένα χάος από σκουπίδια και σκουπιδανθρώπους. Ο Χάρυ Τζέφερσον και η οικογένειά του συνεχίζουν με πολλές κακουχίες τον δρόμο τους προς το σπίτι των γονιών του Χάρυ στο χωριό ενώ ο καθηγητής Πελεγκρίτι, ο Ρίτσαρντ και ο Γιόνας προσπαθούν να βρουν μια λύση μέσω της μελέτης τους. Την ίδια στιγμή ο Μαξ και ο Ντιέγκο κυνηγούν ανελέητα τον Πολ και την Τζίμπα, που τους έχουν ξεφύγει, για να τους σκοτώσουν. Εκείνο που θα ζήσουν όλοι τούτοι οι ήρωες μέχρι να φτάσουν στην τελευταία σελίδα του βιβλίου θα τους φέρει στα όριά τους. Ωστόσο, μέσα από τούτη την απάνθρωπη περιπέτεια, που φέρνει στο νου το θαυμάσιο "Τα παιδιά των ανθρώπων", θα αναδειχθούν οι θεμελιώδεις αξίες της συντροφικότητας, της αλληλλεγγύης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας.  



Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου έχει γράψει αγαπημένα παιδικά βιβλία  (1, 2) μένοντας από την αρχή της συγγραφικής του πορείας συνεπής στο είδος που έχει επιλέξει να υπηρετήσει, ένα είδος  που απευθύνεται σε ένα δύσκολο, εύθραστο και πολύ απαιτητικό κοινό όπως είναι οι έφηβοι. Το ζήτημα, λοιπόν, που τίθεται κάθε φορά  με τα βιβλία της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι το αν και πως ο συγγραφέας θα κερδίσει, τελικά, το κοινό του και θα τους ανοίξει την όρεξη για περισσότερη λογοτεχνία αξιώσεων. Το "Οι Άρχοντες των Σκουπιδιών" απαντούν σε τούτο τον προβληματισμό με τον καλύτερο τρόπο.  H εστίαση του συγγραφέα και ο χειρισμός των θεμάτων του μυθιστορήματος είναι εξαιρετικά  αν και ομολογώ πως απογοητεύτηκα από την απουσία θετικών γυναικείων χαρακτήρων μιας και όσοι υπάρχουν είναι δευτερεύοντες και με μη-θετική συμπεριφορά, γεγονός που κάνει το μυθιστόρημα να απευθύνεται περισσότερο σε άρρενες εφήβους. Γι' αυτό, τελειώνοντας την ανάγνωσή του σκέφτηκα το πόσο θα άρεσε το βιβλίο στον 14χρονο Β., έναν μαθητή μου που ήταν πεισματικά αρνητικός προς οτιδήποτε είχε να κάνει με την γλώσσα και το βιβλίο - σχολικό, λογοτεχνικό, οτιδήποτε. Εκτός από εκείνα των μαθηματικών στα οποία ήταν κάτι σαν διάνοια-αστραπή. Σκεφτείτε πως επί  τρία χρόνια προσπαθούσα να τον κάνω όχι απλώς να διαβάσει αλλά να αρθρώσει, έστω, κάτι στα αγγλικά. Και το κατόρθωσα όταν μία μέρα, εκτός προγράμματος κι εντελώς αυτοσχεδιαστικά, χρησιμοποίησα ένα διήγημα μιας σελίδας με ήρωα έναν έφηβο που υπήρχε κάπου στο βιβλίο με αναφορές σε δερμάτινα μπουφάν, δρόμους ταχείας κυκλοφορίας και αυτοκίνητα ταχύτητας - το πιο αγαπημένο θέμα του ακόμη και πάνω από τα μαθηματικά. Δεν μπορώ να σας περιγράψω την προσύλωση με την οποία με άκουγε να του απαντώ τις ερωτήσεις που διάβαζα στην ματιά και στο ύφος του - ήταν, βλέπετε,  ζήτημα εγωισμού να μην μιλήσει αμέσως. Κι αν ένα μικρό διήγημα μπορεί να παρακινήσει έτσι ένα παιδί, σκεφτείτε τί μπορούν να κάνουν τα 58 ολιγοσέλιδα κεφάλαια (σαν μικρά διηγήματα δλδ) του βιβλίου, που αποτελούν τα τρία μέρη του.

Αν και δεν νομίζω ότι ο Β. θα εκτιμούσε, όπως εγώ, το συγκεκριμένο βιβλίο ως θαυμάσιο εκπαιδευτικό εργαλείο ωστόσο, θα του άρεσε πολύ για τους ίδιους λόγους: είναι ένα χορταστικό κείμενο που αφορά άμεσα τον κάθε έφηβο και το τώρα του - οι χαρακτήρες είναι οικείοι και οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται είναι εξίσου οικείες μ' εκείνες που αντικρίζει ο καθένας στην εποχή μας, παρόλο που έχουν υποστεί σε αρκετό βαθμό την λογοτεχνική μεταγραφή.  Υπάρχει, επίσης, ένα πλήθος αναφορών σε μεγάλες στιγμές και πολεμικές περιπέτειες της πραγματικής Ιστορίας καθώς μετά την Ώρα Μηδέν, ξεκινά η αντίστροφη πορεία της και μέχρι να φτάσει στο "Απόλυτο Μηδέν" (στον απόλυτο δλδ εκμηδενισμό του πολιτισμού) κάτι που δίνει στον αναγνώστη το ερέθισμα να γνωρίσει τις διαφορετικές αποχρώσεις ενός θέματος στο διάνυσμα του χρόνου. Η πλοκή δε του βιβλίου είναι κοφτή, κινηματογραφική, χωρίς να επιβραδύνει ούτε για μια στιγμή την ένταση της αποδόμησης του κόσμου και την αγωνία.


"Οι Άρχοντες.." όμως θα άρεσαν στον Β. ιδίως για τον χαρακτηριστικό τρόπο γραφής του συγγραφέα: σύγχρονος, ειλικρινής, δίχως περιστροφές, "κι όχι λες κι απευθύνεται σε υποανάπτυκτους και ατελείς οργανισμούς με θέματα ανώδυνα και γλώσσα απονεκρωμένη και συμβατική" όπως θα έλεγε ο Μάνος Χατζηδάκις. Πολύ σοφά ο Β.Παπαθεοδώρου αποφεύγει κάθε είδους διδακτισμό και ηθικολογία και αφήνει τους χαρακτήρες του  -και τους αναγνώστες του, επίσης- να εξελιχθούν μέσα από την δράση. Απαντά με σεβασμό στην σημαντικότατη ανάγκη των εφήβων να κατανόησουν τα πολύ πραγματικά (δυστυχώς) σημεία των καιρών μας και του κοινωνικού γίγνεσθαι μιας και στο συγκεκριμένο έργο τούς εισάγει στην σφαίρα της Πολιτικής, των πολιτικών και της υπευθυνότητας ως στάση και συμπεριφορά  απέναντι στον συνάθρωπο και στο περιβάλλον όπως τα συναντούμε να εκφράζονται σήμερα. Η συνάφεια τούτη του μυθιστορήματος με την απτή πραγματικότητα είναι από τα σημαντικότερα ατού του βιβλίου καθώς "Οι Άρχοντες των Σκουπιδιών" δεν είναι ένα μελλοντολογικό πεζογράφημα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Αντίθετα, προσωποποιεί τις ανυπολόγιστες συνέπειες της κατάρρευσης της δημοκρατίας και της οργανωμένης κοινωνίας σ' ένα κράτος και την εξάρτηση των ανθρώπων  από τα υλικά αγαθά. Περιγράφει, με τον ευθύβολο και ζωντανό τρόπο που μας έχει συνηθίσει ο συγγραφέας, εφιαλτικές σκηνές αποκτήνωσης των ανθρώπων, εμφύλιες διαμάχες και την πρωτόγονη βία που επικρατεί σε κάθε σημείο του μυθιστορηματικού του κόσμου όταν καταλύεται κάθε έννοια και θεσμός.



Σε μια ηλικία όπου είναι δύσκολο να ασπαστείς την μοναχικότητα και την σιωπή μιας ανάγνωσης δίχως πολύχρωμες εικόνες, είναι ενθαρρυντικό να διαπιστώνεις πως  τα νέα παιδιά έχουν την δυνατότητα να περάσουν από την παιδική στην ενήλικη λογοτεχνία  με τους δικούς τους όρους - με καθαρή λογοτεχνική γλώσσα και συνθήκες ρεαλισμού,

ΥΓ: Το βιβλίο απέσπασε το Λογοτεχνικό Βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού Αναγνώστης (πρώην Διαβάζω) για το 2013 στην κατηγορία του Εφηβικού Βιβλίου.









Σημειώσεις: Η εγκατάσταση, ή πιο ορθά το γλυπτό σκιάς, της πρώτης φωτογραφίας είναι το "Reality is Rubbish" των Sue Webster και Tim Noble ενώ η δεύτερη και η τρίτη εικόνες είναι από την θαυμάσια κινηματογραφική ταινία "Βαλς με τον Μπασίρ" του Άρι Φόλμαν. Το δρώμενο της τρίτης φωτογραφίας έχει τον εμφανή τίτλο "No More Reality" και είναι του Philippe Parreno.

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013







Summer Solstice




"Light is meaningful only in relation to darkness, and truth presupposes error. It is these mingled opposites which people our life, which make it pungent, intoxicating. We only exist in terms of this conflict, in the zone where black and white clash."




Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013









 
Γυάλινες σκέψεις


Γράφοντας τούτες τις γραμμές, η αυλαία της φετινής θεατρικής χρονιάς έχει ήδη πέσει κι αυτό που μένει σ' εμένα είναι η εντύπωση μιας παράστασης και το "παρασκήνιό" της - απόγευμα μιας ζεστής Κυριακής και μία εξίσου ράθυμη έως βαριά διάθεση που μόνο μία δεκάλεπτη σιέστα κι ένας δυνατός, διπλός σκέτος θα μπορούσαν να συνεφέρουν. Όταν, όμως, έχεις προνοήσει να αποκτήσεις εισιτήριο στην πιο επιτυχημένη παράσταση της σεζόν, η εναλλακτική της απουσίας απλώς ΔΕΝ υπάρχει. Αναδιπλώθηκα, λοιπόν, αμέσως και πήγα στο "Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα" του Eugene O' Neill - μια παράσταση υπόδειγμα για την ένταση των ερμηνειών των πρωταγωνιστών της αλλά και για την εντυπωσιακή σκηνική της αρτιότητα.

Η υπόθεση του έργου ξεκινά εκεί που τελειώνει "Η στρατιά" του E.L. Doctorow, δλδ με το τέλος του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου όταν ο στρατηγός Έζρα Μάννον επιστρέφει σπίτι του. Η επιστροφή, όμως, στην καθημερινότητα, θα είναι δύσκολη όχι μόνο γι' αυτόν, αλλά για όλους - η κόρη του, Λαβίνια (Βίνι), προσπαθεί συνεχώς να αποσπάσει την εύνοια και την απόκρισή του στον παθολογικό της έρωτα. Ο γιος των Μάννον, Όριν, που επιστρέφει κι αυτός από το μέτωπο, παραπαίει ανάμεσα στην αγάπη της Χέιζελ Νάιλς, στην υπακοή προς την αδερφή του και στην αδυναμία προς την μητέρα του ενώ η Κριστίν, η μητέρα του, δεν θα καταφέρει να διατηρήσει για πολύ την ψυχραιμία της απέναντι σ' έναν άντρα και σ' έναν γάμο που δεν θέλει, και τελικά θα δολοφονήσει τον Έζρα.

Η Λαβίνια, ως άλλος θεματοφύλακας της οικογενείας, φροντίζει για την αποκατάσταση της ηθικής τάξης: σχεδιάζει την δολοφονία του εραστή της Κριστίν για να την εκδικηθεί τόσο για τον θάνατο του πατέρα της όσο και για την παθολογική σχέση αγάπης που έχει με τον Όριν. Όταν η Κριστίν μάθει για τον θάνατο του πλοιάρχου Άνταμ Μπραντ θα αυτοκτονήσει μπροστά στον Όριν. Μετά απ' αυτό, τα δυο αδέρφια φεύγουν ταξίδι στα νησιά του Νοτίου Ειρηνικού και όταν γυρνούν θα είναι αλλαγμένα και σχεδόν ανέμελα. Ο Όριν, που όμως δεν έχει ξεχάσει, αναλαμβάνει να γράψει "την αληθινή ιστορία όλων των εγκλημάτων που έγιναν στην οικογένειά μας, αρχίζοντας από τον παππού μας, τον Έιμπ, και τελειώνοντας με τα δικά μας! Σκέφτηκα πως, αν εντόπιζα τη ρίζα του κακού, θα μπορούσα να προβλέψω και τη δική μας μοίρα! Αλλά δεν τολμάω να προβλέψω, όχι ακόμα...". Και η Βίνι, παρ' όλο που έχει εγκαταλείψει την πουριτανική αυταρχικότητά της για μια ευτυχισμένη ζωή δίπλα στον ερωτευμένο λοχαγό Πήτερ Νάιλς, συνειδητοποιεί πως η κάθαρση, η δικαιοσύνη και η ελευθερία που τόσο πολύ προσδοκούσε δεν έχουν επέλθει τελικά. Έτσι, νιώθοντας ότι η αίσθηση του καθήκοντος είναι πιο ισχυρή από τις επιθυμίες της, θα απομονωθεί στο σπίτι περιμένοντας να πεθάνει για να κλείσει μαζί της, όπως λέει, ο νοσηρός κύκλος του μίσους, της εκδίκησης και του καταστροφικού έρωτα που φέρει η οικογένειά της από το παρελθόν.


O Ευγένιος Ο' Νηλ επεξεργάστηκε την αισχύλεια "Ορέστεια" με θαυμάσιο τρόπο και την μετέγραψε σε μια παράσταση σύγχρονη της εποχής του. Βασικό του μέλημα, να αποδώσει τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ατόμων και της βαθιά διαβρωμένης κοινωνίας στην οποία ζουν γι' αυτό τοποθετεί την ιστορία σε μια περιοχή, την Νέα Αγγλία, που ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε από την Κοινότητα των Πουριτανών που μετανάστευσαν αρχικά από την Αγγλία ψάχνοντας ένα μέρος για να ασκούν απρόσκοπτα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα σύμφωνα με τα πιστεύω τους. Όχημά του γι' αυτό χρησιμοποιεί το μικρότερό της κύτταρο, την οικογένεια. "Η καταστροφή λοιπόν της οικογένειας αυτής και οι τεταμένες σχέσεις που υπάρχουν μέσα σ’ αυτή την οικογένεια, κατά τη γνώμη μου, εξηγούν πάρα πολλά από τα βάσανα που έχουμε περάσει ως έθνος και συνεχίζουμε να περνάμε" εξηγεί ο σκηνοθέτης της παράστασης, Γιάννης Χουβαρδάς, ο οποίος μαζί με τον Σάββα Κυριακίδη έκανε την δραματουργική επεξεργασία της τριλογίας του Ο' Νηλ η οποία, σημειωτέον, ανέβηκε πρώτη φορά πλήρης από το Εθνικό.

Εκτός από τους ποιητικούς τίτλους των έργων του, που εισάγουν τον ρεαλισμό στην αμερικανική δραματουργία, εκείνο που κάνει αξιοσημείωτο το συγκεκριμένο έργο του Ο’ Νηλ είναι η ενσωμάτωση των ευρημάτων της επιστήμης. Ο ορθολογικός τρόπος που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη φροϋδική ψυχολογία δίνει πραγματική διάσταση στις μεταφυσικές αρχαιοελληνικές Μοίρες και στις τοτινές βίαιες (σωματικά και κυρίως ψυχολογικά) συμπεριφορές των πρωταγωνιστών του: τις καταπιεσμένες επιθυμίες της Κριστίν Μάννον που βρίσκουν διέξοδο στον εραστή της, τη μάταιη εξομολόγηση του Έζρα Μάννον για τη νοσηρότητα της ανατροφής του, την αβουλία και τις νευρώσεις του Όριν, την εκδικητική στάση της Λαβίνια προς τη μητέρα της και τον παθολογικό έρωτα προς τον πατέρα της. Μία πραγματική αρένα συγκρούσεων: μεταξύ μητέρας και κόρης, μεταξύ των δύο συζύγων, μεταξύ εαυτών, λογικής και συναισθήματος/πόθου, βούλησης και πραγματικότητας – αυτός δεν είναι ο ορισμός της τραγωδίας;


Αν και το θέμα του έργου είναι ζοφερό, η ανάγνωση του θεατρικού ήταν φρέσκια. Σ’ αυτό συνέβαλλε και το ευφυές, παιγνιώδες εύρημα του Γ. Χουβαρδά, ο οποίος χρησιμοποίησε Χορό, όπως και οι αρχαίες τραγωδίες, που εδώ αποτελούταν από τέσσερις μόνο ηθοποιούς (Θ. Μπαζάκα, Μ. Λυμπεροπούλου, Γ. Κοτανίδης, Χ. Τσιτσάνης) οι οποίοι υποδύονταν τους απλούς θεατές. Οι Θεατές ανεβοκατέβαιναν και διέσχιζαν τη σκηνή σε τακτά χρονικά διαστήματα διαβάζοντας τις σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα, συζητώντας μεταξύ τους για τους ήρωες και σχολιάζοντας την πλοκή, τις αποχρώσεις, τις ψυχικές διακυμάνσεις και την πάλη των ηρώων με τον εαυτό τους, με τον απλό τρόπο που το κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι μεταξύ μας στα πηγαδάκια – εκτός παράστασης, εννοείται! Κι όλο αυτό όχι μόνο δεν καθυστερούσε τη ροή του έργου, αλλά, αντίθετα, το προήγαγε. Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που οι τρεις ώρες της παράστασης κύλησαν νεράκι.

Οι Θεατές, επίσης, χειρίζονταν κάμερες οι οποίες βρίσκονται στη σκηνή και πρόβαλλαν στους τοίχους της μεγεθυμένα τα ψυχρά κι άκαμπτα πορτραίτα των πρωταγωνιστών – το παρελθόν το οποίο προσωποποιούν καταδυνάστευε το χώρο και το παρόν τους. Τα πορτραίτα αυτά και η δυνατή ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαππα, σε έναν ρόλο που στο (πολύ) παρελθόν έχουν ερμηνεύσει η Κατίνα Παξινού και η Μαίρη Αρώνη, με έκαναν να νιώσω ασφυξία στη σκέψη τού πόσο αναγνωρίσιμη και οικεία είναι τελικά η Λαβίνια – όλοι μας λίγο-πολύ θέλουμε να περνά το δικό μας και προσπαθούμε να επιβάλλουμε στους άλλους εκείνο που θεωρούμε εμείς ευτυχία και ηθική τάξη των πραγμάτων.

Οι Κ. Καραμπέτη και Α. Καραζήσης υπηρέτησαν εξαιρετικά ένα δύσκολο, σκοτεινό έργο, όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι ηθοποιοί της παράστασης και ό,τι και να γράψω θα είναι λίγο. Η ηχητική επένδυση του έργου ήταν επιβλητική – από το θλιβερό παραδοσιακό τραγούδι που τραγουδά a cappella ο Σεθ -ο επιστάτης των Μάννον που ερμηνεύει ο Χ. Στέργιογλου- και το νερό που ανάδευε στον τσίγκινο κουβά, τους βηματισμούς του Έζρα και τα στραβοπατήματα του Όριν που αντηχούσαν στο σανίδι της σκηνής μέχρι το ανοιγόκλεισμα της πόρτας και την ανάδυση και κατάδυση του τοίχου που συμβόλιζε την  πρόσοψη της έπαυλης των Μάννον. Το ίδιο επιβλητικά ήταν και τα κοστούμια με τα τεράστια κρινολίνα και τα υπέροχα υφάσματα να παίζουν κι αυτά τον δικό τους ρόλο στο εντελώς αφαιρετικό σκηνικό.


Στην επιστροφή, ο νεαρός ταξιτζής με ρώτησε αν θα είχε κι άλλη παράσταση μετά από εκείνη. Προφανώς, ρωτούσε για να επιστρέψει από την κούρσα μου και να πάρει κι άλλους πελάτες. Είχε πράγματι μία ακόμη, βραδινή, παράσταση με άλλο έργο και θα μπορούσε να επωφεληθεί. Δεν το ήξερα όμως και είπα βιαστικά ένα όχι ενώ θα μπορούσα να είχα συμβουλευτεί το πρόγραμμα του Εθνικού πριν απαντήσω – σκεφτόμουν πως, εκτός από σημείο αναφοράς για τα μελλοντικά θεατρικά ανεβάσματα, δεν ήθελα τούτη η παράσταση να γίνει και σημείο σύγκρισης για κατώτερης ποιότητας παραστάσεις στην μ.Γ.Χ. (μετά Γιάννη Χουβαρδά) εποχή. Πείτε το κι αυτό μία σύγκρουση της πραγματικότητας με τη βούληση…



Το κείμενο γράφτηκε για το ηλεκτρονικό περιοδικό Bookstand όπου και δημοσιεύτηκε στις 04.06.13



Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013









Το αέναο






"Η Αγγλία βρίσκεται σε τραγική κατάσταση εδώ και μερικές εβδομάδες. Ο λόρδος Κουνλ είναι να φύγει, ο σερ Τόμας Ντουνλ αρνιέται να έρθει και, μια που δεν υπάρχει κανείς (άξιος λόγου) στη Μεγάλη Βρετανία πλην των Κουνλ και Ντούνλ, δεν υπάρχει Κυβέρνηση. Είναι ευτύχημα που η εχθρική συνάντηση ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο τρανούς άντρες, που έμοιαζε αναπόφευκτη κάποια στιγμή, τελικά δεν έλαβε χώρα. γιατί, έτσι και είχαν εκπυρσοκροτήσει και τα δύο πιστόλια, κι ο Κουνλ με τον Ντουνλ είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους, η Αγγλία μάλλον θ' αναγκαζόταν να περιμένει να κυβερνηθεί μέχρι να μεγαλώσουν ο νεαρός Κουνλ και ο νεαρός Ντουνλ, που τότε ακόμα φορούσαν φουστανάκια και μακριές κάλτσες. Ωστόσο, αυτή η τρομερή εθνική καταστροφή απεφεύχθη όταν ο λόρδος Κουνλ έκανε την έγκαιρη διαπίστωση πως, αν πάνω στην έξαψη της αντιπαράθεσης είχε πει ότι απαξίωνε και περιφρονούσε όλη την ποταπή καριέρα του σετ Τόμας Ντουνλ, εννοούσε απλώς ότι οι κομματικές διαφορές δε θα ' πρεπε ποτέ να τον παρασύρουν ώστε ν' αποσιωπήσει τον πιο θερμό του θαυμασμό γι' αυτόν. ενώ, απ΄την άλλη μεριά, όπως αποδείχτηκε στην  πιο ενδεδειγμένη στιγμή, ο σερ Τόμας Ντουνλ είχε δηλώσει ρητά πως ο λόρδος Κουνλ θα έμενε στην αιωνιότητα σαν καθρέφτης αρετής και εντιμότητος. Πάντως, εδώ και μερικές εβδομάδες, η Αγγλία βρίσκεται στη δύσκολη θέση να μην έχει καπετάνιο (όπως σωστά παρατήρησε ο σερ Λέστερ Ντέντλοκ) για ν' αντιμετωπίσει την καταιγίδα. και το πιο θαυμαστό σ' όλη αυτή την ιστορία είναι πως η Αγγλία δε φάνηκε να νοιάζεται ιδιαίτερα, αλλά συνέχισε να τρώει και να πίνει και να παντρεύεται και να παντρεύει, όπως έκαναν οι παλιοί πριν τον Κατακλυσμό. Μα ο Κουνλ γνώριζε τον κίνδυνο , κι ο Ντούνλ γνώριζε τον κίνδυνο, κι όλοι οι οπαδοί και τα τσιράκια τους είχαν σαφέστατη αντίληψη του κινδύνου. Τέλος, ο σερ Τόμας Ντουνλ δε συμφώνησε απλώς  να αναλάβει δράση, αλλά το έκανε πλουσιοπάροχα, φέρνοντας μαζί του όλους τους ανιψιούς του, όλους τους εξαδέλφους του κι όλους τους κουνιάδους του. Οπότε, υπάρχει ακόμα ελπίδα για το γέρικο σκαρί.
      Ο Ντουνλ διαπίστωσε πως πρέπει να προσφύγει επειγόντως για βοήθεια στη χώρα - κυρίως υπό μορφήν χρυσών λιρών και μπύρας. Έτσι μεταμορφωμένος, είναι διαθέσιμος σε πολλά μέρη ταυτοχρόνως, και μπορεί να προσφεύγει κάθε φορά και σ' ένα μεγάλο τμήμα της χώρας. Κι ενώ  η Βρετανία είναι πολύ απασχολημένη τσεπώνοντας τον Ντουνλ υπό μορφήν χρυσών λιρών, και καταπίνοντας τον Ντουνλ υπό μορφήν μπύρας, και δίνοντας όρκους μέχρι να μελανιάσει ότι δεν κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο -προφανώς για να προωθήσει τη δόξα και την ηθική της-, η κοσμική σεζόν του Λονδίνου λήγει αναπάντεχα, μια που όλοι οι Ντουντλεϊκοί και οι Κουντλεϊκοί σκορπίζουν για να βοηθήσουν τη Βρετανία σ' αυτές τις μοναστικές ασκήσεις."






Σημειώσεις: Ακόμη ένα απόσπασμα από τον θαυμάσιο "Ζοφερό Οίκο" του Καρόλου Ντίκενς η ανάγνωση του οποίου προχωρά ανέλπιστα καλά. Το μόνο που με προβληματίζει είναι το τί και το πώς της σχετικής ανάρτησης. Οι δύο πιο πάνω πίνακες ανήκουν στην Maria Lalic κι έχουν τίτλους: "History Painting 42 C20th. Winsor Yellow" (πάνω αριστερά) και "History Painting 14 Greek. Massicot" (κάτω κέντρο).