Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014








Το ρόδο είναι 
δίχως γιατί, 




ανθίζει 
γιατί 
ανθίζει.










Ο πιο πάνω στίχος είναι απόσπασμα από δίστιχο που άντλησα από το "Χερουβικός Οδοιπόρος" (μτφρ.-επίμετρο Θανάση Λάμπρου - Περισπωμένη, 2013) μια εξαιρετική δίγλωσση έκδοση που μας συστήνει για πρώτη φορά τον Γερμανό ποιητή του 17ου αι. Περιλαμβάνει 263 ευθύβολα, σύντομα ποιήματά του τα οποία, εκτός από την μετάφρασή τους, παρουσιάζονται με την μορφή που δημοσιεύτηκαν το 1657 έχοντας διατηρήσει όλες τις ιδιομορφίες της παλαιάς γερμανικής γλώσσας. Σε ξεχωριστή ενότητα του βιβλίου ο μεταφραστής, και ποιητής, Θ.Λάμπρου σχολιάζει μερικούς από αυτούς τους στίχους με λεπτομέρεια και σαφήνεια σε θαυμάσια ελληνικά, αν και ορισμένες λέξεις που χρησιμοποιεί είναι απαρχαιωμένες. Ίσως γι' αυτό να ευθύνεται το πρωτότυπο κείμενο - δεν  μπορώ να πω με σιγουριά γιατί δεν γνωρίζω (καθόλου) γερμανικά. Εξάλλου, το διαβάζω ακόμη - εκτός από την ποίηση και τις σημειώσεις του μεταφραστή, το βιβλίο περιλαμβάνει κι ένα εκτενές επίμετρο που αναφέρεται στην ζωή και το έργο του άγνωστου σε μας δημιουργού που υπήρξε γιατρός της αριστοκρατίας και θεολόγος μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε να χειροτονηθεί κληρικός της Καθολικής Εκκλησίας και, λίγο αργότερα, να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα - αν μη τι άλλο, πρόκειται για μια αρκετά ενδιαφέρουσα και πλούσια έκδοση. 











Σημειώσεις: Ολόκληρο το δίστιχο από όπου άντλησα τον στίχο της ανάρτησης, έχει ως εξής: "Το ρόδο είναι δίχως γιατί, ανθίζει γιατί ανθίζει, / Στον εαυτό του δεν δίνει προσοχή, δεν ρωτά αν κάποιος το κοιτάζει."  // Το εικαστικό ανήκει στον Αμερικανό ποιητή  e.e. cummings.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014










我的朋友預訂
(Ο φίλος μου το βιβλίο)



Η λογοτεχνία λέει ιστορίες. Και μέσα από αυτές, επιτρέπει στους αναγνώστες να ανακαλύπτουν τις πολλές εκδοχές κι έννοιες που έχει μία κατάσταση, να μαθαίνουν να κοιτούν από διαφορετικές οπτικές γωνίες και να κατανοούν το διαφορετικό - είτε αντικείμενο είναι αυτό είτε ο άνθρωπος με την συμπεριφορά του, είτε ένας ολόκληρος πολιτισμός. Η κάθε ξένη γλώσσα προσφέρει μία από αυτές τις πολλαπλές προοπτικές. Ένας όμορφος συνδυασμός των δύο τούτων αντικειμένων είναι το παιδικό βιβλίο "Ο φίλος μου ο δράκος" (μτφρ.Θεόφιλος Μπαχτσεβάνης - Νεφέλη, 2013) - μια απλή ιστορία σε κείμενα και εικονογράφιση του Γερμανού  Christoph Niemann που παράλληλα συστήνει στους (πολύ μικρούς αλλά και μεγαλύτερους) αναγνώστες ένα από τα βασικά σύμβολα του κινέζικου πολιτισμού, τον δράκο, και μαζί τις πρώτες λέξεις/ιδεογράμματα της κινέζικης γλώσσας.

Η ιστορία έχει ως εξής: η Λιν είναι μία κινεζούλα. Μια μέρα της κάνουν δώρο έναν μικρό δράκο και από τότε οι δυο τους γίνονται αχώριστοι. Ώσπου ο μικρός δράκος κάνει μια ζημιά. Ο πατέρας της Λιν τον βάζει σ' ένα κλουβί αλλά αυτό δεν αρέσει καθόλου στον μικρούλη δράκο που την νύχτα θα δραπετεύσει. Όταν το επόμενο πρωί η Λιν το ανακαλύπτει, αρχίζει να τον αναζητά κι αυτό θα την οδηγήσει πολύ μακριά από το σπίτι της. Στο δρόμο θα συναντήσει μια παράξενη γριούλα και θα την βοηθήσει να περάσει στην απέναντι όχθη ενός ποταμού. Η γριούλα όμως στην πραγματικότητα είναι μια μάγισσα και για να ευχαριστήσει την Λιν την βοηθά με την σειρά της να βρει τον φίλο της το δράκο. Πως; Τρώει ένα μαγικό φασόλι και μεγαλώνει τόσο πολύ, που φτάνει μέχρι τον ουρανό παίρνοντας μαζί της και την Λιν. Πάνω στα σύννεφα, η Λιν θα συναντήσει τον δράκο που έχει μεγαλώσει και έχει δική του οικογένεια. Ο μεγάλος πια φίλος της Λιν θα την "πετάξει" μέχρι το σπίτι της κι εκεί, μαζί με τον πατέρα της θα γιορτάσουν την επιστροφή της Λιν στο σπίτι και την φιλία τους με τον καλό δράκο.



Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μία εισαγωγή στην εκμάθηση της κινέζικης γλώσσας αλλά η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι αυτή. Θέλει απλώς να προσφέρει μια φευγαλέα ματιά στον συναρπαστικό κόσμο της κινέζικης γλώσσας της οποίας, για να θεωρείσαι ικανοποιητικός γνώστης, πρέπει να ξέρεις χίλια πεντακόσια με δύο χιλιάδες ιδεογράμματα. Και την προσφέρει με ένα αρκετά ευρηματικό τρόπο - τα 33 ιδεογράμματα/λέξεις της κινεζικής γλώσσας (τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα της ιαπωνικής) ντύνουν τον κάθε πρωταγωνιστή και το κάθε αντικείμενο που αναφέρεται στην ιστορία και κάνει έτσι πιο εύκολη την κατανόηση των ιδεογραμμάτων και την απομνημόνευσή τους.

Αν και η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας έχει τον ίδιο λόγο αναγκαιότητας με την λογοτεχνία, ας παραμείνουμε εδώ στην λογοτεχνική όψη του συγκεκριμένου βιβλίου. Είμαι σίγουρη πως τελικά τα παιδάκια θα μάθουν να ζωγραφίζουν όλα τα ιδεογράμματα απέξω κι ανακατωτά, ωστόσο το πιο σημαντικό σ' αυτή την ηλικία που απευθύνεται το βιβλίο (4+) είναι να εξοικιωθούν τα παιδιά με την ανάγνωση. "Ο φίλος μου ο δράκος" προσφέρεται γι' αυτό καθώς είναι, επίσης, ένα πολύ διασκεδαστικό βιβλίο - μαζί με τους συνοδούς τους στην ανάγνωση, τα μικρά έχουν την ελευθερία να συσχετίσουν τις δικές του εικόνες και σκέψεις ο καθένας με το κάθε ιδεόγραμμα, κάτι που προκαλεί μεγάλη χαρά. Για παράδειγμα, το 父 σημαίνει πατέρας και, παρόλο που το ιδεόγραμμα αποτελεί εξέλιξη της εικόνας ενός άντρα που κρατά ραβδί ή τσεκούρι και ιστορικά αναφέρεται σε συγκεκριμένη κοινωνική θέση, ο συγγραφέας -όταν μάθαινε κινέζικα- επέμενε να βλέπει έναν άγριο μουστακαλή! Δεν θα αναφέρω εδώ τους δικούς μου συσχετισμούς με τα αντίστοιχα ιδεογράμματα γιατί το κείμενο θα πάρει μεγάλες διαστάσεις. Με λίγα λόγια ωστόσο μπορώ να πω πως γέλασα με την καρδιά μου...



Χιούμορ, φαντασία, ανακάλυψη μύθων και συμβόλων και δημιουργική συμμετοχή στην αφήγηση - να ένα διαφορετικό, διαδραστικό, είδος ανάγνωσης και ένας αποδοτικός τρόπος με τον οποίο η λογοτεχνία μπορεί να ενσωματωθεί στην σχολική (ή και σ' εκείνη του φροντιστηρίου) διαδικασία. Κι εκτός κάθε μαθησιακού πλαισίου, όμως, "Ο φίλος μου ο δράκος" παραμένει ένα προσεγμένο πρώτο βήμα στον κόσμο της λογοτεχνικής ανάγνωσης. Και της γνωριμίας με τον κόσμο. 




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον εξαιρετικό Αναγνώστη, στις 19 Φεβρουαρίου με ελαφρώς διαφορετική εικονογράφηση.

 

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014







Μυρίζει ζωή




... τούτη η μικρή αφήγηση του Αλέξανδρου Ίσαρη - το "Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς" (Κίχλη, 2012 - σειρά: Τα άστεγα) είναι ένα βιωματικό κείμενο που συνταιριάζει τις μεταφυσικές ανησυχίες του συγγραφέα με την απτή πραγματικότητα και τις συνθήκες της με τρόπο λιτό και ρέοντα λόγο. 

Μια επαγγελματική ανάθεση γίνεται η αφορμή ο συγγραφέας να επισκεφθεί την όμορφη Τήνο και να καταγράψει τα μνήματα στο κοιμητήριό του Πύργου για " ...ένα πολυτελές, μεγάλου σχήματος λεύκωμα με τα εκατό ωραιότερα νεκροταφεία της Ευρώπης" μεταξύ των οποίων κατατάσσεται κι αυτό.

Ο Ίσαρης δέχεται. "Αποτύπωσα ολόκληρο το νεκροταφείο, την εκκλησία, το οστεοφυλάκιο, και κατόπιν σχεδίασα με μεγάλη λεπτομέρεια τις ανάγλυφες πλάκες που βρίκονται στο τέταρτο επίπεδο, το πιο ενδιαφέρον απ' όλα."

Και μαθαίνει "...από ντόπιους που γνώρισα, τον νεκρό τον σκεπάζουν ακόμα και σήμερα με άνθη ή φύλλα λεμονιάς, τον τυλίγουν μ' ένα λευκό σεντόνι και για προσκέφαλο του βάζουν ένα μαξιλάρι χωρίς κόμπους, γεμισμένο με λεμονόφυλλα!"

Λίγο μετά " ...κάτι άστραψε στο μυαλό μου. μια σκέψη, που σε λίγο μετατράπηκε σε σφοδρή επιθυμία. Ήθελα να με θάψουν σ' εκείνο το σημείο, στο ωραιότερο σημείο των Κυκλάδων, δίπαλ στα περήφανα κυπαρίσσια, τυλιγμένο με άνθη λεμονιάς,  μέσα σ' ένα πάλλευκο σεντόνι!"

Στις 14 μικρού μεγέθους σελίδες του αφηγήματος, η ζωή και ο  θάνατος συμπορεύονται με απλότητα. Ενίοτε και με χιούμορ. "Όποτε κάνω ωτοστόπ από τον Πάνορμο (όπου μένω πάντα στο ίδιο δωμάτιο) προς τον Πύργο, οι ντόπιοι συνήθως με ρωτούν όλο περιέργεια: "Εσείς δεν είστε που αγοράσατε έναν τάφο στον Πύργο;"

Και η θέληση του συγγραφέα να γίνει ένα με τον τόπο που αγάπησε με την πρώτη ματιά, να ενσωματωθεί στην ομορφιά του, συγκινεί γι' αυτά ακριβώς τα στοιχεία. Αλλά και για την πληρότητα που εκπέμπει τόσο το ίδιο το γεγονός της εκπλήρωσης της επιθυμίας του όσο και το μικρό τούτο ανάγνωσμα. 




Σημείωση: Το εικαστικό είναι από το εξώφυλλο της έκδοσης και φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα που εκτός από ποιητής και βραβευμένος μεταφραστής είναι και ζωγράφος με ιδιαίτερη εκφραστικότητα, βάθος και λεπταίσθητο χέρι.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014









Ο ήχος του Κουν






"Το αρχαίο δράμα, από τον Αισχύλο ως τον Ευριπίδη και τον Αριστοφάνη, εκθέτει τον άνθρωπο σ' ένα πολύ κρίσιμο αιώνα της ευρωπαϊκής ιστορίας: όταν τον εγκαταλείπουν ο παραδοσιακός μύθος και η αρχαϊκή θεοδικία, και όταν καλείται να αναμετρηθεί με τον εαυτό του πια, ενώπιος ενωπίω, μέσα στο πλαίσιο της πόλης, δίχως μεταφυσικά υποστηρίγματα. Η μετάβαση αυτή από τον μυθικό στον πολιτικό ανθρωπισμό υπήρξε οδυνηρή για τον αρχαίο κόσμο του πέμπτου αιώνα, και συντελέστηκε κάπου ανάμεσα στους περσικούς πολέμους (που το τέλος τους άνοιξε πανηγυρικά τον κύκλο) και στον πελοποννησιακό πόλεμο (που φρικιαστικά σχεδόν έκλεισε τον κύκλο). Αυτός ο σπαραγμένος και κάποτε λιτά σπαραχτικός ανθρωπισμός γνώρισε και την τραγική προβολή του και την κωμική προσβολή του στην αρχαιότητα, και αποτελεί συγγενές μοντέλο για τους καιρούς μας. Νομίζω πως τη συγγένεια αυτή ανακάλυψε ο Κουν και δόθηκε με πάθος και κρίση στο αρχαίο δράμα. Εδώ εξάλλου βρίσκεται και η βαθύτερη πολιτική σημασία της θεατρικής παραγωγής του Κουν στον τομέα της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας."


Δημήτρης Ν.Μαρωνίτης
Απόσπασμα από ομιλία 
στη Ν.Σμύρνη 19.3.79





Σημείωση: Το κείμενο και η εικόνα αντλήθηκαν από εδώ.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014









 What a strain it is

to be evil




Ένα από τα λιγότερα γνωστά έργα της Anna Seghers  είναι μία νουβέλα που γράφτηκε το 1948, όταν η συγγραφέας βρισκόταν ήδη στο Μεξικό όπου είχε καταφύγει μετά  την σύλληψή της που ακολούθησε την άνοδο του Γ' Ράιχ στην εξουσία - οι Ναζί που την συνέλαβαν για κάποιο διάστημα τον Φεβρουάριο 1933 είχαν όχι έναν αλλά τρεις σοβαρούς λόγους: ήταν εβραϊκής καταγωγής, κομμουνίστρια και συγγραφέας. Στο Μεξικό η Ζέγκερς  έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου της, το οποίο και την καταξίωσε ωστόσο "Το τέλος" (μτφρ. Γιώργος Δεπάστας - Άγρα 2003) δεν αναφέρεται συχνά. Αυτό δεν το κάνει λιγότερο ενδιαφέρον ή αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής της σημαντικής τούτης Γερμανίδας συγγραφέως.

Η δράση εκτυλίσσεται στο τέλος του Β' ΠΠ που βρίσκει την Γερμανία μουδιασμένη - τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν εκκενωθεί, οι κρατούμενοι έχουν ελευθερωθεί ψάχνοντας είτε τους δικούς τους είτε ένα μέρος να στεριώσουν και οι Αμερικανοί καταγράφουν τους ναζί και τις καταστροφές. Ο Τσίλλιχ, ένας επιστάτης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, επιστρέφει στη νότιο Γερμανία, στον Αμερικανικό τομέα όπου είναι το σπίτι του. Στο χωριό, κρατά χαμηλούς τόνους κι ελπίζει πως κανείς δεν θα τον αναγνωρίσει ή δεν θα τον καταδώσει για τις πράξεις βίας που διέπραξε. Δεν είναι όμως τόσο τυχερός. Ο Φόλπερ, ένας πρώην κρατούμενος και τώρα μηχανικός, τον αναγνωρίζει. Με τον βοηθό του, Έρνστ Χένις, πηγαίνει στο χωριό του για να ζητήσει δήθεν βοήθεια. Βρίσκει τον ίδιο και στην αρχή ο Τσίλλιχ είναι ιδιαίτερα πρόθυμος να τους βοηθήσει και τους χαρίζει τα σκοινιά που χρειάζονται για να στερεώσουν τα εξαρτήματα για την επισκευή των σιδηροδρομικών γραμμών που είχαν φορτωμένα στο φορτηγάκι τους. Όταν όμως αντιλαμβάνεται τις προθέσεις του ξένου, υποκρίνεται πως πάει να βοηθήσει τον γιο του -που είχε στείλει νωρίτερα στο κτήμα- να φέρουν τα σχοινιά και το σκάει. Ο Τσίλλιχ θεωρεί πως όσο απομακρύνεται από το χωριό και το σπίτι του τόσο πιο ασφαλής θα είναι. Κι έτσι, με διαφορετικό όνομα κάθε φορά, προσπαθεί να βρει καταφύγιο σε εργοτάξια αναστήλωσης. Και κάθε φορά το σκάει  καθώς τραβά την προσοχή για την εντατική εργασία και την σιωπή του.  

Στην νουβέλα βλέπουμε τις δύο ζωές του Τσίλλιχ: το παρελθόν - ένας βίαιος, είρων και προσβλητικός  άντρας που όλοι στο χωριό απεχθάνονταν. Τα κτηνώδη χαρακτηριστικά του ωστόσο ήταν κάτι που οι Ναζί εκτίμησαν ιδιαίτερα και γι' αυτό και τον στρατολόγησαν. Για πρώτη φορά στην ζωή του ο Τσίλλιχ καταφέρνει να  διακριθεί σε κάτι - κάνει τους άλλους να κατεβάζουν το κεφάλι όταν περνά και στο στρατόπεδο, η προθυμία του να κάνει όλες τις "βρωμοδουλειές" -από βασανιστήρια μέχρι φόνους- του εξασφαλίζει μια προαγωγή. Και το παρόν - τα θύματα του Τσίλλιχ δεν τον ξεχνούν. Σε κάθε εργοτάξιο, σε κάθε στροφή, εμφανίζεται  ένας ξένος, πότε ο Πήτερ Νήμαντ (Πέτρος Κανένας) πότε κάποιος άλλος από τους πολλούς ανώνυμους εργάτες που δουλεύουν μαζί του στο ίδιο εργοτάξιο και που φαίνεται να γνωρίζει το παρελθόν του.


Η Άννα Ζέγκερς υποστήριξε ένθερμα τον μοντερνισμό σε κάθε έκφανσή του στην τέχνη και στην λογοτεχνία ωστόσο γράφει συντηρητικά, χωρίς εξάρσεις αν και η βασική αντίθεση του σκηνικού θα το δικαιολογούσε - οι εξπρεσιονιστικές περιγραφές του  τοπίου δεν σε αφήνουν να ξεχνάς την θηριωδία ενώ από την άλλη, το ποτάμι  που διασχίζει ο Τσίλλιχ σού δίνει την αίσθηση της ανοιχτωσιάς της υπαίθρου και της ελευθερίας. Η γραφή της είναι δυνατή και πυκνή,  σφιχτοδεμένη, σαν η ίδια να μην επιτρέπει την πένα της να παρεκτραπεί από το κεντρικό της θέμα - την αποτύπωση των εμπειριών του πολέμου από την ηθική τους πλευρά, ακόμη και μέσω των λιγότερο σημαντικών ηρώων της. Όπως για παράδειγμα του νεαρού που κάθεται ζαρωμένος δίπλα στον Τσίλλιχ στην γκρεμισμένη εκκλησία όπου οι δυο τους, ανάμεσα σε πολλούς άλλους αστέγους, βρίσκουν καταφύγιο τη νύχτα.

"Μα τι έχεις επιτέλους;" ρώτησε ο Τσίλλιχ. Ο νέος τον κοίταξε σαστισμένος μέσα από τα δυο του χέρια. Το πρόσωπό του, βρεγμένο από το κλάμα, ήταν αδύνατο και ξανθό, με λεπτό δέρμα και πολύ χλωμό, σχεδόν όμορφο. "Το άκουσες κι ο ίδιος", είπε, "τί θα απογίνω τώρα;" "Δεν πρόσεχα. Είπε τίποτα για σένα ο γέρος εκεί πάνω;" Ο νέος απάντησε σιγανά, μάλλον στον εαυτό του: "Πως μπορώ να συνεχίσω να ζω με τέτοιο βάρος στην καρδιά; Τι θα απογίνω; Εγώ ήμουνα γιος χριστιανών. Η μητέρα μου ήταν πραγματικά καλή. Πως μπόρεσε να μου συμβεί αυτό σιγά σιγά;"

"Έλα, πες μου", είπε ο Τσίλλιχ. Ο τριανταφυλλένιος ουρανός στις τρύπες της στέγης είχε χλομιάσει από ώρα. Τα αστέρια άρχιζαν ήδη να ανατέλλουν. Ο νέος συνέχισε: "Ο εχθρός μάς ακολουθούσε κατά βήμα. Εκκενώσαμε το χωριό Σάκογιε. αναγκάσαμε τον πληθυσμό να προχωρήσει μπροστά μας - σκέφτηκα: για κανένα στρατόπεδο - μπορεί να μη σκέφτηκα και τίποτα. Τότε ήρθε η διαταγή: Ανοίξτε πυρ! Τους εκτελέσαμε όλους, γυναίκες, παιδιά, γέρους". Ο Τσίλλιχ είπε: "Τέτοια πράγματα  έχουν γίνει συχνά". "Ακριβώς. Συχνά, αυτή ήταν μόνο η αρχή. Εγώ γιατί να πυροβολήσω; Παιδιά, καταλαβαίνεις; Γιατί να κάνω τέτοιο πράγμα;"
    "Μα αυτό ήταν ευνόητο. Ήταν η διαταγή σου". 
   "Μα αυτό ακριβώς εννοώ. Γιατί δεν αρνήθηκα; Γιατί να υπακούσω σε μια τέτοια διαταγή;"
    "Τι εννοείς;" είπς ο Τσίλλιχ, "τι άλλο θα μπορούσες να είχες κάνει;"
  "Γιατί δεν σκέφτηκα τίποτα πια; Όπλισα, πυροβόλησα. Γιατί δεν υπάκουσα στην ανώτερη διαταγή; Μήπως είχε βουβαθεί; Μήπως ήμουν κουφός;" "Ποιά ανώτερη διαταγή;" ρώτησε ο Τσίλλιχ, "αφού τότε δεν υπήρχαν για σας αντίθετες διαταγές. Την ανώτερη διαταγή την είχε πάρει σίγουρα πρώτος ο λοχαγός σας". "Μα δεν καταλαβαίνεις; Την πραγματική, την εσωτερική. Την εσωτερική φωνή, που ποτέ δεν βουβαίνεται στον άνθρωπο. Ούτε σε σένα ούτε σε μένα, αφού το ξέρεις".



Η ματιά της Ζέγκερς δεν είναι πολυδιάστατη - πιο ευθεία από εκείνη του Μπέρνχαρντ Σλινκ, δεν σε κάνει  να νιώσεις ούτε ίχνος κατανόησης για τον Τσίλλιχ όπως συμβαίνει με την Χάννα. Η Ζέγκερς εστιάζει στον ίδιο τον Τσίλλιχ και στο "έργο" του. Ακούμε την σκέψη του και τον βλέπουμε να αλλάζει τόπους συνεχώς, δίχως να αλλάζει ο ίδιος καθόλου - παντού ολιγόλογος, αυστηρά πειθαρχημένος και σκληραγωγημένος, σε καμμία στιγμή δεν εκφράζει μετάνοια ή κάποιο είδος ενοχής γι' αυτά που έκανε. Αντίθετα, το μόνο που τον πειράζει ακόμη είναι το πως δεν διακρίθηκε περισσότερο για την συνεπή κι αποτελεσματική "εργατικότητά" του.  Τον πειράζει, επίσης, όλο και περισσότερο το ότι πρέπει να είναι συνεχώς σε εγρήγορση για να αποφεύγει τους πρώην κρατούμενους και τους καταδότες.

Ο Τσίλλιχ είναι πειστικός ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας κι αυτό ίσως οφείλεται και στο ότι η Ζέγκερς  τον "ντύνει" με ένα προσωπικό της βίωμα - "διορίζει" τον  Τσίλλιχ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Πιάσκι, εκεί που, το 1942,  εκτοπίστηκε  η μητέρα της.  Δεν είναι ωστόσο η πρώτη φορά που η συγγραφέας ασχολείται μαζί του - ο Τσίλλιχ εμφανίζεται στο βραβευμένο έργο της Ζέγκερς "Οι επτά σταυροί" ως αξιωματικός των Ταγμάτων Εφόδου με μεγάλες ποσότητες κτηνωδίας που υπηρετεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Osthofen. Εκεί, δεν καταφέρνει να συλλάβει τον Χέισλερ -έναν από τους δύο πρωταγωνιστές της νουβέλας- που έχει δραπετεύσει. Στο "Τέλος"  η συγγραφέας τον βάζει να διασχίσει την ηττημένη Γερμανία, όταν οι φριχτές αναμνήσεις και η σκληρή πραγματικότητα συνυπάρχουν και συμπορεύονται μαζί του.

Η πραγματικότητα θα αποδειχθεί πιο δυνατή και θα οδηγήσει τον Τσίλλιχ στο ίδιο πανδοχείο με τον  Πήτερ Νήμαντ ο οποίος υπονοεί ευθέως πως θα τον καταδώσει. Ο Τσίλλιχ όμως δεν θα του δώσει την ικανοποίηση - λίγη ώρα μετά την συνάντησή τους θα κρεμαστεί από το παράθυρο του δωματίου. Το τέλος της νουβέλας ωστόσο είναι αισιόδοξο για τον Άνθρωπο - πικρό αλλά αισιόδοξο. Ο δάσκαλος του χωριού ανακοινώνει στον μικρό Τσίλλιχ τον θάνατο του πατέρα του και ο μικρός λάμπει από χαρά κι ανακούφιση. Κι ο Ντέγκράϊφ καταπίνοντας  ένα σκίρτημα αποστροφής για την ντροπή και την αηδία που γνώρισε το παιδί από τον πατέρα του, αναλαμβάνει σιωπηλά να το φροντίζει. 
 
Μια νουβέλα που θα έπρεπε να μνημονεύεται πιο συχνά, "Το τέλος" είναι μια θαυμάσια αρχή για να γνωρίσει κανείς την ζωντανή, δυνατή κι ευαίσθητη γραφή της Άννας Ζέγκερς.





Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος από το ποίημα του Bertolt Brecht "The Mask of Evil". Το πρώτο εικαστικό είναι το Wild Chase (1889) του Franz-von Stuck ενώ το δεύτερο έχει τίτλο "Βραχώδες τοπίο με έναν περιπατητή" και ανήκει στον Δανό Hercules Pietersen Seghers, ζωγράφο  από τον οποίο λέγεται πως πήρε το ψευδώνυμό της η Anna (Netty) Reiling - η συγγραφέας. Η ασπρόμαυρη προσωπογραφία της Άννας Ζέγκερς, είναι της Edeltraud Willjung.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014








The single moment




Αν και το διάβασα πριν από μέρες, ακόμη δεν μπορώ να αποφασίσω αν η συλλογή των έξι διηγημάτων της πρωτοεμφανιζόμενης Ελεάννας Βλαστού μου άρεσε ή όχι. Το ολιγοσέλιδο "Εξαφανίσεις" (Πόλις, 2013) είναι ένα όμορφο βήμα με σύγχρονο ύφος, ιδιαίτερη οπτική εστίαση και χαμηλούς τόνους. Ωστόσο, μου δημιούργησε κάποια αμηχανία. 

Στο πρώτο διήγημα, μία ηλικιωμένη, "η τελευταία ερωτευμένη χήρα πανευρωπαϊκά" όπως αυτοχαρακτηρίζεται η αφηγήτρια, συνδιαλέγεται με τον από χρόνια νεκρό σύζυγό της. Στην πραγματικότητα, είναι ένας μονόλογος από εκείνους που συνηθίζουν οι γιαγιάδες και που, στην συγκεκριμένη περίπτωση την παρασύρει και θέτει σε κίνδυνο την ζωή της - βάζει το φαγητό στο φούρνο και μέχρι να γίνει, βγαίνει για ψώνια. Αργεί όμως και η φωτιά που θα προκληθεί καταστρέφει το φαγητό, το δωμάτιο και κάθε όριο χώρου και χρόνου. Ο χρόνος καταλύεται και στον "Δότη", το δεύτερο κατά σειρά διήγημα, όπου ένας δότης σπέρματος σχολιάζει με δηκτικό τρόπο τις προσπάθειες των ζευγαριών να αποκτήσουν παιδί καθώς και το "σύστημα Τεκνοποίησης" πίσω από την βιτρίνα ενός ιατρείου. Η μοναξιά της ανούσιας ζωής του μπερδεύονται με τις παιδικές αναμνήσεις του στο κενό μιας απορίας που θα μείνει αναπάντητη - πόσα από τα παιδιά που κυκλοφορούν εκεί έξω είναι δικά του;

Στο "Ένα αγόρι", ο Α. μεγαλώνει δίχως την μητέρα του που εξαφανίστηκε όταν ήταν οκτώ χρονών. Ο πατέρας του δεν μπορεί, και ούτε καν προσπαθεί, να αναπληρώσει την απουσία της κι έτσι, ο μικρός μετατρέπεται σε έναν ενήλικα εθισμένο στο κυνήγι του ταξιδιού και της περιπέτειας και των έντονων σχέσεων, μην μπορώντας να δεσμευτεί σε μία ουσιαστική. "Ο θάνατος του πατέρα του στάθηκε η αφορμή για πένθος. Για ένα τριπλό πένθος. Κατάλαβε ξαφνικά το αυτονόητο, ότι η Ο. δεν ακολουθούσε κανένα σχέδιο, απλώς είχε φύγει από τη ζωή του, όπως ακριβώς η μητέρα και ο πατέρας του."  Τακτοποιώντας το πατρικό του, θα βρει ένα σημείωμα του πατέρα του. "Εκείνο το σημείωμα, το μοναδικό τεκμήριο του ψύχραιμου πόνου, έσπασε με θόρυβο την σιωπή μέσα στην οποία είχε επιλέξει να ζει τόσα χρόνια."

Σ
το κατώφλι των σαράντα, η Μαρίνα βρίσκεται σε αξιέξοδο. Στην κηδεία ενός πρωτοκλασάτου στελέχους της Εθνικής Τράπεζας αρχίζει άθελά της να ανακαλεί την σπαταλημένη ζωή της, τον ματαιόδοξο αριβισμό της και την "εξαφάνιση ενός μυαλού", του δικού της - αριστούχος πανεπιστημίου με σημαντικά όνειρα για καριέρα και τον δρόμο εξίσου ευοίωνο μπροστά της για να προχωρήσει, τα εγκαταλείπει όλα για την ευκολία και την -τότε- λάμψη του Δημοσίου.   Οι συνέπειες της υπερβολικής έκθεσης σε εκείνη την λάμψη γίνονται αισθητές στο γλυκόπικρο "Για πάντα", το πιο αντιπροσωπευτικό της σημερινής κατάστασης  διήγημα που βασίζεται σε αντικείμενα - έναν ζωγραφικό πίνακα, έναν ασημένιο δίσκο σερβιρίσματος, μία χρυσή πένα, τα οικογενειακά κοσμήματα. Αγαπημένα αντικείμενα που φέρνουν πάνω τους το παρελθόν των κατόχων τους σχεδόν ολοζώντανο - τα παιδικά χρόνια στην Αγγλία, η εισβολή στην Κύπρο και η προσφυγή στην Αθήνα, "ένας γάμος που ευοδώθηκε, μερικοί βαφτισμένοι χριστιανοί, μια επιθυμία ανεκπλήρωτη, το τεκμήριο ενός έρωτα." Όλα αυτά τα κομμάτια ζωής πρέπει τώρα να μπουν ενέχυρα για να διευκολυνθεί το παρόν. "Τώρα πια έμαθε ότι ούτε η ανάμνηση ούτε η αναπαράσταση αντικαθιστούν πιστά την πραγματικότητα."

"Τα χαρούμενα σπίτια" είναι μία ακόμη ανάμνηση του παρελθόντος που εισβάλλει στο παρόν. Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής, η αφηγήτρια καλείται να διακοσμήσει ένα παιδικό δωμάτιο που της θυμίζει την δική της θλιβερή παιδική ηλικία όταν ο πατέρας της την κακοποιούσε σεξουαλικά. Η ειρωνική τούτη αναπαράσταση θα πάρει τέλος όταν η αφηγήτρια θα αρνηθεί να αναλάβει την δουλειά.


Προσπαθώντας να προσδιορίσω τι είναι αυτό που μου προκάλεσε αμηχανία όσο διάβαζα το βιβλίο, μου ήρθε στο νου ο ορισμός που δίνω στους μαθητές μου όταν τους εξηγώ το "realize". "When you understand something suddenly" - αυτό ακριβώς είναι που απαθανατίζει με την γραφή της η συγγραφέας: τη στιγμή που οι ήρωές της συνειδητοποιούν την αναπόδραστη μοναξιά τους, την αδυναμία τους, την εγκατάλειψη, την στέρηση, την ψυχική απόσταση που τους χωρίζει από τον γονιό, τον σύντροφο, την επιθυμία, την πραγματικότητα.  Τα διηγήματα της Βλαστού φωτίζουν διακριτικά τα μπορχεσιανά δευτερόλεπτα που μας χαράζουν εσωτερικά κι αυτό την διαφοροποιεί από τις μέχρι τώρα πεζογραφικές αποτυπώσεις της οικονομικής κρίσης. Ευνοϊκό σημάδι τούτο για μία πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα, που δεν επενδύει στην υπερβολή, την εκβιασμένη ανατρεπτικότητα, ή την πολυπλοκότητα μιας αφήγησης για να εντυπωσιάσει. 
 

Η αμηχανία μου, ωστόσο, παραμένει. Αρχικά, για τον τίτλο του βιβλίου που νομίζω πως δεν αντικατοπτρίζει το πνεύμα του καθώς μόνο στα δύο από τα έξι διηγήματα εξαφανίζονται πράγματι άνθρωποι. Κι έπειτα, για την φανερή διακειμενικότητα της συγγραφέως. Η βιβλιοφιλία της είναι ευδιάκριτη στον άνετο χειρισμό της γλώσσας, στην συμπύκνωση και στη στέρεη δομή των κειμένων της, στα ενδιαφέροντα κλεισίματα των διηγημάτων. Όμως, "το να χρησιμοποιήσεις τα λόγια κάποιου μια φορά εμπλουτίζεις τον λόγο σου. Όταν το κάνεις πολλές φορές, είναι σαν να μην έχεις δική σου φωνή" μας έλεγαν κάποτε στο φροντιστήριο - ιδιαίτερα  το "Ένα αγόρι", αν κι έξυπνο στην σύνθεσή του, μου φάνηκε σαν κάποιο είδος μεταγραφής των θαυμάσιων "Σανδαλιών" του Jorge Semprún.

Οι "Εξαφανίσεις" είναι έντονα μελαγχολικές.
  Η λιτή γραφή της Ελεάννας Βλαστού και ο δυναμικός ρυθμός των κειμένων δίνουν ένταση σε τούτα τα μικρά κείμενα/σφηνάκια μοναξιάς και ματαίωσης. Εξ ού και το χαμηλόφωνο της γραφής το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν σηματοδοτεί κάτι άνευρο ή αδιάφορο. Ας μην ξεχνάμε πως τις πιο πολλές φορές, τα λίγα και μετρημένα λόγια κι όχι ο θορυβώδης συνωστισμός λέξεων και περιγραφών μάς πηγαίνουν παρακάτω - και ως αναγνώστες και ως ανθρώπους. Ελπίζω και ως συγγραφείς. 





Σημείωση: Η φωτογραφική σύνθεση είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου, έχει τίτλο Spaghetti (1994) και ανήκει στον Πάνο Κοκκινιά.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014









Η επιφάνεια του
διαφορετικού

 


Πέρα από την φαινομενική απλότητα που χαρακτηρίζει το νεανικό μυθιστόρημα "Θαύμα" (μτφρ. Μαρίζας Ντεκάστρο - Παπαδόπουλος, 2013), τίποτα απ' όσα περιγράφει η R.J.Palacio σε τούτο το πρώτο της βιβλίο δεν είναι απλό - η συνύπαρξη δεν ήταν ποτέ κάτι μονοδιάστατο, πόσο μάλλον δε η συνύπαρξη με κάποιον τόσο διαφορετικό όσο ο Αύγουστος -Όγκι- Πούλμαν, ο πρωταγωνιστής του.

Ο Όγκι γεννήθηκε με παραμορφωμένο πρόσωπο λόγω ενός σπάνιου συνδυασμού εξίσου σπάνιων ιατρικών συνδρόμων. Δέκα χρόνια και είκοσι επτά εγχειρήσεις μετά, το πρόσωπό του παραμένει εξαιρετικά δύσμορφο. Γι' αυτό οι γονείς του δεν μπορούν να αποφασίσουν αν πρέπει να τον στείλουν σχολείο ή να συνεχίσουν να τον διδάσκουν στο σπίτι - η Ίζαμπελ επιμένει να πάει για να βγει από το "κουκούλι" τους ενώ ο Νέιτ δεν θέλει γιατί τον θεωρεί πολύ ευάλωτο. Αν και αρνητικός στην αρχή, ο Όγκι αποφασίζει τελικά να πάει σχολείο μετά την συνάντησή του με τον γυμνασιάρχη και τα τρία "πρωτάκια" σαν κι αυτόν που τον ξεναγούν στις εγκαταστάσεις - τον Τζακ Ουίλ, την Σάρλοτ και τον Τζούλιαν. Το μυθιστόρημα ξεκινά μία εβδομάδα πριν την έναρξη της Α' γυμνασίου και ο Όγκι, που είναι ο κύριος αφηγητής στα τρία από τα οκτώ κεφάλαια του βιβλίου, μας μιλά σε πρώτο πρόσωπο για όσα του συμβαίνουν καθώς προχωρά η χρονιά - αν και οι δάσκαλοί του είναι υποστηρικτικοί, οι συμμαθητές του τον παραγκωνίζουν και τον απομονώνουν.

"Αν έβρισκα ένα μαγικό λυχνάρι και μπορούσα να κάνω μια ευχή, θα ευχόμουνα να είχα ένα κανονικό πρόσωπο που να μην ξεχωρίζει. Θα ευχόμουνα να μπορούσα να περπατάω στο δρόμο και να μην με  κοιτάζουν οι άνθρωποι κι αμέσως μετά να κάνουν πως δε με είδαν. Να τι σκέφτομαι: Ο μοναδικός λόγος που δεν είμαι συνηθισμένος είναι επειδή κανένας άλλος δε με βλέπει έτσι.
   Πάντως έχω συνηθίσει τώρα πια να είμαι όπως είμαι. Ξέρω να υποκρίνομαι ότι δεν καταλαμβαίνω τις γκριμάτσες που κάνουν οι άνθρωποι γύρω μου. Όλοι το ξέρουμε αυτό το κόλπο: εγώ, η μαμά κι ο μπαμπάς μου, και η Όλι. Όχι, το παίρνω πίσω: η Όλι δεν τα καταφέρνει και πολύ καλά. Θυμώνει στ' αλήθεια όταν μου φέρονται άσχημα. (...) Δεν θα σας περιγράψω πώς μοιάζω. Ό,τι και να φαντάζεστε, η πραγματικότητα είναι χειρότερη."
 


Στα υπόλοιπα πέντε κεφάλαια την αφήγηση αναλαμβάνει κι από ένα διαφορετικό πρόσωπο: η Ολίβια, ή Όλι, η αδερφή του Όγκι αφηγείται τις δικές της δυσκολίες που αντιμετωπίζει καθώς πηγαίνει στην 1η Λυκείου και το απότομο ξύπνημα της εφηβείας των φιλενάδων της την κάνει να νιώθει μόνη και χαμένη στο καινούργιο περιβάλλον. Όλο αυτό, όπως είναι φυσικό, επηρρεάζει για ένα φεγγάρι και την σχέση της με τον Όγκι. Η μιγάδα Σάμερ με την οποία ο Όγκι μοιράζεται από το τραπέζι της καντίνας του σχολείου μέχρι τις σχολικές εργασίες, διηγείται το πως πλησίασε τον Όγκι την πρώτη μέρα της χρονιάς και πως συνεχίζει σταθερά να είναι η καλύτερη φίλη του και να του συμπαραστέκεται με την ίδια πάντα φυσικότητα και ειλικρίνεια. Ο Τζακ Ουίλ, λέει για το πως άλλαξε γνώμη και από αγγαρεία, ο Όγκι έγινε ο κολλητός του. Λέει επίσης και το πως έπεσε θύμα του δημοφιλούς Τζούλιαν, γόνο πλουσίων γονιών που μοιάζει και συμπεριφέρεται σαν να βγήκε από τηλεοπτική διαφήμιση. Ο Τζούλιαν υποκρίνεται τον φίλο του Όγκι αλλά στην πραγματικότητα, με κάθε ευκαιρία που βρίσκει τον προσβάλει και στρέφει τους άλλους εναντίον του - οργανώνει την "Πανούκλα" (ένα παιχνίδι όπου όποιος αγγίξει τον Όγκι έχει κατόπιν πολύ λίγα λεπτά μέχρι να πλύνει τα χέρια του αλλιώς θα κολλήσει πανούκλα), αφήνει σημειώματα με προσβλητικά κι απειλητικά μηνύματα στο ντουλάπι του, πετά σκουπίδια στο σακίδιό του, κ.ά. Ο Τζάστιν, ο φίλος της Ολίβια, περιγράφει με σχετική αμηχανία την σχέση τους, την συνάντησή του με την οικογένειά της και πως, κάποια στιγμή, χρησιμοποιεί την θήκη του βιολιού του ως υποψία όπλου για να προστατεύσει τον Όγκι από τον Τζούλιαν και την παρέα του. Τέλος, η Μιράντα, η καλύτερη φίλη της Ολίβια από το νηπιαγωγείο μέχρι και το γυμνάσιο, περιγράφει το πως αποξενώθηκε αι για ένα μεγάλο διάστημα από την Ολίβια. Η ιδιαίτερη αγάπη της όμως για τον Όγκι θα τις φέρει πάλι μαζί.


  

Ο κάθε αφηγητής, χωρίς να αλλάξει το ενιαίο ύφος της γλώσσας του κειμένου (είναι όλοι τους έφηβοι και η ρέουσα κι ευέλικτη μετάφραση της Μαρίζας Ντεκάστρο αναδεικνύει την αμεσότητα και την φρεσκάδα της ηλικίας), αλλάζει την οπτική και προσθέτει περισσότερες διαστάσεις στην σχολική περιπέτεια του Όγκι. Με αυτό τον τρόπο, η συγγραφέας καταδεικνύει επιπλέον "επείγοντα" θέματα που ξεφεύγουν από τα πλαίσια του σχολείου - την ενδο-οικογενειακή επικοινωνία, τις σχέσεις μεταξύ των δύο γονιών, τις κοινωνικές σχέσεις, την έλλειψη αγωγής, την υποκρισία. Ακούγεται περίπλοκο αλλά δεν είναι - κάθε κεφάλαιο αποτελείται από μικρότερα κεφάλαια που εκτείνονται σε μία, δύο, το πολύ τρείς σελίδες κάτι που αυξάνει κατά πολύ τον ρυθμό της ανάγνωσης. Σκεφτείτε πως το πιο πολυσέλιδο μικρο-κεφάλαιο είναι εκείνο όπου ο γυμνασιάρχης δίνει τον αποχαιρετιστήριο λόγο του στο τέλος της χρονιάς, και του βιβλίου - 7,5 σελίδες που εντάσσονται ωστόσο άνετα στην πλοκή μιας και ο κος γυμνασιάρχης φημίζεται για τους μακρείς λόγους του! 

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι ψυχογραφημένοι με ακρίβεια και η δομή του είναι πολύ καλοδουλεμένη - η διάχυση της μίας αφήγησης στην άλλη και η εκβολή τους στον κεντρικό ιστό της αφήγησης (δλδ στην φωνή του Όγκι) γίνονται πολύ ομαλά και δεν κουράζουν τον αναγνώστη. Το σημαντικότερο ωστόσο σε τούτο το νεανικό μυθιστόρημα δεν είναι η τεχνική του αρτιότητα. Είναι οι σκοτεινές καταστάσεις που εκθέτει - ο ρατσισμός, ο εκφοβισμός (σχολικός και κοινωνικός), η περιθωριοποίηση που εκδηλώνονται με περισσή ευκολία. Σημαντικά είναι, επίσης, το σθένος, ο αυθορμητισμός και ο αυτοσαρκασμός με τα οποία το πρωτο-εφηβάκι, ο Όγκι, τα αντιμετωπίζει όλα αυτά. "Όπως όταν είδα τις προάλλες τη Μάγια να γράφει ένα σημείωμα για την Έλι σ' ένα χαρτί με σήμα τις Κούκλες Ασχημόφατσες, δεν ξέρω τι μ' έπιασε, αλλά γυρίζω και της κάνω: 'Το ήξερες πως αυτός που σχεδίασε τις Ασχημόφατσες  είχε εμένα για μοντέλο;'  
    Η Μάγια με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια σαν να με πίστευε πραγματικά. Μετά που κατάλαβε πως έκανα πλάκα, το αστείο μου της φάνηκε ξεκαρδιστικό."



Το "Θαύμα" είναι το πρώτο βιβλίο της J.R.Palacio και το έγραψε μετά από ένα τυχαίο περιστατικό που την έφερε σε δύσκολη θέση - κάποια στιγμή, σε ένα κατάστημα με παγωτά, κάθισε δίπλα σ΄ένα παιδί με παραμορφωμένο πρόσωπο. Ο τρίχρονος γιος της φοβήθηκε κι άρχισε να κλαίει κι εκείνη πήρε αμέσως τα παιδιά της κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Το ίδιο βράδυ, θυμωμένη από την αντίδρασή της, άρχισε να το γράφει. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό την έκανε να νιώσει καλύτερα ή να αναιρέσει τον πόνο που άθελά της προκλήθηκε στο δύσμορφο παιδάκι, ελπίζω όμως ότι θα έχει άμεσα πρακτικά αποτελέσματα στην αμερικανική κοινωνία καθώς το βιβλίο κατάφερε να ξεκινήσει πολλές συζητήσεις και να δημιουργήσει ένα ολόκληρο κίνημα στην Αμερική γύρω από την εκπαίδευση και την γενικότερη αντιμετώπιση των παιδιών με κρανιακές δυσμορφίες - κάτι που δεν κατάφερε να κάνει η πολυβραβευμένη κινηματογραφική "Μάσκα" του Peter Bogdanovich πριν από χρόνια.

Η διαφορετικότητα ωστόσο δεν περιορίζεται στα όρια ενός δύσμορφου προσώπου. Εκδηλώνεται στα πάντα: στο χρώμα, τις διαστάσεις, το φύλο, την ηλικία, τις προτιμήσεις, την καταγωγή, κ.λπ. Με την ευρύτερη έννοια, άλλωστε, όλοι μας είμαστε διαφορετικοί κι ευτυχώς έχουν γίνει αρκετά βήματα προόδου ως προς την αποδοχή του οποιουδήποτε δεν ανταποκρίνεται σε μια επιφανειακή ομοιομορφία. Η άγνοια, η προκατάληψη και η εχθρικότητα όμως εξακολουθούν να υπάρχουν και ως αντίδοτό τους η συγγραφέας προτάσει την καλοσύνη και... τον “Πόλεμο των Άστρων”. Δεν έχω δει όλες τις ταινίες του "Πολέμου..." (στην αρχική τριλογία προστέθηκε αργότερα και δεύτερη τριλογία ως prequel, δλδ συνολικά έξι κιν/κές ταινίες!) αλλά απ' όσο μπορώ να θυμηθώ, μέσω των λατρεμένων ταινιών του Όγκι, η συγγραφέας αγγίζει και το θέμα της δημοκρατίας. Η κατανόηση και η ενσυναίσθηση θίγονται άμεσα και ο διδακτισμός εδώ είναι ολοφάνερος. Ωστόσο, δεν πρόκειται για διδακτισμό με την μορφή του γνωστού προτεταμένου δακτύλου που κινείται απειλητικά μπροστά στο πρόσωπο του αναγνώστη. Τα ρητά που χρησιμοποιεί ο κ.Μπράουν, ο δασκάλος της γλώσσας, είναι αντλημμένα από την λογοτεχνία, την μουσική, και τις σκέψεις των ίδιων των μαθητών του και λειτουργούν πότε ως θέμα εργασίας και πότε ως ένα είδος αυτορρύθμισης της σχολικής τάξης. 


Το "Θαύμα" είναι ένα πολύ επιδραστικό βιβλίο - σε προβληματίζει, σε κάνει να γελάσεις με την καρδιά σου και σε αφοπλίζει με την ευθύτητα και τον αυτοσαρκασμό του πρωταγωνιστή του. Το κατάλληλο εργαλείο, δηλαδή, για να ξεκλειδώσεις τις ανησυχίες ενός παιδιού και να του δείξεις πως θα πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς σε ευαίσθητες καταστάσεις. Αν προσπεράσουμε το γεγονός ότι είναι ένα αρκετά συναισθηματικό βιβλίο, ο ενήλικος αναγνώστης μπορεί επίσης να "πάρει ένα μάθημα" για το πως η εμπιστοσύνη που δείχνουμε στα παιδιά έχει πράγματι θαυμάσια αποτελέσματα. Δεν θα είναι η πρώτη φορά άλλωστε που ένας μυθιστορηματικός μικρός ήρωας θα διδάξει έναν μεγαλύτερο αναγνώστη. Θα είναι όμως, τολμώ να πω, μία από τις πιο απολαυστικές.



Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο αξιόλογο διαδικτυακό περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες Ο Αναγνώστης, στις 24 Ιανουαρίου 2014. 




Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι "Ο Νάρκισσος"  του Caravaggio με δική μου, μικρή, επέμβαση. Οι επόμενες δύο φωτογραφίες -που ανήκουν στην εικονογράφηση του κάθε κεφαλαίου του βιβλίου και την συγγραφέα- είναι αντλημένες από το διαδίκτυο. Η τελευταία φωτογραφία είναι από την διαφημιστική καμπάνια της Benetton ενάντια στον ρατσισμό.